Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [5940-5960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5011αξιακός, ή, ό [ἀξιακός] α-ξι-α-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τις (πολιτικές, ηθικές) αξίες: ~ός: κώδικας. ~ό: σύστημα. ~ά: κριτήρια/πρότυπα. Οι ~ές βάσεις της σύγχρονης πολιτείας. 2. ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την υλική αξία: ~ός: υπολογισμός αμοιβών. ~ή: αλυσίδα. ● επίρρ.: αξιακά
5012αξιέπαινος, η, ο [ἀξιέπαινος] α-ξι-έ-παι-νος επίθ.: που είναι άξιος επαίνου: ~η: πράξη/προσπάθεια. ~ο: έργο/παράδειγμα προς μίμηση. Ο τρόπος που χειριστήκατε την κατάσταση είναι ~. Είναι ~ο το γεγονός ότι ...|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο του εγχειρήματος. ΣΥΝ. επαινετός ΑΝΤ. αξιοκατάκριτος, αξιόμεμπτος ● επίρρ.: αξιέπαινα [< αρχ. ἀξιέπαινος]
5013αξιέραστος, η, ο [ἀξιέραστος] α-ξι-έ-ρα-στος επίθ. (λόγ.): αξιαγάπητος, γοητευτικός. [< αρχ. ἀξιέραστος]
5014αξίζω[ἀξίζω] α-ξί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., συνηθέστ. στο γ' πρόσ.} 1. έχω ηθική, πνευματική, οικονομική ή άλλη αξία: Ανυπομονώ να δείξω τι ~. Δεν ~ει τίποτα μπροστά σου (= δεν μετράει).|| Το δαχτυλίδι της ~ει πολλά λεφτά. Πόσο ~ει (= κάνει, κοστίζει, στοιχίζει); 2. είμαι άξιος, αντάξιος, δικαιούμαι κάτι: ~ουν συγχαρητήρια στους παίκτες για την πρόκριση. Τι κακό έκανε, για να ~ει τέτοια μοίρα; (+ γεν. προσ. αντων.) Σου ~ει κάτι καλύτερο. Του φέρθηκα, όπως του άξιζε. Δεν θα σου απαντήσω, όπως σου ~ει (= ταιριάζει). ● ΦΡ.: αξίζει να: είναι καλό, επιβάλλεται, πρέπει: ~ ~ αναφερθεί/επισημανθεί/σημειωθεί ότι ... ~ ~ επισκεφθείτε το αρχαιολογικό μουσείο της περιοχής., αξίζει πολλά: είναι πολύτιμος: Η γυναίκα μου ~ ~., αξίζει τα λεφτά (του/της): για να δηλωθεί ότι η υψηλή τιμή κάποιου πράγματος συμβαδίζει με την ποιότητά του: Αν και κάπως ακριβό, ~ ~ του.|| (προφ.) Η ταινία δεν άξιζε ~ της., αξίζει τον κόπο: για κάτι που ανταμείβει την προσπάθεια ή τη δαπάνη που απαιτεί: ~ ~ να αγωνιζόμαστε γι' αυτά που πιστεύουμε. Δεν ~ ~ να ασχολείσαι μαζί του. Το ταξίδι πραγματικά άξιζε ~. [< γαλλ. ça vaut la peine] , δεν αξίζει/δεν πιάνει μία/δεκάρα & δεν αξίζει φράγκο (εμφατ.-μειωτ.): είναι ασήμαντο, έχει μηδαμινή αξία: ~ ~ ως μουσικός. Μπροστά σου ~ ~. Γι' αυτόν η ανθρώπινη ζωή ~ ~. [< μεσν. αξίζω]
5015αξίνα[ἀξίνα] α-ξί-να ουσ. (θηλ.): σκαπτικό εργαλείο με σιδερένια κεφαλή, η οποία έχει αιχμηρό το ένα άκρο της, πλατύ το άλλο και τρύπα στη μέση, όπου προσαρμόζεται ξύλινη χειρολαβή. Βλ. τσάπα, τσεκούρι, τσουγκράνα, φτυάρι. [< μεσν. αξίνα]
5016αξιο- & αξιό- & αξι-: α' συνθετικό που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο αξίζει για ό,τι εκφράζει το β' συνθετικό: αξιο-θέατο/~μακάριστος/~πρόσεκτος. Αξιό-πιστος. Αξι-αγάπητος.|| (σπανιότ., με αναφορά στην αξία κάποιου:) Aξιο-κρατία/~λόγηση.
5017αξιοβίωτος, η, ο [ἀξιοβίωτος] α-ξι-ο-βί-ω-τος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αξιοβίωτη ανάπτυξη: ΟΙΚΟΝ.-ΟΙΚΟΛ. αξιόλογη ποιότητα ζωής για όλους τους κατοίκους του πλανήτη σε όλα τα επίπεδα (οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό, πολιτισμικό, τεχνολογικό): αποκεντρωμένη/ολοκληρωμένη ~ ~. Πβ. βιώσιμη/αειφόρος ανάπτυξη. [< αρχ. ἀξιοβίωτος ‘αυτός για τον οποίο αξίζει τον κόπο να ζήσει κανείς’]
5018αξιόγραφο[ἀξιόγραφο] α-ξι-ό-γρα-φο ουσ. (ουδ.) {αξιογράφ-ου | -ων, συνήθ. στον πληθ.}: ΟΙΚΟΝ. έγγραφο που ενσωματώνει μια αξία ή ένα δικαίωμα, για την άσκηση του οποίου είναι απαραίτητη η κατοχή και προσκόμισή του (π.χ. γραμμάτιο σε διαταγή, επιταγή, μετοχή, ομόλογο, συναλλαγματική): επενδυτικό ~. ~ κεφαλαίου/προθεσμίας. Εξόφληση ~ου. Πβ. τίτλος.
5019αξιοζήλευτος, η, ο [ἀξιοζήλευτος] α-ξι-ο-ζή-λευ-τος επίθ.: που αξίζει να τον ζηλεύει, να τον θαυμάζει κάποιος: ~η: θέση. ~ο: έργο. ~ες: επιδόσεις/ικανότητες. ~α: επιτεύγματα. Σε ~α επίπεδα (= υψηλά). ΣΥΝ. αξιοθαύμαστος, επίζηλος, ζηλευτός ΑΝΤ. αξιοθρήνητος ● επίρρ.: αξιοζήλευτα [< γαλλ. enviable]
5020αξιοθαύμαστος, η, ο [ἀξιοθαύμαστος] α-ξι-ο-θαύ-μα-στος επίθ.: που αξίζει να τον θαυμάζει κάποιος: ~η: αντοχή/ικανότητα/προσπάθεια/τεχνική. ~α: έργα. Είναι ~ για το θάρρος του. (Επ)έδειξε ~η υπομονή. Επέμβαση/θεραπεία με ~α αποτελέσματα. Είναι ~ο το πώς τα κατάφερε. ΣΥΝ. αξιοζήλευτος, θαυμαστός ● επίρρ.: αξιοθαύμαστα [< αρχ. ἀξιοθαύμαστος]
5021αξιοθέατα[ἀξιοθέατα] α-ξι-ο-θέ-α-τα ουσ. (ουδ.) {σπανιότ. στον εν. αξιοθέατο}: μνημεία, κτίσματα, μέρη περιοχής που αξίζει να επισκεφθεί κάποιος για την ιστορική τους αξία, τη σπουδαιότητα, την ομορφιά τους: τουριστικά ~α. Επίσκεψη/ξενάγηση στα ~α της πόλης. [< αρχ. ἀξιοθέατος, γαλλ. curiosités]
5022αξιοθέατος, η, ο [ἀξιοθέατος] α-ξι-ο-θέ-α-τος επίθ.: που αξίζει να τον δει, να τον επισκεφθεί κάποιος: α: μνημεία. [< αρχ. ἀξιοθέατος]
5023αξιοθρήνητος, η, ο [ἀξιοθρήνητος] α-ξι-ο-θρή-νη-τος επίθ.: αξιολύπητος: ~η: εμφάνιση/ομάδα/παράσταση. ~ο: ανθρωπάκι/πλάσμα/ύφος. ~ες: συνθήκες. Είναι θλιβερός και ~. Πβ. οικτρός.|| (ως ουσ., λόγ.) Το ~ο (και τραγικό) της υπόθεσης. ΑΝΤ. αξιοζήλευτος ● επίρρ.: αξιοθρήνητα [< γαλλ. lamentable]
5024αξιοκατάκριτος, η, ο [ἀξιοκατάκριτος] α-ξι-ο-κα-τά-κρι-τος επίθ. (λόγ.): που αξίζει να κατηγορηθεί, να κατακριθεί: ~η: στάση/συμπεριφορά. ~ο: γεγονός/θέαμα. ~ες: πράξεις (= απεχθείς, επαίσχυντες). Πβ. επονείδιστος. ΣΥΝ. αξιόμεμπτος, κατακριτέος ΑΝΤ. αξιέπαινος [< μεσν. αξιοκατάκριτος]
5025αξιοκαταφρόνητος, η, ο [ἀξιοκαταφρόνητος] α-ξι-ο-κα-τα-φρό-νη-τος επίθ. (συνήθ. με άρνηση σε σχήμα λιτότητας): που είναι άξιος περιφρόνησης, ασήμαντος: Μην τον θεωρείς διόλου ~ο αντίπαλο. Το ποσό κάθε άλλο παρά ~ο είναι. ΣΥΝ. ευκαταφρόνητος ΑΝΤ. ακαταφρόνητος [< μτγν. ἀξιοκαταφρόνητος]
5026αξιοκρατία[ἀξιοκρατία] α-ξι-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): κοινωνική ιεράρχηση βάσει των ικανοτήτων και επιδόσεων των ατόμων και όχι βάσει του πλούτου, των γνωριμιών ή της καταγωγής τους: αξιολόγηση/διαφάνεια/δικαιοσύνη και ~. Διακυβέρνηση με ήθος και ~. Η ~ αποτελεί βασική αρχή του δημοκρατικού πολιτεύματος. Βλ. -κρατία. ΑΝΤ. αναξιοκρατία, ευνοιοκρατία, νεποτισμός [< αγγλ. meritocracy, 1956, γαλλ. méritocratie, 1969]
5027αξιοκρατικός, ή, ό [ἀξιοκρατικός] α-ξι-ο-κρα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αξιοκρατία: ~ή: επιλογή/κατανομή (θέσεων)/στελέχωση. ~ά: κριτήρια. Σύστημα που λειτουργεί με ~ό και δημοκρατικό τρόπο. ΑΝΤ. αναξιοκρατικός ● επίρρ.: αξιοκρατικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Διορίστηκε ~. [< αγγλ. meritocratic, γαλλ. méritocratique]
5028αξιολάτρευτος, η, ο [ἀξιολάτρευτος] α-ξι-ο-λά-τρευ-τος επίθ.: που είναι άξιος αγάπης, λατρείας: ~ο: μωρό. Πβ. λατρευτός. ΣΥΝ. αξιαγάπητος ● επίρρ.: αξιολάτρευτα [< γαλλ. adorable]
5029αξιολόγηση[ἀξιολόγηση] α-ξι-ο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.) 1. διαδικασία που αποσκοπεί στη συστηματική και αντικειμενική εκτίμηση του αποτελέσματος μιας δραστηριότητας, σε σχέση με τους επιδιωκόμενους στόχους και την καταλληλότητα των χρησιμοποιούμενων μέσων και μεθόδων: αριθμητική/ατομική/αυθεντική/διαγνωστική/διαρκής/(ΠΑΙΔΑΓ.) διαμορφωτική (: που πραγματοποιείται σταδιακά κατά την εξέλιξη της διδασκαλίας)/διερευνητική/εκπαιδευτική/εξατομικευμένη/περιγραφική/συγκεντρωτική/συγκριτική/συνεχής/συνολική/τελική/υποκειμενική ~. ~ απόδοσης/δεδομένων/εργασίας/λογισμικού/μαθήματος/μαθητή (π.χ. προφορική-γραπτή εξέταση, εργασίες)/πανεπιστημίων/της ποιότητας .../της πορείας (λ.χ. μιας επιχείρησης)/προγραμμάτων/σχεδίου. Επιτροπή/κριτήρια/σύμβουλος/σύστημα ~ης. Τεστ ~ης (: που αξιολογεί την επίδοση, το επίπεδο των μαθητών). ~ και εξετάσεις. Οικονομικές/πολιτικές ~ήσεις. Διενεργούνται ~ήσεις. || ~η από (ομότιμους) κριτές. Βλ. αυτο~, επαν~, αποτίμηση. 2. ΟΙΚΟΝ. υπολογισμός της αξίας περιουσιακών στοιχείων, επενδυτικών χαρτοφυλακίων, κυρ. για λόγους φορολογίας ή ασφάλειας: ~ μετοχών/ομολόγων. ● ΣΥΜΠΛ.: εξωτερική αξιολόγηση: που αφορά τα πορίσματα της εσωτερικής αξιολόγησης ενός φορέα και γίνεται από επιτροπή αποτελούμενη από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες: έκθεση ~ής ~ης. ~ ~ του εκπαιδευόμενου/έργου., εσωτερική αξιολόγηση: που αναφέρεται στην ποιότητα του επιτελούμενου έργου ενός φορέα και διενεργείται από τον ίδιο με βάση αντικειμενικά κριτήρια και δείκτες κοινής συναίνεσης και γενικής αποδοχής., αξιολόγηση κινδύνου βλ. κίνδυνος, έρευνα αξιολόγησης βλ. έρευνα, οίκος (πιστοληπτικής) αξιολόγησης βλ. οίκος [< αγγλ. evaluation, assessment, γαλλ. évaluation]
5030αξιολογητής[ἀξιολογητής] α-ξι-ο-λο-γη-τής ουσ. (αρσ.) , αξιολογήτρια (η): πρόσωπο αρμόδιο για την αξιολόγηση προσώπου ή πράγματος: ειδικός/εξωτερικός ~. ~-κριτής. ~ ερευνητικών έργων/προτάσεων. Εκπαιδεύτρια και ~τρια. ~ές φορέων πιστοποίησης. Μητρώο/σώμα ~ών. Βλ. βαθμολογητής, εκτιμητής. [< αγγλ. evaluator, 1952]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.