| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 58349 | ώστε | [ὥστε] ώ-στε σύνδ. δηλώνει: 1. συμπέρασμα ή αποτέλεσμα: Τα νέα μέτρα δεν βοήθησαν ~ να επιλυθούν τα προβλήματα της κοινωνίας. Είναι τόσο αγενής, ~ (= που) καταντάει αντιπαθητικός.|| (ως επίρρ. στην αρχή πρότασης, προφ.) ~ δεν πήγες στη δουλειά! Πβ. επομένως, συνεπώς. 2. σκοπό: Διαβάζει πολύ, ~ να (= για να) περάσει στις εξετάσεις. Να ρυθμίσεις την τηλεόραση, ~ να δείχνει όλα τα κανάλια. ● ΦΡ.: έτσι ώστε βλ. έτσι, σε τέτοιο βαθμό, που (να)/ώστε να ... βλ. βαθμός, ώστε έτσι (λοιπόν) βλ. έτσι [< αρχ. ὥστε] | |
| 58350 | ωστικός | , ή, ό [ὠστικός] ω-στι-κός επίθ. (επιστ.): που προκαλεί ώθηση: ~ή: δύναμη. Πβ. ωθητικός. ● ΣΥΜΠΛ.: ωστικό κύμα: ΦΥΣ. που δημιουργείται από έκρηξη, κατά την οποία συντελείται βίαιη μετατόπιση των μορίων του αέρα με πάρα πολύ μεγάλη ταχύτητα. [< γαλλ. onde explosive] [< αρχ. ὠστικός ‘βίαιος, ορμητικός’] | |
| 58351 | ωστόσο | [ὡστόσο] ω-στό-σο σύνδ. (λόγ.): όμως, παρ' όλα αυτά: Η απεργία έληξε· ~ τα αιτήματα παραμένουν. Τα αποτελέσματα δεν είναι ευχάριστα, τα δέχτηκε ~. Πβ. εντούτοις, μολαταύτα. [< ὡς + τόσο(ν)] | |
| 58352 | ώτα | βλ. ους | |
| 58353 | ωτακουστής | [ὠτακουστής] ω-τα-κου-στής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αυτός που κρυφακούει. [< αρχ. ὠτακουστής] | |
| 58354 | ωταλγία | [ὠταλγία] ω-ταλ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πόνος στο αυτί. Βλ. -αλγία. [< μτγν. ὠταλγία, γαλλ. otalgie , αγγλ. otalgia] | |
| 58355 | ωτασπίδες | βλ. ωτοασπίδες | |
| 58357 | ωτία | [ὠτία] ω-τί-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΑΧΑΡ. ποντιακό τηγανητό γλύκισμα από ζύμη κυρ. με αλεύρι, αβγά, γιαούρτι και ζάχαρη, σε σχήμα μικρού αυτιού: ~ για γάμους, αρραβώνες και βαφτίσια. | |
| 58358 | ωτικός | , ή, ό [ὠτικός] ω-τι-κός επίθ. & (σπάν.) ωτιαίος, α, ο: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με τα αυτιά: ~ό: γάγγλιο. ~ές: σταγόνες. [< μτγν. ὠτικός, γαλλ. auriculaire] | |
| 58360 | ωτίτιδα | [ὠτίτιδα] ω-τί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του αυτιού: εσωτερική/μέση/οξεία/χρόνια ~. Εξωτερική ~ (= το αυτί/η νόσος του κολυμβητή). Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. otite, αγγλ. otitis] | |
| 58361 | ωτο- & ωτό- & ωτ- | (λόγ.): α' συνθετικό λέξεων, κυρ. ιατρικών όρων, με αναφορά στο αυτί: ωτο-ασπίδες.|| Ωτο-σκόπηση. Ωτό-ρροια. Ωτ-αλγία. | |
| 58362 | ωτοασπίδες | [ὠτοασπίδες] ω-το-α-σπί-δες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. ωτοασπίδα} & ωτασπίδες: αντικείμενα από θερμοπλαστικό συνήθ. ή μεταλλικό υλικό που φράζουν τους ακουστικούς πόρους των αυτιών, για προστασία από τον θόρυβο ή το νερό: ~ από αφρολέξ/πλαστικό/σιλικόνη. ~ για την κολύμβηση/για τον ύπνο. Πβ. ωτοβύσματα. | |
| 58363 | ωτοβελονισμός | [ὠτοβελονισμός] ω-το-βε-λο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): θεραπευτική μέθοδος η οποία συνίσταται στη διέγερση του πτερυγίου του αυτιού για τη διάγνωση και αντιμετώπιση διαφόρων ασθενειών που αφορούν ολόκληρο τον οργανισμό. ΣΥΝ. ωτοθεραπεία | |
| 58364 | ωτοβύσματα | [ὠτοβύσματα] ω-το-βύ-σμα-τα ουσ. (ουδ.) (τα): είδος μικρών και μακρόστενων ωτοασπίδων από μαλακό υλικό που τοποθετούνται μέσα στον ακουστικό πόρο του αυτιού: ~ μίας χρήσης. | |
| 58365 | ωτοθεραπεία | [ὠτοθεραπεία] ω-το-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ωτοβελονισμός. Βλ. -θεραπεία. [< αγγλ. auriculotherapy, γαλλ. auriculothérapie, περ. 1970] | |
| 58366 | ωτόλιθος | [ὠτόλιθος] ω-τό-λι-θος ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. σκληρός ιστός αποτελούμενος από ανθρακικό ασβέστιο ο οποίος βρίσκεται στο εσωτερικό αυτί των σπονδυλωτών και συμμετέχει στην αισθητηριακή αντίληψη: Η ηλικία των ψαριών καταγράφεται στους ~ους. [< γαλλ.-αγγλ. otolith] | |
| 58367 | ωτοπλαστική | [ὠτοπλαστική] ω-το-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πλαστική χειρουργική επέμβαση στα αυτιά. Βλ. -πλαστική. [< αγγλ. otoplasty, γαλλ. otoplastie] | |
| 58368 | ωτορινολαρυγγολογία | [ὠτορινολαρυγγολογία] ω-το-ρι-νο-λα-ρυγ-γο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος που μελετά τις παθήσεις των αυτιών και της ρινικής και λαρυγγικής κοιλότητας. Βλ. -λογία. [< γαλλ. otorhinolaryngologie, 1923, αγγλ. otorhinolaryngology, περ. 1900] | |
| 58369 | ωτορινολαρυγγολογικός | , ή, ό [ὠτορινολαρυγγολογικός] ω-το-ρι-νο-λα-ρυγ-γο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ωτορινολαρυγγολογία ή τον ωτορινολαρυγγολόγο: ~ή: εξέταση. [< γαλλ. otorhinolaryngologique, 1923, αγγλ. otorhinolaryngologic(al)] | |
| 58370 | ωτορινολαρυγγολόγος | [ὠτορινολαρυγγολόγος] ω-το-ρι-νο-λα-ρυγ-γο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (ακρ. ΩΡΛ): γιατρός με ειδίκευση στην ωτορινολαρυγγολογία. [< γαλλ. otorhinolaryngologiste, 1923, αγγλ. otorhinolaryngologist, 1926] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ