| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 58142 | ψυχοπνευματικός | , ή, ό ψυ-χο-πνευ-μα-τι-κός επίθ.: ψυχικός και πνευματικός: ~ή: ανάπτυξη/καλλιέργεια. Πβ. ηθικός.|| (ΨΥΧΙΑΤΡ.) ~ή: διαταραχή (βλ. μανία). | |
| 58143 | ψυχοπομπός | ψυ-χο-πο-μπός ουσ. (αρσ.): που σύμφωνα με τη λαϊκή πίστη οδηγεί τις ψυχές στον Άδη: (ΜΥΘ.) ο ~ Ερμής. ΣΥΝ. ψυχαγωγός.|| (στην αγιογραφία:) Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ (ο) ~. ΣΥΝ. νεκροπομπός [< αρχ. ψυχοπομπός, αγγλ. psychopomp, γαλλ. psychopompe] | |
| 58144 | ψυχοπονιάρης | , α, ικο ψυ-χο-πο-νιά-ρης επίθ./ουσ. & (σπάν.) ψυχοπονιάρικος, η, ο (προφ.): πονόψυχος. Βλ. -ιάρης. | |
| 58145 | ψυχοπροφυλακτική | ψυ-χο-προ-φυ-λα-κτι-κή ουσ. (θηλ.) & ψυχοπροφύλαξη: ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. μέθοδος ψυχοσωματικής προετοιμασίας της εγκύου πριν από τον τοκετό, η οποία γίνεται από εκπαιδευμένο προσωπικό με σκοπό να τη βοηθήσει να ελέγξει το άγχος της καθώς και τους πόνους του τοκετού: μαθήματα ~ής. Βλ. ανώδυνος τοκετός.|| (ως επίθ.) ~ή: μέθοδος/προετοιμασία. [< αγγλ. psychoprophylaxis, 1958] | |
| 58146 | ψυχορράγημα | ψυ-χορ-ρά-γη-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.-λογοτ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ψυχορραγώ. Πβ. αγκο-, ψυχο-μαχητό, χαροπάλεμα. [< μεσν. ψυχορράγημα] | |
| 58147 | ψυχορραγώ | [ψυχορραγῶ] ψυ-χορ-ρα-γώ ρ. (αμτβ.) {ψυχορραγ-εί, -ώντας} (λόγ.-λογοτ.): είμαι ετοιμοθάνατος, αργοπεθαίνω. Πβ. χαροπαλεύω, ψυχομαχώ.|| (μτφ.) Επιχειρήσεις που ~ούν λόγω της οικονομικής κρίσης. [< αρχ. ψυχορραγῶ] | |
| 58148 | ψύχος | [ψῦχος] ψύ-χος ουσ. (ουδ.) {ψύχ-ους} (λόγ.): έντονο κρύο, πολύ χαμηλές θερμοκρασίες: Δριμύ/δυνατό/πολικό/φονικό ~ πλήττει τη χώρα. Πβ. παγωνιά, χειμωνιά, ψόφος. Βλ. κρυο-, παγο-πληξία, χιονίστρες. ● ΣΥΜΠΛ.: κύμα καύσωνα/ψύχους βλ. κύμα [< αρχ. ψῦχος] | |
| 58150 | ψυχοσάββατο | ψυ-χο-σάβ-βα-το ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Ψ) & Σάββατο των ψυχών & (προφ.) των ψυχών: ΕΚΚΛΗΣ. το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Αποκριάς και το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής, κατά τα οποία τελούνται μνημόσυνα για τις ψυχές (των νεκρών Χριστιανών). | |
| 58151 | ψυχοσεξουαλικός | , ή, ό ψυ-χο-σε-ξου-α-λι-κός επίθ.: ΨΥΧΟΛ. ψυχικός και σεξουαλικός: ~ή: ανάπτυξη/ταυτότητα (ενός ατόμου). ~ές: διαταραχές. [< αγγλ. psychosexual, γαλλ. psychosexuel] | |
| 58152 | ψυχοστασία | ψυ-χο-στα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΜΥΘ. ζύγισμα των ψυχών· ως μεταθανάτια δοκιμασία, για να αποφασιστεί η τύχη του νεκρού ή, στις ομηρικές μάχες, για να κριθεί ποιος ήρωας θα ζούσε και ποιος θα πέθαινε. [< αρχ. ψυχοστασία, αγγλ. psychostasy, γαλλ. psychostasie] | |
| 58153 | ψυχοσύνδρομο | ψυ-χο-σύν-δρο-μο ουσ. (ουδ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. ψυχολογικό σύνδρομο: οργανικό ~. [< αγγλ. psychosyndrome, 1973] | |
| 58154 | ψυχοσύνθεση | ψυ-χο-σύν-θε-ση ουσ. (θηλ.) 1. το σύνολο των ιδιαίτερων στοιχείων που συνθέτουν τον τρόπο σκέψης και διαμορφώνουν τον ψυχικό κόσμο ενός ατόμου ή μιας ομάδας: η γυναικεία/παιδική ~. Μπήκε στην ~ του ήρωα. Πβ. ιδιο-συγκρασία, -συστασία, ψυχολογία. 2. ΨΥΧΟΛ. θεωρία και πρακτική, η οποία αποβλέπει στην ενοποίηση των ασύνδετων στοιχείων της ανθρώπινης ψυχής και την ολοκλήρωση της προσωπικότητας μέσω της ψυχανάλυσης. [< 2: αγγλ. psycho-synthesis, 1919] | |
| 58155 | ψυχοσωματικός | , ή, ό ψυ-χο-σω-μα-τι-κός επίθ. (επιστ.): που αναφέρεται στην ψυχή και το σώμα: ~ή: ανάπτυξη/υγεία. ~ό: στρες. ~οί: παράγοντες.|| ~ή: ιατρική (: εξετάζει τη σχέση μεταξύ παθήσεων και ψυχολογικών αιτίων). ~ές: ασθένειες/διαταραχές (: οργανικές παθήσεις με ψυχολογική αιτία· βλ. έλκος, ημικρανία). ~ά: συμπτώματα/φαινόμενα.|| (ως ουσ.) Έχει/τον έπιασαν τα ~ά του (ενν. προβλήματα). [< γερμ. psychosomatisch, αγγλ. psychosomatic, γαλλ. psychosomatique] | |
| 58156 | ψυχοτεχνικός | , ή, ό ψυ-χο-τε-χνι-κός επίθ.: ΨΥΧΟΛ. που αναφέρεται στην εξέταση των ψυχικών διαδικασιών και ικανοτήτων ενός ατόμου με τη χρήση τεχνικών μέσων: ~ές: δοκιμασίες. ~ά: τεστ. [< γαλλ. psychotechnique, 1928] | |
| 58157 | ψυχοτραυματικός | , ή, ό ψυ-χο-τραυ-μα-τι-κός επίθ.: ΨΥΧΟΛ. που προξενεί ψυχικό τραύμα: ~ή: εμπειρία. ~ό: γεγονός. Βλ. στρεσογόνος. ● ΣΥΜΠΛ.: μετατραυματικό στρες/σύνδρομο βλ. μετατραυματικός [< αγγλ. psychotraumatic] | |
| 58158 | ψυχοτραυματολογία | ψυ-χο-τραυ-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. κλάδος που έχει ως αντικείμενό του τη μελέτη των ψυχικών τραυμάτων. Βλ. τραυματοθεραπεία. [< αγγλ. psychotraumatology] | |
| 58159 | ψυχοτρονικός | , ή, ό ψυ-χο-τρο-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ψυχοτρονική: ~ή: τεχνολογία. ~ά: όπλα. ● Ουσ.: ψυχοτρονική (η): (κυρ. στην παραψυχολογία) μελέτη της αλληλεπίδρασης ανάμεσα στην ύλη, την ενέργεια και τη συνείδηση, με σκοπό τον επηρεασμό του ανθρώπινου νου από απόσταση. [< αγγλ. psychotronics] | |
| 58160 | ψυχοτρόπος | , ος, ο ψυ-χο-τρό-πος επίθ. & ψυχότροπος: ΦΑΡΜΑΚ. που επιδρά στο κεντρικό νευρικό σύστημα και μεταβάλλει την αντιληπτική και συναισθηματική κατάσταση του ατόμου: ~ες: ουσίες. ~α: ναρκωτικά (πβ. ψυχοληπτικά). ΣΥΝ. ψυχοδραστικός ● Ουσ.: ψυχοτρόπα & ψυχότροπα (τα): ενν. φάρμακα. Βλ. αγχολυτικά, ηρεμιστικά. ΣΥΝ. ψυχοφάρμακα [< γαλλ. psychotrope, 1951, αγγλ. psychotropic, 1948] | |
| 58161 | ψυχοφάρμακα | ψυ-χο-φάρ-μα-κα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. ψυχοφάρμακο}: φάρμακα που έχουν διεγερτική ή κατασταλτική επίδραση στον ψυχισμό του χρήστη: παρενέργειες των ~άκων. Βλ. αντικαταθλιπτικά, ψυχοληπτικά. ΣΥΝ. ψυχοτρόπα [< γερμ. Psychopharmaka] | |
| 58162 | ψυχοφαρμακολογία | ψυ-χο-φαρ-μα-κο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. κλάδος που έχει ως αντικείμενό του τον μηχανισμό δράσης και τις παρενέργειες των ψυχοφαρμάκων: κλινική ~. [< αγγλ. psychopharmacology, 1920, γαλλ. psychopharmacologie, 1956] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ