Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [58660-58680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
58205ψώραψώ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. μεταδοτική δερματοπάθεια η οποία προκαλείται από ακάρεα, χαρακτηρίζεται από έντονη φαγούρα και εξανθήματα και προσβάλλει ανθρώπους και ζώα. Πβ. ακαρίαση. 2. ΖΩΟΛ. -ΓΕΩΠ. γένος εντόμων που προσβάλλουν φυτά: άσπρη ~. Κόκκινη ~ των εσπεριδοειδών. Μαύρη ~ της ελιάς. Βλ. ψευδόκοκκος. 3. (σπάν.-μτφ.-προφ.) επίμονη ενασχόληση, πάθος με κάτι: Έχει ~ με τα γρήγορα αυτοκίνητα. Από πού κόλλησες την ~ του συλλέκτη; Πβ. ψώνιο. ● ΦΡ.: ζήλια-ψώρα βλ. ζήλια, να 'ταν(ε) η ζήλια ψώρα/αν ήταν η ζήλια ψώρα, θα γέμιζε/θα κόλλαγε/θα την είχε όλη η χώρα βλ. ζήλια [< αρχ. ψώρα]
58206ψωραλέος, α, ο ψω-ρα-λέ-ος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) εξαθλιωμένος, θλιβερός: Βλ. βρομιάρης, πειναλέος.|| Παίρνει έναν ~ο μισθό. Βλ. -αλέος. 2. που έχει ψώρα: ~ο: άλογο (= ψωράλογο). ΣΥΝ. ψωριάρης (2) [< 2: αρχ. ψωραλέος]
58207ψωράλογοψω-ρά-λο-γο ουσ. (ουδ.) 1. αδύνατο και γέρικο άλογο. Βλ. κουτσάλογο. 2. (για πρόσ.) υβριστικός χαρακτηρισμός.
58208ψωριάρης, α, ικο ψω-ριά-ρης επίθ./ουσ. (προφ.) 1. (μτφ.) πολύ φτωχός· κατ' επέκτ. άθλιος, τιποτένιος. 2. που έχει ψώρα: ~ικο: σκυλί. Βλ. -ιάρης. ΣΥΝ. ψωραλέος (2) ● ΦΡ.: όλοι (οι καλοί) μαζί/όλοι αντάμα κι ο ψωριάρης χώρια (παροιμ.): για κάποιον που κάθεται απομονωμένος, μακριά από τους άλλους. [< μεσν. ψωριάρης]
58209ψωρίασηψω-ρί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χρόνια, μη μεταδιδόμενη, φλεγμονώδης πάθηση του δέρματος άγνωστης αιτιολογίας, χαρακτηριστικό της οποίας είναι η εμφάνιση κόκκινων κηλίδων που καλύπτονται από παχιά, λευκά λέπια: σταγονοειδής/φλυκταινώδης ~. ~ κατά πλάκας. Βλ. -ίαση. [< μτγν. ψωρίασις, γαλλ.-αγγλ. psoriasis]
58210ψωριασικός, ή, ό ψω-ρι-α-σι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ψωρίαση ή πάσχει από αυτή: ~ή: αρθρίτιδα.~ές: βλάβες.|| ~οί: ασθενείς. [< γαλλ. psoriasique, αγγλ. psoriatic]
58211ψωρο- & ψωρ-α' συνθετικό για δήλωση 1. (κυρ. προφ.) μειωτικών χαρακτηρισμών ιδ. προσώπων: ψωρ-ιάρης (: άθλιος, τιποτένιος).|| (εμφατ.-ειρων.) Ψωρο-περήφανος.|| (ειδικότ.) Ψωρο-κώσταινα.|| Ψωρο-δουλειά/~μεροκάματο. 2. ΙΑΤΡ. όρων που αναφέρονται στην ψωρίαση.
58212ψωροκώσταιναψω-ρο-κώ-σται-να ουσ. (θηλ.) (μειωτ.-ειρων.): χαρακτηρισμός του νεοελληνικού κράτους, για να δηλωθεί η έλλειψη οικονομικών πόρων και οργάνωσης. Πβ. ρωμαίικο. Βλ. -αινα.
58213ψωροπερηφάνιαψω-ρο-πε-ρη-φά-νια ουσ. (θηλ.) (προφ.-μειωτ.): η ιδιότητα του ψωροπερήφανου. Πβ. αλαζονία, ξιπασιά.
58750ψωροπερήφανος, η, ο ψω-ρο-πε-ρή-φα-νος επίθ. (προφ.): (για πρόσ.) με αλαζονική συμπεριφορά, ακατάδεκτος, φαντασμένος, ενώ είναι φτωχός ή μειονεκτεί. Πβ. ψηλομύτης.
58214ωεπιφών. 1. (συνήθ. με παράταση της διάρκειας του φθόγγου· συνοδεύεται από επιφωνηματική ή ερωτηματική φράση ή πρόταση) δηλώνει έντονο συναίσθημα, συνήθ. έκπληξη, χαρά, θαυμασμό, λύπη, αγανάκτηση: ~! Τι πήγες κι έκανες;/σ΄ ευχαριστώ πολύ! ~, πόσο χαίρομαι που σε βλέπω!|| (συνήθ. ειρων.) ~, τον αγαπητό μας (φίλο)! Πώς και από 'δω;|| ~! Τι υπέροχο σπίτι!|| ~, ναι! Περάσαμε τέλεια στην εκδρομή!|| ~, Θε(έ)/Χριστέ μου! Τι βλέπουν τα μάτια μου! ~! Τι κακό μας βρήκε! ~! Τι δυστυχία/στενοχώρια είν΄ αυτή!|| (: ως έκφρ. συμπόνιας, συχνά ειρων.) ~ , καημενούλη μου! Πόσο σε λυπάμαι!|| (οικ.) ~, το γλυκούλι μου! Πονάς; || (+ γεν., λόγ.-επιτατ.) ~ του θαύματος (βλ. θαύμα). ~ της ατυχίας. ~ της ηλιθιότητας/υποκρισίας. Πβ. φευ. 2. σε προσφωνήσεις λόγιας ή αρχαίας προέλευσης: ~ κύριοι δικαστές. [< αρχ. ὦ, ὤ]
58216ώα[ᾤα] ώ-α ουσ. (θηλ.) {χωρ. πληθ.} 1. ΦΙΛΟΛ. περιθώριο· ειδικότ. το άγραφο μέρος της σελίδας παλαιού χειρογράφου ή εντύπου: βυζαντινές σημειώσεις στην ~. 2. (αρχαιοπρ.) ούγια. [< αρχ. ᾤα]
58217ωαγωγός[ὠαγωγός] ω-α-γω-γός ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. σάλπιγγα. [< γαλλ. oviducte, γερμ. Eileiter]
58218ωάριο[ᾠάριο] ω-ά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {ωαρί-ου | -ων}: ΒΙΟΛ. το γεννητικό κύτταρο που παράγεται στις ωοθήκες των γυναικών και των θηλυκών ζώων: ώριμο ~. Κατάψυξη ~ων (πβ. υαλοποίηση). ΣΥΝ. θηλυκός γαμέτης. [< μτγν. ᾠάριον 'αβγουλάκι', γαλλ. ovule]
58219ωδειακός, ή, ό [ᾠδειακός] ω-δει-α-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με το ωδείο: ~ή: εκπαίδευση. ~ές: σπουδές.
58220ωδείο[ᾠδεῖο] ω-δεί-ο ουσ. (ουδ.) (συνήθ. με κεφαλ. Ω) 1. σχολή όπου παραδίδονται μαθήματα μουσικής και φωνητικής: Εθνικό ~. Πβ. κονσερβατουάρ. Βλ. αρμονία, σολφέζ. 2. ΑΡΧ. (κατά την ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα) οικοδόμημα μικρότερης έκτασης από το θέατρο, στο οποίο διεξάγονταν μουσικοί και θεατρικοί αγώνες ή παραστάσεις: το ~ του Ηρώδου του Αττικού. [< 2: αρχ. ᾠδεῖον, γαλλ. odéon, αγγλ. odeum]
58221ωδή[ᾠδή] ω-δή ουσ. (θηλ.) 1. ΦΙΛΟΛ.-ΛΟΓΟΤ. ποιητική σύνθεση που χαρακτηρίζεται από λυρικότητα και μεγαλοπρέπεια: (στην αρχαιότητα, προοριζόταν για τραγούδι) Οι ~ές του Βακχυλίδη/του Ορατίου/του Πινδάρου/της Σαπφούς. Βλ. ελεγεία, παιάνας.|| (: στη νεότερη ποίηση) Οι ~ές του Κάλβου.|| (μτφ.) Έργο που αποτελεί ~ στην ελευθερία (: την εξυμνεί). 2. ΜΟΥΣ. μουσική σύνθεση για ορχήστρα, σολίστ ή/και χορωδία, που αποτελεί συνήθ. μελοποίηση αντίστοιχου είδους ποιήματος. 3. ΕΚΚΛΗΣ. καθένα από τα εννέα βιβλικά άσματα τα οποία ψάλλονται κατά την ακολουθία του Όρθρου και αποτελούνται από έναν ειρμό και τρία έως πέντε τροπάρια. Βλ. ύμνος. [< αρχ. ᾠδή, γαλλ.-αγγλ. ode]
58223ωδική[ᾠδική] ω-δι-κή ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. το μάθημα της μουσικής.
58224ωδικός, ή, ό [ᾠδικός] ω-δι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ωδικά πτηνά & ωδικά πουλιά: ΟΡΝΙΘ. που κελαηδούν μελωδικά. Βλ. αηδόνι, καναρίνι, κορυδαλλός, παπαδίτσα, σπίζα, στρουθιόμορφα, τσοπανάκος, φλώρος. [< γαλλ. oiseaux chanteurs] [< αρχ. ᾠδικός]
58225ωδίνες[ὠδῖνες] ω-δί-νες ουσ. (θηλ.) (οι): ΙΑΤΡ. οι πόνοι του τοκετού. [< αρχ. ὠδῖνες]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.