Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [5880-5900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4960ανυστερόβουλος, η, ο [ἀνυστερόβουλος] α-νυ-στε-ρό-βου-λος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από ανυστεροβουλία: ~η: αγάπη (= αγνή, άδολη)/προσφορά. ~ο: ενδιαφέρον. ΣΥΝ. ανιδιοτελής ΑΝΤ. ιδιοτελής, υστερόβουλος ● επίρρ.: ανυστερόβουλα
4961ανυψούμενος, η, ο [ἀνυψούμενος] α-νυ-ψού-με-νος επίθ.: που μπορεί να ανυψώνεται: ~ος: βραχίονας. ~ο: φορτίο. ~-συρόμενος άξονας.
4962ανυψώνω[ἀνυψώνω] α-νυ-ψώ-νω ρ. (μτβ.) {ανύψω-σα, ανυψώ-θηκε, -μένος, ανυψών-οντας} 1. μετακινώ προς τα πάνω, σηκώνω: ~σε τη σημαία (= ύψωσε)/το τείχος (= έχτισε). ~ το βλέμμα/το κεφάλι (ΑΝΤ. κατεβάζω, χαμηλώνω). Το λιώσιμο των πάγων ~σε (= αύξησε) τη στάθμη της θάλασσας. Το αερόστατο ~θηκε προς τον ουρανό (: πήρε ύψος). ~μένος: δρόμος. ~μένη: εξέδρα/θέση. ~μένο: δάπεδο. 2. (μτφ.) ανεβάζω κάποιον ή κάτι σε ανώτερο επίπεδο, βελτιώνω: ~ το μορφωτικό επίπεδο/την ψυχολογία. Με τα λόγια/το παράδειγμά του ~σε το ηθικό των παικτών (πβ. ενισχύω, εξυψώνω). ~μένες: τιμές (= αυξημένες). [< μτγν. ἀνυψῶ, μεσν. ανυψώνω]
4963ανύψωση[ἀνύψωση] α-νύ-ψω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ανέβασμα, ύψωση, σήκωμα: ~ του χεριού. Πβ. ανάταση.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ αντικειμένων/φορτίου. Γερανός/μηχανισμός/πλατφόρμες ~ης.|| (ΓΕΩΛ.) Γεωλογικές ανακατατάξεις, ~ώσεις και καθιζήσεις εδαφών. 2. (μτφ.) ανέβασμα σε υψηλότερο βαθμό, ποιοτική βελτίωση: πνευματική ~. ~ του ανθρώπου/του γοήτρου/του επιπέδου/του ηθικού/της παιδείας/της ποιότητας ζωής. Πβ. αναβάθμιση, εξύψωση. ΑΝΤ. υποβιβασμός (2) 3. ΓΛΩΣΣ. μετακίνηση όρου εξαρτημένης πρότασης στην πρόταση από την οποία εξαρτάται: ~ αντικειμένου/υποκειμένου. Πβ. πρόληψη. [< 1: αγγλ. elevation, γαλλ. élévation 2: μτγν. ἀνύψωσις 3: αγγλ. raising]
4964ανυψωτήρας[ἀνυψωτήρας] α-νυ-ψω-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. εγκατάσταση ή μηχανισμός ανύψωσης: ηλεκτρικός/υδραυλικός/χειροκίνητος/ψαλιδωτός ~. ~ αυτοκινήτων/παλετών. ~ με ιμάντα. Ανελκυστήρες-~ες φορτίων (πβ. γερανός). Βλ. -τήρας. ΣΥΝ. αναβατήρας (1) [< γαλλ. élévateur]
4965ανυψωτικός, ή, ό [ἀνυψωτικός] α-νυ-ψω-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. κατάλληλος για ή σχετικός με την ανύψωση: ~ός: εξοπλισμός/μηχανισμός. ~ή: πλατφόρμα. ~ές-μεταφορικές μηχανές. ● ΣΥΜΠΛ.: ανυψωτικά (μηχανήματα): που προορίζονται ή χρησιμοποιούνται για ανύψωση (φορτίου): ηλεκτροκίνητα/πετρελαιοκίνητα ~. ~ ~ μετακομίσεων. [< γαλλ. élévateur, élévatoire]
4966ανφάν γκατέ[ἀνφάν γκατέ] αν-φάν γκα-τέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (προφ.) αφάν γκατέ 1. (συχνά ειρων.) αφρόκρεμα, ελίτ: το ~ της κοινωνίας. Πβ. αθέρας, άνθος, αριστοκρατία, αφρός. 2. (σπάν.) παραχαϊδεμένο, κακομαθημένο παιδί και κατ' επέκτ. πρόσωπο που έχει συνηθίσει να του ικανοποιούν κάθε του επιθυμία. [< γαλλ. enfant gâté]
4967ανφάς[ἀνφάς] αν-φάς επίρρ.: κατά πρόσωπο: πορτρέτο/φωτογραφία ~. Ποζάρει ~ και προφίλ. Βλ. τρουακάρ.|| Κάθονταν ~ (= αντικριστά, απέναντι, ενώπιος ενωπίω).|| (ως ουσ.) Έχει καλό ~. Βλ. κατατομή. [< γαλλ. en face]
4968ανφέρ[ἀνφέρ] αν-φέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ανήθικη πράξη ή δήλωση, συνήθ. στην πολιτική. [< αγγλ. unfair]
4969άνω[ἄνω] ά-νω επίρρ. (λόγ.) ΑΝΤ. κάτω 1. (ως επίθ.) (ε)πάνω: η ~ πόλη/συνοικία (: που βρίσκεται πιο ψηλά, πιο μακριά). Η Άνω Πόλη. Βλ. υπερ~.|| (ΑΝΑΤ.) Η ~ γνάθος. Τα ~ άκρα (= τα χέρια). 2. (+ γεν.) περισσότερο από: Η θερμοκρασία διατηρείται ~ του μηδενός. Ηλικίες ~ των δεκαοκτώ. ● ΣΥΜΠΛ.: άνω (και) κάτω τελεία βλ. τελεία, Άνω Βουλή βλ. βουλή, άνω τελεία βλ. τελεία ● ΦΡ.: άνω ποταμών (λόγ.) 1. για κάτι που δεν μπορεί να γίνει ανεκτό: Τόσα λεφτά για έναν καφέ; Αυτό είναι ~ ~! 2. (σπάν.) για κάποιον που έχει ξεπεράσει τα όρια της ανοχής του, έχει εξοργιστεί: Έγινε ~ ~ και άρχισε να ουρλιάζει (πβ. εκτός εαυτού, έξω φρενών)., άνω-κάτω 1. για την ακαταστασία ενός χώρου: Το δωμάτιό σου είναι ~ ~, δεν θα το συμμαζέψεις; Οι δράστες έκαναν ~ ~ το διαμέρισμα. Πβ. ανάκατα, άρτζι μπούρτζι, φύρδην μίγδην. 2. για αναστάτωση, συνήθ. ψυχική: Έχει κάνει ~ ~ τη ζωή μου (: με έχει αναστατώσει). Πβ. κουλουβάχατα, μαντάρα. [< αρχ. ἄνω]
4970ανω- & ανώ-(λόγ.): α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία του επάνω: ανω-δομή/~φέρεια. Ανώ-γι. ΑΝΤ. κατω-
4971ανώγειος, α/ος, ο [ἀνώγειος] α-νώ-γει-ος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται πάνω από το ισόγειο ή τη γη: ~α: κατοικία. ~ο: διαμέρισμα. Βλ. -γειος. ● Ουσ.: ανώγειο (το): υπερυψωμένο ισόγειο. [< μτγν. ἀνώγειον]
4972ανώγι & ανώι[ἀνώγι] α-νώ-γι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): τμήμα παραδοσιακού σπιτιού που βρίσκεται πάνω από το ισόγειο, ο επάνω όροφος: γραφικά ~ια. Βλ. κατώγι. ● ΦΡ.: ο καθένας/ο Μανόλης με τα λόγια χτίζει ανώγια και κατώγια βλ. λόγια [< μεσν. ανώγι(ν)]
4973ανωδομή[ἀνωδομή] α-νω-δο-μή ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. δομική κατασκευή ή τμήμα της που βρίσκεται πάνω από την επιφάνεια του εδάφους: θολωτή/μεταλλική/πλίνθινη ~. ~ ναού. Βλ. υπερδομή, υπερκατασκευή. ΑΝΤ. υποδομή (2) [< γαλλ. superstructure]
4974ανώδυνος, η, ο [ἀνώδυνος] α-νώ-δυ-νος επίθ. 1. που δεν προξενεί πόνο ή δεν καταπονεί τον οργανισμό: ~ος: θάνατος (βλ. ευθανασία). ~η: διαδικασία/εξέταση/επέμβαση. ~ες: θεραπείες.|| Γρήγορο και ~ο αδυνάτισμα. ΑΝΤ. επώδυνος (1), οδυνηρός (1) 2. (μτφ.) που δεν έχει αρνητικές επιπτώσεις, δεν προκαλεί έντονες συγκρούσεις ή αντιδράσεις: ~ος: συμβιβασμός/χωρισμός. ~η: ήττα. ~ες: λύσεις. ~ο και συναινετικό διαζύγιο. 3. (σπανιότ.-μτφ.) που δεν προκαλεί βλάβες ή παρενέργειες. Πβ. αβλαβής, ακίνδυνος. ● επίρρ.: ανώδυνα ● ΣΥΜΠΛ.: ανώδυνος τοκετός: ΙΑΤΡ. ψυχοσωματική προετοιμασία της εγκύου που περιλαμβάνει ειδικές ασκήσεις χαλάρωσης (π.χ. αναπνοής) κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και του τοκετού: μαθήματα ~ου ~ού. [< γαλλ. accouchement sans douleur] [< αρχ. ἀνώδυνος]
4975άνωθεν[ἄνωθεν] ά-νω-θεν επίρρ. (λόγ.) 1. από πάνω, ιδ. από ιεραρχικά ανώτερους ή από τον Θεό: Πρόκειται για λύση που επιβλήθηκε ~.|| (ως επίθ.) ~ εντολές/οδηγίες/πιέσεις. ~ βοήθεια (πβ. θεία, θεϊκή). Το ~ κείμενο (: που βρίσκεται πιο πάνω). Τα ~ αναφερόμενα ... Πβ. ανωτέρω, προηγουμένως, ύπερθεν.|| (ως ουσ.) Οι ~ μού υπαγόρευσαν τι να κάνω (= οι ανώτεροι, πβ. οι επάνω). ΑΝΤ. κάτωθεν (1) 2. (+ γεν.) πάνω από, πιο ψηλά από: ~ του δρόμου. Βλ. -θεν. [< αρχ. ἄνωθεν]
4976ανώιβλ. ανώγι
4977ανωκάσι[ἀνωκάσι] α-νω-κά-σι ουσ. (ουδ.) & πανωκάσι (λαϊκό): το πάνω τμήμα της κάσας, συνήθ. πόρτας. ΑΝΤ. κατωκάσι
4978ανωμαλία[ἀνωμαλία] α-νω-μα-λί-α ουσ. (θηλ.) {ανωμαλιών} 1. ΙΑΤΡ. οργανική βλάβη, δυσλειτουργία: ανατομική/γενετική/γονιδιακή/εγκεφαλική/ορμονική/σωματική ~. ~ της ηπατικής λειτουργίας/της όρασης (λ.χ. μυωπία)/του οργανισμού. Αναπτυξιακές/βιοχημικές/διαθλαστικές/καρδιακές/λειτουργικές/μεταβολικές/μορφολογικές/χρωμοσωμικές (π.χ. σύνδρομο ντάουν) ~ες. Πβ. διαταραχή. 2. (μτφ.) κάθε απόκλιση από τον κανόνα, τη νόρμα, από αυτό που θεωρείται φυσιολογικό: οικονομική/πολιτική/ψυχική (= ψυχ~) ~. Βαρυτικές/εσωτερικές/κλιματικές/μαγνητικές ~ες. Η ανυπόστατη φημολογία προκάλεσε ~ στην αγορά (πβ. ανα-στάτωση, -ταραχή). Το σύστημα λειτούργησε παρά την ~ που παρουσιάστηκε στο δίκτυο (πβ. ζημιά). Διαχειριστικές ~ες (πβ. παρατυπία).|| Σεξουαλικές ~ες. Βλ. βίτσιο, διαστροφή.|| (προφ.) Ε, ρε ~ που δέρνει τον κοσμάκη! 3. {συνήθ. στον πληθ.} (για επιφάνεια) απουσία ομαλότητας και κατ' επέκτ. ανώμαλος σχηματισμός: εγκάρσιες/εδαφικές ~ες. Αποκατάσταση ~ών στο οδόστρωμα. ΑΝΤ. ομαλότητα ● ΣΥΜΠΛ.: γενετική/συγγενής ανωμαλία: ΙΑΤΡ. που υπάρχει εκ γενετής: σπάνια/συχνή ~ ~. Συγγενείς ~ες των νεφρών/του ουροποιητικού συστήματος. Πρόληψη γενετικών ~ών σε νεογέννητα. [< αγγλ. congenital abnormality] ● ΦΡ.: (γίνεται) της ανωμαλίας (νεαν. αργκό): για πρόκληση μεγάλης αναστάτωσης: Στην παραλία γινόταν ~ ~, πατείς με πατώ σε! Πβ. χαμός. [< αρχ. ἀνωμαλία 1,2: γαλλ. anomalie, αγγλ. anomaly]
4979ανώμαλος, η, ο [ἀνώμαλος] α-νώ-μα-λος επίθ. ΑΝΤ. ομαλός 1. ΙΑΤΡ. που χαρακτηρίζεται από οργανική βλάβη, διαταραχή: ~ος: κύκλος (ενν. εμμηνορροϊκός)/πολλαπλασιασμός (των κυττάρων). ~η: ανάπτυξη (εμβρύου, ΣΥΝ. αφύσικη. ΑΝΤ. κανονική, φυσιολογική)/αύξηση (λίπους)/κυκλοφορία (αίματος). 2. (μτφ.) που παρεκκλίνει από τον κανόνα, τη νόρμα, το θεωρούμενο φυσιολογικό: ~η: εξέλιξη/κατάσταση (πβ. έκρυθμη, ταραγμένη)/συμπεριφορά. ~ο: μυαλό (πβ. αρρωστημένο, διεστραμμένο). Βλ. ψυχ~.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~α: ρήματα. 3. που δεν είναι ομαλός, λείος: ~ος: σχηματισμός. ~η: επιφάνεια. ~ο: ανάγλυφο/έδαφος/οδόστρωμα/περίγραμμα/σχήμα (πβ. ακανόνιστο). ΑΝΤ. επίπεδος (1), στρωτός (1) ● Ουσ.: ανώμαλος, ανώμαλη (ο/η): πρόσωπο που παρουσιάζει παρεκκλίνουσα σεξουαλική συμπεριφορά (π.χ. βιαστής, επιδειξίας, παιδεραστής)· καταχρ. αλλοπρόσαλλος: Πβ. βιτσιόζος, διεστραμμένος.|| (οικ.-προφ.) Καλά ~ είσαι; Πήγες να κολυμπήσεις με τόσο κρύο; ● επίρρ.: ανώμαλα & (λόγ.) ανωμάλως ● ΣΥΜΠΛ.: ανώμαλη προσγείωση ΑΝΤ. ομαλή προσγείωση 1. (μτφ.) απότομη και οδυνηρή συνειδητοποίηση της πραγματικότητας λόγω απροσδόκητης αντιξοότητας: ~ ~ στην πραγματικότητα. 2. (για αεροσκάφος) η οποία οφείλεται συνήθ. σε δυσμενείς καιρικές συνθήκες ή σε μηχανική βλάβη. Πβ. αναγκαστική προσγείωση., ανώμαλος δρόμος & (προφ.) ανώμαλος: ΑΘΛ. που γίνεται σε ανώμαλο έδαφος, εκτός σταδίου: λαϊκός ~ ~. Σχολικοί αγώνες ~ου ~ου. Βλ. στίβος. [< 1,2: γαλλ. anormal, αγγλ. abnormal 3: αρχ. ἀνώμαλος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.