| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4953 | ανυπόφορος | , η, ο [ἀνυπόφορος] α-νυ-πό-φο-ρος επίθ. & (σπάν.-λαϊκό) ανυπόφερτος: που δεν μπορεί κάποιος να τον ανεχτεί, να τον υποφέρει: ~ος: θόρυβος. ~η: ζέστη/κατάσταση. ~ο: κρύο/μαρτύριο (πβ. α-, δυσ-βάσταχτος). ~ες: συνθήκες διαβίωσης. Ξύπνησα με έναν ~ο πονοκέφαλο (= αφόρητο). Το κυκλοφοριακό καθιστά ~η τη μετακίνηση στο κέντρο της πόλης.|| (για πρόσ.) Κατάντησε ~ (πβ. κουραστικός). ΑΝΤ. ανεκτός, υποφερτός (1) ● επίρρ.: ανυπόφορα [< μτγν. ἀνυπόφορος, γαλλ. insupportable] | |
| 4954 | ανυποχώρητος | , η, ο [ἀνυποχώρητος] α-νυ-πο-χώ-ρη-τος επίθ.: που δεν υποχωρεί, που χαρακτηρίζεται από σταθερότητα στις θέσεις, στις αρχές του: ~ος: αντίπαλος/μαχητής (πβ. άκαμπτος, ακούραστος)/υπερασπιστής (της ελευθερίας)/χαρακτήρας. ~η: εμμονή/στάση (πβ. αδιαπραγμάτευτη). Συνεχής και ~ αγώνας για ... ~ες οι δύο πλευρές. Παραμένει ~ στα αιτήματά του. Δηλώνουν/είναι ~οι και αποφασισμένοι (= κατηγορηματικοί, σταθεροί). Πβ. αδιάλλακτος, ανένδοτος. ΑΝΤ. υποχωρητικός (1) ● επίρρ.: ανυποχώρητα [< μτγν. ἀνυποχώρητος] | |
| 4955 | ανυποψίαστος | , η, ο [ἀνυποψίαστος] α-νυ-πο-ψί-α-στος επίθ. 1. που δεν υποψιάζεται κάτι, δεν έχει την παραμικρή υπόνοια: ~ος: καταναλωτής/πελάτης. ~ο: θύμα. Ανυπεράσπιστοι και ~οι πολίτες. ~ για το τι τον περίμενε. ΣΥΝ. ανίδεος (2), ανύποπτος ΑΝΤ. υποψιασμένος (1) 2. που δεν γνωρίζει ή δεν ευαισθητοποιείται επαρκώς για κάποιο ζήτημα: ~οι: αναγνώστες/θεατές. Ιστορικά/καλλιτεχνικά ~. Πβ. αδαής, άσχετος. ● επίρρ.: ανυποψίαστα [< γαλλ. insoupçonné] | |
| 4956 | άνυσμα | [ἄνυσμα] ά-νυ-σμα ουσ. (ουδ.) {ανύσμ-ατος | -ατα, -άτων}: ΦΥΣ.-ΜΑΘ. διάνυσμα: κάθετο/οριζόντιο ~. ~ θέσης/μαγνητικής ροπής/ταχύτητας. Κατεύθυνση ~ατος. Συνάρτηση ~άτων. [< μτγν. ἄνυσμα ‘πραγματοποίηση’, γαλλ. vecteur] | |
| 4957 | ανυσματικός | , ή, ό [ἀνυσματικός] α-νυ-σμα-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ.-ΜΑΘ. διανυσματικός: ~ή: ώση. [< γαλλ. vectoriel] | |
| 4958 | ανύστακτος | , η, ο [ἀνύστακτος] α-νύ-στα-κτος επίθ. & (λαϊκό) ανύσταχτος & ανύσταγος: που δεν πτοείται, δεν μειώνεται, δεν κάμπτεται: (συνήθ. στην εκκλησ. ρητορική) ~η: προσοχή/προσπάθεια/φροντίδα. ~ο: ενδιαφέρον. Πβ. ακατάβλητος, ακαταπόνητος, ακούραστος. [< μτγν. ἀνύστακτος] | |
| 4959 | ανυστεροβουλία | [ἀνυστεροβουλία] α-νυ-στε-ρο-βου-λί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): απουσία υστεροβουλίας: ειλικρίνεια και ~. ΣΥΝ. ανιδιοτέλεια | |
| 4960 | ανυστερόβουλος | , η, ο [ἀνυστερόβουλος] α-νυ-στε-ρό-βου-λος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από ανυστεροβουλία: ~η: αγάπη (= αγνή, άδολη)/προσφορά. ~ο: ενδιαφέρον. ΣΥΝ. ανιδιοτελής ΑΝΤ. ιδιοτελής, υστερόβουλος ● επίρρ.: ανυστερόβουλα | |
| 4961 | ανυψούμενος | , η, ο [ἀνυψούμενος] α-νυ-ψού-με-νος επίθ.: που μπορεί να ανυψώνεται: ~ος: βραχίονας. ~ο: φορτίο. ~-συρόμενος άξονας. | |
| 4962 | ανυψώνω | [ἀνυψώνω] α-νυ-ψώ-νω ρ. (μτβ.) {ανύψω-σα, ανυψώ-θηκε, -μένος, ανυψών-οντας} 1. μετακινώ προς τα πάνω, σηκώνω: ~σε τη σημαία (= ύψωσε)/το τείχος (= έχτισε). ~ το βλέμμα/το κεφάλι (ΑΝΤ. κατεβάζω, χαμηλώνω). Το λιώσιμο των πάγων ~σε (= αύξησε) τη στάθμη της θάλασσας. Το αερόστατο ~θηκε προς τον ουρανό (: πήρε ύψος). ~μένος: δρόμος. ~μένη: εξέδρα/θέση. ~μένο: δάπεδο. 2. (μτφ.) ανεβάζω κάποιον ή κάτι σε ανώτερο επίπεδο, βελτιώνω: ~ το μορφωτικό επίπεδο/την ψυχολογία. Με τα λόγια/το παράδειγμά του ~σε το ηθικό των παικτών (πβ. ενισχύω, εξυψώνω). ~μένες: τιμές (= αυξημένες). [< μτγν. ἀνυψῶ, μεσν. ανυψώνω] | |
| 4963 | ανύψωση | [ἀνύψωση] α-νύ-ψω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ανέβασμα, ύψωση, σήκωμα: ~ του χεριού. Πβ. ανάταση.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ αντικειμένων/φορτίου. Γερανός/μηχανισμός/πλατφόρμες ~ης.|| (ΓΕΩΛ.) Γεωλογικές ανακατατάξεις, ~ώσεις και καθιζήσεις εδαφών. 2. (μτφ.) ανέβασμα σε υψηλότερο βαθμό, ποιοτική βελτίωση: πνευματική ~. ~ του ανθρώπου/του γοήτρου/του επιπέδου/του ηθικού/της παιδείας/της ποιότητας ζωής. Πβ. αναβάθμιση, εξύψωση. ΑΝΤ. υποβιβασμός (2) 3. ΓΛΩΣΣ. μετακίνηση όρου εξαρτημένης πρότασης στην πρόταση από την οποία εξαρτάται: ~ αντικειμένου/υποκειμένου. Πβ. πρόληψη. [< 1: αγγλ. elevation, γαλλ. élévation 2: μτγν. ἀνύψωσις 3: αγγλ. raising] | |
| 4964 | ανυψωτήρας | [ἀνυψωτήρας] α-νυ-ψω-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. εγκατάσταση ή μηχανισμός ανύψωσης: ηλεκτρικός/υδραυλικός/χειροκίνητος/ψαλιδωτός ~. ~ αυτοκινήτων/παλετών. ~ με ιμάντα. Ανελκυστήρες-~ες φορτίων (πβ. γερανός). Βλ. -τήρας. ΣΥΝ. αναβατήρας (1) [< γαλλ. élévateur] | |
| 4965 | ανυψωτικός | , ή, ό [ἀνυψωτικός] α-νυ-ψω-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. κατάλληλος για ή σχετικός με την ανύψωση: ~ός: εξοπλισμός/μηχανισμός. ~ή: πλατφόρμα. ~ές-μεταφορικές μηχανές. ● ΣΥΜΠΛ.: ανυψωτικά (μηχανήματα): που προορίζονται ή χρησιμοποιούνται για ανύψωση (φορτίου): ηλεκτροκίνητα/πετρελαιοκίνητα ~. ~ ~ μετακομίσεων. [< γαλλ. élévateur, élévatoire] | |
| 4966 | ανφάν γκατέ | [ἀνφάν γκατέ] αν-φάν γκα-τέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (προφ.) αφάν γκατέ 1. (συχνά ειρων.) αφρόκρεμα, ελίτ: το ~ της κοινωνίας. Πβ. αθέρας, άνθος, αριστοκρατία, αφρός. 2. (σπάν.) παραχαϊδεμένο, κακομαθημένο παιδί και κατ' επέκτ. πρόσωπο που έχει συνηθίσει να του ικανοποιούν κάθε του επιθυμία. [< γαλλ. enfant gâté] | |
| 4967 | ανφάς | [ἀνφάς] αν-φάς επίρρ.: κατά πρόσωπο: πορτρέτο/φωτογραφία ~. Ποζάρει ~ και προφίλ. Βλ. τρουακάρ.|| Κάθονταν ~ (= αντικριστά, απέναντι, ενώπιος ενωπίω).|| (ως ουσ.) Έχει καλό ~. Βλ. κατατομή. [< γαλλ. en face] | |
| 4968 | ανφέρ | [ἀνφέρ] αν-φέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ανήθικη πράξη ή δήλωση, συνήθ. στην πολιτική. [< αγγλ. unfair] | |
| 4969 | άνω | [ἄνω] ά-νω επίρρ. (λόγ.) ΑΝΤ. κάτω 1. (ως επίθ.) (ε)πάνω: η ~ πόλη/συνοικία (: που βρίσκεται πιο ψηλά, πιο μακριά). Η Άνω Πόλη. Βλ. υπερ~.|| (ΑΝΑΤ.) Η ~ γνάθος. Τα ~ άκρα (= τα χέρια). 2. (+ γεν.) περισσότερο από: Η θερμοκρασία διατηρείται ~ του μηδενός. Ηλικίες ~ των δεκαοκτώ. ● ΣΥΜΠΛ.: άνω (και) κάτω τελεία βλ. τελεία, Άνω Βουλή βλ. βουλή, άνω τελεία βλ. τελεία ● ΦΡ.: άνω ποταμών (λόγ.) 1. για κάτι που δεν μπορεί να γίνει ανεκτό: Τόσα λεφτά για έναν καφέ; Αυτό είναι ~ ~! 2. (σπάν.) για κάποιον που έχει ξεπεράσει τα όρια της ανοχής του, έχει εξοργιστεί: Έγινε ~ ~ και άρχισε να ουρλιάζει (πβ. εκτός εαυτού, έξω φρενών)., άνω-κάτω 1. για την ακαταστασία ενός χώρου: Το δωμάτιό σου είναι ~ ~, δεν θα το συμμαζέψεις; Οι δράστες έκαναν ~ ~ το διαμέρισμα. Πβ. ανάκατα, άρτζι μπούρτζι, φύρδην μίγδην. 2. για αναστάτωση, συνήθ. ψυχική: Έχει κάνει ~ ~ τη ζωή μου (: με έχει αναστατώσει). Πβ. κουλουβάχατα, μαντάρα. [< αρχ. ἄνω] | |
| 4970 | ανω- & ανώ- | (λόγ.): α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία του επάνω: ανω-δομή/~φέρεια. Ανώ-γι. ΑΝΤ. κατω- | |
| 4971 | ανώγειος | , α/ος, ο [ἀνώγειος] α-νώ-γει-ος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται πάνω από το ισόγειο ή τη γη: ~α: κατοικία. ~ο: διαμέρισμα. Βλ. -γειος. ● Ουσ.: ανώγειο (το): υπερυψωμένο ισόγειο. [< μτγν. ἀνώγειον] | |
| 4972 | ανώγι & ανώι | [ἀνώγι] α-νώ-γι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): τμήμα παραδοσιακού σπιτιού που βρίσκεται πάνω από το ισόγειο, ο επάνω όροφος: γραφικά ~ια. Βλ. κατώγι. ● ΦΡ.: ο καθένας/ο Μανόλης με τα λόγια χτίζει ανώγια και κατώγια βλ. λόγια [< μεσν. ανώγι(ν)] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ