(λόγ.) επίθημα αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών με αναφορά σε 1. ειδικό αναλυτή, παρατηρητή: δημο~ (βλ. -λόγος).|| Οιωνο~.2. (αρνητ. συνυποδ.) άτομο με συγκεκριμένη επιδίωξη: καιρο~/κερδο~.
46275
-σκοπώ
(λόγ.) επίθημα ρημάτων με τη σημασία του 1. εξετάζω: ανα~/επι~.|| (μτφ.) Βολιδο~.2. καταγράφω εικόνα ή/και ήχο με συγκεκριμένο τρόπο ή μέσο: βιντεο~ (πβ. -γραφώ)/μαγνητο~.3. (αρνητ. συνυποδ.) επιδιώκω, αποβλέπω: καιρο~/κερδο~.
: β' συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών με αναφορά σε σούπα: κοτό~/κρεατό~/κρεμμυδό~/μανιταρό~/ντοματό~/πατατό~/ρεβιθό~/ταχινό~/τραχανό~/χελωνό~/χορτό~/ψαρό~.
47301
-στάσι
(λαϊκό): επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών για δήλωση ειδικού χώρου ή εγκατάστασης: εικονο~.|| Λιο~. βλ. -στάσιο
{-στατών} (λόγ.) επίθημα κυρ. αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνουν: 1. σημείο στερέωσης, τοποθέτησης: βιβλιο~/κηρο~/φανο~.2. όργανο, εξάρτημα ή διακόπτη που ρυθμίζει τη λειτουργία συσκευής: θερμο~/κρυο~/υδρο~. (ΗΛΕΚΤΡ.) Ροο~.3. το άτομο που στέκεται κοντά σε κάτι ή κάποιον: παρα~.|| (μτφ.) Συμπαρα~.
47329
-σταυρία
(λόγ.): επίθημα θηλυκών ουσιαστικών για δήλωση συνήθ. αριθμού σταυρών σε ψηφοδέλτιο: μονο~/δι~/τρι~.|| A~/ολιγο~/πολυ~.
47565
-στηλος
, η, ο: β' συνθετικό για δήλωση αριθμού στηλών, συνήθ. άρθρου ή πίνακα: δί~/τρί~/τετρά~. Πολύ~.|| (ουσιαστικοπ.) (Το) Μονό-στηλo.
, η, ο: β' συνθετικό για δήλωση αριθμού στίχων: πολύ~.|| (ουσιαστικοπ.) (Το) δί-στιχο/τετρά~.
47716
-στός
: επίθημα με το οποίο σχηματίζονται επίθετα: αγορα-/ακου-/αντικρι-/αχνι-/βρα-/γελα-/γονατι-/ευωδια-/εφαρμο-/ζεματι-/ζωγραφι-/θαυμα~. ● βλ. -τός
47952
-στροφος
, η, ο β' συνθετικό για δήλωση 1. αριθμού, συχνότητας ή κατεύθυνσης στροφών: πολύ~.|| Aριστερό~/δεξιό~.2. ικανότητας ή ταχύτητας αντίληψης: αργό~/εύ~.
47971
-στρωση
: το ουσιαστικό στρώση ως β' συνθετικό λέξεων: ασφαλτό~/δαπεδό~/λιθό~/μαρμαρό~/πλακό~.|| Κατά~.
47975
-στρωτος
, η, ο: β' συνθετικό επιθέτων για δήλωση του υλικού επίστρωσης μιας επιφάνειας: ασφαλτό~ (πβ. ασφαλτο-στρωμένος)/λιθό~/χαλικό~.|| (ουσιαστικοπ.) (Το) πλακό-στρωτο.
48235
-σύλλαβος
, η, ο: β' συνθετικό για δήλωση αριθμού ή πλήθους συλλαβών: (για λέξη) μονο-σύλλαβη/δι~/τρι~. Πολυ~.|| (σπανιότ. ΜΕΤΡ.) (ουσιαστικοπ.) (Ο) δεκαπεντα~.
48246
-συλλέκτης
{θηλ. -συλλέκτρια}: το ουσιαστικό συλλέκτης ως β' συνθετικό λέξεων: (για πρόσ.) ρακο~/ρητινο~/τροφο~.|| (για συσκευή) Λιπο~/ουρο~.
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.