Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [5920-5940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4993ανωφέρεια[ἀνωφέρεια] α-νω-φέ-ρει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ανηφόρα: απότομη ~. Ηλεκτρικός διάδρομος με ηλεκτρονική/μηχανική ~. Βάδιση/κίνηση σε ~. ΑΝΤ. κατωφέρεια [< μτγν. ἀνωφέρεια]
4994ανωφερής, ής, ές [ἀνωφερής] α-νω-φε-ρής επίθ. {ανωφερ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): ανηφορικός: Μακρύς και ~ δρόμος. Πβ. ανοδικός.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ή εισαγωγικά (" "). ΑΝΤ. κατωφερής [< αρχ. ἀνωφερής]
4995ανώφλι[ἀνώφλι] α-νώ-φλι ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. οριζόντιο δοκάρι στο πάνω μέρος πόρτας ή παραθύρου για στήριξη τοίχου: ~ εισόδου/εκκλησίας/(εξώ)πορτας. Βλ. κατώφλι, παραστάδα, ποδιά. ΣΥΝ. πρέκι, υπέρθυρο [< μεσν. ανώφλιον]
5077ΑΞ.ΥΠ.(ο): Αξιωματικός Υπηρεσίας.
40209αξαν

[πετῶ] πε-τώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πετ-άς ..., -ώντας | πέτ-αξα, -άγομαι (προφ.) -ιέμαι, -άχτηκα (λόγ.) -άχθηκα, -α(γ)μένος} & πετάω 1. (για πτηνό) κινούμαι στον αέρα με φτερά ή (για ιπτάμενο μέσο) με μηχανή· ειδικότ. ταξιδεύω αεροπορικώς: Ο αετός ~ούσε (ψηλά) στον ουρανό. Οι νεοσσοί μεγάλωσαν και ~αξαν από τη φωλιά. Οι μέλισσες/πεταλούδες ~ούν από λουλούδι σε λουλούδι (πβ. πεταρίζει, φτερουγίζει).|| Το αεροσκάφος ~ούσε σε χαμηλό ύψος/στα ... χιλιάδες πόδια. Πβ. ίπταται.|| ~ τον χαρταετό (πβ. αμολώ).|| ~ αύριο για Παρίσι. ~ με αερόστατο/ελικόπτερο. Βλ. απογειώνομαι.|| (μτφ.) Άσε τη φαντασία σου να ~άξει! 2. ρίχνω ένα αντικείμενο με δύναμη στον αέρα, συνήθ. προς συγκεκριμένο στόχο: ~αξε το ακόντιο (στα ... μέτρα)/την μπάλα (στο καλάθι)/τη φωτοβολίδα. ~αξαν προκηρύξεις/φυλλάδια (πβ. διασκορπίζω). Άγνωστοι ~ούσαν (= επιτέθηκαν με) πέτρες στους ... (πβ. πετροβολώ). Του ~αξε (= του έφερε) ένα βάζο στο κεφάλι. Πβ. εκσφενδονίζω, εκτοξεύω.|| Με μια απρόσεκτη κίνηση τα ~ξε όλα κάτω.|| Τον ~αξε (= κόλλησε) στον τοίχο. 3. απαλλάσσομαι από κάτι που δεν το χρειάζομαι· ειδικότ. ρίχνω στα σκουπίδια: ~αξε τα άχρηστα αντικείμενα/τα παλιά ρούχα (πβ. ξεφορτώνομαι). Τα μπάζα ~άχτηκαν στο ρέμα.|| (μτφ.) ~αξε τη στολή του αξιωματικού (= τα παράτησε)/τα χειμωνιάτικα (= τα έβγαλε, άρχισε να φοράει τα καλοκαιρινά). Μην ~άξεις την ευκαιρία (= μην την αφήσεις ανεκμετάλλευτη). Πρόταση που ~άχτηκε (= κατέληξε) στα αζήτητα/στον κάλαθο των αχρήστων. Βλ. παρα~. 4. (μτφ.-προφ.) μεταφέρω με αυτοκίνητο ή μηχανή: Θέλεις να σε ~άξω μέχρι το μετρό; 5. (μτφ.-προφ.) θριαμβεύω, σαρώνω, σκίζω: ~άει στα μαθηματικά (πβ. διαπρέπω). ~άει το αμάξι (πβ. φυσάει). 6. (μτφ.) σκορπίζω, σπαταλώ: ~άει (άσκοπα) τα χρήματά του (σε άχρηστα πράγματα). 7. (μτφ.-προφ.) λέω κάτι ελεύθερα και απρόσμενα: ~άει αστειάκια/εξυπνάδες/κοτσάνες (πβ. την πέταξε). ~αξε μια κουβέντα και έφυγε. ~αξε (πάλι) την κακία της. Ποιος ~αξε την ιδέα να ...; 8. (μτφ.-προφ.) διώχνω, αποπέμπω: Τον ~αξαν (= απέλυσαν) από την εταιρεία. 9. (μτφ.-επιτατ.) χαίρομαι πάρα πολύ, ενθουσιάζομαι: Τα λόγια σου με κάνουν και ~ από ευτυχία.πετάει (μτφ.-προφ.) 1. βγάζει, εμφανίζει: Το δέντρο ~αξε νέα φύλλα (= έχει βλαστήσει)/ρίζες.|| ~αξε γένια/σπυράκια. 2. προεξέχει: Ίσιωσε τα μαλλιά σου, γιατί ~άνε. ~άνε τα τσουλούφια του., πέταξε (μτφ.-προφ.): σταμάτησε να υπάρχει· έσβησε, χάθηκε: Τώρα πάει, ~ η ευκαιρία! ~αν οι ελπίδες! ● ΦΡ.: μου πετάχτηκαν/μας πέταξε τα μάτια έξω (αργκό): για να δηλωθεί έντονη έκπληξη, θαυμασμός, αναστάτωση, απορία, κυρ. για κάτι που είδε κάποιος. ΣΥΝ. μου 'φυγε/μου 'πεσε η μασέλα, μου 'χει φύγει το μυαλό/το καφάσι/το κεφάλι/ο νους/το τσερβέλο, πετάει/ζει/βρίσκεται στα σύννεφα (προφ.-ειρων.): για κάποιον που δεν αντιμετωπίζει τις καταστάσεις με ρεαλισμό, δεν έχει επαφή με την πραγματικότητα. ΑΝΤ. πατάω (γερά) στη γη, ρίχνω/πετάω λάσπη (μτφ.-προφ.): συκοφαντώ: Μας ρίχνουν ~ συνεχώς. Πετάνε ~ κι όπου πιάσει. Ρίχνουν/πετούν ~ εναντίον ... ΣΥΝ. λασπολογώ, την πέταξε (αργκό): είπε βλακεία: ~ ~ες πάλι. Βλ. την άκουσα., τον πέταξε έξω/έδιωξε (κακήν κακώς/με τις κλοτσιές): για βίαιη απομάκρυνση προσώπου: Ο ιδιοκτήτης μάς πέταξε ~ (: μάς έκανε έξωση). Ο δάσκαλος τον πέταξε έξω από την τάξη (πβ. αποβάλλω). Τον πέταξαν με τις κλοτσιές από το κόμμα (πβ. διαγράφω)., (πάει,) πέταξε το πουλάκι/πουλί! βλ. πουλάκι, αφήνω/πετάω/ρίχνω σπόντες/μπηχτές/καρφιά βλ. σπόντα, βρίσκομαι/πετώ στα σύννεφα/στα ουράνια βλ. σύννεφο, μάτια που βγάζουν/πετούν σπίθες/φλόγες/φωτιές βλ. σπίθα, παίζει/πετάει το μάτι μου βλ. μάτι, παίρνω/ρίχνω/σηκώνω/πετάω μπόι βλ. μπόι, πετάει η ομάδα βλ. ομάδα, πετάει ο γάιδαρος; πετάει! βλ. γάιδαρος, πετάω κάτι στα μούτρα κάποιου βλ. μούτρο, πετάω φωτιές/φωτιά βλ. φωτιά, πετάω/ρίχνω μπανανόφλουδα σε κάποιον βλ. μπανανόφλουδα, πετάω/ρίχνω το γάντι σε κάποιον βλ. γάντι, πετώ κάποιον σαν στυμμένη λεμονόκουπα βλ. λεμονόκουπα, πετώ κάποιον στο(ν) δρόμο βλ. δρόμος, πετώ κάτι απ' το παράθυρο βλ. παράθυρο, πετώ κάτι στον δρόμο βλ. δρόμος, πετώ με τα δικά μου φτερά βλ. φτερό, πετώ στα ύψη βλ. ύψος, πετώ τα λεφτά/τα χρήματά μου απ' το παράθυρο/στον αέρα βλ. παράθυρο, πετώ τη σκούφια μου (για κάτι) βλ. σκούφια, πετώ/πηδώ απ' τη χαρά μου/από χαρά βλ. χαρά, πετώ/ρίχνω σε κάποιον το μπαλάκι βλ. μπαλάκι, πετώ/ρίχνω/βάζω (τη) λάσπη στον ανεμιστήρα βλ. λάσπη, ρίχνω/πετάω/οδηγώ (κάποιον) στον Καιάδα βλ. Καιάδας ● βλ. πετάγομαι, πεταμένος [< μεσν. πετώ < αρχ. πετῶ ‘πετάω, τρέχω γρήγορα’]

4996αξάν[ἀξάν] α-ξάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (συχνά ειρων.): προφορά, χαρακτηριστική μιας ξένης γλώσσας ή του τόπου καταγωγής: Μιλάει με γαλλικό ~.|| Βλάχικο ~. [< γαλλ. accent]
4997άξαφνα[ἄξαφνα] ά-ξαφ-να επίρρ. & έξαφνα (λαϊκό-λογοτ.): ξαφνικά: ~ ακούστηκε μια κραυγή. Άρχισε ~ να βρέχει. [< μεσν. άξαφνα, έξαφνα]
4998ΑΞΕ(οι): Άμεσες Ξένες Επενδύσεις.
4999αξεδιάλυτος, η, ο [ἀξεδιάλυτος] α-ξε-διά-λυ-τος επίθ. 1. ανεξήγητος, ανεξιχνίαστος: ~η: υπόθεση. ~ο: μυστήριο. Πβ. σκοτεινός. ΣΥΝ. αδιάλυτος (2) 2. που δεν είναι δυνατόν να ξεμπλεχτεί, να διαχωριστεί ή να διασπαστεί: ~ο κουβάρι εντυπώσεων και αναμνήσεων.|| ~ο: σύνολο (= αδια-, αξε-χώριστο).|| ~η: ενότητα (= αδιάρρηκτη). ● επίρρ.: αξεδιάλυτα
5000αξεκαθάριστος, η, ο [ἀξεκαθάριστος] α-ξε-κα-θά-ρι-στος επίθ.: που δεν έχει ξεκαθαριστεί, δεν έχει διευκρινιστεί: ~οι: λογαριασμοί (= ατακτοποίητοι, εκκρεμείς). Έμεινε ~ο το ζήτημα/θέμα (= αδιευκρίνιστο).
5001άξενος, η, ο [ἄξενος] ά-ξε-νος επίθ. (λόγ.): (για τόπο) αφιλόξενος, εχθρικός: ~η: χώρα. ~ο: περιβάλλον.|| (ως ουσ., λόγ.) Το ~ο των μεγάλων πόλεων. [< αρχ. ἄξενος]
5002αξεπέραστος, η, ο [ἀξεπέραστος] α-ξε-πέ-ρα-στος επίθ. 1. που δεν είναι εύκολο να τον ξεπεράσει κανείς, να υπάρξει καλύτερος: ~ος: άθλος/καλλιτέχνης. ~η: ομορφιά (= απαράμιλλη)/ποιότητα. ~ο: μεγαλείο/ρεκόρ. ~ στο είδος του (= ακαταμάχητος, ασυναγώνιστος). Έργα που παραμένουν ~α στο χρόνο. ΣΥΝ. ανυπέρβλητος (2) 2. που δεν είναι δυνατόν να τον υπερβεί κανείς, να τον υπερνικήσει: ~ος: φόβος. ~ες: δυσκολίες. ~α: αδιέξοδα/εμπόδια (= ανυπέρβλητα).
5003αξεσουάρ[ἀξεσουάρ] α-ξε-σου-άρ ουσ. (ουδ.) {άκλ., κυρ. στον πληθ.}: συμπληρωματικό εξάρτημα συσκευής, μηχανήματος ή συνοδευτικό στοιχείο της αμφίεσης και γενικότ. της εμφάνισης: ~ αυτοκινήτου/γραφείου/κινητών/μπάνιου/ταξιδιού. Ανταλλακτικά και ~. Βλ. γκάτζετ.|| Ενδυματολογικό ~. Ανδρικά/γυναικεία ~ (π.χ. γάντια, ζώνη, καπέλο). ~ μαλλιών/μόδας/ομορφιάς. Ένδυση-υπόδηση-~. Πβ. παρελκόμενα. [< γαλλ. accessoire]
5004άξεστος, η, ο [ἄξεστος] ά-ξε-στος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ευγένειας, καλλιέργειας, λεπτότητας στους τρόπους: ~η: συμπεριφορά (= αγενής). ~οι: άνθρωποι (= απολίτιστοι). Αγροίκος, ~ και χοντροκομμένος Πβ. ακαλλιέργητος. ● επίρρ.: άξεστα [< αρχ. ἄξεστος]
5005αξέχαστος, η, ο [ἀξέχαστος] α-ξέ-χα-στος επίθ.: που δεν ξεχνιέται, που μένει χαραγμένος στη μνήμη: ~η: μέρα. ~ο: ταξίδι. ~ες: διακοπές/εμπειρίες/στιγμές. ~α: τραγούδια. Πέρασα ένα ~ο καλοκαίρι.|| (για τιμητική αναφορά σε νεκρό:) Ο ~ (φίλος) ... (= αείμνηστος). Θα μας μείνει ~ μέσα από το έργο του. ΣΥΝ. αλησμόνητος (1) ● επίρρ.: αξέχαστα
5006αξεχώριστος, η, ο [ἀξεχώριστος] α-ξε-χώ-ρι-στος επίθ.: που δεν είναι δυνατό να διαχωριστεί από κάτι άλλο: κομμάτι ~ο από το σύνολό του. Στοιχεία αλληλένδετα και ~α. ΣΥΝ. αδιαχώριστος, αναπόσπαστος (1), αχώριστος (2) ● επίρρ.: αξεχώριστα
5007αξημέρωτος, η, ο [ἀξημέρωτος] α-ξη-μέ-ρω-τος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): (κυρ. για νύχτα) που φαίνεται ότι διαρκεί πολύ. ● επίρρ.: αξημέρωτα: Σηκώθηκα ~. ΣΥΝ. αχάραγα
5008αξι-βλ. αξιο-
5009αξία[ἀξία] α-ξί-α ουσ. (θηλ.) {αξι-ών} 1. σύνολο θετικών στοιχείων ή ιδιοτήτων που καθιστούν κάποιον ή κάτι σημαντικό, σπουδαίο, ικανό· (μεγάλη) σημασία, ικανότητα, χρησιμότητα: διατροφική/θρεπτική/καλλιτεχνική/κοινωνική/λογοτεχνική/χρηστική ~. Ανακάλυψη/έργο με μεγάλη (επιστημονική) ~. Ενθύμιο/φωτογραφία με συναισθηματική ~. Έγγραφο/εύρημα ιστορικής ~ας. Άνθρωπος ~ας (= επιπέδου, κλάσης, ποιότητας). Πτώση των ~ών. Όταν αρρώστησε, κατάλαβε την ~ της υγείας. Η ~ της δημοκρατίας/ελευθερίας/φιλίας. Μετάλλιο στρατιωτικής ~ας Α'/Β'/Γ' τάξεως (: που απονέμεται σε όσους διακρίθηκαν σε πόλεμο ή προσφέρουν σημαντικές υπηρεσίες στην πατρίδα). Θα αποδείξω την ~ μου. Πβ. σπουδαιότητα. Βλ. απ~, αυτ~.|| Αυτό που έχει ~ να θυμόμαστε ... (= αξίζει, έχει σημασία). 2. ΟΙΚΟΝ. χρηματική συνήθ. αποτίμηση πράγματος, τιμή: αρχική/μεγάλη/μηδαμινή/μικρή/περιορισμένη/σημαντική/συνολική/υπολειμματική ~. ~ αντικατάστασης. Ανεβάζω/διπλασιάζω/εκτιμώ/ελαττώνω/καθορίζω/κατεβάζω/κοστολογώ/μειώνω/υπολογίζω την ~ ενός εμπορεύματος (πβ. κόστος). Αποκτά ~. Η ~ κυμαίνεται από ... έως/μέχρι ... ευρώ. Κόσμημα ~ας ... ευρώ. Ανάλυση (: για τον καθορισμό της τιμής προϊόντος βάσει των χαρακτηριστικών και του κόστους παραγωγής του)/μείωση (= υποτίμηση) ~ας. Αυξήθηκε η ~ της γης/των οικοπέδων (= ακρίβυναν). Η ~ του νομίσματος/του χρυσού. ~ της εργασίας (πβ. αμοιβή). Δείγμα/προϊόν χωρίς ~ (: που δίνεται ή αποστέλλεται δωρεάν για διαφημιστικούς λόγους). Αγαθά υψηλής/χαμηλής ~ας. Στο μουσείο εκτίθενται ευρήματα ανεκτίμητης/ανυπολόγιστης ~ας (= πολύτιμα). Βλ. υπερ~, υπο~. 3. ΓΛΩΣΣ. η λειτουργία ενός γλωσσικού στοιχείου σε συνάρτηση με τις συνταγματικές και παραδειγματικές σχέσεις με άλλα στοιχεία του συστήματος· ειδικότ. η σημασία που λαμβάνει μια λέξη σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον. 4. ΜΟΥΣ. διάρκεια ενός φθόγγου και το σχετικό σύμβολο (φθογγόσημο). 5. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. βαθμός διαύγειας ενός χρωματικού τόνου στη ζωγραφική και συνεκδ. ο ίδιος ο χρωματικός τόνος. ● αξίες (οι): αρχές και γενικότ. ό,τι αναγνωρίζεται από τον άνθρωπο ή/και την κοινωνία ως αληθές, ωραίο, ωφέλιμο ή σημαντικό: αιώνιες/ακατάλυτες/ανθρωπιστικές/διαχρονικές/ηθικές/θρησκευτικές/κοινωνικές/παναθρώπινες/παραδοσιακές/πνευματικές (ΑΝΤ. υλικές)/πολιτιστικές ~. Αμφισβήτηση/απουσία/άρνηση/έλλειψη/ιεράρχηση/κλίμακα/κρίση ~ών. Οι ~ ενός λαού. ~ και ιδανικά. (ΦΙΛΟΣ.) Θεωρία των ~ών (= αξιολογία). Σύστημα ~ών (= αξιακό σύστημα). Έχουμε τις ίδιες/κοινές ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αξία επιχείρησης: ΟΙΚΟΝ. η συνολική της αξία (εγκαταστάσεις, ενσώματες και ασώματες ακινητοποιήσεις, ανθρώπινο δυναμικό, μετοχικό κεφάλαιο)., κινητές αξίες: ΟΙΚΟΝ. τίτλοι (μετοχές, ομόλογα, γραμμάτια) που αποδίδουν μεταβλητό ή σταθερό εισόδημα: ονομαστικές/ανώνυμες ~ ~. Επένδυση σε ~ ~. Εισηγμένες (στο χρηματιστήριο) ~ ~. [< γαλλ. valeurs mobilières ] , πραγματική/τρέχουσα αξία: ΟΙΚΟΝ. η αξία ενός περιουσιακού στοιχείου που προσαρμόζεται στις αλλαγές των τιμών (κυρ. του πληθωρισμού): ~ ~ ακινήτου/εταιρείας/μετοχών/πώλησης., Χρηματιστήριο Αξιών: ΟΙΚΟΝ. στο οποίο οι συναλλαγές έχουν ως αντικείμενο κινητές αξίες: Ο δείκτης/η τιμή των μετοχών στο ~ ~ Αθηνών ανέρχεται/κυμαίνεται ... [< αγγλ. stock exchange] , αγοραία αξία/τιμή βλ. αγοραίος, αγοραστική αξία βλ. αγοραστικός, ακαθάριστη αξία παραγωγής βλ. ακαθάριστος, αλυσίδα αξίας βλ. αλυσίδα, αναμενόμενη/προσδοκώμενη τιμή/αξία βλ. τιμή, ανταλλακτική αξία βλ. ανταλλακτικός, αντικειμενική αξία βλ. αντικειμενικός, θερμιδική/ενεργειακή αξία βλ. θερμιδικός, ονομαστική αξία βλ. ονομαστικός, προστιθέμενη αξία βλ. προστιθέμενος ● ΦΡ.: δίνω αξία: θεωρώ κάποιον ή κάτι σημαντικό, ασχολούμαι μαζί του, υπολογίζω (τη γνώμη του): Μη ~εις ~ στα λόγια της. Εγώ φταίω που σου έδωσα ~., με την αξία (μου/σου/του ...): επάξια, όχι χαριστικά: Ανέβηκε ψηλά χωρίς καμία βοήθεια, ~ ~ της., παρ' αξίαν (λόγ.): χωρίς να το αξίζει: ~ ~ ευνοημένοι., εγνωσμένης αξίας/εγνωσμένου κύρους βλ. εγνωσμένος [< αρχ. ἀξία, γαλλ. valeur, αγγλ. value]
5010αξιαγάπητος, η, ο [ἀξιαγάπητος] α-ξι-α-γά-πη-τος επίθ.: που αξίζει να τον αγαπούν: ~ο: ζωάκι/παιδί. Συμπαθητικός και ~. ΣΥΝ. αξιολάτρευτος [< μτγν. ἀξιαγάπητος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.