Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [5960-5980]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5031αξιολογία[ἀξιολογία] α-ξι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. κλάδος που μελετά την ουσία, τα είδη και τα κριτήρια που διέπουν τις αξίες και τις αξιολογικές κρίσεις, κυρ. στην αισθητική, την ηθική και τη θρησκεία. Βλ. -λογία. [< γαλλ. axiologie, 1902, αγγλ. axiology, 1908]
5032αξιολογικός, ή, ό [ἀξιολογικός] α-ξι-ο-λο-γι-κός επίθ. 1. που στοχεύει στην αξιολόγηση ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: πίνακας/χαρακτηρισμός. ~ή: έκθεση/εκτίμηση/θεώρηση/κατάταξη/κλίμακα/κρίση/σειρά/τοποθέτηση. ~ό: σύστημα. ~ές: αποτιμήσεις/παρατηρήσεις. ~ά: κριτήρια. 2. ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με την αξιολογία: ~ές: αρχές. Βλ. οντολογικός. ● επίρρ.: αξιολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. axiologique, 1927, αγγλ. axiological]
5033αξιολόγιο[ἀξιολόγιο] α-ξι-ο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): σύστημα αξιολόγησης: Εφαρμογή νέου ~ίου για τους εργαζομένους. Βλ. -λόγιο.
5034αξιόλογος, η, ο [ἀξιόλογος] α-ξι-ό-λο-γος επίθ.: σημαντικός, σπουδαίος (συνήθ. μετριαστικά), άξιος λόγου: ~η: ομάδα/πρόοδος/προσπάθεια/ταινία. ~ο: έργο τέχνης/κείμενο/μνημείο. ~οι: επιστήμονες/καλλιτέχνες. Θερμοκρασία χωρίς ~η μεταβολή. Ανέπτυξε ~η πολιτιστική δράση. Δεν συνέβη τίποτα ~ο.|| ~ (= μεγάλος) αριθμός συμμετοχών. Βλ. -λογος. [< αρχ. ἀξιόλογος ‘αξιοσημείωτος’]
5035αξιολογώ[ἀξιολογῶ] α-ξι-ο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {αξιολογ-είς ..., -ώντας | αξιολόγ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: καθορίζω, εκτιμώ την αξία ή τη σημασία προσώπου ή πράγματος: ~ τις γνώσεις (πβ. κρίνω)/τις ενέργειες/την επίδοση (πβ. βαθμολογώ)/τις επιλογές/την προσπάθεια (κάποιου). ~ αρνητικά/θετικά/ποιοτικά ή ποσοτικά (κάποιον/κάτι). Τα αποτελέσματα της έρευνας ελέγχονται και ~ούνται. ~ήθηκε η επικινδυνότητα των μέτρων. Πρέπει να ~ηθούν όλες οι παράμετροι πριν από τη λήψη απόφασης. Αντικειμενικώς ~ούμενα προσόντα. Αξιολογητές και ~ούμενοι. ~ημένες: προτάσεις. ~ημένα: προγράμματα. Πβ. αποτιμώ. Βλ. επαν~, -λογώ. [< μεσν. αξιολογώ 'τιμώ', αγγλ. evaluate, γαλλ. évaluer]
5036αξιολύπητος, η, ο [ἀξιολύπητος] α-ξι-ο-λύ-πη-τος επίθ.: που προκαλεί οίκτο, συμπάθεια ή αποστροφή: ~η: εμφάνιση. ~ο: θέαμα. ~α: ανθρωπάκια. Με ~ο ύφος (πβ. σαν κλαμένη χήρα). Δυστυχισμένη/μίζερη και ~η ζωή. Είσαι ~! Πβ. τρισάθλιος. ΣΥΝ. αξιοθρήνητος [< γαλλ. pitoyable]
5037αξιομακάριστος, η, ο [ἀξιομακάριστος] α-ξι-ο-μα-κά-ρι-στος επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. (κυρ. σε επικήδειο) που αξίζει να τον μακαρίζει κάποιος: Αιωνία σου η μνήμη, ~ε και αείμνηστε αδελφέ. [< αρχ. ἀξιομακάριστος ‘άξιος να θεωρείται καλότυχος’]
5038αξιόμαχος, η, ο [ἀξιόμαχος] α-ξι-ό-μα-χος επίθ. (λόγ.): που είναι ανά πάσα στιγμή ικανός για μάχη, αγώνα, δοκιμασία και γενικότ. που βρίσκεται σε ετοιμότητα: ~ος: αντίπαλος/στρατός.|| ~η: ομάδα. ~ο: δυναμικό. Η επιχείρηση πρέπει να είναι ανταγωνιστική και ~η. Πβ. μάχιμος. Βλ. -μαχος. ● Ουσ.: αξιόμαχο (το) (λόγ.): ικανότητα, ετοιμότητα για μάχη: το ~ των Ενόπλων Δυνάμεων/του στρατεύματος. [< αρχ. ἀξιόμαχος]
5039αξιόμεμπτος, η, ο [ἀξιόμεμπτος] α-ξι-ό-με-μπτος επίθ. (λόγ.): που είναι άξιος μομφής, κατηγορίας, επίκρισης: ~η: πράξη/συμπεριφορά.|| (ως ουσ.) Δεν βρίσκω κάτι το ~ο στο παρελθόν του. Δεν έχω κάνει/πει τίποτα το ~ο. ΣΥΝ. αξιοκατάκριτος, επιλήψιμος ΑΝΤ. άμεμπτος, ανεπίληπτος, αξιέπαινος [< γαλλ. blâmable]
5040αξιομίμητος, η, ο [ἀξιομίμητος] α-ξι-ο-μί-μη-τος επίθ. (λόγ.): που αξίζει να τον μιμηθεί κάποιος, να τον έχει ως πρότυπο: ~ο: παράδειγμα. [< μτγν. ἀξιομίμητος]
5041αξιομνημόνευτος, η, ο [ἀξιομνημόνευτος] α-ξι-ο-μνη-μό-νευ-τος επίθ.: που αξίζει να τον θυμάται, να τον μνημονεύει κάποιος: ~η: εκδήλωση. ~ο: γεγονός/έργο. ~ες: στιγμές. ~α: περιστατικά (= αξιοσημείωτα). Δεν είπε κάτι (το) ~ο (= άξιο μνείας, αξιόλογο, σπουδαίο). [< αρχ. ἀξιομνημόνευτος, γαλλ. mémorable]
5042αξιόνιο[ἀξιόνιο] α-ξι-ό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {αξιον-ίων, συνήθ. στον πληθ.}: ΦΥΣ. υποθετικό στοιχειώδες σωματίδιο του οποίου η μάζα υπολογίζεται ότι είναι απειροελάχιστη: πείραμα για ανίχνευση ~ίων. Βλ. νετραλίνο, σκοτεινή ύλη. [< αγγλ. axion, 1978]
5043αξιοπαρατήρητος, η, ο [ἀξιοπαρατήρητος] α-ξι-ο-πα-ρα-τή-ρη-τος επίθ.: που αξίζει να τον παρατηρήσει, να τον επισημάνει κάποιος: ~η: αλλαγή/αντίθεση/αύξηση. ~ο: φαινόμενο. Είναι ~ο (= αξιοσημείωτο) το γεγονός ότι ... Πβ. αξιοπρόσεκτος.
5044αξιοπερίεργος, η, ο [ἀξιοπερίεργος] α-ξι-ο-πε-ρί-ερ-γος επίθ.: που προκαλεί την περιέργεια, που κάνει εντύπωση: ~ος: τύπος (πβ. παράξενος). ~α: όντα (= ασυνήθιστα). Είναι ~ο το γιατί/πώς ...|| (ως ουσ.) Τα ~α της διοργάνωσης/εκδήλωσης/χρονιάς.
5045αξιοπιστία[ἀξιοπιστία] α-ξι-ο-πι-στί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα ή το σύνολο των χαρακτηριστικών του αξιόπιστου: πολιτική/υψηλή ~. ~ των αποτελεσμάτων/της έρευνας/της λειτουργίας/των μετρήσεων/των στοιχείων/του Τύπου/των παρεχόμενων υπηρεσιών. ~ και Έλεγχος Ποιότητας Συστημάτων. Βαθμός/δείκτης/εγγύηση/τεστ ~ας. Πηγές αμφιβόλου ~ας.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δεδομένων/λογισμικού/υλικού. ΣΥΝ. βασιμότητα, φερεγγυότητα ΑΝΤ. αναξιοπιστία [< μτγν. ἀξιοπιστία, αγγλ. reliability, γαλλ. fiabilité, διαδόθηκε 1962]
5046αξιόπιστος, η, ο [ἀξιόπιστος] α-ξι-ό-πι-στος επίθ.: που μπορεί κάποιος να τον εμπιστευτεί: ~ος: μάρτυρας/συνεργάτης. ~η: διαδικασία/πηγή/πληροφόρηση/σύνδεση. ~ο: σύστημα (: λειτουργικό, ασφαλές). ~οι: επενδυτές (βλ. αξιόχρεος). ~ες: συναλλαγές (= διαφανείς). ~α: αποτελέσματα/στοιχεία (= ακριβή, έγκυρα). Για να είναι κανείς ~, πρέπει τα λόγια του να ακολουθούνται από έργα. Πβ. εμπιστεύσιμος. ΣΥΝ. φερέγγυος ΑΝΤ. αναξιόπιστος [< αρχ. ἀξιόπιστος, αγγλ. reliable, γαλλ. fiable, περ. 1968]
5047αξιοπλοΐα[ἀξιοπλοΐα] α-ξι-ο-πλο-ΐ-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ικανότητα ασφαλούς πλεύσης ενός σκάφους: πιστοποιητικό ~ας (από νηογνώμονα). Βλ. -πλοΐα. [< αγγλ. seaworthiness]
5048αξιόπλοος, η, ο [ἀξιόπλοος] α-ξι-ό-πλο-ος επίθ. (επίσ.): (για σκάφος) ικανός ή κατάλληλος για πλεύση: οριακά/πλήρως ~ο καράβι. Το πλοίο κρίθηκε ~ο (σε ανέμους έντασης ... μποφόρ).|| (ως ουσ.) Το ~ο των αεροσκαφών/του στόλου. [< αγγλ. seaworthy]
5049αξιοποίηση[ἀξιοποίηση] α-ξι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): αποτελεσματική χρησιμοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρει κάτι· ειδικότ. οικονομική εκμετάλλευση: άμεση/έγκαιρη/κατάλληλη. ~ των γνώσεων/ικανοτήτων (κάποιου). Κοινωνική ~ ερευνητικών αποτελεσμάτων. Παιδαγωγική ~ του διαδικτύου. Δυνατότητες ~ης του ελεύθερου χρόνου.|| Εμπορική/επιχειρηματική ~. ~ ακινήτου/φυσικών πόρων. ~ της γης/των εγκαταστάσεων. Αναπλάσεις, ~ήσεις περιοχών. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. valorisation]
5050αξιοποιήσιμος, η, ο [ἀξιοποιήσιμος] α-ξι-ο-ποι-ή-σι-μος επίθ. (λόγ.): που είναι δυνατόν να αξιοποιηθεί: ~ος: χρόνος/χώρος. ~η: γη/περιοχή. ~ο: δυναμικό/υλικό. ~οι: πόροι. ~α: στοιχεία/συμπεράσματα. Επαγγελματικά μη ~οι τίτλοι σπουδών. Εμπορικώς ~α προϊόντα. Πβ. εκμεταλλεύσιμος. ΑΝΤ. αναξιοποίητος [< γαλλ. valorisant, 1966]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.