| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 58183 | ψύχω | ψύ-χω ρ. (μτβ.) {(σπάν.) έψυξε, ψύξει, ψύ-χθηκε, -χθεί, ψύχ-οντας, -όμενος, ψυγμένος} (επιστ.): κρυώνω, παγώνω (κάτι): (ΦΥΣ.) Ο αέρας ~εται. Τα στερεά συστέλλονται, όταν ~ονται. Πβ. κατα~. Βλ. απο~. ΑΝΤ. θερμαίνω (1) [< αρχ. ψύχω] | |
| 58184 | ψυχωμένος | , η, ο ψυ-χω-μέ-νος επίθ. (προφ.): που έχει πείσμα, θάρρος και γενναιότητα: (κυρ. ΑΘΛ.) ~ ο ... κέρδισε τον αγώνα (: για ομάδα).|| ~η: εμφάνιση/νίκη/πρόκριση. Βλ. λιγόψυχος. [< μτχ. παρακ. του μτγν. ρ. ψυχῶ] | |
| 58185 | ψύχωση | ψύ-χω-ση ουσ. (θηλ.) {γεν. πληθ. ψυχώσ-εων} 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. σοβαρή διαταραχή κατά την οποία παρατηρείται απώλεια της επαφής με την πραγματικότητα σε τέτοιο βαθμό που, αν ο ασθενής δεν λάβει την απαραίτητη θεραπεία, να μην μπορεί να λειτουργήσει στην καθημερινότητά του: (είδη/μορφές ~ώσεων:) βραχεία αντιδραστική (: εκδηλώνεται αιφνίδια)/δυαδική (: αναπτύσσεται στο πλαίσιο στενής σχέσης με ψυχωτικό άτομο)/μανιοκαταθλιπτική (= διπολική διαταραχή)/οργανική (: οφείλεται σε ιατρικά αίτια)/τοξική (: προκαλείται από τοξική ουσία, π.χ. αλκοόλ, ναρκωτικά) ~. Συμπτώματα ~ης (: αλλαγές στη διάθεση και τη συμπεριφορά, αλλοιωμένα συναισθήματα, αποδιοργανωμένη σκέψη, παραισθήσεις). Βλ. νεύρωση, σχιζοφρένεια. 2. (μτφ.-προφ.) πάθος, εμμονή με κάτι: Έχει ~ με τον υπολογιστή. Πβ. κόλλημα, λόξα, μανία, τρέλα, ψώνιο. [< πβ. μτγν. ψύχωσις ‘εμψύχωση’ 1: γαλλ. psychose, γερμ. Psychose, αγγλ. psychosis] | |
| 58186 | ψυχωτικός | , ή, ό ψυ-χω-τι-κός επίθ./ουσ. & ψυχωσικός: ΨΥΧΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ψύχωση: ~ή: κατάθλιψη/συνδρομή. ~ό: επεισόδιο. ~ές: διαταραχές (βλ. σχιζοφρένεια). ~ά: συμπτώματα. Βλ. αντιψυχωτικά.|| ~ά: άτομα. (ως ουσ.) Οι ~οί (ενν. ασθενείς). Βλ. νευρωτικός.|| (μτφ.-προφ.) Είναι ~ (: έχει εμμονή) με τη δουλειά. [< γαλλ. psychotique, γερμ. psychotisch, αγγλ. psychotic] | |
| 58187 | ψυχωφελής | , ής, ές ψυ-χω-φε-λής επίθ. {ψυχωφελ-ούς | -είς, (ουδ. -ή)} (λόγ.): που είναι ωφέλιμος για την ψυχή, που έχει διδακτικό χαρακτήρα: (κυρ. ΕΚΚΛ.) ~είς: διηγήσεις. ~ή: κείμενα (= πατερικά).|| Βλ. ψυχοφθόρος. [< μτγν. ψυχωφελής] | |
| 58188 | ψωλαράς | ψω-λα-ράς ουσ. (αρσ.) (λ. ταμπού-μεγεθ.): άντρας με μεγάλο πέος. Βλ. -αράς. ΣΥΝ. πουτσαράς (1) | |
| 58189 | ψωλή | ψω-λή ουσ. (θηλ.) (λ. ταμπού): πέος. ● Υποκ.: ψωλάκι (το) ● Μεγεθ.: ψωλάρα (η) [< αρχ. ψωλή 'πέος σε στύση'] | |
| 58190 | ψωμάκια | ψω-μά-κια ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): συσσώρευση λίπους στην πλάγια περιοχή των μηρών ορισμένων γυναικών: ~ και κυτταρίτιδα. Έχει ~ στη μέση. Βλ. λιποδυστροφία, παχάκια, περιφέρεια, σωσίβιο, τοπικό πάχος. | |
| 58191 | ψωμάς | ψω-μάς ουσ. (αρσ.) (προφ.) 1. αρτοποιός. 2. που του αρέσει πολύ το ψωμί. Βλ. -άς. | |
| 58192 | ψωμί | ψω-μί ουσ. (ουδ.) {ψωμ-ιού} 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. βασικό είδος διατροφής που φτιάχνεται από ζύμη αποτελούμενη από αλεύρι, νερό, αλάτι και μαγιά και ψήνεται στον φούρνο: άζυμο/άσπρο/αφράτο/βιολογικό/γαλλικό (βλ. μπαγκέτα)/ζεστό/ζυμωτό/ιταλικό (βλ. τσιαπάτα, φοκάτσια)/καλαμποκίσιο (πβ. μπομπότα)/καψαλισμένο (βλ. μπρουσκέτα)/κριθαρένιο/μαύρο/μπαγιάτικο/παραδοσιακό/πιτυρούχο/πολύσπορο/σκληρό/σπιτικό/σταρένιο/στρογγυλό/σύμμικτο/τραγανό/φρέσκο/φρυγανισμένο ~. ~ με προζύμι (βλ. ανεβατό)/σουσάμι. ~ διαίτης/ολικής αλέσεως/σικάλεως/φόρμας. ~ για/του τοστ. ~ με ελιές (= ελιόψωμο)/σταφίδες (= σταφιδόψωμο). ~ και (= ψωμοτύρι)/με τυρί (= τυρόψωμο). ~ στα κάρβουνα. Η κόρα/η ψίχα/τα ψίχουλα του ~ιού. Μαχαίρι/μηχανή (= αρτοπαρασκευαστής)/ξύλο κοπής ~ιού. Ένα κιλό/μια φραντζόλα ~. Μια φέτα ~. Πβ. άρτος. Βλ. αρτο-, αρτοσκευάσματα, εφτάζυμο, κουλούρα, κουτσούνα, λαγάνα, λαδό-, τηγανό-, χριστό-ψωμο, παξιμάδι, φρυγανιά. 2. (κατ' επέκτ.) τα προς το ζην: αγώνας για το ~. Με το κλείσιμο της επιχείρησης, πολλές οικογένειες έχασαν το ~ τους. 3. (ΚΔ) τα υλικά αγαθά: Ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με ~. ● Υποκ.: ψωμάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: χωριάτικο ψωμί/ψωμί χωριάτικο βλ. χωριάτικος, ψωμί πολυτελείας βλ. πολυτέλεια ● ΦΡ.: (λέω) το ψωμί ψωμάκι (μτφ.-προφ.): αντιμετωπίζω μεγάλες οικονομικές δυσκολίες, είμαι πολύ φτωχός: Με τέτοια κρίση, θα πούμε ~ ~!, για ένα κομμάτι/ένα καρβέλι/μια μπουκιά ψωμί (μτφ.-προφ.): για πολύ λίγα χρήματα: Δούλευε όλη μέρα ~ ~. Πούλησε το οικόπεδο ~ ~. ΣΥΝ. αντί/έναντι πινακίου φακής, δεν έχει ψωμί να φάει (μτφ.-προφ.): είναι πολύ φτωχός, λιμοκτονεί. Πβ. ψωμολυσσάω., έχει (πολύ) ψωμί ακόμα (μτφ.-προφ.): απαιτεί πολύ χρόνο, έχει ακόμη πολλή δουλειά μέχρι να ολοκληρωθεί: Η υπόθεση ~ ~., έχει ψωμί/φαΐ (μτφ.-προφ.): έχει κέρδος, όφελος, κυρ. οικονομικό, ή παρουσιάζει ενδιαφέρον: Η δουλειά ~ ~, μην την αφήσεις! Μυρίστηκε ότι έχει ψωμί (= ζουμί) η υπόθεση κι άρχισε να ψάχνει πληροφορίες., θα φάει/έχει να φάει πολλά ψωμιά/καρβέλια ακόμα & πολύ ψωμί ακόμα (μτφ.-προφ.) 1. χρειάζεται πολύς χρόνος, προσπάθεια ή/και υπομονή για να πετύχει κάτι: Έχει να φάει ~ ~, για να γίνει καλός στη δουλειά του. Θέλω πολλά ψωμιά ακόμα, για να σε φτάσω! 2. θα ζήσει πολλά χρόνια ακόμα: Είναι γερό σκαρί, έχει να φάει ~ ~., τα έφαγε (τα 'φαγε)/είναι λίγα/είναι μετρημένα/τέλειωσαν τα ψωμιά του & (σπάν.) τα καρβέλια του (μτφ.-προφ.) 1. (για πρόσ.) δεν θα ζήσει ή δεν θα παραμείνει στη θέση του για πολύ καιρό ακόμα: || Λίγα είναι τα ~ του στην εταιρεία, σύντομα θα τον απολύσουν. Μη στενοχωριέσαι κι είναι μετρημένα ~ ~! 2. (για πράγμα) έχει παλιώσει, δεν μπορεί πια να χρησιμοποιηθεί, είναι άχρηστο: Τα 'φαγε ~ ~ το αμάξι/κομπιούτερ., το γλυκό/πικρό ψωμί (μτφ.-προφ.): για ευχάριστη ή δυσάρεστη εμπειρία: το γλυκό ~ της εξουσίας/νίκης. Το πικρό ~ της προσφυγιάς., το καθημερινό ψωμί (μτφ.) 1. ο βιοπορισμός: Δούλευε σκληρά, για να βγάζει ~ ~. Πβ. άρτος ο επιούσιος. Βλ. μεροκάματο. 2. καθετί σύνηθες: Η αδικία έγινε ~ ~. [< γαλλ. le pain quotidien] , τρώω ψωμί (από κάποιον) (μτφ.-προφ.): μου προσφέρει δουλειά και μισθό: Χιλιάδες εργαζόμενοι τρώνε ~ από τις επιχειρήσεις/τα χέρια του., βγάζω/κερδίζω τα προς το ζην/το ψωμί μου βλ. κερδίζω, βούτυρο στο ψωμί βλ. βούτυρο, και ξερό ψωμί βλ. ξερός, τα λόγια σου με χόρτασαν/ο λόγος σου με χόρτασε και το ψωμί σου φάτο βλ. χορταίνω, φάγαμε ψωμί κι αλάτι βλ. αλάτι, ψωμί κι ελιά/ελιές βλ. ελιά [< μεσν. ψωμί < μτγν. ψωμίον < αρχ. ψωμός ‘κομμάτι ψωμιού ή άλλου πράγματος’] | |
| 58193 | ψωμιέρα | ψω-μιέ-ρα ουσ. (θηλ.): θήκη με καπάκι για τη φύλαξη του ψωμιού ή σκεύος για την τοποθέτηση και το σερβίρισμά του: θερμαινόμενη/μεταλλική/ξύλινη ~. Βλ. -ιέρα. | |
| 58194 | ψωμόλυσσα | ψω-μό-λυσ-σα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. μεγάλη πείνα ή κατ' επέκτ. φτώχεια. Πβ. λόρδα. 2. & ψωμόλυσσας (ο): (για πρόσ.) που πεινά πολύ· κατ' επέκτ. λιγούρης. Πβ. πειναλέος. | |
| 58195 | ψωμολυσσάω | ψω-μο-λυσ-σά-ω ρ. (αμτβ.) {ψωμολυσσάξει} & (σπάν.) ψωμολυσσώ (λαϊκό): πεινώ πάρα πολύ· κατ' επέκτ. είμαι πολύ φτωχός, στερούμαι τα βασικά για την επιβίωσή μου. Πβ. δεν έχει ψωμί να φάει, λιμοκτονώ. ΣΥΝ. πεθαίνω/ψοφώ της πείνας/από την πείνα | |
| 58196 | ψωμοτύρι | ψω-μο-τύ-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.): ψωμί και τυρί, συνήθ. ως πρόχειρο ή φτωχικό γεύμα. Βλ. κολατσιό. ● ΦΡ.: έχω κάτι (για)/έχω κάνει κάτι ψωμοτύρι & είναι το ψωμοτύρι μου (προφ.): λέω ή κάνω κάτι συνέχεια ή/και με μεγάλη ευκολία: Τα κομπλιμέντα τα έχει για/τα έχει κάνει ~. Οι καβγάδες είναι το ~ του. | |
| 58198 | ψώνια | ψώ-νια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. ψώνιο} (προφ.): αγαθά που αγοράζει κάποιος, για να καλύψει κυρ. καθημερινές ανάγκες· συνεκδ. αγορές: τα ~ του/απ' το σούπερ-μάρκετ. Δίχτυ/καλάθι/καροτσάκι/τσάντα για (τα) ~. Λίστα με τα ~ (της εβδομάδας). Κάνω τα ~ μου (= ψωνίζω). Γύρισε απ' τη λαϊκή φορτωμένη με ~ (: σακούλες με ~). Βγαίνω για τα τελευταία ~/για τα ~ της τελευταίας στιγμής.|| Βόλτα για ~. Πάω στα μαγαζιά για ~. Πβ. σόπινγκ.|| Πασχαλινά/χριστουγεννιάτικα ~. Ηλεκτρονικά ~ ή ~ στο διαδίκτυο.|| (προφ.) Θα πάμε για κανά ψώνιο. Βλ. μονο-, ολιγο-ψώνιο. [< μεσν. ψώνι < μτγν. ὀψώνιον ‘αμοιβή, ανταμοιβή’] | |
| 58199 | ψωνίζω | ψω-νί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ψώνι-σα, ψωνί-σει, -στηκα, -στεί, ψωνίζ-οντας, ψωνι-σμένος} 1. αγοράζω αγαθά για την κάλυψη συνήθ. άμεσων αναγκών, κυρ. είδη διατροφής ή ρουχισμού: ~ απ' τη λαϊκή/το μπακάλικο/το περίπτερο/το σούπερ-μάρκετ. ~σα (= πήρα) αλεύρι/ντομάτες/μια μπλούζα. ~σα για όλη την εβδομάδα. 2. (μτφ.-αργκό, κυρ. στο ποδόσφαιρο) καταλαβαίνω, διαισθάνομαι τις προθέσεις του αντιπάλου: Τον ~σε κι απέκρουσε το πέναλτι. ● Παθ.: ψωνίζομαι (μτφ.-αργκό): εκδίδομαι, εκπορνεύομαι. ● ΦΡ.: πού το(ν)/την ψώνισες (αυτό(ν)/αυτήν το(ν)/την ...); (προφ.-ειρων.): πού πήγες και το(ν)/τη βρήκες;, την έχει ψωνίσει/την ψώνισε & έχει ψωνιστεί/ψωνίστηκε (μτφ.-προφ.) 1. συμπεριφέρεται αλαζονικά, πιστεύει πως είναι σπουδαίος. Βλ. ψωνισμένος. ΣΥΝ. έχουν πάρει/πήραν τα μυαλά του αέρα, καβάλησε το καλάμι 2. τρελάθηκε: Πάει, ~ ~ (= έχει σαλτάρει, του έχει στρίψει)!|| ~ ~ (= έχει τρέλα) με το τραγούδι. Έχει ~στεί (= ξετρελαθεί) με την ιδέα να ..., ψωνίζω από σβέρκο βλ. σβέρκος [< μεσν. (ὀ)ψωνίζω < μτγν. ὀψώνιον] | |
| 58201 | ψώνισμα | ψώ-νι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. αγορά κυρ. των βασικών, καθημερινών αγαθών· ψώνια. 2. (μτφ.) ξιπασιά, ψώνιο: Μα τόσο ~ πια! Ποιος νομίζει ότι είναι; 3. (αργκό) επιλογή συντρόφου για εφήμερη ερωτική σχέση (με ή χωρίς χρηματικό αντάλλαγμα). Πβ. καμάκι. | |
| 58202 | ψωνισμένος | , η, ο ψω-νι-σμέ-νος επίθ. (προφ.) 1. που δείχνει ή χαρακτηρίζεται από υπεροψία, έπαρση: Είναι πολύ ~ (= ψώνιο).|| (κατ' επέκτ.) ~ο: ύφος. Πβ. αλαζον-, υπεροπτ-ικός. 2. που του αρέσει κάτι πάρα πολύ, ξετρελαμένος: ~ με το ποδόσφαιρο. | |
| 58203 | ψωνιστήρι | ψω-νι-στή-ρι ουσ. (ουδ.) (αργκό): αναζήτηση ερωτικού συντρόφου, συνήθ. επί πληρωμή ή/και για εφήμερη σχέση: Κάνει ~. Βλ. -τήρι, καμάκι. | |
| 58204 | ψωνίστικος | , η, ο ψω-νί-στι-κος επίθ. (νεαν. αργκό): που δείχνει έπαρση, ξιπασιά: ~η: συμπεριφορά. ~ο: ύφος. Όσο ~ο και αν ακουστεί, ... Βλ. -ίστικος. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ