| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5059 | αξιοσύνη | [ἀξιοσύνη] α-ξι-ο-σύ-νη ουσ. (θηλ.): το σύνολο των ιδαίτερων ικανοτήτων ενός ατόμου: επαγγελματική/επιστημονική ~. Διακρίθηκε για την ~ και το ήθος του. Πβ. επιδεξι-, επιτηδει-ότητα. Βλ. -οσύνη. ΑΝΤ. αναξιότητα [< μεσν. αξιοσύνη] | |
| 5060 | αξιότητα | [ἀξιότητα] α-ξι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του άξιου. Πβ. αξιοσύνη. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. αναξιότητα | |
| 5061 | αξιότιμος | , η, ο [ἀξιότιμος] α-ξι-ό-τι-μος επίθ.: άξιος τιμής, σεβασμού· συνήθ. ως προσφών. σε επιστολές και ομιλίες ή γενικότ. ως χαρακτηρισμός προσώπου που κατέχει κάποιο αξίωμα: ~ος: δήμαρχος/καθηγητής. ~η: οικογένεια. ~ο: ακροατήριο/δικαστήριο.|| ~ε κύριε Πρόεδρε ... ~ες κυρίες και ~οι κύριοι. Ευχαριστώ τον ~ο συνάδελφο για ... Την εκδήλωση τίμησε με την παρουσία του ο ~ Υπουργός ...|| (ειρων.) Ο ~ και φίλτατος κ. ... [< αρχ. ἀξιότιμος, γαλλ. honorable] | |
| 5062 | αξιόχρεος | , η, ο [ἀξιόχρεος] α-ξι-ό-χρε-ος επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που χαρακτηρίζεται από αξιοπιστία, συνέπεια στις οικονομικές του συναλλαγές και υποχρεώσεις: ~ος: εγγυητής. ~η: εταιρεία/τράπεζα. ~ο: πιστωτικό ίδρυμα.|| (ως ουσ.) Το ~ο του υποψήφιου δανειολήπτη. ΣΥΝ. φερέγγυος ΑΝΤ. αναξιόχρεος [< αρχ. ἀξιόχρεως] | |
| 5063 | αξίωμα | [ἀξίωμα] α-ξί-ω-μα ουσ. (ουδ.) {αξιώμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. υψηλή συνήθ. βαθμίδα ή θέση σε ιεραρχία: εκκλησιαστικό/ευρωπαϊκό/κομματικό/προεδρικό/πρωθυπουργικό/στρατιωτικό/ύπατο ~. Το ~ του υπουργού. Το ασυμβίβαστο του ~ατος. Αιρετά/αντίστοιχα/ανώτατα/δημόσια ~ατα. Κατανομή ~άτων. Κατέχει υψηλό ~. Παραίτηση από το βουλευτικό ~. Bαθμοί και ~ατα. Πβ. οφίκιο. 2. (επιστ.) κάθε αυταπόδεικτη αρχή ή θεμελιώδης πρόταση στα μαθηματικά, τη φυσική, τη φιλοσοφία: γεωμετρικό/θερμοδυναμικό ~. Το ~ του απείρου/της επιλογής. Πβ. θεώρημα, θεωρία. 3. (γενικότ.) κάθε βασική, γενική αρχή ή αλήθεια, κανόνας: Αποδέχομαι/θεωρώ/λαμβάνω (κάτι) ως ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αξίωμα παραλληλίας βλ. παραλληλία [< αρχ. ἀξίωμα, γαλλ. axiome, αγγλ. axiom, γερμ. Axiom] | |
| 5064 | αξιωματικός | [ἀξιωματικός] α-ξι-ω-μα-τι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. βαθμοφόρος των Ενόπλων Δυνάμεων (Στρατού Ξηράς, Πολεμικού Ναυτικού και Πολεμικής Αεροπορίας) ή των Σωμάτων Ασφαλείας (Λιμενικού, Αστυνομίας και Πυροσβεστικής): απόστρατος/έφεδρος/ιπτάμενος ~. ~ Πυροβολικού/υπηρεσίας. ~ εν ενεργεία. Βλ. υπ~. 2. {μόνο στο αρσ.} (στο σκάκι) πιόνι που μπορεί να κινηθεί μόνο διαγωνίως, πάνω από τετράγωνα του ίδιου χρώματος. Πβ. τρελός. ● ΣΥΜΠΛ.: ανώτατος/ανώτερος/κατώτερος αξιωματικός: ΣΤΡΑΤ. που βρίσκεται στην πρώτη, τη δεύτερη ή την τρίτη αντίστοιχα βαθμίδα της ιεραρχίας. , δόκιμος αξιωματικός βλ. δόκιμος [< μτγν. ἀξιωματικός ‘αξιωματούχος’, γαλλ. officier] | |
| 5065 | αξιωματικός | , η, ο [ἀξιωματικός] α-ξι-ω-μα-τι-κός επίθ.: (επιστ.) που έχει το χαρακτήρα αξιώματος ή λειτουργεί ως βάση επαγωγικού συλλογισμού: ~ός: ορισμός. ~ή: αρχή/διατύπωση/θεωρία/μέθοδος. ~ό: σύστημα. Πβ. αυταπόδεικτος, δογματικός. ● επίρρ.: αξιωματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~ θεμελιωμένη πρόταση. ● ΣΥΜΠΛ.: αξιωματική αντιπολίτευση βλ. αντιπολίτευση [< μτγν. ἀξιωματικός, γαλλ. axiomatique, αγγλ. axiomatic, γερμ. axiomatisch] | |
| 5066 | αξιωματούχος | [ἀξιωματοῦχος] α-ξι-ω-μα-τού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): που κατέχει αξίωμα: ανώτατος/ανώτερος/κυβερνητικός/πολιτικός/στρατιωτικός (βλ. βαθμοφόρος)/υψηλόβαθμος ~. ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης/του υπουργείου. Επίσημοι/κοινοτικοί/τοπικοί ~οι. ~οι του κόμματος/κράτους. [< γαλλ. dignitaire] | |
| 5067 | αξιώνω | [ἀξιώνω] α-ξι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {αξίω-σα, -θηκα, αξιών-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): απαιτώ, ζητώ κάτι συνήθ. δικαιωματικά: ~ μια απάντηση/αποζημίωση/αύξηση μισθού/την παραίτηση (κάποιου)/πειθαρχία/σεβασμό/(μια) συγγνώμη. ~ να γίνει δεκτό το αίτημά μου. ΣΥΝ. έχω την αξίωση να ● Παθ.: αξιώνομαι {κυρ. στον αόρ.} (οικ.): καταφέρνω, πετυχαίνω κάτι: ~θηκα να παντρέψω και τα δυο μου παιδιά.|| (ειρων.) Μπα, ~θηκες να το φτιάξεις; Πότε θα ~θείς να μας μιλήσεις; ● ΦΡ.: ο Θεός με αξίωσε (οικ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος κατάφερε κάτι, βρίσκεται σε μια κατάσταση με τη βοήθεια του Θεού: ~ ~ να κάνω μια ευτυχισμένη οικογένεια/να φτάσω σ' αυτήν την ηλικία. Nα μη μ' αξιώσει ο Θεός να ζήσω άλλες δυστυχίες. [< μεσν. αξιώνω < αρχ. ἀξιῶ] | |
| 5068 | αξίωση | [ἀξίωση] α-ξί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. επίμονη και επιτακτική απαίτηση για κάτι, που μπορεί να απορρέει από δικαίωμα ή (αρνητ. συνυποδ.) να είναι υπερβολική: δικαστική/(ΝΟΜ.) ενοχική/νομική/νόμιμη/χρηματική ~. Εδαφικές/οικονομικές/παράλογες/παράνομες/πολιτικές ~ώσεις (πβ. διεκδικήσεις). ~ είσπραξης/για καταβολή αποζημιώσεων/τόκων. Διατυπώνω/εγείρω/προβάλλω ~ώσεις. Παραιτούμαι από μια ~. 2. {στη γεν. πληθ.} για κάτι που έχει μεγάλη αξία, υψηλή ποιότητα: βιβλίο/έργα/ομάδα/παιχνίδι υψηλών ~ώσεων (= απαιτήσεων, επιπέδου). ● ΣΥΜΠΛ.: αμεταβίβαστη αξίωση/αμεταβίβαστο δικαίωμα βλ. αμεταβίβαστος ● ΦΡ.: έχω την αξίωση να: αξιώνω, απαιτώ, ζητώ: Θα πω λίγα, χωρίς να ~ ~ να συμφωνήσουν όλοι μαζί μου., με/χωρίς (μεγάλες/σοβαρές) αξιώσεις: με/χωρίς καλές προοπτικές για την επίτευξη ενός στόχου: Η ομάδα διεκδικεί με ~ ~ τον τίτλο του πρωταθλητή. Προσπάθεια χωρίς ~ ~. [< αρχ. ἀξίωσις] | |
| 5069 | Αξιώτης, Αξιώτισσα | βλ. Ναξιώτης, Ναξιώτισσα | |
| 5070 | αξιώτικος | , η, ο βλ. ναξιώτικος | |
| 5071 | αξόδευτος | , η, ο [ἀξόδευτος] α-ξό-δευ-τος επίθ. (κυρ. μτφ.): που δεν έχει ξοδευτεί, δεν έχει εξαντληθεί: ~α: χρήματα.|| ~η: ενέργεια. ~ο: ταλέντο. Πβ. ανεξάντλητος, αστείρευτος. ΣΥΝ. αδαπάνητος | |
| 5072 | άξονας | [ἄξονας] ά-ξο-νας ουσ. (αρσ.) {αξόνων} & (λόγ.) άξων 1. ΜΑΘ. ευθεία γραμμή, νοητή ή μη, σε σχέση με την οποία σχεδιάζεται, μετριέται, περιστρέφεται μια καμπύλη ή ένα σχήμα: κάθετος/οριζόντιος/συμμετρικός ~. ~ αναφοράς (& μτφ.). Ο ~ του κυλίνδρου/του κώνου/των (συν)τεταγμένων. Ο ~ περιστροφής του πλανήτη/της σελήνης/του τροχού. 2. οδική γραμμή και κατ' επέκτ. γενική κατεύθυνση: κυκλοφοριακός/σιδηροδρομικός ~.|| Πολιτικός ~. Η αγάπη είναι ο κύριος ~ γύρω από τον οποίο πλέκεται το μυθιστόρημα. Οι βασικοί ~ες δράσης της Εταιρείας. 3. ΙΣΤ. (με κεφαλ. το αρχικό Α) η συμμαχία Γερμανίας Ιταλίας κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, στην οποία αργότερα προσχώρησαν και άλλες χώρες· κατ' επέκτ. οποιοσδήποτε συνασπισμός κρατών κατά τη σύγχρονη εποχή. 4. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. νευράξονας. ● ΣΥΜΠΛ.: κινητήριος άξονας (μτφ.): κινητήρια δύναμη., μαγνητικός άξονας της Γης: ΓΕΩΦ. η ευθεία που ενώνει τους μαγνητικούς πόλους της., κεντρικός άξονας βλ. κεντρικός, οδικός άξονας βλ. οδικός, στροφαλοφόρος άξονας βλ. στροφαλοφόρος [< 1: αρχ. ἄξων 2: γαλλ. axe 3: γερμ. Achse 4: αγγλ. axon, γαλλ. axone] | |
| 5073 | αξονικός | , ή, ό [ἀξονικός] α-ξο-νι-κός επίθ.: που σχηματίζει άξονα, ακολουθεί την κατεύθυνσή του ή γενικότ. σχετίζεται με αυτόν: ~ός: ανεμιστήρας/σκελετός. ~ή: κίνηση/συμμετρία/ταχύτητα. ~ό: σύστημα/φορτίο. ~ές: δυνάμεις. ~ά: αερόθερμα. Βλ. ομο~. ● ΣΥΜΠΛ.: αξονική/υπολογιστική τομογραφία βλ. τομογραφία [< γαλλ. axonique, axial, αγγλ. axial] | |
| 5075 | αξονομετρία | [ἀξονομετρία] α-ξο-νο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΜ. τρόπος αναπαράστασης τρισδιάστατων αντικειμένων με δισδιάστατη σχεδίαση: ορθή προβολή, ~ και προοπτική. Βλ. -μετρία. [< γαλλ. axonométrie, 1960, γερμ. Axonometrie] | |
| 5076 | αξονομετρικός | , ή, ό [ἀξονομετρικός] α-ξο-νο-με-τρι-κός επίθ.: ΓΕΩΜ. που σχετίζεται με την αξονομετρία: ~ή: τομή. ~ό: σχήμα. ~ές: προβολές. ● Ουσ.: αξονομετρικό (το): ΑΡΧΙΤ. ενν. σχέδιο: εξωτερικό/εσωτερικό ~ εγκαταστάσεων. Βλ. προοπτικό. ● επίρρ.: αξονομετρικά [< γαλλ. axonométrique, αγγλ. axonometric, 1908] | |
| 5078 | αξυρισιά | [ἀξυρισιά] α-ξυ-ρι-σιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) & (λαϊκό) αξουρισιά: η ιδιότητα του αξύριστου. | |
| 5079 | αξύριστος | , η, ο [ἀξύριστος] α-ξύ-ρι-στος επίθ. & (λαϊκό) αξούριστος: που δεν έχει ξυριστεί ή δεν τον έχουν ξυρίσει: ~ και απεριποίητος/άπλυτος.|| ~ο: πρόσωπο. ~ες: μασχάλες. ~α: γένια/πόδια. | |
| 5080 | άξων | βλ. άξονας |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ