Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [6000-6020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5072άξονας[ἄξονας] ά-ξο-νας ουσ. (αρσ.) {αξόνων} & (λόγ.) άξων 1. ΜΑΘ. ευθεία γραμμή, νοητή ή μη, σε σχέση με την οποία σχεδιάζεται, μετριέται, περιστρέφεται μια καμπύλη ή ένα σχήμα: κάθετος/οριζόντιος/συμμετρικός ~. ~ αναφοράς (& μτφ.). Ο ~ του κυλίνδρου/του κώνου/των (συν)τεταγμένων. Ο ~ περιστροφής του πλανήτη/της σελήνης/του τροχού. 2. οδική γραμμή και κατ' επέκτ. γενική κατεύθυνση: κυκλοφοριακός/σιδηροδρομικός ~.|| Πολιτικός ~. Η αγάπη είναι ο κύριος ~ γύρω από τον οποίο πλέκεται το μυθιστόρημα. Οι βασικοί ~ες δράσης της Εταιρείας. 3. ΙΣΤ. (με κεφαλ. το αρχικό Α) η συμμαχία Γερμανίας Ιταλίας κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, στην οποία αργότερα προσχώρησαν και άλλες χώρες· κατ' επέκτ. οποιοσδήποτε συνασπισμός κρατών κατά τη σύγχρονη εποχή. 4. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. νευράξονας. ● ΣΥΜΠΛ.: κινητήριος άξονας (μτφ.): κινητήρια δύναμη., μαγνητικός άξονας της Γης: ΓΕΩΦ. η ευθεία που ενώνει τους μαγνητικούς πόλους της., κεντρικός άξονας βλ. κεντρικός, οδικός άξονας βλ. οδικός, στροφαλοφόρος άξονας βλ. στροφαλοφόρος [< 1: αρχ. ἄξων 2: γαλλ. axe 3: γερμ. Achse 4: αγγλ. axon, γαλλ. axone]
5073αξονικός, ή, ό [ἀξονικός] α-ξο-νι-κός επίθ.: που σχηματίζει άξονα, ακολουθεί την κατεύθυνσή του ή γενικότ. σχετίζεται με αυτόν: ~ός: ανεμιστήρας/σκελετός. ~ή: κίνηση/συμμετρία/ταχύτητα. ~ό: σύστημα/φορτίο. ~ές: δυνάμεις. ~ά: αερόθερμα. Βλ. ομο~. ● ΣΥΜΠΛ.: αξονική/υπολογιστική τομογραφία βλ. τομογραφία [< γαλλ. axonique, axial, αγγλ. axial]
5075αξονομετρία[ἀξονομετρία] α-ξο-νο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΜ. τρόπος αναπαράστασης τρισδιάστατων αντικειμένων με δισδιάστατη σχεδίαση: ορθή προβολή, ~ και προοπτική. Βλ. -μετρία. [< γαλλ. axonométrie, 1960, γερμ. Axonometrie]
5076αξονομετρικός, ή, ό [ἀξονομετρικός] α-ξο-νο-με-τρι-κός επίθ.: ΓΕΩΜ. που σχετίζεται με την αξονομετρία: ~ή: τομή. ~ό: σχήμα. ~ές: προβολές. ● Ουσ.: αξονομετρικό (το): ΑΡΧΙΤ. ενν. σχέδιο: εξωτερικό/εσωτερικό ~ εγκαταστάσεων. Βλ. προοπτικό. ● επίρρ.: αξονομετρικά [< γαλλ. axonométrique, αγγλ. axonometric, 1908]
5078αξυρισιά[ἀξυρισιά] α-ξυ-ρι-σιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) & (λαϊκό) αξουρισιά: η ιδιότητα του αξύριστου.
5079αξύριστος, η, ο [ἀξύριστος] α-ξύ-ρι-στος επίθ. & (λαϊκό) αξούριστος: που δεν έχει ξυριστεί ή δεν τον έχουν ξυρίσει: ~ και απεριποίητος/άπλυτος.|| ~ο: πρόσωπο. ~ες: μασχάλες. ~α: γένια/πόδια.
5080άξωνβλ. άξονας
5081ΑΟ(ο): Αθλητικός Όμιλος.
5082ΑΟΖ(η): Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη.
5083αοίδιμος, ος/η, ο [ἀοίδιμος] α-οί-δι-μος επίθ. {-ου (λόγ.) -ίμου}: ΕΚΚΛΗΣ. (κυρ. για επιφανή νεκρό) αείμνηστος: ο ~ αρχιεπίσκοπος/μητροπολίτης. Βλ. αξιομακάριστος, μακαριστός, μακαρίτης. [< αρχ. ἀοίδιμος ‘τραγουδισμένος, φημισμένος’]
5084αοιδός[ἀοιδός] α-οι-δός ουσ. (αρσ.) 1. {κ. θηλ.} (λόγ.) τραγουδιστής: λυρική ~ (= σοπράνο). ~ όπερας.|| (ειρων.) Η εθνική μας/λαϊκή ~. ~ δημοτικών ασμάτων. Βλ. βάρδος, τενόρος. 2. ΦΙΛΟΛ. πρόσωπο που συνέθετε και τραγουδούσε επικά ποιήματα, συνήθ. με τη συνοδεία λύρας. Βλ. ραψωδός. [< αρχ. ἀοιδός, γαλλ. chanteur]
5085άοκνος, η, ο [ἄοκνος] ά-ο-κνος επίθ. (λόγ.): ακούραστος, εντατικός: ~ος: εργάτης/ερευνητής.|| ~ος: αγώνας. ~η: προσφορά. ~ο: ενδιαφέρον. ~ες: προσπάθειες (: συνεχείς και επίμονες). Καθημερινή και ~η φροντίδα. ΣΥΝ. ακάματος (1), ακατάβλητος (1), ακαταπόνητος (1) ΑΝΤ. νωθρός, οκνηρός ● επίρρ.: άοκνα & (λόγ.) αόκνως [< αρχ. ἄοκνος]
5086αόμματος, η, ο [ἀόμματος] α-όμ-μα-τος επίθ. (λόγ.): τυφλός: (παλαιότ., από ζητιάνο:) Ελεήστε τον ~ο. Πβ. γκαβός, στραβός. [< μτγν. ἀόμματος]
5087ΑΟΟΑ(ο): Αυτόνομος Οικοδομικός Οργανισμός Αξιωματικών.
5088άοπλος, η, ο [ἄοπλος] ά-ο-πλος επίθ. {-ου (λόγ.) αόπλου} 1. που δεν φέρει όπλο ή οπλισμό: ~ος: πληθυσμός. ~η: μάχη/υπηρεσία. ~οι: διαδηλωτές/πολίτες. ~α: θύματα. Πβ. ξαρμάτωτος. ΑΝΤ. ένοπλος, οπλισμένος.|| (ως ουσ.) Εκτελέσεις/σφαγές ~ων. Βλ. άμαχος.|| (μτφ.) ~ απέναντι στη φύση (= ανυπεράσπιστος). ~οι και ανοχύρωτοι έναντι του ιού. ΑΝΤ. πάνοπλος. 2. (κυρ. για σκυρόδεμα) που δεν περιέχει χαλύβδινες ράβδους για στήριξη: ~η: τοιχοποιία. Βλ. μπετόν αρμέ. ● ΣΥΜΠΛ.: άοπλη (στρατιωτική) θητεία βλ. θητεία [< αρχ. ἄοπλος]
5089αόρατος, η, ο [ἀόρατος] α-ό-ρα-τος επίθ.: που δεν είναι ορατός, φανερός· κατ' επέκτ. κρυφός, απροσδιόριστος: ~ος: γαλαξίας/κόσμος (= αθέατος). ~η: ακτινοβολία/κάμερα. ~ες: δυνάμεις. Σωματίδια ~α διά γυμνού οφθαλμού. Κάνει τα τζάμια ~α (: για καθαριστικό που εξαφανίζει τέλεια θαμπάδες και λεκέδες). (ΠΛΗΡΟΦ.) ~α: αρχεία. Πβ. αθώρητος, αφανής.|| (μτφ.) ~ος: κίνδυνος. ~η: απειλή (βλ. αδιόρατος). ~οι: εχθροί. Οι ~ες πτυχές της σχέσης τους. ~α νήματα μας δένουν με το παρελθόν. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου και το μέλλον ~ο (= απρόβλεπτο). Πβ. άδηλος. ● επίρρ.: αόρατα & (λόγ.) αοράτως ● ΣΥΜΠΛ.: αόρατη/συμπαθητική μελάνη βλ. μελάνη, αόρατο χέρι βλ. χέρι ● ΦΡ.: κοινή γαρ η τύχη και το μέλλον αόρατο βλ. τύχη [< αρχ. ἀόρατος, αγγλ.-γαλλ. invisible]
5090αοριστία[ἀοριστία] α-ο-ρι-στί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έλλειψη βεβαιότητας και σαφήνειας· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) αοριστολογία, ασάφεια: πολιτική/σκόπιμη/χρονική ~. Η ~ του βουλεύματος/του όρου.|| ~ες που επιδέχονται πολλαπλές ερμηνείες. Απάντησε χωρίς ~ες και υπεκφυγές. Ομιλία γεμάτη αντιφάσεις, ~ες και αναλήθειες. Πβ. γενικολογία, γενικότητα. [< αρχ. ἀοριστία]
5091αοριστικός, ή, ό [ἀοριστικός] α-ο-ρι-στι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που αναφέρεται στον αόριστο χρόνο: ~ό: θέμα. [< μτγν. ἀοριστικός 'που δηλώνει αοριστία']
5092αοριστολογία[ἀοριστολογία] α-ο-ρι-στο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): λόγος χωρίς σαφήνεια και ακρίβεια: απέραντη ~. Γενικόλογες ~ες. Καταφεύγει σε/λέει ~ες. Κείμενα που βρίθουν ~ών. Πβ. αοριστία, ασάφεια. Βλ. -λογία. ΑΝΤ. ακριβολογία
5093αοριστολογικός, ή, ό [ἀοριστολογικός] α-ο-ρι-στο-λο-γι-κός επίθ.: που είναι διατυπωμένος με αοριστολογία: ~ή: αναφορά. ~ές: εκφράσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: αοριστολογικές αντωνυμίες: ΓΡΑΜΜ. κατηγορία αναφορικών αντωνυμιών (όποιος, οποιοσδήποτε, όσος, ό,τι, οτιδήποτε) που δηλώνουν κάτι γενικό και αόριστο. Βλ. οριστικές αντωνυμίες.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.