| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4980 | ανώμοτος | , ος/η, ο [ἀνώμοτος] α-νώ-μο-τος επίθ.: ΝΟΜ. που γίνεται χωρίς όρκο: ~ος/η: δήλωση. Υποχρεωτική ~η εξέταση. ΑΝΤ. ένορκος ● επίρρ.: ανωμοτί: Ψευδής ~ κατάθεση (πβ. ψευδορκία). [< αρχ. ἀνώμοτος] | |
| 4981 | ανωνυμία | [ἀνωνυμία] α-νω-νυ-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. μη γνωστοποίηση ή άγνοια του ονόματος κάποιου: ~ μαρτύρων/χρηστών (του διαδικτύου). Ιδιωτικότητα και ~. Εξασφάλιση και τήρηση της ~ας και της εμπιστευτικότητας. Θέλησε να διατηρήσει/κρατήσει την ~ του. Βλ. επ-, ψευδ-ωνυμία.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ μετόχων. 2. το να είναι κάποιος άσημος, άγνωστος: Παρέμεινε σ' όλη του τη ζωή στην ~ (πβ. αφάνεια). Βγήκε απ' την ~ (: έγινε διάσημος). Πβ. ασημότητα.|| Η ~ της πόλης (βλ. αποξένωση). Κρυμμένοι/χαμένοι μες στην ~ του πλήθους (: απροσωπία, απουσία οικειότητας). [< μτγν. ἀνωνυμία, γαλλ. anonymat, αγγλ. anonymity] | |
| 4982 | ανώνυμος | , ος/η, ο [ἀνώνυμος] α-νώ-νυ-μος επίθ. {-ου (λόγ.) -ύμου} 1. (για πρόσ.) που το όνομά του δεν είναι γνωστό και καταχρ. που είναι άγνωστος στον πολύ κόσμο: ~ος: δωρητής/πληροφοριοδότης. (ως ουσ.) Έργο ~ύμου.|| ~ος: ήρωας (πβ. αφανής)/καλλιτέχνης (ΑΝΤ. διάσημος)/πολίτης/συγγραφέας (πβ. άσημος). ΑΝΤ. επώνυμος (1) 2. που προέρχεται από κάποιον ο οποίος δεν γνωστοποιεί την ταυτότητά του: ~η: ανακοίνωση/επιστολή (πβ. ανυπόγραφη)/καταγγελία/πληροφορία. ~ο: γράμμα/ερωτηματολόγιο/κείμενο/μήνυμα/τηλεφώνημα. ~ες απαντήσεις δεν θα ληφθούν υπόψη. Βλ. ινκόγκνιτο.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~οι: τίτλοι (ΑΝΤ. ονομαστικοί). Βλ. -ώνυμος. ΑΝΤ. ενυπόγραφος ● επίρρ.: ανώνυμα & (λόγ.) ανωνύμως ● ΣΥΜΠΛ.: ανώνυμη αρτηρία: ΑΝΑΤ. βραχεία αρτηρία που ξεκινά από το αορτικό τόξο και χωρίζεται στην δεξιά κοινή καρωτίδα και τη δεξιά υποκλείδια αρτηρία. [< γαλλ. artère innominée, αγγλ. innominate artery] , ανώνυμο οστό: ΑΝΑΤ. καθένα από τα δύο μεγάλα πλευρικά οστά της πυέλου, που σχηματίζονται από τη συνένωση του λαγόνιου, του ισχιακού και του ηβικού οστού. [< γαλλ. os innominé ] , ανώνυμη εταιρεία βλ. εταιρεία & εταιρία, ανώνυμη μετοχή βλ. μετοχή [< αρχ. ἀνώνυμος, γαλλ. anonyme , αγγλ. anonymous] | |
| 4983 | ανώριμος | , η, ο [ἀνώριμος] α-νώ-ρι-μος επίθ. ΑΝΤ. ώριμος 1. που δεν έχει ωριμάσει, που δεν είναι έτοιμος για κάτι· που χαρακτηρίζεται από έλλειψη σύνεσης και υπευθυνότητας: (για πρόσ.) ~α: παιδιά. Πνευματικά/συναισθηματικά ~. Αποδείχτηκε πιο ~ από την ηλικία του. (ΙΑΤΡ.-ΒΙΟΛ.) ~ος: εγκέφαλος (βρέφους). ~α: ωάρια.|| (για καρπό) ~ο: φρούτο (ΣΥΝ. αγίνωτο, άγουρο. ΑΝΤ. γινωμένο, μεστό).|| Είναι ακόμη ~ για γάμο και οικογένεια/να πάρει σοβαρές αποφάσεις (πβ. ανέτοιμος). Ανεύθυνος, ~ και επιπόλαιος.|| ~η: αντίδραση/σκέψη/συμπεριφορά (πβ. παιδαριώδης, βλ. παιδική). 2. (μτφ.) που δεν έχει εξελιχθεί πλήρως, δεν έχει πάρει την οριστική του μορφή: ~η: κοινωνία/σχέση. ~ες: συνθήκες (πβ. ακατάλληλες, απρόσφορες). ● επίρρ.: ανώριμα [< αγγλ.-γαλλ. immature] | |
| 4984 | ανωριμότητα | [ἀνωριμότητα] α-νω-ρι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ανώριμου: πνευματική/συναισθηματική ~. Συμπεριφορά που δείχνει/φανερώνει ~ (πβ. ανευθυνότητα). Κάνει ~ες (: ανοησίες, βλακείες, χαζομάρες).|| (ΙΑΤΡ.-ΒΙΟΛ.) ~ των αιμοσφαιρίων/του ανοσοποιητικού συστήματος.|| (μτφ.) Πολιτική ~ που αγγίζει τα όρια της αδιαφορίας. ΑΝΤ. ωριμότητα [< γαλλ. immaturité] | |
| 4985 | άνωση | [ἄνωση] ά-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. ανοδική δύναμη που ασκείται σε ένα σώμα μέσα σε υγρό: δυναμική (πβ. άντωση)/στατική ~. Κέντρο ~ης (βλ. κέντρο βάρους). Βλ. βαρύτητα. [< γερμ. Auftrieb] | |
| 4986 | ανωτατοποίηση | [ἀνωτατοποίηση] α-νω-τα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αναβάθμιση ανώτερου εκπαιδευτικού ιδρύματος σε ανώτατο και γενικότ. προαγωγή: ~ σχολών/των ΤΕΙ. Βλ. -ποίηση. | |
| 4987 | ανώτατος | , η, ο [ἀνώτατος] α-νώ-τα-τος επίθ. {(λόγ.) θηλ. -άτη} ΑΝΤ. κατώτατος 1. που βρίσκεται στην πιο υψηλή βαθμίδα, κατέχει ιεραρχικά την υψηλότερη θέση: ~η: αξία (= υπέρτατη, ύψιστη)/διάκριση/εκπαίδευση (: πανεπιστήμιο, πολυτεχνείο· βλ. ανώτερη, μέση, πρωτοβάθμια)/εξουσία/σχολή. ~ο: (μισθολογικό) κλιμάκιο (= καταληκτικό). ~ο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (ΑΕΙ). Προαγωγή στον ~ο βαθμό.|| ~ος: αξιωματούχος/δικαστικός/λειτουργός. ~ο: όργανο/στέλεχος. Απέκτησε γνωριμίες στα ~α στρώματα της κοινωνίας.|| Το ~ο Ον (= ο Θεός). 2. που βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο ποσοτικά, τοπικά ή ποιοτικά: ~ος: αριθμός (εισακτέων)/βαθμός (αξιολόγησης)/μισθός. ~η: σύνταξη/ταχύτητα (= μέγιστη)/τιμή/χρέωση. ~ο: επίπεδο (επικινδυνότητας)/όριο/ποσό/ποσοστό/ύψος.|| Τα ~α στρώματα του φλοιού της Γης.|| ~η: μόρφωση. Σπουδές ~άτου επιπέδου. ● ΣΥΜΠΛ.: Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο βλ. δικαστήριο, Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού βλ. συμβούλιο, ανώτατος/ανώτερος/κατώτερος αξιωματικός βλ. αξιωματικός [< αρχ. ἀνώτατος, γαλλ. suprême] | |
| 4988 | ανώτερος | , η, ο [ἀνώτερος] α-νώ-τε-ρος επίθ. {(λόγ.) αρσ.-ουδ. -έρου, (λόγ.) θηλ. -έρα, -έρας | (λόγ.) -έρων, (λόγ.) αρσ. -έρους} ΑΝΤ. κατώτερος 1. που βρίσκεται σε υψηλότερο επίπεδο από κάποιον ή κάτι άλλο, κατέχει ιεραρχικά υψηλότερη θέση: ~η: εκπαίδευση (βλ. ανώτατη, μέση, πρωτοβάθμια)/μόρφωση/σχολή. ~α Μαθηματικά. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη να πιστεύει σε μια ~η δύναμη (πβ. θεϊκή)/(+ β΄όρο σύγκρισης) σε κάτι ~ο από αυτόν. (ως ουσ.) Η ~έρα (: τάξη στο ωδείο).|| ~ος: δικαστικός/διπλωμάτης/κλήρος/λειτουργός/υπάλληλος. ~ο: αξίωμα (= μεγαλύτερο)/στέλεχος. (+ άρθ.) Κατέχει τον ~ο (= ύψιστο) βαθμό στο στράτευμα. Ανήκει στα ~α κοινωνικά στρώματα (βλ. αριστοκρατία, ελίτ). (ως ουσ.) Υπακοή στους ~έρους. 2. που βρίσκεται σε υψηλότερο σημείο τοπικά, ποσοτικά ή ποιοτικά: στα ~α στρώματα της ατμόσφαιρας.|| (+ άρθ.) Το ~ο ποσό σύνταξης που χορηγείται ... (πβ. μέγιστο).|| ~α ιδανικά (πβ. ευγενή, υψηλά). Παλεύει για έναν ~ο σκοπό. Ελαιόλαδο ~ης ποιότητας (= εκλεκτό, εξαιρετικό). 3. ΒΙΟΛ. για ζωικό ή φυτικό οργανισμό που βρίσκεται σε προηγμένο εξελικτικό στάδιο: ~α: θηλαστικά. ● επίρρ.: ανώτερα ● ΣΥΜΠΛ.: ανώτερος άνθρωπος: που αντιμετωπίζει μια δύσκολη κατάσταση με ηθική υπεροχή, αξιοπρέπεια: Επειδή είμαι ~ ~, δεν θα το σχολιάσω. Πβ. αξιοπρεπής. ΑΝΤ. αναξιοπρεπής, μικροπρεπής, ανώτατος/ανώτερος/κατώτερος αξιωματικός βλ. αξιωματικός, ανωτέρα βία βλ. βία ● ΦΡ.: και/κι εις ανώτερα (λόγ.-ευχετ.) & (προφ.) και σ' ανώτερα: για ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία ή πρόοδο: Συγχαρητήρια για το πτυχίο σου, ~ ~! , κλάσεις ανώτερος βλ. κλάση2 [< αρχ. ἀνώτερος, γαλλ. supérieur] | |
| 4989 | ανωτερότητα | [ἀνωτερότητα] α-νω-τε-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα του ανώτερου, υπεροχή: κοινωνική/πνευματική/ποιοτική/στρατιωτική/σωματική/τεχνολογική ~. Παραδέχτηκαν την/υπέκυψαν στην ~ των αντιπάλων τους (πβ. προβάδισμα). ΑΝΤ. κατωτερότητα (1) 2. αξιοπρέπεια: (Επ)έδειξε ~. Πβ. υψηλοφροσύνη. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. μικροπρέπεια, μικρότητα (1), μικροψυχία ● ΣΥΜΠΛ.: σύμπλεγμα/κόμπλεξ/αίσθημα ανωτερότητας/κατωτερότητας (/μειονεξίας) βλ. σύμπλεγμα [< γαλλ. supériorité] | |
| 4990 | ανωτέρω | [ἀνωτέρω] α-νω-τέ-ρω επίρρ. (λόγ.): παραπάνω· για να αποφευχθεί η επανάληψη, όταν γίνεται αναφορά κυρ. σε (υπο)σημειώσεις και βιβλιογραφικές παραπομπές ή πληροφορίες που έχουν ήδη παρουσιαστεί: (ως επίθ.) Σύμφωνα με την ~ υπουργική απόφαση ... Για όλους τους ~ λόγους.|| (ως ουσ.) Με βάση τα ~. Εκ των/κατά τα ~ (= προαναφερθέντα) προκύπτει ...|| (σε αρχαιοπρ. φρ.) Ως ~ (= όπως παραπάνω, προηγουμένως). (σπάν.) Ένθα/ιδέ ~ (= όπου παραπάνω). ΑΝΤ. κάτωθι, κατωτέρω [< αρχ. ἀνωτέρω] | |
| 4991 | ανωφελής | , ής, ές [ἀνωφελής] α-νω-φε-λής επίθ. {ανωφελ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: κώνωψ ο ανωφελής βλ. κώνωψ [< αρχ. ἀνωφελής] | |
| 4992 | ανώφελος | , η, ο [ἀνώφελος] α-νώ-φε-λος επίθ.: που δεν ωφελεί, δεν έχει θετικό αποτέλεσμα: ~ος: αγώνας (ΣΥΝ. άσκοπος)/κόπος (ΣΥΝ. άδικος, μάταιος). ~η: διαμαρτυρία/θυσία/σπατάλη. ~ες: προσπάθειες. ~α: δάκρυα/λόγια/μέτρα (ΣΥΝ. αλυσιτελή. ΑΝΤ. λυσιτελή). Αποδείχτηκε ~η η συζήτηση. Είναι εντελώς ~ο (πβ. ανούσιο) να αναφερθώ σε λεπτομέρειες. Πβ. άκαρπος.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο της στείρας αντιπαράθεσης. ΑΝΤ. επωφελής, ωφέλιμος (1) ● επίρρ.: ανώφελα & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μεσν. ανώφελος] | |
| 4993 | ανωφέρεια | [ἀνωφέρεια] α-νω-φέ-ρει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ανηφόρα: απότομη ~. Ηλεκτρικός διάδρομος με ηλεκτρονική/μηχανική ~. Βάδιση/κίνηση σε ~. ΑΝΤ. κατωφέρεια [< μτγν. ἀνωφέρεια] | |
| 4994 | ανωφερής | , ής, ές [ἀνωφερής] α-νω-φε-ρής επίθ. {ανωφερ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): ανηφορικός: Μακρύς και ~ δρόμος. Πβ. ανοδικός.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ή εισαγωγικά (" "). ΑΝΤ. κατωφερής [< αρχ. ἀνωφερής] | |
| 4995 | ανώφλι | [ἀνώφλι] α-νώ-φλι ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. οριζόντιο δοκάρι στο πάνω μέρος πόρτας ή παραθύρου για στήριξη τοίχου: ~ εισόδου/εκκλησίας/(εξώ)πορτας. Βλ. κατώφλι, παραστάδα, ποδιά. ΣΥΝ. πρέκι, υπέρθυρο [< μεσν. ανώφλιον] | |
| 5077 | ΑΞ.ΥΠ. | (ο): Αξιωματικός Υπηρεσίας. | |
| 4996 | αξάν | [ἀξάν] α-ξάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (συχνά ειρων.): προφορά, χαρακτηριστική μιας ξένης γλώσσας ή του τόπου καταγωγής: Μιλάει με γαλλικό ~.|| Βλάχικο ~. [< γαλλ. accent] | |
| 4997 | άξαφνα | [ἄξαφνα] ά-ξαφ-να επίρρ. & έξαφνα (λαϊκό-λογοτ.): ξαφνικά: ~ ακούστηκε μια κραυγή. Άρχισε ~ να βρέχει. [< μεσν. άξαφνα, έξαφνα] | |
| 4998 | ΑΞΕ | (οι): Άμεσες Ξένες Επενδύσεις. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ