| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5051 | αξιόποινος | , η, ο [ἀξιόποινος] α-ξι-ό-ποι-νος επίθ.: που αξίζει, πρέπει να του επιβληθεί ποινή: ~η: πράξη. ~ο: αδίκημα.|| (ως ουσ.-λόγ.) Άρση/εξάλειψη/παραγραφή του ~ου μιας παράνομης ενέργειας. ΣΥΝ. κολάσιμος [< μτγν. ἀξιόποινος 'δίκαιος τιμωρός', γαλλ. punissable] | |
| 5052 | αξιοποιώ | [ἀξιοποιῶ] α-ξι-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {αξιοποι-είς ..., -ώντας | αξιοποί-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: χρησιμοποιώ ή εκμεταλλεύομαι κάποιον/κάτι με αποτελεσματικό και ωφέλιμο τρόπο: ~ τις δυνάμεις/τις δυνατότητες/τις ευκαιρίες/τον (ελεύθερο) χρόνο μου. ~ δημιουργικά/κατάλληλα/πλήρως/στο έπακρο/στο μέγιστο (κάτι). Αξιοποιήστε τις δυνατότητές σας. Οι εταιρείες ~ούν το διαδίκτυο για προβολή των προϊόντων τους. Η ηλιακή ακτινοβολία ~είται για την παραγωγή ηλεκτρισμού. Το υλικό ~ήθηκε από τους μαθητές στην τάξη. Χώρος τουριστικά ~ημένος (= ανεπτυγμένος). Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. mettre en valeur, valoriser, 1925] | |
| 5053 | αξιοπρέπεια | [ἀξιοπρέπεια] α-ξι-ο-πρέ-πει-α ουσ. (θηλ.): ιδιότητα, στάση ή συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από σεβασμό και εκτίμηση της αξίας του ανθρώπου: γενετήσια/εθνική/επαγγελματική ~. ~ και ήθος/υπόληψη. Προσβολή/προστασία/υπεράσπιση της ~ας. Χωρίς ίχνος ~ας. Εργασία υπό συνθήκες (ανθρώπινης) ~ας. Εξευτελίζεται/θίγεται η ~ (κάποιου). Κράτησε την ~ά του. Υπομένω με ~ τις δυσκολίες. Βλ. περηφάνια. ΑΝΤ. αναξιοπρέπεια [< μτγν. ἀξιοπρέπεια] | |
| 5054 | αξιοπρεπής | , ής, ές [ἀξιοπρεπής] α-ξι-ο-πρε-πής επίθ. {αξιοπρεπέστ-ερος, -ατος}: που χαρακτηρίζεται από αξιοπρέπεια: ~ής: άνθρωπος (πβ. περήφανος)/θάνατος. ~ής: διαβίωση/εμφάνιση/ζωή/ήττα/παρουσία/προσπάθεια/συμπεριφορά (ΣΥΝ. ευπρεπής, κόσμια. ΑΝΤ. γελοία). ~ές: περιβάλλον. ~είς: συνθήκες εργασίας.|| ~ής: μισθός (ΣΥΝ. επαρκής. ΑΝΤ. χαμηλός). ~ής: αμοιβή/σύνταξη. ~ές: εισόδημα/(βιοτικό) επίπεδο. ~είς: απολαβές. Η σειρά πέτυχε ένα ~ές (: ικανοποιητικό) ποσοστό τηλεθέασης. Βλ. -πρεπής. ΑΝΤ. αναξιοπρεπής ● επίρρ.: αξιοπρεπώς [-ῶς]: Ζω/φέρομαι ~. Αποχώρησε ~ (= περήφανα) και με το κεφάλι ψηλά. Τουλάχιστον χάσαμε ~, με διαφορά δύο πόντων. [< αρχ. ἀξιοπρεπής] | |
| 5055 | αξιοπρόσεκτος | , η, ο [ἀξιοπρόσεκτος] α-ξι-ο-πρό-σε-κτος επίθ. & (προφ.) αξιοπρόσεχτος: που αξίζει να τον προσέξει κάποιος, αξιοπρόσεκτος, αξιοσημείωτος: ~η: δουλειά/πορεία. ~ο: σημείο/στοιχείο. ~η αύξηση (: αξιόλογη, σημαντική) του πληθυσμού. Είναι ~ο το γεγονός ότι ... Πβ. αξιοπαρατήρητος. [< γαλλ. remarquable] | |
| 5056 | άξιος | , α, ο [ἄξιος] ά-ξι-ος επίθ.: που είναι σε θέση να κάνει κάτι καλά, σωστά, λόγω ικανοτήτων ή προσόντων· ικανός, κατάλληλος: (για πρόσ.) ~ος: άνθρωπος/αντικαταστάτης (ποδοσφαιριστή)/αντίπαλος/απόγονος/διάδοχος/εκπρόσωπος/ηγέτης/πρωταθλητής/συνεχιστής (της παράδοσης). ~α: σύζυγος. ~ο: κορίτσι (= προκομμένο). ~οι: επιστήμονες/συνάδελφοι. Δεν είναι ~ (= είναι ανίκανος) να φέρει σε πέρας μια τόσο σημαντική αποστολή. Κανένας δεν βρέθηκε/κρίθηκε/στάθηκε ~ να ... Είναι ~ για/προς μίμηση (= αξιομίμητος). Είναι ~ της εμπιστοσύνης μου/επαίνου/θαυμασμού/προαγωγής/σεβασμού/συγχαρητηρίων (= του αξίζουν, αρμόζουν, ταιριάζουν)/(μεγάλης) τιμής. Έχει κοντά της καλούς και ~ους συνεργάτες. Βλ. αντ~, επ~, ισ~, παν~, υπερ~.|| Γεγονός/έργο ~ο αναφοράς/μνείας/προσοχής/σχολιασμού. ΑΝΤ. ανάξιος (1) ● επίρρ.: άξια & (λόγ.) αξίως ● ΦΡ.: Άξιον Εστί: ΕΚΚΛΗΣ. θεοτοκίο που ψάλλεται κατά τη Θεία Λειτουργία· συνήθ. κατ' επέκτ. ονομασία συγκεκριμένης εικόνας της Θεοτόκου., άξιος λόγου: αξιόλογος: ~ο ~ γεγονός. Δεν θεωρώ το ζήτημα ~ο ~. ΑΝΤ. ανάξιος λόγου, άξιος! άξιος! (επιφών.): για δήλωση επιδοκιμασίας από το εκκλησίασμα, συνήθ. κατά τη χειροτονία κληρικού. ΑΝΤ. ανάξιος! ανάξιος!, είμαι άξιος της μοίρας/της τύχης μου: είμαι υπεύθυνος για ό,τι μου συμβεί, για τη δυσάρεστη συνήθ. θέση στην οποία βρίσκομαι: Αν χάσεις μια τόσο σημαντική ευκαιρία, είσαι ~α ~ σου., πάντα άξιος! (ευχετ.): σε άτομο που γίνεται νονός, κουμπάρος ή αναλαμβάνει κάποιο αξίωμα., άξιος ο μισθός (κάποιου) βλ. μισθός [< αρχ. ἄξιος] | |
| 5057 | αξιοσέβαστος | , η, ο [ἀξιοσέβαστος] α-ξι-ο-σέ-βα-στος επίθ. (λόγ.): που αξίζει τον σεβασμό και την τιμή των άλλων: ~η: θέση/οικογένεια. ~ο: επάγγελμα/πρόσωπο. ~ για τις γνώσεις και τις αρετές του. ~α μέλη της κοινωνίας. Πβ. ευυπόληπτος.|| (ως προσφών.) ~οι κύριοι/φίλοι ...|| (μτφ.) ~ο: ποσό (= αρκετά υψηλό) Πβ. σεβαστός. [< μεσν. αξιοσέβαστος] | |
| 5058 | αξιοσημείωτος | , η, ο [ἀξιοσημείωτος] α-ξι-ο-ση-μεί-ω-τος επίθ.: που αξίζει να σημειωθεί, να προσεχθεί και κατ' επέκτ. μεγάλος, σημαντικός: ~ος: αριθμός (ανθρώπων, εταιρειών). ~η: άνοδος/βελτίωση/επιτυχία/μεταβολή (= αξιόλογη)/πρόοδος. ~ο: γεγονός/επίτευγμα. ~ες: απώλειες/λεπτομέρειες. ~α: ευρήματα/κέρδη (= υψηλά)/ποσοστά/χαρακτηριστικά. Επέδειξε ~η ψυχραιμία. Πβ. αξιο-παρατήρητος, -πρόσεκτος.|| (ως ουσ.) Τα ~α του αγώνα/της χρονιάς. Το πλέον ~ο είναι ότι ... ● επίρρ.: αξιοσημείωτα [< γαλλ. notable, remarquable] | |
| 5059 | αξιοσύνη | [ἀξιοσύνη] α-ξι-ο-σύ-νη ουσ. (θηλ.): το σύνολο των ιδαίτερων ικανοτήτων ενός ατόμου: επαγγελματική/επιστημονική ~. Διακρίθηκε για την ~ και το ήθος του. Πβ. επιδεξι-, επιτηδει-ότητα. Βλ. -οσύνη. ΑΝΤ. αναξιότητα [< μεσν. αξιοσύνη] | |
| 5060 | αξιότητα | [ἀξιότητα] α-ξι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του άξιου. Πβ. αξιοσύνη. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. αναξιότητα | |
| 5061 | αξιότιμος | , η, ο [ἀξιότιμος] α-ξι-ό-τι-μος επίθ.: άξιος τιμής, σεβασμού· συνήθ. ως προσφών. σε επιστολές και ομιλίες ή γενικότ. ως χαρακτηρισμός προσώπου που κατέχει κάποιο αξίωμα: ~ος: δήμαρχος/καθηγητής. ~η: οικογένεια. ~ο: ακροατήριο/δικαστήριο.|| ~ε κύριε Πρόεδρε ... ~ες κυρίες και ~οι κύριοι. Ευχαριστώ τον ~ο συνάδελφο για ... Την εκδήλωση τίμησε με την παρουσία του ο ~ Υπουργός ...|| (ειρων.) Ο ~ και φίλτατος κ. ... [< αρχ. ἀξιότιμος, γαλλ. honorable] | |
| 5062 | αξιόχρεος | , η, ο [ἀξιόχρεος] α-ξι-ό-χρε-ος επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που χαρακτηρίζεται από αξιοπιστία, συνέπεια στις οικονομικές του συναλλαγές και υποχρεώσεις: ~ος: εγγυητής. ~η: εταιρεία/τράπεζα. ~ο: πιστωτικό ίδρυμα.|| (ως ουσ.) Το ~ο του υποψήφιου δανειολήπτη. ΣΥΝ. φερέγγυος ΑΝΤ. αναξιόχρεος [< αρχ. ἀξιόχρεως] | |
| 5063 | αξίωμα | [ἀξίωμα] α-ξί-ω-μα ουσ. (ουδ.) {αξιώμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. υψηλή συνήθ. βαθμίδα ή θέση σε ιεραρχία: εκκλησιαστικό/ευρωπαϊκό/κομματικό/προεδρικό/πρωθυπουργικό/στρατιωτικό/ύπατο ~. Το ~ του υπουργού. Το ασυμβίβαστο του ~ατος. Αιρετά/αντίστοιχα/ανώτατα/δημόσια ~ατα. Κατανομή ~άτων. Κατέχει υψηλό ~. Παραίτηση από το βουλευτικό ~. Bαθμοί και ~ατα. Πβ. οφίκιο. 2. (επιστ.) κάθε αυταπόδεικτη αρχή ή θεμελιώδης πρόταση στα μαθηματικά, τη φυσική, τη φιλοσοφία: γεωμετρικό/θερμοδυναμικό ~. Το ~ του απείρου/της επιλογής. Πβ. θεώρημα, θεωρία. 3. (γενικότ.) κάθε βασική, γενική αρχή ή αλήθεια, κανόνας: Αποδέχομαι/θεωρώ/λαμβάνω (κάτι) ως ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αξίωμα παραλληλίας βλ. παραλληλία [< αρχ. ἀξίωμα, γαλλ. axiome, αγγλ. axiom, γερμ. Axiom] | |
| 5064 | αξιωματικός | [ἀξιωματικός] α-ξι-ω-μα-τι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. βαθμοφόρος των Ενόπλων Δυνάμεων (Στρατού Ξηράς, Πολεμικού Ναυτικού και Πολεμικής Αεροπορίας) ή των Σωμάτων Ασφαλείας (Λιμενικού, Αστυνομίας και Πυροσβεστικής): απόστρατος/έφεδρος/ιπτάμενος ~. ~ Πυροβολικού/υπηρεσίας. ~ εν ενεργεία. Βλ. υπ~. 2. {μόνο στο αρσ.} (στο σκάκι) πιόνι που μπορεί να κινηθεί μόνο διαγωνίως, πάνω από τετράγωνα του ίδιου χρώματος. Πβ. τρελός. ● ΣΥΜΠΛ.: ανώτατος/ανώτερος/κατώτερος αξιωματικός: ΣΤΡΑΤ. που βρίσκεται στην πρώτη, τη δεύτερη ή την τρίτη αντίστοιχα βαθμίδα της ιεραρχίας. , δόκιμος αξιωματικός βλ. δόκιμος [< μτγν. ἀξιωματικός ‘αξιωματούχος’, γαλλ. officier] | |
| 5065 | αξιωματικός | , η, ο [ἀξιωματικός] α-ξι-ω-μα-τι-κός επίθ.: (επιστ.) που έχει το χαρακτήρα αξιώματος ή λειτουργεί ως βάση επαγωγικού συλλογισμού: ~ός: ορισμός. ~ή: αρχή/διατύπωση/θεωρία/μέθοδος. ~ό: σύστημα. Πβ. αυταπόδεικτος, δογματικός. ● επίρρ.: αξιωματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~ θεμελιωμένη πρόταση. ● ΣΥΜΠΛ.: αξιωματική αντιπολίτευση βλ. αντιπολίτευση [< μτγν. ἀξιωματικός, γαλλ. axiomatique, αγγλ. axiomatic, γερμ. axiomatisch] | |
| 5066 | αξιωματούχος | [ἀξιωματοῦχος] α-ξι-ω-μα-τού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): που κατέχει αξίωμα: ανώτατος/ανώτερος/κυβερνητικός/πολιτικός/στρατιωτικός (βλ. βαθμοφόρος)/υψηλόβαθμος ~. ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης/του υπουργείου. Επίσημοι/κοινοτικοί/τοπικοί ~οι. ~οι του κόμματος/κράτους. [< γαλλ. dignitaire] | |
| 5068 | αξίωση | [ἀξίωση] α-ξί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. επίμονη και επιτακτική απαίτηση για κάτι, που μπορεί να απορρέει από δικαίωμα ή (αρνητ. συνυποδ.) να είναι υπερβολική: δικαστική/(ΝΟΜ.) ενοχική/νομική/νόμιμη/χρηματική ~. Εδαφικές/οικονομικές/παράλογες/παράνομες/πολιτικές ~ώσεις (πβ. διεκδικήσεις). ~ είσπραξης/για καταβολή αποζημιώσεων/τόκων. Διατυπώνω/εγείρω/προβάλλω ~ώσεις. Παραιτούμαι από μια ~. 2. {στη γεν. πληθ.} για κάτι που έχει μεγάλη αξία, υψηλή ποιότητα: βιβλίο/έργα/ομάδα/παιχνίδι υψηλών ~ώσεων (= απαιτήσεων, επιπέδου). ● ΣΥΜΠΛ.: αμεταβίβαστη αξίωση/αμεταβίβαστο δικαίωμα βλ. αμεταβίβαστος ● ΦΡ.: έχω την αξίωση να: αξιώνω, απαιτώ, ζητώ: Θα πω λίγα, χωρίς να ~ ~ να συμφωνήσουν όλοι μαζί μου., με/χωρίς (μεγάλες/σοβαρές) αξιώσεις: με/χωρίς καλές προοπτικές για την επίτευξη ενός στόχου: Η ομάδα διεκδικεί με ~ ~ τον τίτλο του πρωταθλητή. Προσπάθεια χωρίς ~ ~. [< αρχ. ἀξίωσις] | |
| 5069 | Αξιώτης, Αξιώτισσα | βλ. Ναξιώτης, Ναξιώτισσα | |
| 5070 | αξιώτικος | , η, ο βλ. ναξιώτικος | |
| 5071 | αξόδευτος | , η, ο [ἀξόδευτος] α-ξό-δευ-τος επίθ. (κυρ. μτφ.): που δεν έχει ξοδευτεί, δεν έχει εξαντληθεί: ~α: χρήματα.|| ~η: ενέργεια. ~ο: ταλέντο. Πβ. ανεξάντλητος, αστείρευτος. ΣΥΝ. αδαπάνητος |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ