Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [58680-58700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
58226ώθηση[ὤθηση] ώ-θη-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ήσεως} 1. (κυρ. επιστ.) άσκηση δύναμης σε ένα σώμα προκειμένου να τεθεί σε κίνηση: σύστημα ~ης. Βλ. πρόωση.|| (ΦΥΣ.) Η ενέργεια/η κατεύθυνση/το μέτρο της ~ης.|| (ΜΗΧΑΝ.) Ενεργητική/παθητική ~. ~ήσεις γαιών κατά μήκος του τοίχου. Βλ. εξ~, επ~.|| (ΙΑΤΡ.) Ηλεκτρικές ~ήσεις στον καρδιακό μυ.|| Δώσε ~ (= σπρώξε)! Πβ. απ~. ΣΥΝ. ώση 2. (μτφ.) ενίσχυση, ενδυνάμωση· (για πρόσ.) παρακίνηση, προτροπή, παρότρυνση: ~ στην αγορά/στο κόμμα. Αναπτυξιακή ~ των επιχειρήσεων. Η τεχνολογική πρόοδος έδωσε ισχυρή/νέα ~ στην επιστημονική έρευνα. Πβ. τόνωση.|| Εσωτερική/ψυχολογική ~ (για δημιουργία). Πβ. παρ~, φωνή. Βλ. προ~. [< 1: μτγν. ὤθησις, γαλλ.-αγγλ. impulsion]
58227ωθητικός, ή, ό [ὠθητικός] ω-θη-τι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με την ώθηση: ~ός: αγωγός. ~ή: δύναμη. Πβ. ωστικός. Βλ. απ~, προ~. [< γαλλ. impulsif]
58228ωθώ[ὠθῶ] ω-θώ ρ. (μτβ.) {ωθ-είς ..., -ώντας | ώθ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος} (λόγ.) 1. ασκώ δύναμη σε ένα σώμα με σκοπό τη μετακίνηση, μετατόπισή του· σπρώχνω: ~ προς τα εμπρός/πάνω. (προστ.) ~ησε (το κουτί) με όλη σου τη δύναμη (= δώσε ώθηση· ΑΝΤ. τραβώ)! Ωθήσατε, αντί ωθήστε (: επιγραφή σε είσοδο, ενν. την πόρτα. ΑΝΤ. έλξατε).|| (ΙΑΤΡ.) Το αίμα ~είται στις αρτηρίες (: εξαιτίας της κολπικής συστολής). Βλ. απ~. 2. (μτφ.) παρακινώ, προτρέπω κάποιον να προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια, ασκώντας πίεση· εξωθώ: (συνήθ. για κάτι αρνητικό) Αιτίες που ~ούν τα άτομα στη βία/στις καταχρήσεις/στον τζόγο. Τα οικονομικά προβλήματα τον ~ησαν να αναζητήσει δεύτερη δουλειά.|| ~ησε (= οδήγησε) τα πράγματα στα άκρα. Τον ~ησε (= υποχρέωσε) σε παραίτηση. Οι λόγοι που με ~ησαν σ' αυτή την απόφαση είναι ... ~ούμενος από προσωπικό συμφέρον.|| (για κάτι θετικό:) Επενδύσεις που ~ησαν στην ανάπτυξη. Πβ. προκαλώ. Βλ. προ~. [< αρχ. ὠθῶ]
58229ωίδιο[ὠίδιο] ω-ί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. μύκητας που προσβάλλει κυρ. τα αμπέλια και συνεκδ. η αντίστοιχη ασθένεια. Βλ. -ίδιο, περονόσπορος. [< γαλλ. oïdium, αγγλ. oidium < νεολατ. o- + -idium < αρχ. ὠοειδὴς]
58230ωιμέβλ. οϊμέ
58231ωκεάνιος, α, ο [ὠκεάνιος] ω-κε-ά-νι-ος επίθ. & ωκεανικός, ή, ό (επιστ.): ΩΚΕΑΝ. που σχετίζεται με τον ωκεανό ή επηρεάζεται από αυτόν: ~ος: πυθμένας/φλοιός. ~α: λεκάνη. ~ο: κλίμα. ~ες: περιοχές. ~α: κύματα/ρεύματα. Βλ. υπερ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ωκεάνια τάφρος βλ. τάφρος [< μτγν. ὠκεάνειος, γαλλ. océanique, αγγλ. oceanic]
58232ωκεανογραφία[ὠκεανογραφία] ω-κε-α-νο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΩΚΕΑΝ. επιστήμη που μελετά τα γεωλογικά χαρακτηριστικά των ωκεανών, τα φυσικά, χημικά και βιολογικά φαινόμενα που έχουν σχέση με τα νερά των θαλασσών, καθώς και τη ζωή των θαλάσσιων οργανισμών: βιολογική/γεωλογική/φυσική/χημική ~. Βλ. -γραφία, υδροβιο-, ωκεανο-λογία. [< γερμ. Ozeanographie, γαλλ. océanographie, αγγλ. oceanography]
58233ωκεανογραφικός, ή, ό [ὠκεανογραφικός] ω-κε-α-νο-γρα-φι-κός επίθ.: ΩΚΕΑΝ. που σχετίζεται με την ωκεανογραφία: ~ός: δορυφόρος. ~ή: αποστολή. ~ό: ινστιτούτο/μουσείο/σκάφος. ~ές: έρευνες. [< γερμ. ozeanographisch, γαλλ. océanographique, αγγλ. oceanographic(al)]
58234ωκεανογράφος[ὠκεανογράφος] ω-κε-α-νο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με ειδίκευση στην ωκεανογραφία. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. océanographe, αγγλ. oceanographer]
58235ωκεανολογία[ὠκεανολογία] ω-κε-α-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΩΚΕΑΝ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο την προστασία και παράλληλα την οικονομική αξιοποίηση των ωκεανών. Βλ. -λογία. [< γαλλ. océanologie, 1966, αγγλ. oceanology, ιταλ. oceanologia, 1976]
58236ωκεανολογικός, ή, ό [ὠκεανολογικός] ω-κε-α-νο-λο-γι-κός επίθ.: ΩΚΕΑΝ. που σχετίζεται με την ωκεανολογία. [< γαλλ. océanologique, αγγλ. oceanological]
58237ωκεανολόγος[ὠκεανολόγος] ω-κε-α-νο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με ειδίκευση στην ωκεανολογία. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. océano logue, αγγλ. oceanologist]
58238ωκεανοπόρος, α/ος, ο [ὠκεανοπόρος] ω-κε-α-νο-πό-ρος επίθ. (λόγ.): που ταξιδεύει στους ωκεανούς: ~α: πλοία. Πβ. ποντοπόρος.|| (για πρόσ.) ~ος: ιστιοπλόος. Πβ. θαλασσοπόρος.
58239ωκεανός[ὠκεανός] ω-κε-α-νός ουσ. (αρσ.) 1. ΩΚΕΑΝ. μεγάλη θαλάσσια έκταση στην επιφάνεια της γήινης σφαίρας, που χωρίζει τις ηπείρους: Ατλαντικός/Ειρηνικός/Ινδικός ~. Βόρειος/Νότιος παγωμένος ~. || Αχανής/φουρτουνιασμένος ~. 2. (μτφ.) οτιδήποτε απέραντο: ~ γνώσεων. ● ΦΡ.: σταγόνα στον ωκεανό βλ. σταγόνα [< αρχ. ὠκεανὸς, γαλλ. océan, αγγλ. ocean, ιταλ. oceano]
58240ωκυτοκίνηβλ. οξυτοκίνη
58241ωλέκρανο[ὠλέκρανο] ω-λέ-κρα-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άνου}: ΑΝΑΤ. απόφυση του άνω άκρου της ωλένης, που σχηματίζει το πίσω μέρος της άρθρωσης του αγκώνα. [< αρχ. ὠλέκρανον, γαλλ. olécrane, αγγλ. olecranon]
58242ωλένη[ὠλένη] ω-λέ-νη ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. το εσωτερικό από τα δύο οστά του αντιβραχίου του χεριού: ~ και κερκίδα. Βλ. αγκώνας, καρπός. [< αρχ. ὠλένη]
58243ωλένιος, α/ος, ο [ὠλένιος] ω-λέ-νι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ωλένη: ~α: αρτηρία/νευρίτιδα. ~ο: νεύρο. [< μτγν. ὠλένιος, αγγλ. ulnar, γαλλ. ulnaire]
58244ωμ[ὤμ] ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΗΛΕΚΤΡ. μονάδα μέτρησης της ηλεκτρικής αντίστασης (σύμβ. Ω): ο νόμος του ~. [< αγγλ.-γαλλ. ohm, γερμ. ανθρ. G. S. Ohm]
58248ωμέγα[ὠμέγα] ω-μέ-γα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: το εικοστό τέταρτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου: ~ κεφαλαίο (Ω). ~ μικρό (ω). Πβ. ω. ● ΦΡ.: από το άλφα ως το ωμέγα βλ. άλφα, το άλφα και το ωμέγα βλ. άλφα [< μτγν. ὦ μέγα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.