Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [5920-5940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4999αξεδιάλυτος, η, ο [ἀξεδιάλυτος] α-ξε-διά-λυ-τος επίθ. 1. ανεξήγητος, ανεξιχνίαστος: ~η: υπόθεση. ~ο: μυστήριο. Πβ. σκοτεινός. ΣΥΝ. αδιάλυτος (2) 2. που δεν είναι δυνατόν να ξεμπλεχτεί, να διαχωριστεί ή να διασπαστεί: ~ο κουβάρι εντυπώσεων και αναμνήσεων.|| ~ο: σύνολο (= αδια-, αξε-χώριστο).|| ~η: ενότητα (= αδιάρρηκτη). ● επίρρ.: αξεδιάλυτα
5000αξεκαθάριστος, η, ο [ἀξεκαθάριστος] α-ξε-κα-θά-ρι-στος επίθ.: που δεν έχει ξεκαθαριστεί, δεν έχει διευκρινιστεί: ~οι: λογαριασμοί (= ατακτοποίητοι, εκκρεμείς). Έμεινε ~ο το ζήτημα/θέμα (= αδιευκρίνιστο).
5001άξενος, η, ο [ἄξενος] ά-ξε-νος επίθ. (λόγ.): (για τόπο) αφιλόξενος, εχθρικός: ~η: χώρα. ~ο: περιβάλλον.|| (ως ουσ., λόγ.) Το ~ο των μεγάλων πόλεων. [< αρχ. ἄξενος]
5002αξεπέραστος, η, ο [ἀξεπέραστος] α-ξε-πέ-ρα-στος επίθ. 1. που δεν είναι εύκολο να τον ξεπεράσει κανείς, να υπάρξει καλύτερος: ~ος: άθλος/καλλιτέχνης. ~η: ομορφιά (= απαράμιλλη)/ποιότητα. ~ο: μεγαλείο/ρεκόρ. ~ στο είδος του (= ακαταμάχητος, ασυναγώνιστος). Έργα που παραμένουν ~α στο χρόνο. ΣΥΝ. ανυπέρβλητος (2) 2. που δεν είναι δυνατόν να τον υπερβεί κανείς, να τον υπερνικήσει: ~ος: φόβος. ~ες: δυσκολίες. ~α: αδιέξοδα/εμπόδια (= ανυπέρβλητα).
5003αξεσουάρ[ἀξεσουάρ] α-ξε-σου-άρ ουσ. (ουδ.) {άκλ., κυρ. στον πληθ.}: συμπληρωματικό εξάρτημα συσκευής, μηχανήματος ή συνοδευτικό στοιχείο της αμφίεσης και γενικότ. της εμφάνισης: ~ αυτοκινήτου/γραφείου/κινητών/μπάνιου/ταξιδιού. Ανταλλακτικά και ~. Βλ. γκάτζετ.|| Ενδυματολογικό ~. Ανδρικά/γυναικεία ~ (π.χ. γάντια, ζώνη, καπέλο). ~ μαλλιών/μόδας/ομορφιάς. Ένδυση-υπόδηση-~. Πβ. παρελκόμενα. [< γαλλ. accessoire]
5004άξεστος, η, ο [ἄξεστος] ά-ξε-στος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ευγένειας, καλλιέργειας, λεπτότητας στους τρόπους: ~η: συμπεριφορά (= αγενής). ~οι: άνθρωποι (= απολίτιστοι). Αγροίκος, ~ και χοντροκομμένος Πβ. ακαλλιέργητος. ● επίρρ.: άξεστα [< αρχ. ἄξεστος]
5005αξέχαστος, η, ο [ἀξέχαστος] α-ξέ-χα-στος επίθ.: που δεν ξεχνιέται, που μένει χαραγμένος στη μνήμη: ~η: μέρα. ~ο: ταξίδι. ~ες: διακοπές/εμπειρίες/στιγμές. ~α: τραγούδια. Πέρασα ένα ~ο καλοκαίρι.|| (για τιμητική αναφορά σε νεκρό:) Ο ~ (φίλος) ... (= αείμνηστος). Θα μας μείνει ~ μέσα από το έργο του. ΣΥΝ. αλησμόνητος (1) ● επίρρ.: αξέχαστα
5006αξεχώριστος, η, ο [ἀξεχώριστος] α-ξε-χώ-ρι-στος επίθ.: που δεν είναι δυνατό να διαχωριστεί από κάτι άλλο: κομμάτι ~ο από το σύνολό του. Στοιχεία αλληλένδετα και ~α. ΣΥΝ. αδιαχώριστος, αναπόσπαστος (1), αχώριστος (2) ● επίρρ.: αξεχώριστα
5007αξημέρωτος, η, ο [ἀξημέρωτος] α-ξη-μέ-ρω-τος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): (κυρ. για νύχτα) που φαίνεται ότι διαρκεί πολύ. ● επίρρ.: αξημέρωτα: Σηκώθηκα ~. ΣΥΝ. αχάραγα
5008αξι-βλ. αξιο-
5009αξία[ἀξία] α-ξί-α ουσ. (θηλ.) {αξι-ών} 1. σύνολο θετικών στοιχείων ή ιδιοτήτων που καθιστούν κάποιον ή κάτι σημαντικό, σπουδαίο, ικανό· (μεγάλη) σημασία, ικανότητα, χρησιμότητα: διατροφική/θρεπτική/καλλιτεχνική/κοινωνική/λογοτεχνική/χρηστική ~. Ανακάλυψη/έργο με μεγάλη (επιστημονική) ~. Ενθύμιο/φωτογραφία με συναισθηματική ~. Έγγραφο/εύρημα ιστορικής ~ας. Άνθρωπος ~ας (= επιπέδου, κλάσης, ποιότητας). Πτώση των ~ών. Όταν αρρώστησε, κατάλαβε την ~ της υγείας. Η ~ της δημοκρατίας/ελευθερίας/φιλίας. Μετάλλιο στρατιωτικής ~ας Α'/Β'/Γ' τάξεως (: που απονέμεται σε όσους διακρίθηκαν σε πόλεμο ή προσφέρουν σημαντικές υπηρεσίες στην πατρίδα). Θα αποδείξω την ~ μου. Πβ. σπουδαιότητα. Βλ. απ~, αυτ~.|| Αυτό που έχει ~ να θυμόμαστε ... (= αξίζει, έχει σημασία). 2. ΟΙΚΟΝ. χρηματική συνήθ. αποτίμηση πράγματος, τιμή: αρχική/μεγάλη/μηδαμινή/μικρή/περιορισμένη/σημαντική/συνολική/υπολειμματική ~. ~ αντικατάστασης. Ανεβάζω/διπλασιάζω/εκτιμώ/ελαττώνω/καθορίζω/κατεβάζω/κοστολογώ/μειώνω/υπολογίζω την ~ ενός εμπορεύματος (πβ. κόστος). Αποκτά ~. Η ~ κυμαίνεται από ... έως/μέχρι ... ευρώ. Κόσμημα ~ας ... ευρώ. Ανάλυση (: για τον καθορισμό της τιμής προϊόντος βάσει των χαρακτηριστικών και του κόστους παραγωγής του)/μείωση (= υποτίμηση) ~ας. Αυξήθηκε η ~ της γης/των οικοπέδων (= ακρίβυναν). Η ~ του νομίσματος/του χρυσού. ~ της εργασίας (πβ. αμοιβή). Δείγμα/προϊόν χωρίς ~ (: που δίνεται ή αποστέλλεται δωρεάν για διαφημιστικούς λόγους). Αγαθά υψηλής/χαμηλής ~ας. Στο μουσείο εκτίθενται ευρήματα ανεκτίμητης/ανυπολόγιστης ~ας (= πολύτιμα). Βλ. υπερ~, υπο~. 3. ΓΛΩΣΣ. η λειτουργία ενός γλωσσικού στοιχείου σε συνάρτηση με τις συνταγματικές και παραδειγματικές σχέσεις με άλλα στοιχεία του συστήματος· ειδικότ. η σημασία που λαμβάνει μια λέξη σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον. 4. ΜΟΥΣ. διάρκεια ενός φθόγγου και το σχετικό σύμβολο (φθογγόσημο). 5. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. βαθμός διαύγειας ενός χρωματικού τόνου στη ζωγραφική και συνεκδ. ο ίδιος ο χρωματικός τόνος. ● αξίες (οι): αρχές και γενικότ. ό,τι αναγνωρίζεται από τον άνθρωπο ή/και την κοινωνία ως αληθές, ωραίο, ωφέλιμο ή σημαντικό: αιώνιες/ακατάλυτες/ανθρωπιστικές/διαχρονικές/ηθικές/θρησκευτικές/κοινωνικές/παναθρώπινες/παραδοσιακές/πνευματικές (ΑΝΤ. υλικές)/πολιτιστικές ~. Αμφισβήτηση/απουσία/άρνηση/έλλειψη/ιεράρχηση/κλίμακα/κρίση ~ών. Οι ~ ενός λαού. ~ και ιδανικά. (ΦΙΛΟΣ.) Θεωρία των ~ών (= αξιολογία). Σύστημα ~ών (= αξιακό σύστημα). Έχουμε τις ίδιες/κοινές ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αξία επιχείρησης: ΟΙΚΟΝ. η συνολική της αξία (εγκαταστάσεις, ενσώματες και ασώματες ακινητοποιήσεις, ανθρώπινο δυναμικό, μετοχικό κεφάλαιο)., κινητές αξίες: ΟΙΚΟΝ. τίτλοι (μετοχές, ομόλογα, γραμμάτια) που αποδίδουν μεταβλητό ή σταθερό εισόδημα: ονομαστικές/ανώνυμες ~ ~. Επένδυση σε ~ ~. Εισηγμένες (στο χρηματιστήριο) ~ ~. [< γαλλ. valeurs mobilières ] , πραγματική/τρέχουσα αξία: ΟΙΚΟΝ. η αξία ενός περιουσιακού στοιχείου που προσαρμόζεται στις αλλαγές των τιμών (κυρ. του πληθωρισμού): ~ ~ ακινήτου/εταιρείας/μετοχών/πώλησης., Χρηματιστήριο Αξιών: ΟΙΚΟΝ. στο οποίο οι συναλλαγές έχουν ως αντικείμενο κινητές αξίες: Ο δείκτης/η τιμή των μετοχών στο ~ ~ Αθηνών ανέρχεται/κυμαίνεται ... [< αγγλ. stock exchange] , αγοραία αξία/τιμή βλ. αγοραίος, αγοραστική αξία βλ. αγοραστικός, ακαθάριστη αξία παραγωγής βλ. ακαθάριστος, αλυσίδα αξίας βλ. αλυσίδα, αναμενόμενη/προσδοκώμενη τιμή/αξία βλ. τιμή, ανταλλακτική αξία βλ. ανταλλακτικός, αντικειμενική αξία βλ. αντικειμενικός, θερμιδική/ενεργειακή αξία βλ. θερμιδικός, ονομαστική αξία βλ. ονομαστικός, προστιθέμενη αξία βλ. προστιθέμενος ● ΦΡ.: δίνω αξία: θεωρώ κάποιον ή κάτι σημαντικό, ασχολούμαι μαζί του, υπολογίζω (τη γνώμη του): Μη ~εις ~ στα λόγια της. Εγώ φταίω που σου έδωσα ~., με την αξία (μου/σου/του ...): επάξια, όχι χαριστικά: Ανέβηκε ψηλά χωρίς καμία βοήθεια, ~ ~ της., παρ' αξίαν (λόγ.): χωρίς να το αξίζει: ~ ~ ευνοημένοι., εγνωσμένης αξίας/εγνωσμένου κύρους βλ. εγνωσμένος [< αρχ. ἀξία, γαλλ. valeur, αγγλ. value]
5010αξιαγάπητος, η, ο [ἀξιαγάπητος] α-ξι-α-γά-πη-τος επίθ.: που αξίζει να τον αγαπούν: ~ο: ζωάκι/παιδί. Συμπαθητικός και ~. ΣΥΝ. αξιολάτρευτος [< μτγν. ἀξιαγάπητος]
5011αξιακός, ή, ό [ἀξιακός] α-ξι-α-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τις (πολιτικές, ηθικές) αξίες: ~ός: κώδικας. ~ό: σύστημα. ~ά: κριτήρια/πρότυπα. Οι ~ές βάσεις της σύγχρονης πολιτείας. 2. ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την υλική αξία: ~ός: υπολογισμός αμοιβών. ~ή: αλυσίδα. ● επίρρ.: αξιακά
5012αξιέπαινος, η, ο [ἀξιέπαινος] α-ξι-έ-παι-νος επίθ.: που είναι άξιος επαίνου: ~η: πράξη/προσπάθεια. ~ο: έργο/παράδειγμα προς μίμηση. Ο τρόπος που χειριστήκατε την κατάσταση είναι ~. Είναι ~ο το γεγονός ότι ...|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο του εγχειρήματος. ΣΥΝ. επαινετός ΑΝΤ. αξιοκατάκριτος, αξιόμεμπτος ● επίρρ.: αξιέπαινα [< αρχ. ἀξιέπαινος]
5013αξιέραστος, η, ο [ἀξιέραστος] α-ξι-έ-ρα-στος επίθ. (λόγ.): αξιαγάπητος, γοητευτικός. [< αρχ. ἀξιέραστος]
5014αξίζω[ἀξίζω] α-ξί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., συνηθέστ. στο γ' πρόσ.} 1. έχω ηθική, πνευματική, οικονομική ή άλλη αξία: Ανυπομονώ να δείξω τι ~. Δεν ~ει τίποτα μπροστά σου (= δεν μετράει).|| Το δαχτυλίδι της ~ει πολλά λεφτά. Πόσο ~ει (= κάνει, κοστίζει, στοιχίζει); 2. είμαι άξιος, αντάξιος, δικαιούμαι κάτι: ~ουν συγχαρητήρια στους παίκτες για την πρόκριση. Τι κακό έκανε, για να ~ει τέτοια μοίρα; (+ γεν. προσ. αντων.) Σου ~ει κάτι καλύτερο. Του φέρθηκα, όπως του άξιζε. Δεν θα σου απαντήσω, όπως σου ~ει (= ταιριάζει). ● ΦΡ.: αξίζει να: είναι καλό, επιβάλλεται, πρέπει: ~ ~ αναφερθεί/επισημανθεί/σημειωθεί ότι ... ~ ~ επισκεφθείτε το αρχαιολογικό μουσείο της περιοχής., αξίζει πολλά: είναι πολύτιμος: Η γυναίκα μου ~ ~., αξίζει τα λεφτά (του/της): για να δηλωθεί ότι η υψηλή τιμή κάποιου πράγματος συμβαδίζει με την ποιότητά του: Αν και κάπως ακριβό, ~ ~ του.|| (προφ.) Η ταινία δεν άξιζε ~ της., αξίζει τον κόπο: για κάτι που ανταμείβει την προσπάθεια ή τη δαπάνη που απαιτεί: ~ ~ να αγωνιζόμαστε γι' αυτά που πιστεύουμε. Δεν ~ ~ να ασχολείσαι μαζί του. Το ταξίδι πραγματικά άξιζε ~. [< γαλλ. ça vaut la peine] , δεν αξίζει/δεν πιάνει μία/δεκάρα & δεν αξίζει φράγκο (εμφατ.-μειωτ.): είναι ασήμαντο, έχει μηδαμινή αξία: ~ ~ ως μουσικός. Μπροστά σου ~ ~. Γι' αυτόν η ανθρώπινη ζωή ~ ~. [< μεσν. αξίζω]
5015αξίνα[ἀξίνα] α-ξί-να ουσ. (θηλ.): σκαπτικό εργαλείο με σιδερένια κεφαλή, η οποία έχει αιχμηρό το ένα άκρο της, πλατύ το άλλο και τρύπα στη μέση, όπου προσαρμόζεται ξύλινη χειρολαβή. Βλ. τσάπα, τσεκούρι, τσουγκράνα, φτυάρι. [< μεσν. αξίνα]
5016αξιο- & αξιό- & αξι-: α' συνθετικό που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο αξίζει για ό,τι εκφράζει το β' συνθετικό: αξιο-θέατο/~μακάριστος/~πρόσεκτος. Αξιό-πιστος. Αξι-αγάπητος.|| (σπανιότ., με αναφορά στην αξία κάποιου:) Aξιο-κρατία/~λόγηση.
5017αξιοβίωτος, η, ο [ἀξιοβίωτος] α-ξι-ο-βί-ω-τος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αξιοβίωτη ανάπτυξη: ΟΙΚΟΝ.-ΟΙΚΟΛ. αξιόλογη ποιότητα ζωής για όλους τους κατοίκους του πλανήτη σε όλα τα επίπεδα (οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό, πολιτισμικό, τεχνολογικό): αποκεντρωμένη/ολοκληρωμένη ~ ~. Πβ. βιώσιμη/αειφόρος ανάπτυξη. [< αρχ. ἀξιοβίωτος ‘αυτός για τον οποίο αξίζει τον κόπο να ζήσει κανείς’]
5018αξιόγραφο[ἀξιόγραφο] α-ξι-ό-γρα-φο ουσ. (ουδ.) {αξιογράφ-ου | -ων, συνήθ. στον πληθ.}: ΟΙΚΟΝ. έγγραφο που ενσωματώνει μια αξία ή ένα δικαίωμα, για την άσκηση του οποίου είναι απαραίτητη η κατοχή και προσκόμισή του (π.χ. γραμμάτιο σε διαταγή, επιταγή, μετοχή, ομόλογο, συναλλαγματική): επενδυτικό ~. ~ κεφαλαίου/προθεσμίας. Εξόφληση ~ου. Πβ. τίτλος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.