| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 46267 | -σκόπιο | (λόγ.): επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών, κυρ. τεχνικών όρων, με αναφορά σε όργανο ειδικής εξέτασης ή παρατήρησης: (ΙΑΤΡ.) αγγειο~/αρθρο~/βρογχο~/γαστρο~/ενδο~/κολονο~/κολπο~/κυστεο~/λαπαρο~/λαρυγγο~/μητρο~/ουρηθρο~/οφθαλμο~/πρωκτο~/στηθο~.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Μικρο~/περι~/τηλε~. | |
| 46272 | -σκόπος | (λόγ.) επίθημα αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών με αναφορά σε 1. ειδικό αναλυτή, παρατηρητή: δημο~ (βλ. -λόγος).|| Οιωνο~. 2. (αρνητ. συνυποδ.) άτομο με συγκεκριμένη επιδίωξη: καιρο~/κερδο~. | |
| 46275 | -σκοπώ | (λόγ.) επίθημα ρημάτων με τη σημασία του 1. εξετάζω: ανα~/επι~.|| (μτφ.) Βολιδο~. 2. καταγράφω εικόνα ή/και ήχο με συγκεκριμένο τρόπο ή μέσο: βιντεο~ (πβ. -γραφώ)/μαγνητο~. 3. (αρνητ. συνυποδ.) επιδιώκω, αποβλέπω: καιρο~/κερδο~. | |
| 46491 | -σμα | βλ. -μα2 | |
| 46501 | -σμένος | , η, ο βλ. -μένος | |
| 46535 | -σμός | βλ. -μός | |
| 46770 | -σουπα | : β' συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών με αναφορά σε σούπα: κοτό~/κρεατό~/κρεμμυδό~/μανιταρό~/ντοματό~/πατατό~/ρεβιθό~/ταχινό~/τραχανό~/χελωνό~/χορτό~/ψαρό~. | |
| 47301 | -στάσι | (λαϊκό): επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών για δήλωση ειδικού χώρου ή εγκατάστασης: εικονο~.|| Λιο~. βλ. -στάσιο | |
| 47310 | -στάσιο | {-στασίου (σπανιότ.) -στάσιου | -στασίων} (λόγ.) επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών που δηλώνει 1. κτηνοτροφική μονάδα: βου~/χοιρο~. 2. εγκατάσταση μηχανημάτων, χώρο αποθήκευσης ή στάθμευσης: λεβητο~/μηχανο~.|| Βιβλιο~/οπλο~.|| Αμαξο~. 3. θεσμό ελέγχου, προσωρινή αναστολή, αναβολή: ενοικιο~.|| Δικαιο~. Xρεο~. | |
| 47314 | -στάτης | {-στατών} (λόγ.) επίθημα κυρ. αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνουν: 1. σημείο στερέωσης, τοποθέτησης: βιβλιο~/κηρο~/φανο~. 2. όργανο, εξάρτημα ή διακόπτη που ρυθμίζει τη λειτουργία συσκευής: θερμο~/κρυο~/υδρο~. (ΗΛΕΚΤΡ.) Ροο~. 3. το άτομο που στέκεται κοντά σε κάτι ή κάποιον: παρα~.|| (μτφ.) Συμπαρα~. | |
| 47329 | -σταυρία | (λόγ.): επίθημα θηλυκών ουσιαστικών για δήλωση συνήθ. αριθμού σταυρών σε ψηφοδέλτιο: μονο~/δι~/τρι~.|| A~/ολιγο~/πολυ~. | |
| 47565 | -στηλος | , η, ο: β' συνθετικό για δήλωση αριθμού στηλών, συνήθ. άρθρου ή πίνακα: δί~/τρί~/τετρά~. Πολύ~.|| (ουσιαστικοπ.) (Το) Μονό-στηλo. | |
| 47575 | -στής | βλ. -της | |
| 47594 | -στικός | , ή/ιά, ό βλ. -τικός | |
| 47632 | -στιχος | , η, ο: β' συνθετικό για δήλωση αριθμού στίχων: πολύ~.|| (ουσιαστικοπ.) (Το) δί-στιχο/τετρά~. | |
| 47716 | -στός | : επίθημα με το οποίο σχηματίζονται επίθετα: αγορα-/ακου-/αντικρι-/αχνι-/βρα-/γελα-/γονατι-/ευωδια-/εφαρμο-/ζεματι-/ζωγραφι-/θαυμα~. ● βλ. -τός | |
| 47952 | -στροφος | , η, ο β' συνθετικό για δήλωση 1. αριθμού, συχνότητας ή κατεύθυνσης στροφών: πολύ~.|| Aριστερό~/δεξιό~. 2. ικανότητας ή ταχύτητας αντίληψης: αργό~/εύ~. | |
| 47971 | -στρωση | : το ουσιαστικό στρώση ως β' συνθετικό λέξεων: ασφαλτό~/δαπεδό~/λιθό~/μαρμαρό~/πλακό~.|| Κατά~. | |
| 47975 | -στρωτος | , η, ο: β' συνθετικό επιθέτων για δήλωση του υλικού επίστρωσης μιας επιφάνειας: ασφαλτό~ (πβ. ασφαλτο-στρωμένος)/λιθό~/χαλικό~.|| (ουσιαστικοπ.) (Το) πλακό-στρωτο. | |
| 48235 | -σύλλαβος | , η, ο: β' συνθετικό για δήλωση αριθμού ή πλήθους συλλαβών: (για λέξη) μονο-σύλλαβη/δι~/τρι~. Πολυ~.|| (σπανιότ. ΜΕΤΡ.) (ουσιαστικοπ.) (Ο) δεκαπεντα~. | |