Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [5960-5980]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5039αξιόμεμπτος, η, ο [ἀξιόμεμπτος] α-ξι-ό-με-μπτος επίθ. (λόγ.): που είναι άξιος μομφής, κατηγορίας, επίκρισης: ~η: πράξη/συμπεριφορά.|| (ως ουσ.) Δεν βρίσκω κάτι το ~ο στο παρελθόν του. Δεν έχω κάνει/πει τίποτα το ~ο. ΣΥΝ. αξιοκατάκριτος, επιλήψιμος ΑΝΤ. άμεμπτος, ανεπίληπτος, αξιέπαινος [< γαλλ. blâmable]
5040αξιομίμητος, η, ο [ἀξιομίμητος] α-ξι-ο-μί-μη-τος επίθ. (λόγ.): που αξίζει να τον μιμηθεί κάποιος, να τον έχει ως πρότυπο: ~ο: παράδειγμα. [< μτγν. ἀξιομίμητος]
5041αξιομνημόνευτος, η, ο [ἀξιομνημόνευτος] α-ξι-ο-μνη-μό-νευ-τος επίθ.: που αξίζει να τον θυμάται, να τον μνημονεύει κάποιος: ~η: εκδήλωση. ~ο: γεγονός/έργο. ~ες: στιγμές. ~α: περιστατικά (= αξιοσημείωτα). Δεν είπε κάτι (το) ~ο (= άξιο μνείας, αξιόλογο, σπουδαίο). [< αρχ. ἀξιομνημόνευτος, γαλλ. mémorable]
5042αξιόνιο[ἀξιόνιο] α-ξι-ό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {αξιον-ίων, συνήθ. στον πληθ.}: ΦΥΣ. υποθετικό στοιχειώδες σωματίδιο του οποίου η μάζα υπολογίζεται ότι είναι απειροελάχιστη: πείραμα για ανίχνευση ~ίων. Βλ. νετραλίνο, σκοτεινή ύλη. [< αγγλ. axion, 1978]
5043αξιοπαρατήρητος, η, ο [ἀξιοπαρατήρητος] α-ξι-ο-πα-ρα-τή-ρη-τος επίθ.: που αξίζει να τον παρατηρήσει, να τον επισημάνει κάποιος: ~η: αλλαγή/αντίθεση/αύξηση. ~ο: φαινόμενο. Είναι ~ο (= αξιοσημείωτο) το γεγονός ότι ... Πβ. αξιοπρόσεκτος.
5044αξιοπερίεργος, η, ο [ἀξιοπερίεργος] α-ξι-ο-πε-ρί-ερ-γος επίθ.: που προκαλεί την περιέργεια, που κάνει εντύπωση: ~ος: τύπος (πβ. παράξενος). ~α: όντα (= ασυνήθιστα). Είναι ~ο το γιατί/πώς ...|| (ως ουσ.) Τα ~α της διοργάνωσης/εκδήλωσης/χρονιάς.
5045αξιοπιστία[ἀξιοπιστία] α-ξι-ο-πι-στί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα ή το σύνολο των χαρακτηριστικών του αξιόπιστου: πολιτική/υψηλή ~. ~ των αποτελεσμάτων/της έρευνας/της λειτουργίας/των μετρήσεων/των στοιχείων/του Τύπου/των παρεχόμενων υπηρεσιών. ~ και Έλεγχος Ποιότητας Συστημάτων. Βαθμός/δείκτης/εγγύηση/τεστ ~ας. Πηγές αμφιβόλου ~ας.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δεδομένων/λογισμικού/υλικού. ΣΥΝ. βασιμότητα, φερεγγυότητα ΑΝΤ. αναξιοπιστία [< μτγν. ἀξιοπιστία, αγγλ. reliability, γαλλ. fiabilité, διαδόθηκε 1962]
5046αξιόπιστος, η, ο [ἀξιόπιστος] α-ξι-ό-πι-στος επίθ.: που μπορεί κάποιος να τον εμπιστευτεί: ~ος: μάρτυρας/συνεργάτης. ~η: διαδικασία/πηγή/πληροφόρηση/σύνδεση. ~ο: σύστημα (: λειτουργικό, ασφαλές). ~οι: επενδυτές (βλ. αξιόχρεος). ~ες: συναλλαγές (= διαφανείς). ~α: αποτελέσματα/στοιχεία (= ακριβή, έγκυρα). Για να είναι κανείς ~, πρέπει τα λόγια του να ακολουθούνται από έργα. Πβ. εμπιστεύσιμος. ΣΥΝ. φερέγγυος ΑΝΤ. αναξιόπιστος [< αρχ. ἀξιόπιστος, αγγλ. reliable, γαλλ. fiable, περ. 1968]
5047αξιοπλοΐα[ἀξιοπλοΐα] α-ξι-ο-πλο-ΐ-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ικανότητα ασφαλούς πλεύσης ενός σκάφους: πιστοποιητικό ~ας (από νηογνώμονα). Βλ. -πλοΐα. [< αγγλ. seaworthiness]
5048αξιόπλοος, η, ο [ἀξιόπλοος] α-ξι-ό-πλο-ος επίθ. (επίσ.): (για σκάφος) ικανός ή κατάλληλος για πλεύση: οριακά/πλήρως ~ο καράβι. Το πλοίο κρίθηκε ~ο (σε ανέμους έντασης ... μποφόρ).|| (ως ουσ.) Το ~ο των αεροσκαφών/του στόλου. [< αγγλ. seaworthy]
5049αξιοποίηση[ἀξιοποίηση] α-ξι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): αποτελεσματική χρησιμοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρει κάτι· ειδικότ. οικονομική εκμετάλλευση: άμεση/έγκαιρη/κατάλληλη. ~ των γνώσεων/ικανοτήτων (κάποιου). Κοινωνική ~ ερευνητικών αποτελεσμάτων. Παιδαγωγική ~ του διαδικτύου. Δυνατότητες ~ης του ελεύθερου χρόνου.|| Εμπορική/επιχειρηματική ~. ~ ακινήτου/φυσικών πόρων. ~ της γης/των εγκαταστάσεων. Αναπλάσεις, ~ήσεις περιοχών. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. valorisation]
5050αξιοποιήσιμος, η, ο [ἀξιοποιήσιμος] α-ξι-ο-ποι-ή-σι-μος επίθ. (λόγ.): που είναι δυνατόν να αξιοποιηθεί: ~ος: χρόνος/χώρος. ~η: γη/περιοχή. ~ο: δυναμικό/υλικό. ~οι: πόροι. ~α: στοιχεία/συμπεράσματα. Επαγγελματικά μη ~οι τίτλοι σπουδών. Εμπορικώς ~α προϊόντα. Πβ. εκμεταλλεύσιμος. ΑΝΤ. αναξιοποίητος [< γαλλ. valorisant, 1966]
5051αξιόποινος, η, ο [ἀξιόποινος] α-ξι-ό-ποι-νος επίθ.: που αξίζει, πρέπει να του επιβληθεί ποινή: ~η: πράξη. ~ο: αδίκημα.|| (ως ουσ.-λόγ.) Άρση/εξάλειψη/παραγραφή του ~ου μιας παράνομης ενέργειας. ΣΥΝ. κολάσιμος [< μτγν. ἀξιόποινος 'δίκαιος τιμωρός', γαλλ. punissable]
5052αξιοποιώ[ἀξιοποιῶ] α-ξι-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {αξιοποι-είς ..., -ώντας | αξιοποί-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: χρησιμοποιώ ή εκμεταλλεύομαι κάποιον/κάτι με αποτελεσματικό και ωφέλιμο τρόπο: ~ τις δυνάμεις/τις δυνατότητες/τις ευκαιρίες/τον (ελεύθερο) χρόνο μου. ~ δημιουργικά/κατάλληλα/πλήρως/στο έπακρο/στο μέγιστο (κάτι). Αξιοποιήστε τις δυνατότητές σας. Οι εταιρείες ~ούν το διαδίκτυο για προβολή των προϊόντων τους. Η ηλιακή ακτινοβολία ~είται για την παραγωγή ηλεκτρισμού. Το υλικό ~ήθηκε από τους μαθητές στην τάξη. Χώρος τουριστικά ~ημένος (= ανεπτυγμένος). Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. mettre en valeur, valoriser, 1925]
5053αξιοπρέπεια[ἀξιοπρέπεια] α-ξι-ο-πρέ-πει-α ουσ. (θηλ.): ιδιότητα, στάση ή συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από σεβασμό και εκτίμηση της αξίας του ανθρώπου: γενετήσια/εθνική/επαγγελματική ~. ~ και ήθος/υπόληψη. Προσβολή/προστασία/υπεράσπιση της ~ας. Χωρίς ίχνος ~ας. Εργασία υπό συνθήκες (ανθρώπινης) ~ας. Εξευτελίζεται/θίγεται η ~ (κάποιου). Κράτησε την ~ά του. Υπομένω με ~ τις δυσκολίες. Βλ. περηφάνια. ΑΝΤ. αναξιοπρέπεια [< μτγν. ἀξιοπρέπεια]
5054αξιοπρεπής, ής, ές [ἀξιοπρεπής] α-ξι-ο-πρε-πής επίθ. {αξιοπρεπέστ-ερος, -ατος}: που χαρακτηρίζεται από αξιοπρέπεια: ~ής: άνθρωπος (πβ. περήφανος)/θάνατος. ~ής: διαβίωση/εμφάνιση/ζωή/ήττα/παρουσία/προσπάθεια/συμπεριφορά (ΣΥΝ. ευπρεπής, κόσμια. ΑΝΤ. γελοία). ~ές: περιβάλλον. ~είς: συνθήκες εργασίας.|| ~ής: μισθός (ΣΥΝ. επαρκής. ΑΝΤ. χαμηλός). ~ής: αμοιβή/σύνταξη. ~ές: εισόδημα/(βιοτικό) επίπεδο. ~είς: απολαβές. Η σειρά πέτυχε ένα ~ές (: ικανοποιητικό) ποσοστό τηλεθέασης. Βλ. -πρεπής. ΑΝΤ. αναξιοπρεπής ● επίρρ.: αξιοπρεπώς [-ῶς]: Ζω/φέρομαι ~. Αποχώρησε ~ (= περήφανα) και με το κεφάλι ψηλά. Τουλάχιστον χάσαμε ~, με διαφορά δύο πόντων. [< αρχ. ἀξιοπρεπής]
5055αξιοπρόσεκτος, η, ο [ἀξιοπρόσεκτος] α-ξι-ο-πρό-σε-κτος επίθ. & (προφ.) αξιοπρόσεχτος: που αξίζει να τον προσέξει κάποιος, αξιοπρόσεκτος, αξιοσημείωτος: ~η: δουλειά/πορεία. ~ο: σημείο/στοιχείο. ~η αύξηση (: αξιόλογη, σημαντική) του πληθυσμού. Είναι ~ο το γεγονός ότι ... Πβ. αξιοπαρατήρητος. [< γαλλ. remarquable]
5056άξιος, α, ο [ἄξιος] ά-ξι-ος επίθ.: που είναι σε θέση να κάνει κάτι καλά, σωστά, λόγω ικανοτήτων ή προσόντων· ικανός, κατάλληλος: (για πρόσ.) ~ος: άνθρωπος/αντικαταστάτης (ποδοσφαιριστή)/αντίπαλος/απόγονος/διάδοχος/εκπρόσωπος/ηγέτης/πρωταθλητής/συνεχιστής (της παράδοσης). ~α: σύζυγος. ~ο: κορίτσι (= προκομμένο). ~οι: επιστήμονες/συνάδελφοι. Δεν είναι ~ (= είναι ανίκανος) να φέρει σε πέρας μια τόσο σημαντική αποστολή. Κανένας δεν βρέθηκε/κρίθηκε/στάθηκε ~ να ... Είναι ~ για/προς μίμηση (= αξιομίμητος). Είναι ~ της εμπιστοσύνης μου/επαίνου/θαυμασμού/προαγωγής/σεβασμού/συγχαρητηρίων (= του αξίζουν, αρμόζουν, ταιριάζουν)/(μεγάλης) τιμής. Έχει κοντά της καλούς και ~ους συνεργάτες. Βλ. αντ~, επ~, ισ~, παν~, υπερ~.|| Γεγονός/έργο ~ο αναφοράς/μνείας/προσοχής/σχολιασμού. ΑΝΤ. ανάξιος (1) ● επίρρ.: άξια & (λόγ.) αξίως ● ΦΡ.: Άξιον Εστί: ΕΚΚΛΗΣ. θεοτοκίο που ψάλλεται κατά τη Θεία Λειτουργία· συνήθ. κατ' επέκτ. ονομασία συγκεκριμένης εικόνας της Θεοτόκου., άξιος λόγου: αξιόλογος: ~ο ~ γεγονός. Δεν θεωρώ το ζήτημα ~ο ~. ΑΝΤ. ανάξιος λόγου, άξιος! άξιος! (επιφών.): για δήλωση επιδοκιμασίας από το εκκλησίασμα, συνήθ. κατά τη χειροτονία κληρικού. ΑΝΤ. ανάξιος! ανάξιος!, είμαι άξιος της μοίρας/της τύχης μου: είμαι υπεύθυνος για ό,τι μου συμβεί, για τη δυσάρεστη συνήθ. θέση στην οποία βρίσκομαι: Αν χάσεις μια τόσο σημαντική ευκαιρία, είσαι ~α ~ σου., πάντα άξιος! (ευχετ.): σε άτομο που γίνεται νονός, κουμπάρος ή αναλαμβάνει κάποιο αξίωμα., άξιος ο μισθός (κάποιου) βλ. μισθός [< αρχ. ἄξιος]
5057αξιοσέβαστος, η, ο [ἀξιοσέβαστος] α-ξι-ο-σέ-βα-στος επίθ. (λόγ.): που αξίζει τον σεβασμό και την τιμή των άλλων: ~η: θέση/οικογένεια. ~ο: επάγγελμα/πρόσωπο. ~ για τις γνώσεις και τις αρετές του. ~α μέλη της κοινωνίας. Πβ. ευυπόληπτος.|| (ως προσφών.) ~οι κύριοι/φίλοι ...|| (μτφ.) ~ο: ποσό (= αρκετά υψηλό) Πβ. σεβαστός. [< μεσν. αξιοσέβαστος]
5058αξιοσημείωτος, η, ο [ἀξιοσημείωτος] α-ξι-ο-ση-μεί-ω-τος επίθ.: που αξίζει να σημειωθεί, να προσεχθεί και κατ' επέκτ. μεγάλος, σημαντικός: ~ος: αριθμός (ανθρώπων, εταιρειών). ~η: άνοδος/βελτίωση/επιτυχία/μεταβολή (= αξιόλογη)/πρόοδος. ~ο: γεγονός/επίτευγμα. ~ες: απώλειες/λεπτομέρειες. ~α: ευρήματα/κέρδη (= υψηλά)/ποσοστά/χαρακτηριστικά. Επέδειξε ~η ψυχραιμία. Πβ. αξιο-παρατήρητος, -πρόσεκτος.|| (ως ουσ.) Τα ~α του αγώνα/της χρονιάς. Το πλέον ~ο είναι ότι ... ● επίρρ.: αξιοσημείωτα [< γαλλ. notable, remarquable]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.