| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3661 | ανυπόκριτος | , ής, ές [ἀνειλικρινής] α-νει-λι-κρι-νής επίθ. {ανειλικριν-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): που δεν είναι ειλικρινής: ~ής: απάντηση/δήλωση/έκφραση (λύπης)/πολιτική/στάση/συμπεριφορά (= υποκριτική). ~ές: ενδιαφέρον (= προσποιητό, ψεύτικο, ΑΝΤ. ανυπόκριτο). ~είς: προθέσεις/σχέσεις. ~ή: αισθήματα.|| (για πρόσ.) Αφερέγγυος και ~. ~ με τον εαυτό του. Θα ήμουν ~, αν δεν παραδεχόμουν το λάθος μου. Πβ. διπρόσωπος, υποκριτής, ψεύτης. ● επίρρ.: ανειλικρινώς [-ῶς] (λόγ.) [< γαλλ. insincère] | |
| 4941 | ανυπόληπτος | , η, ο [ἀνυπόληπτος] α-νυ-πό-λη-πτος επίθ. (λόγ.): που δεν χαίρει εκτίμησης, υπόληψης: ~η: ομάδα. Πβ. αναξιόπιστος, αφερέγγυος. ΑΝΤ. ευυπόληπτος [< μτγν. ἀνυπόληπτος] | |
| 4942 | ανυποληψία | [ἀνυποληψία] α-νυ-πο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη υπόληψης, εκτίμησης και σεβασμού προς κάποιον ή κάτι: κοινωνική/πολιτική ~. ~ ενός θεσμού/συστήματος. Απαξίωση και ~. (Κάποιος/κάτι) περιέρχεται/πέφτει σε (πλήρη) ~. Πβ. αναξιοπιστία, αφερεγγυότητα. ΑΝΤ. ευυποληψία, υπόληψη (1) [< μεσν. ανυποληψία] | |
| 4943 | ανυπολόγιστος | , η, ο [ἀνυπολόγιστος] α-νυ-πο-λό-γι-στος επίθ. (λόγ.): που είναι αδύνατο ή πολύ δύσκολο να υπολογιστεί, να εκτιμηθεί: ~ος: θησαυρός (= ανεκτίμητος)/πλούτος. ~η: αξία/προσφορά. ~ες: συνέπειες. ~α: κέρδη/οφέλη. Ο αριθμός των θυμάτων είναι ~ (πβ. αμέτρητος, τεράστιος. ΑΝΤ. ασήμαντος). Ο σεισμός προκάλεσε ~ες καταστροφές/υλικές ζημιές. ● επίρρ.: ανυπολόγιστα [< γαλλ. incalculable] | |
| 4944 | ανυπομονησία | [ἀνυπομονησία] α-νυ-πο-μο-νη-σί-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη υπομονής, αίσθημα βιασύνης και ανησυχίας: έντονη ~. Αγωνία/νευρικότητα/προσμονή και ~. Περιμένω με (μεγάλη) ~ να έρθουν οι γιορτές. Διακατέχομαι/καταλαμβάνομαι από ~. Με πιάνει ~ (= ανυπομονώ). Πβ. αδημονία, λαχτάρα. [< μτγν. ἀνυπομονησία] | |
| 4945 | ανυπόμονος | , η, ο [ἀνυπόμονος] α-νυ-πό-μο-νος επίθ.: που διακατέχεται από ανυπομονησία: ~ και βιαστικός οδηγός. Μην είσαι ~, θα έρθουν όπου να' ναι (πβ. ανήσυχος, νευρικός). Έδειχνε/φαινόταν ~η. ΑΝΤ. υπομονετικός ● επίρρ.: ανυπόμονα [< μεσν. ανυπόμονος] | |
| 4946 | ανυπομονώ | [ἀνυπομονῶ] α-νυ-πο-μο-νώ ρ. (μτβ.) {ανυπομον-είς ..., -ώντας· μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.}: νιώθω ανυπομονησία για κάτι: ~ να βρεθούμε/γυρίσω πίσω/έρθει το καλοκαίρι. ~ούν πότε θα πάνε σπίτι τους. ΣΥΝ. αδημονώ, δεν βλέπω την ώρα να ..., λαχταρώ (1), μετράω τις μέρες/τις ώρες/τους μήνες [< μεσν. ανυπομονώ] | |
| 4947 | ανύποπτος | , η, ο [ἀνύποπτος] α-νύ-πο-πτος επίθ.: που δεν υποψιάζεται, δεν περιμένει να συμβεί κάτι: ~ο: θύμα. Εξαπάτηση ~ων χρηστών του διαδικτύου. ΣΥΝ. ανυποψίαστος (1) ΑΝΤ. υποψιασμένος (1) ● επίρρ.: ανύποπτα ● ΦΡ.: σε ανύποπτο χρόνο & σε ανύποπτη στιγμή/φάση: όταν δεν αναμένει ή δεν έχει προγραμματίσει κάποιος να κάνει κάτι ή όταν δεν έχει ανακύψει ακόμη ένα ζήτημα: Το είχε αναφέρει/πει σε ~ο χρόνο. Δέχτηκαν γκολ σε ~η φάση. [< αγγλ. at an unsuspected time, γαλλ. à un temps insoupçonné] [< μτγν. ἀνύποπτος] | |
| 4948 | ανυπόστατος | , η, ο [ἀνυπόστατος] α-νυ-πό-στα-τος επίθ. (λόγ.): που δεν έχει βάση, δεν συμφωνεί με την πραγματικότητα: ~ος: ισχυρισμός/συλλογισμός/φόβος/χαρακτηρισμός. ~η: θεωρία/κατηγορία. ~ο: δημοσίευμα (ΣΥΝ. ψευδές. ΑΝΤ. αληθές)/συμπέρασμα (ΣΥΝ. αυθαίρετο). ~ες: κατηγορίες (ΣΥΝ. αθεμελίωτες). ~ες και αναληθείς πληροφορίες/φήμες. Επίθεση με ~ες και συκοφαντικές δηλώσεις. Διαρροή ~ων ειδήσεων.|| (ΝΟΜ.) ~ος: γάμος (πβ. άκυρος). ~η: δικαιοπραξία.|| (ΨΥΧΟΛ.) Έλλειψη αυτοεκτίμησης ή ~ο αίσθημα ενοχής. ΣΥΝ. αβάσιμος, αστήρικτος (1), ασύστατος ΑΝΤ. βάσιμος, ενυπόστατος, υποστατός ● Ουσ.: ανυπόστατο (το): έλλειψη βάσης, υπόστασης: το ~ των επιχειρημάτων. Πβ. αναπόδεικτο.|| (ΝΟΜ.) Το ~ μιας απόφασης. [< μτγν. ἀνυπόστατος] | |
| 4949 | ανυποστήρικτος | , η, ο [ἀνυποστήρικτος] α-νυ-πο-στή-ρι-κτος επίθ. & ανυποστήριχτος 1. που δεν έχει υποστήριξη: ~ο: παιδί (πβ. αβοήθητο, ανυπεράσπιστο, απροστάτευτο).|| ~α: επιχειρήματα. Αβάσιμες, ανυπόστατες και ~ες κατηγορίες. Πβ. αστήρικτος, ατεκμηρίωτος.|| (ΝΟΜ.) ~η: έφεση. 2. (σπάν.) που δεν στηρίζεται, δεν στερεώνεται: ~ος: τοίχος. ~η: σήραγγα. | |
| 4950 | ανυποταγή | [ἀνυποταγή] α-νυ-πο-τα-γή ουσ. (θηλ.): άρνηση υποταγής, υπακοής: ~ στις διαταγές/στους κανόνες. Αντίδραση, αντίσταση, ~. Πβ. ανυπακοή, ανυποταξία, απειθαρχία, απείθεια. [< μτγν. ἀνυποταγή] | |
| 4951 | ανυπότακτος | , η, ο [ἀνυπότακτος] α-νυ-πό-τα-κτος επίθ. & (προφ.) ανυπόταχτος: που δεν υποτάσσεται, που αρνείται να υποδουλωθεί: ~ος: αγωνιστής/λαός (= αδούλωτος). ~ο: πνεύμα (= αδάμαστο). Ζωηρό και ~ο παιδί (= απείθαρχο, ατίθασο). ΑΝΤ. υποταγμένος ● Ουσ.: ανυπότακτος (ο): ΣΤΡΑΤ. στρατεύσιμος που δεν κατατάχτηκε εμπρόθεσμα: ~οι εξωτερικού/εσωτερικού. Βλ. αντιρρησίας συνείδησης, λιποτάκτης, φυγόστρατος. [< γαλλ. insoumis] [< μτγν. ἀνυπότακτος] | |
| 4952 | ανυποταξία | [ἀνυποταξία] α-νυ-πο-τα-ξί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. μη εμπρόθεσμη προσέλευση για κατάταξη στο στρατό: ~ ειρήνης/μερικής ή γενικής επιστράτευσης/πολέμου. Το αξιόποινο/η κατηγορία της ~ας. (Κατα)δικάζεται/διώκεται για ~. (Δια)τελεί σε ~. Βλ. λιποταξία, φυγοστρατία. 2. (σπάν.) άρνηση υποταγής, υπακοής: κοινωνική/πολιτική ~. Πβ. ανυποταγή. [< 1: γαλλ. insoumission 2: μτγν. ἀνυποταξία] | |
| 4953 | ανυπόφορος | , η, ο [ἀνυπόφορος] α-νυ-πό-φο-ρος επίθ. & (σπάν.-λαϊκό) ανυπόφερτος: που δεν μπορεί κάποιος να τον ανεχτεί, να τον υποφέρει: ~ος: θόρυβος. ~η: ζέστη/κατάσταση. ~ο: κρύο/μαρτύριο (πβ. α-, δυσ-βάσταχτος). ~ες: συνθήκες διαβίωσης. Ξύπνησα με έναν ~ο πονοκέφαλο (= αφόρητο). Το κυκλοφοριακό καθιστά ~η τη μετακίνηση στο κέντρο της πόλης.|| (για πρόσ.) Κατάντησε ~ (πβ. κουραστικός). ΑΝΤ. ανεκτός, υποφερτός (1) ● επίρρ.: ανυπόφορα [< μτγν. ἀνυπόφορος, γαλλ. insupportable] | |
| 4954 | ανυποχώρητος | , η, ο [ἀνυποχώρητος] α-νυ-πο-χώ-ρη-τος επίθ.: που δεν υποχωρεί, που χαρακτηρίζεται από σταθερότητα στις θέσεις, στις αρχές του: ~ος: αντίπαλος/μαχητής (πβ. άκαμπτος, ακούραστος)/υπερασπιστής (της ελευθερίας)/χαρακτήρας. ~η: εμμονή/στάση (πβ. αδιαπραγμάτευτη). Συνεχής και ~ αγώνας για ... ~ες οι δύο πλευρές. Παραμένει ~ στα αιτήματά του. Δηλώνουν/είναι ~οι και αποφασισμένοι (= κατηγορηματικοί, σταθεροί). Πβ. αδιάλλακτος, ανένδοτος. ΑΝΤ. υποχωρητικός (1) ● επίρρ.: ανυποχώρητα [< μτγν. ἀνυποχώρητος] | |
| 4955 | ανυποψίαστος | , η, ο [ἀνυποψίαστος] α-νυ-πο-ψί-α-στος επίθ. 1. που δεν υποψιάζεται κάτι, δεν έχει την παραμικρή υπόνοια: ~ος: καταναλωτής/πελάτης. ~ο: θύμα. Ανυπεράσπιστοι και ~οι πολίτες. ~ για το τι τον περίμενε. ΣΥΝ. ανίδεος (2), ανύποπτος ΑΝΤ. υποψιασμένος (1) 2. που δεν γνωρίζει ή δεν ευαισθητοποιείται επαρκώς για κάποιο ζήτημα: ~οι: αναγνώστες/θεατές. Ιστορικά/καλλιτεχνικά ~. Πβ. αδαής, άσχετος. ● επίρρ.: ανυποψίαστα [< γαλλ. insoupçonné] | |
| 4956 | άνυσμα | [ἄνυσμα] ά-νυ-σμα ουσ. (ουδ.) {ανύσμ-ατος | -ατα, -άτων}: ΦΥΣ.-ΜΑΘ. διάνυσμα: κάθετο/οριζόντιο ~. ~ θέσης/μαγνητικής ροπής/ταχύτητας. Κατεύθυνση ~ατος. Συνάρτηση ~άτων. [< μτγν. ἄνυσμα ‘πραγματοποίηση’, γαλλ. vecteur] | |
| 4957 | ανυσματικός | , ή, ό [ἀνυσματικός] α-νυ-σμα-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ.-ΜΑΘ. διανυσματικός: ~ή: ώση. [< γαλλ. vectoriel] | |
| 4958 | ανύστακτος | , η, ο [ἀνύστακτος] α-νύ-στα-κτος επίθ. & (λαϊκό) ανύσταχτος & ανύσταγος: που δεν πτοείται, δεν μειώνεται, δεν κάμπτεται: (συνήθ. στην εκκλησ. ρητορική) ~η: προσοχή/προσπάθεια/φροντίδα. ~ο: ενδιαφέρον. Πβ. ακατάβλητος, ακαταπόνητος, ακούραστος. [< μτγν. ἀνύστακτος] | |
| 4959 | ανυστεροβουλία | [ἀνυστεροβουλία] α-νυ-στε-ρο-βου-λί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): απουσία υστεροβουλίας: ειλικρίνεια και ~. ΣΥΝ. ανιδιοτέλεια |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ