Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [5940-5960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5019αξιοζήλευτος, η, ο [ἀξιοζήλευτος] α-ξι-ο-ζή-λευ-τος επίθ.: που αξίζει να τον ζηλεύει, να τον θαυμάζει κάποιος: ~η: θέση. ~ο: έργο. ~ες: επιδόσεις/ικανότητες. ~α: επιτεύγματα. Σε ~α επίπεδα (= υψηλά). ΣΥΝ. αξιοθαύμαστος, επίζηλος, ζηλευτός ΑΝΤ. αξιοθρήνητος ● επίρρ.: αξιοζήλευτα [< γαλλ. enviable]
5020αξιοθαύμαστος, η, ο [ἀξιοθαύμαστος] α-ξι-ο-θαύ-μα-στος επίθ.: που αξίζει να τον θαυμάζει κάποιος: ~η: αντοχή/ικανότητα/προσπάθεια/τεχνική. ~α: έργα. Είναι ~ για το θάρρος του. (Επ)έδειξε ~η υπομονή. Επέμβαση/θεραπεία με ~α αποτελέσματα. Είναι ~ο το πώς τα κατάφερε. ΣΥΝ. αξιοζήλευτος, θαυμαστός ● επίρρ.: αξιοθαύμαστα [< αρχ. ἀξιοθαύμαστος]
5021αξιοθέατα[ἀξιοθέατα] α-ξι-ο-θέ-α-τα ουσ. (ουδ.) {σπανιότ. στον εν. αξιοθέατο}: μνημεία, κτίσματα, μέρη περιοχής που αξίζει να επισκεφθεί κάποιος για την ιστορική τους αξία, τη σπουδαιότητα, την ομορφιά τους: τουριστικά ~α. Επίσκεψη/ξενάγηση στα ~α της πόλης. [< αρχ. ἀξιοθέατος, γαλλ. curiosités]
5022αξιοθέατος, η, ο [ἀξιοθέατος] α-ξι-ο-θέ-α-τος επίθ.: που αξίζει να τον δει, να τον επισκεφθεί κάποιος: α: μνημεία. [< αρχ. ἀξιοθέατος]
5023αξιοθρήνητος, η, ο [ἀξιοθρήνητος] α-ξι-ο-θρή-νη-τος επίθ.: αξιολύπητος: ~η: εμφάνιση/ομάδα/παράσταση. ~ο: ανθρωπάκι/πλάσμα/ύφος. ~ες: συνθήκες. Είναι θλιβερός και ~. Πβ. οικτρός.|| (ως ουσ., λόγ.) Το ~ο (και τραγικό) της υπόθεσης. ΑΝΤ. αξιοζήλευτος ● επίρρ.: αξιοθρήνητα [< γαλλ. lamentable]
5024αξιοκατάκριτος, η, ο [ἀξιοκατάκριτος] α-ξι-ο-κα-τά-κρι-τος επίθ. (λόγ.): που αξίζει να κατηγορηθεί, να κατακριθεί: ~η: στάση/συμπεριφορά. ~ο: γεγονός/θέαμα. ~ες: πράξεις (= απεχθείς, επαίσχυντες). Πβ. επονείδιστος. ΣΥΝ. αξιόμεμπτος, κατακριτέος ΑΝΤ. αξιέπαινος [< μεσν. αξιοκατάκριτος]
5025αξιοκαταφρόνητος, η, ο [ἀξιοκαταφρόνητος] α-ξι-ο-κα-τα-φρό-νη-τος επίθ. (συνήθ. με άρνηση σε σχήμα λιτότητας): που είναι άξιος περιφρόνησης, ασήμαντος: Μην τον θεωρείς διόλου ~ο αντίπαλο. Το ποσό κάθε άλλο παρά ~ο είναι. ΣΥΝ. ευκαταφρόνητος ΑΝΤ. ακαταφρόνητος [< μτγν. ἀξιοκαταφρόνητος]
5026αξιοκρατία[ἀξιοκρατία] α-ξι-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): κοινωνική ιεράρχηση βάσει των ικανοτήτων και επιδόσεων των ατόμων και όχι βάσει του πλούτου, των γνωριμιών ή της καταγωγής τους: αξιολόγηση/διαφάνεια/δικαιοσύνη και ~. Διακυβέρνηση με ήθος και ~. Η ~ αποτελεί βασική αρχή του δημοκρατικού πολιτεύματος. Βλ. -κρατία. ΑΝΤ. αναξιοκρατία, ευνοιοκρατία, νεποτισμός [< αγγλ. meritocracy, 1956, γαλλ. méritocratie, 1969]
5027αξιοκρατικός, ή, ό [ἀξιοκρατικός] α-ξι-ο-κρα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αξιοκρατία: ~ή: επιλογή/κατανομή (θέσεων)/στελέχωση. ~ά: κριτήρια. Σύστημα που λειτουργεί με ~ό και δημοκρατικό τρόπο. ΑΝΤ. αναξιοκρατικός ● επίρρ.: αξιοκρατικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Διορίστηκε ~. [< αγγλ. meritocratic, γαλλ. méritocratique]
5028αξιολάτρευτος, η, ο [ἀξιολάτρευτος] α-ξι-ο-λά-τρευ-τος επίθ.: που είναι άξιος αγάπης, λατρείας: ~ο: μωρό. Πβ. λατρευτός. ΣΥΝ. αξιαγάπητος ● επίρρ.: αξιολάτρευτα [< γαλλ. adorable]
5029αξιολόγηση[ἀξιολόγηση] α-ξι-ο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.) 1. διαδικασία που αποσκοπεί στη συστηματική και αντικειμενική εκτίμηση του αποτελέσματος μιας δραστηριότητας, σε σχέση με τους επιδιωκόμενους στόχους και την καταλληλότητα των χρησιμοποιούμενων μέσων και μεθόδων: αριθμητική/ατομική/αυθεντική/διαγνωστική/διαρκής/(ΠΑΙΔΑΓ.) διαμορφωτική (: που πραγματοποιείται σταδιακά κατά την εξέλιξη της διδασκαλίας)/διερευνητική/εκπαιδευτική/εξατομικευμένη/περιγραφική/συγκεντρωτική/συγκριτική/συνεχής/συνολική/τελική/υποκειμενική ~. ~ απόδοσης/δεδομένων/εργασίας/λογισμικού/μαθήματος/μαθητή (π.χ. προφορική-γραπτή εξέταση, εργασίες)/πανεπιστημίων/της ποιότητας .../της πορείας (λ.χ. μιας επιχείρησης)/προγραμμάτων/σχεδίου. Επιτροπή/κριτήρια/σύμβουλος/σύστημα ~ης. Τεστ ~ης (: που αξιολογεί την επίδοση, το επίπεδο των μαθητών). ~ και εξετάσεις. Οικονομικές/πολιτικές ~ήσεις. Διενεργούνται ~ήσεις. || ~η από (ομότιμους) κριτές. Βλ. αυτο~, επαν~, αποτίμηση. 2. ΟΙΚΟΝ. υπολογισμός της αξίας περιουσιακών στοιχείων, επενδυτικών χαρτοφυλακίων, κυρ. για λόγους φορολογίας ή ασφάλειας: ~ μετοχών/ομολόγων. ● ΣΥΜΠΛ.: εξωτερική αξιολόγηση: που αφορά τα πορίσματα της εσωτερικής αξιολόγησης ενός φορέα και γίνεται από επιτροπή αποτελούμενη από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες: έκθεση ~ής ~ης. ~ ~ του εκπαιδευόμενου/έργου., εσωτερική αξιολόγηση: που αναφέρεται στην ποιότητα του επιτελούμενου έργου ενός φορέα και διενεργείται από τον ίδιο με βάση αντικειμενικά κριτήρια και δείκτες κοινής συναίνεσης και γενικής αποδοχής., αξιολόγηση κινδύνου βλ. κίνδυνος, έρευνα αξιολόγησης βλ. έρευνα, οίκος (πιστοληπτικής) αξιολόγησης βλ. οίκος [< αγγλ. evaluation, assessment, γαλλ. évaluation]
5030αξιολογητής[ἀξιολογητής] α-ξι-ο-λο-γη-τής ουσ. (αρσ.) , αξιολογήτρια (η): πρόσωπο αρμόδιο για την αξιολόγηση προσώπου ή πράγματος: ειδικός/εξωτερικός ~. ~-κριτής. ~ ερευνητικών έργων/προτάσεων. Εκπαιδεύτρια και ~τρια. ~ές φορέων πιστοποίησης. Μητρώο/σώμα ~ών. Βλ. βαθμολογητής, εκτιμητής. [< αγγλ. evaluator, 1952]
5031αξιολογία[ἀξιολογία] α-ξι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. κλάδος που μελετά την ουσία, τα είδη και τα κριτήρια που διέπουν τις αξίες και τις αξιολογικές κρίσεις, κυρ. στην αισθητική, την ηθική και τη θρησκεία. Βλ. -λογία. [< γαλλ. axiologie, 1902, αγγλ. axiology, 1908]
5032αξιολογικός, ή, ό [ἀξιολογικός] α-ξι-ο-λο-γι-κός επίθ. 1. που στοχεύει στην αξιολόγηση ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: πίνακας/χαρακτηρισμός. ~ή: έκθεση/εκτίμηση/θεώρηση/κατάταξη/κλίμακα/κρίση/σειρά/τοποθέτηση. ~ό: σύστημα. ~ές: αποτιμήσεις/παρατηρήσεις. ~ά: κριτήρια. 2. ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με την αξιολογία: ~ές: αρχές. Βλ. οντολογικός. ● επίρρ.: αξιολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. axiologique, 1927, αγγλ. axiological]
5033αξιολόγιο[ἀξιολόγιο] α-ξι-ο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): σύστημα αξιολόγησης: Εφαρμογή νέου ~ίου για τους εργαζομένους. Βλ. -λόγιο.
5034αξιόλογος, η, ο [ἀξιόλογος] α-ξι-ό-λο-γος επίθ.: σημαντικός, σπουδαίος (συνήθ. μετριαστικά), άξιος λόγου: ~η: ομάδα/πρόοδος/προσπάθεια/ταινία. ~ο: έργο τέχνης/κείμενο/μνημείο. ~οι: επιστήμονες/καλλιτέχνες. Θερμοκρασία χωρίς ~η μεταβολή. Ανέπτυξε ~η πολιτιστική δράση. Δεν συνέβη τίποτα ~ο.|| ~ (= μεγάλος) αριθμός συμμετοχών. Βλ. -λογος. [< αρχ. ἀξιόλογος ‘αξιοσημείωτος’]
5035αξιολογώ[ἀξιολογῶ] α-ξι-ο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {αξιολογ-είς ..., -ώντας | αξιολόγ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: καθορίζω, εκτιμώ την αξία ή τη σημασία προσώπου ή πράγματος: ~ τις γνώσεις (πβ. κρίνω)/τις ενέργειες/την επίδοση (πβ. βαθμολογώ)/τις επιλογές/την προσπάθεια (κάποιου). ~ αρνητικά/θετικά/ποιοτικά ή ποσοτικά (κάποιον/κάτι). Τα αποτελέσματα της έρευνας ελέγχονται και ~ούνται. ~ήθηκε η επικινδυνότητα των μέτρων. Πρέπει να ~ηθούν όλες οι παράμετροι πριν από τη λήψη απόφασης. Αντικειμενικώς ~ούμενα προσόντα. Αξιολογητές και ~ούμενοι. ~ημένες: προτάσεις. ~ημένα: προγράμματα. Πβ. αποτιμώ. Βλ. επαν~, -λογώ. [< μεσν. αξιολογώ 'τιμώ', αγγλ. evaluate, γαλλ. évaluer]
5036αξιολύπητος, η, ο [ἀξιολύπητος] α-ξι-ο-λύ-πη-τος επίθ.: που προκαλεί οίκτο, συμπάθεια ή αποστροφή: ~η: εμφάνιση. ~ο: θέαμα. ~α: ανθρωπάκια. Με ~ο ύφος (πβ. σαν κλαμένη χήρα). Δυστυχισμένη/μίζερη και ~η ζωή. Είσαι ~! Πβ. τρισάθλιος. ΣΥΝ. αξιοθρήνητος [< γαλλ. pitoyable]
5037αξιομακάριστος, η, ο [ἀξιομακάριστος] α-ξι-ο-μα-κά-ρι-στος επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. (κυρ. σε επικήδειο) που αξίζει να τον μακαρίζει κάποιος: Αιωνία σου η μνήμη, ~ε και αείμνηστε αδελφέ. [< αρχ. ἀξιομακάριστος ‘άξιος να θεωρείται καλότυχος’]
5038αξιόμαχος, η, ο [ἀξιόμαχος] α-ξι-ό-μα-χος επίθ. (λόγ.): που είναι ανά πάσα στιγμή ικανός για μάχη, αγώνα, δοκιμασία και γενικότ. που βρίσκεται σε ετοιμότητα: ~ος: αντίπαλος/στρατός.|| ~η: ομάδα. ~ο: δυναμικό. Η επιχείρηση πρέπει να είναι ανταγωνιστική και ~η. Πβ. μάχιμος. Βλ. -μαχος. ● Ουσ.: αξιόμαχο (το) (λόγ.): ικανότητα, ετοιμότητα για μάχη: το ~ των Ενόπλων Δυνάμεων/του στρατεύματος. [< αρχ. ἀξιόμαχος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.