| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 58232 | ωκεανογραφία | [ὠκεανογραφία] ω-κε-α-νο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΩΚΕΑΝ. επιστήμη που μελετά τα γεωλογικά χαρακτηριστικά των ωκεανών, τα φυσικά, χημικά και βιολογικά φαινόμενα που έχουν σχέση με τα νερά των θαλασσών, καθώς και τη ζωή των θαλάσσιων οργανισμών: βιολογική/γεωλογική/φυσική/χημική ~. Βλ. -γραφία, υδροβιο-, ωκεανο-λογία. [< γερμ. Ozeanographie, γαλλ. océanographie, αγγλ. oceanography] | |
| 58233 | ωκεανογραφικός | , ή, ό [ὠκεανογραφικός] ω-κε-α-νο-γρα-φι-κός επίθ.: ΩΚΕΑΝ. που σχετίζεται με την ωκεανογραφία: ~ός: δορυφόρος. ~ή: αποστολή. ~ό: ινστιτούτο/μουσείο/σκάφος. ~ές: έρευνες. [< γερμ. ozeanographisch, γαλλ. océanographique, αγγλ. oceanographic(al)] | |
| 58234 | ωκεανογράφος | [ὠκεανογράφος] ω-κε-α-νο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με ειδίκευση στην ωκεανογραφία. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. océanographe, αγγλ. oceanographer] | |
| 58235 | ωκεανολογία | [ὠκεανολογία] ω-κε-α-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΩΚΕΑΝ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο την προστασία και παράλληλα την οικονομική αξιοποίηση των ωκεανών. Βλ. -λογία. [< γαλλ. océanologie, 1966, αγγλ. oceanology, ιταλ. oceanologia, 1976] | |
| 58236 | ωκεανολογικός | , ή, ό [ὠκεανολογικός] ω-κε-α-νο-λο-γι-κός επίθ.: ΩΚΕΑΝ. που σχετίζεται με την ωκεανολογία. [< γαλλ. océanologique, αγγλ. oceanological] | |
| 58237 | ωκεανολόγος | [ὠκεανολόγος] ω-κε-α-νο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με ειδίκευση στην ωκεανολογία. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. océano logue, αγγλ. oceanologist] | |
| 58238 | ωκεανοπόρος | , α/ος, ο [ὠκεανοπόρος] ω-κε-α-νο-πό-ρος επίθ. (λόγ.): που ταξιδεύει στους ωκεανούς: ~α: πλοία. Πβ. ποντοπόρος.|| (για πρόσ.) ~ος: ιστιοπλόος. Πβ. θαλασσοπόρος. | |
| 58239 | ωκεανός | [ὠκεανός] ω-κε-α-νός ουσ. (αρσ.) 1. ΩΚΕΑΝ. μεγάλη θαλάσσια έκταση στην επιφάνεια της γήινης σφαίρας, που χωρίζει τις ηπείρους: Ατλαντικός/Ειρηνικός/Ινδικός ~. Βόρειος/Νότιος παγωμένος ~. || Αχανής/φουρτουνιασμένος ~. 2. (μτφ.) οτιδήποτε απέραντο: ~ γνώσεων. ● ΦΡ.: σταγόνα στον ωκεανό βλ. σταγόνα [< αρχ. ὠκεανὸς, γαλλ. océan, αγγλ. ocean, ιταλ. oceano] | |
| 58240 | ωκυτοκίνη | βλ. οξυτοκίνη | |
| 58241 | ωλέκρανο | [ὠλέκρανο] ω-λέ-κρα-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άνου}: ΑΝΑΤ. απόφυση του άνω άκρου της ωλένης, που σχηματίζει το πίσω μέρος της άρθρωσης του αγκώνα. [< αρχ. ὠλέκρανον, γαλλ. olécrane, αγγλ. olecranon] | |
| 58242 | ωλένη | [ὠλένη] ω-λέ-νη ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. το εσωτερικό από τα δύο οστά του αντιβραχίου του χεριού: ~ και κερκίδα. Βλ. αγκώνας, καρπός. [< αρχ. ὠλένη] | |
| 58243 | ωλένιος | , α/ος, ο [ὠλένιος] ω-λέ-νι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ωλένη: ~α: αρτηρία/νευρίτιδα. ~ο: νεύρο. [< μτγν. ὠλένιος, αγγλ. ulnar, γαλλ. ulnaire] | |
| 58244 | ωμ | [ὤμ] ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΗΛΕΚΤΡ. μονάδα μέτρησης της ηλεκτρικής αντίστασης (σύμβ. Ω): ο νόμος του ~. [< αγγλ.-γαλλ. ohm, γερμ. ανθρ. G. S. Ohm] | |
| 58248 | ωμέγα | [ὠμέγα] ω-μέ-γα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: το εικοστό τέταρτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου: ~ κεφαλαίο (Ω). ~ μικρό (ω). Πβ. ω. ● ΦΡ.: από το άλφα ως το ωμέγα βλ. άλφα, το άλφα και το ωμέγα βλ. άλφα [< μτγν. ὦ μέγα] | |
| 58251 | ωμικός1 | , ή, ό [ὠμικός] ω-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον ώμο· κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ωμική ζώνη: ΑΝΑΤ. που σχηματίζεται από τα οστά της ωμοπλάτης και της κλείδας. | |
| 58252 | ωμικός2 | , ή, ό [ὠμικός] ω-μι-κός επίθ.: ΗΛΕΚΤΡ. που σχετίζεται με το ωμ: ~ή: αντίσταση. ~ό: φορτίο. [< αγγλ. ohmic, γαλλ. ohmique] | |
| 58253 | ωμίτης | [ὠμίτης] ω-μί-της ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. ορθοπαιδικό ελαστικό κάλυμμα το οποίο περιδένει και στηρίζει την ωμοπλάτη για την αντιμετώπιση θλάσεων, αρθρίτιδων, εξαρθρωμάτων: ~ μάλλινος. Βλ. νάρθηκας. 2. κομμάτι υφάσματος που είναι ραμμένο στο σημείο όπου το ρούχο σκεπάζει τους ώμους: φόρεμα με ~η. | |
| 58254 | ωμογλήνη | [ὠμογλήνη] ω-μο-γλή-νη ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. αρθρική επιφάνεια της ωμοπλάτης η οποία ενώνεται με την κεφαλή του βραχιόνιου οστού. [< πβ. αρχ. γλήνη ‘κοιλότητα (για άρθρωση)] | |
| 58255 | ωμόμετρο | [ὠμόμετρο] ω-μό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο μέτρησης της ηλεκτρικής αντίστασης σε ωμ. Βλ. -μετρο. [< γερμ. Ohmmeter] | |
| 58256 | ωμοπλάτη | [ὠμοπλάτη] ω-μο-πλά-τη ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. καθένα από τα δύο πλατιά τριγωνικά οστά που βρίσκονται στο επάνω μέρος της πλάτης και πίσω από τον θώρακα: εξάρθρωση ~ης. Βλ. ωμική ζώνη. 2. (κατ' επέκτ.) το αντίστοιχο τμήμα στην πλάτη ζώου και συνεκδ. το κρέας στο σημείο αυτό: χοιρινή ~. Πβ. σπάλα. [< αρχ. ὠμοπλάτη, γαλλ.-αγγλ. omoplate] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ