| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 58323 | ωρολογοποιός | [ὡρολογοποιός] ω-ρο-λο-γο-ποι-ός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): τεχνίτης που ασχολείται με την κατασκευή ή επισκευή ρολογιών. Βλ. -ποιός. ΣΥΝ. ρολογάς [< γαλλ. horloger] | |
| 58324 | ωρομέτρηση | [ὡρομέτρηση] ω-ρο-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. έλεγχος της παρουσίας και καταγραφή του χρόνου εργασίας των εργαζομένων σε επιχείρηση ή υπηρεσία: ~ προσωπικού. Βλ. παρουσιολόγιο.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Πρόγραμμα/σύστημα ~ης. 2. μέτρηση των ωρών λειτουργίας της κεντρικής θέρμανσης χωριστά για κάθε διαμέρισμα: ~ πετρελαίου. Βλ. αυτόνομη θέρμανση, -μέτρηση. | |
| 58325 | ωρομετρητής | [ὡρομετρητής] ω-ρο-με-τρη-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που υπολογίζει την κατανάλωση ενέργειας σε εγκαταστάσεις θέρμανσης με βάση τον χρόνο χρήσης. Βλ. -μετρητής. | |
| 58326 | ωρομίσθιο | [ὡρομίσθιο] ω-ρο-μί-σθι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} (επίσ.): χρηματική αμοιβή που αντιστοιχεί σε εργασία μιας ώρας· ωριαία αντιμισθία: βασικό/μέσο/μικτό ~. Βλ. ημερομίσθιο. [< γαλλ. salaire horaire, γερμ. Stundenlohn] | |
| 58327 | ωρομίσθιος | , α, ο [ὡρομίσθιος] ω-ρο-μί-σθι-ος επίθ. (επίσ.) 1. (για πρόσ.) που αμείβεται με βάση τις ώρες εργασίας του: ~ος: εκπαιδευτικός/υπάλληλος. ~ο: προσωπικό.|| (ως ουσ.) Προσλήφθηκε ως ~. Βλ. έκτακτος, ημερομίσθιος, μισθωτός. 2. που αναφέρεται στο ωρομίσθιο: ~α: εργασία. | |
| 58329 | ωροσκόπιο | [ὡροσκόπιο] ω-ρο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΑΣΤΡΟΛ. διάγραμμα με τις θέσεις του Ήλιου, της Σελήνης, των πλανητών και των ζωδίων στον ουρανό τη χρονική στιγμή της γέννησης κάποιου, το οποίο θεωρείται ότι επιδρά ή καθορίζει το μέλλον του· (κυρ. κατ' επέκτ.) η σχετική πρόγνωση του μέλλοντος: εβδομαδιαίο/ετήσιο/μηνιαίο/προσωπικό ~. Βλ. αστρολογία. [< μτγν. ὡροσκοπεῖον, ὡροσκόπιον, αγγλ.-γαλλ. horoscope] | |
| 58330 | ωροσκόπος | [ὡροσκόπος] ω-ρο-σκό-πος ουσ. (αρσ.): ΑΣΤΡΟΛ. το ζώδιο που ανατέλλει την ακριβή ώρα γέννησης κάποιου: Δίδυμος με ~ο Αιγόκερω. Βλ. μεσουράνημα. [< μτγν. ὡροσκόπος] | |
| 58332 | ωρύομαι | [ὠρύομαι] ω-ρύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.): φωνάζω δυνατά, ουρλιάζω· διαμαρτύρομαι έντονα: Έχασε την ψυχραιμία της και άρχισε να ~εται. [< αρχ. ὠρύομαι] | |
| 58335 | ως | [ὡς] επίρρ.: για δήλωση πραγματικής ιδιότητας: Εργάζεται ~ εκπαιδευτικός. Δουλεύουμε ~ σύνολο. Κινητήρας που χρησιμοποιεί ~ καύσιμο τη βενζίνη. ~ πρόλογο/επίλογο στο θέμα να αναφέρω ότι ... Διδασκαλία της Ελληνικής ~ ξένης γλώσσας.|| Εγώ, ~ (= αφού, επειδή είμαι) υπεύθυνος, πρέπει να ... ~ (= όταν ήταν) δήμαρχος έκανε πολλά για την περιοχή. Με την ιδιότητά του ~ νομικού αναφέρθηκε στα εξής ... ΣΥΝ. σαν1 (1) ● ΦΡ.: ως προς: σχετικά με, όσον αφορά: πληροφορίες/στοιχεία ~ ~ το θέμα. Οδηγίες ~ ~ τον τρόπο εφαρμογής εφαρμογής της απόφασης. , (ως) εκ (του) περισσού βλ. περισσός, σε/ως ένδειξη βλ. ένδειξη, ως ακολούθως βλ. ακολούθως, ως αποτέλεσμα βλ. αποτέλεσμα, ως γνωστό(ν) βλ. γνωστός, ως δια μαγείας βλ. μαγεία, ως εκ θαύματος βλ. θαύμα, ως εκ τούτου βλ. τούτος, ως εξής βλ. εξής, ως επί το πλείστον βλ. πλείστοι, ως έχει βλ. έχω, ως κόρη(ν) οφθαλμού βλ. κόρη, ως μη όφειλε βλ. οφείλω, ως συνέχεια βλ. συνέχεια, ως συνήθως βλ. συνήθως [< αρχ. ὡς] | |
| 58336 | ως | βλ. έως & ως | |
| 58337 | ωσάν | [ὡσάν] ω-σάν επίρρ. (λόγ.-λογοτ.): σαν. [< αρχ. ὡς ἄν, μτγν. ὡσάν] | |
| 58338 | ωσαννά | [ὡσαννά] ω-σαν-νά επιφών.: ΕΚΚΛΗΣ. για απόδοση τιμής στον Θεό: ~ εν τοις υψίστοις (= δόξα στον Ύψιστο). [< μτγν. ὡσαννά] | |
| 58339 | ωσαύτως | [ὡσαύτως] ω-σαύ-τως επίρρ. (αρχαιοπρ.): με τον ίδιο τρόπο· επίσης, επιπροσθέτως: Πολιτικές που ασκούνται ~ (: ομοίως) σε ευρωπαϊκή και διεθνή κλίμακα.|| Οι διατάξεις του νόμου εφαρμόζονται ~ και στις παλαιότερες συμβάσεις. [< αρχ. ὡσαύτως] | |
| 58340 | ωσεί | [ὡσεί] ω-σεί επίρρ. (αρχαιοπρ.): στη ● ΦΡ.: ωσεί παρών: σαν να ήταν παρών. [< αρχ. ὡσεί ‘ως εάν’] | |
| 58341 | ώση | [ὤση] ώ-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): ώθηση: ~ αεροσκάφους.|| (ΙΑΤΡ.) Καρδιακή ~ (: κίνηση του θωρακικού τοιχώματος από τους καρδιακούς παλμούς). Βλ. άπ-, πρό-ωση. ● ΣΥΜΠΛ.: νευρική ώση : ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. ηλεκτροχημική διαταραχή που προκαλείται σε νευρικό κύτταρο και μεταφέρεται κατά μήκος του νευράξονα σε πολλά κύτταρα-στόχους ή εκτελεστικά όργανα· νευρική διέγερση. [< αγγλ. nerve impulse, [< αρχ. ὦσις] | |
| 58344 | ώσμωση | βλ. όσμωση | |
| 58345 | ωσμωτικός | , ή, ό βλ. οσμωτικός | |
| 58346 | ωσμωτικότητα | βλ. οσμωτικότητα | |
| 58347 | ωσότου | [ὡσότου] ω-σό-του σύνδ. χρον.: (εισάγει δευτερεύουσα πρόταση) έως ότου, μέχρι (να), ώσπου (να): ~ αντιμετωπιστεί το ζήτημα, δεν μπορούμε να πάρουμε αποφάσεις. Αφήστε το μείγμα να βράσει καλά, ~ να γίνει πηχτό. [< αρχ. φρ. ἕως ὅτου] | |
| 58348 | ώσπου | [ὥσπου] ώ-σπου σύνδ. χρον.: (εισάγει δευτερεύουσα πρόταση) μέχρι: ~ να φτάσουμε στο εστιατόριο, οι άλλοι θα έχουν φύγει. Περίμενε ~ (: ωσότου) να γυρίσω σπίτι. Τον κυνήγησαν ~ τον έπιασαν. ● ΦΡ.: μέχρι/ώσπου/όσο να πεις κύμινο/κρεμμύδι βλ. κύμινο [< μεσν. ώσπου] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ