| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5081 | ΑΟ | (ο): Αθλητικός Όμιλος. | |
| 5082 | ΑΟΖ | (η): Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη. | |
| 5083 | αοίδιμος | , ος/η, ο [ἀοίδιμος] α-οί-δι-μος επίθ. {-ου (λόγ.) -ίμου}: ΕΚΚΛΗΣ. (κυρ. για επιφανή νεκρό) αείμνηστος: ο ~ αρχιεπίσκοπος/μητροπολίτης. Βλ. αξιομακάριστος, μακαριστός, μακαρίτης. [< αρχ. ἀοίδιμος ‘τραγουδισμένος, φημισμένος’] | |
| 5084 | αοιδός | [ἀοιδός] α-οι-δός ουσ. (αρσ.) 1. {κ. θηλ.} (λόγ.) τραγουδιστής: λυρική ~ (= σοπράνο). ~ όπερας.|| (ειρων.) Η εθνική μας/λαϊκή ~. ~ δημοτικών ασμάτων. Βλ. βάρδος, τενόρος. 2. ΦΙΛΟΛ. πρόσωπο που συνέθετε και τραγουδούσε επικά ποιήματα, συνήθ. με τη συνοδεία λύρας. Βλ. ραψωδός. [< αρχ. ἀοιδός, γαλλ. chanteur] | |
| 5085 | άοκνος | , η, ο [ἄοκνος] ά-ο-κνος επίθ. (λόγ.): ακούραστος, εντατικός: ~ος: εργάτης/ερευνητής.|| ~ος: αγώνας. ~η: προσφορά. ~ο: ενδιαφέρον. ~ες: προσπάθειες (: συνεχείς και επίμονες). Καθημερινή και ~η φροντίδα. ΣΥΝ. ακάματος (1), ακατάβλητος (1), ακαταπόνητος (1) ΑΝΤ. νωθρός, οκνηρός ● επίρρ.: άοκνα & (λόγ.) αόκνως [< αρχ. ἄοκνος] | |
| 5086 | αόμματος | , η, ο [ἀόμματος] α-όμ-μα-τος επίθ. (λόγ.): τυφλός: (παλαιότ., από ζητιάνο:) Ελεήστε τον ~ο. Πβ. γκαβός, στραβός. [< μτγν. ἀόμματος] | |
| 5087 | ΑΟΟΑ | (ο): Αυτόνομος Οικοδομικός Οργανισμός Αξιωματικών. | |
| 5088 | άοπλος | , η, ο [ἄοπλος] ά-ο-πλος επίθ. {-ου (λόγ.) αόπλου} 1. που δεν φέρει όπλο ή οπλισμό: ~ος: πληθυσμός. ~η: μάχη/υπηρεσία. ~οι: διαδηλωτές/πολίτες. ~α: θύματα. Πβ. ξαρμάτωτος. ΑΝΤ. ένοπλος, οπλισμένος.|| (ως ουσ.) Εκτελέσεις/σφαγές ~ων. Βλ. άμαχος.|| (μτφ.) ~ απέναντι στη φύση (= ανυπεράσπιστος). ~οι και ανοχύρωτοι έναντι του ιού. ΑΝΤ. πάνοπλος. 2. (κυρ. για σκυρόδεμα) που δεν περιέχει χαλύβδινες ράβδους για στήριξη: ~η: τοιχοποιία. Βλ. μπετόν αρμέ. ● ΣΥΜΠΛ.: άοπλη (στρατιωτική) θητεία βλ. θητεία [< αρχ. ἄοπλος] | |
| 5089 | αόρατος | , η, ο [ἀόρατος] α-ό-ρα-τος επίθ.: που δεν είναι ορατός, φανερός· κατ' επέκτ. κρυφός, απροσδιόριστος: ~ος: γαλαξίας/κόσμος (= αθέατος). ~η: ακτινοβολία/κάμερα. ~ες: δυνάμεις. Σωματίδια ~α διά γυμνού οφθαλμού. Κάνει τα τζάμια ~α (: για καθαριστικό που εξαφανίζει τέλεια θαμπάδες και λεκέδες). (ΠΛΗΡΟΦ.) ~α: αρχεία. Πβ. αθώρητος, αφανής.|| (μτφ.) ~ος: κίνδυνος. ~η: απειλή (βλ. αδιόρατος). ~οι: εχθροί. Οι ~ες πτυχές της σχέσης τους. ~α νήματα μας δένουν με το παρελθόν. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου και το μέλλον ~ο (= απρόβλεπτο). Πβ. άδηλος. ● επίρρ.: αόρατα & (λόγ.) αοράτως ● ΣΥΜΠΛ.: αόρατη/συμπαθητική μελάνη βλ. μελάνη, αόρατο χέρι βλ. χέρι ● ΦΡ.: κοινή γαρ η τύχη και το μέλλον αόρατο βλ. τύχη [< αρχ. ἀόρατος, αγγλ.-γαλλ. invisible] | |
| 5090 | αοριστία | [ἀοριστία] α-ο-ρι-στί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έλλειψη βεβαιότητας και σαφήνειας· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) αοριστολογία, ασάφεια: πολιτική/σκόπιμη/χρονική ~. Η ~ του βουλεύματος/του όρου.|| ~ες που επιδέχονται πολλαπλές ερμηνείες. Απάντησε χωρίς ~ες και υπεκφυγές. Ομιλία γεμάτη αντιφάσεις, ~ες και αναλήθειες. Πβ. γενικολογία, γενικότητα. [< αρχ. ἀοριστία] | |
| 5091 | αοριστικός | , ή, ό [ἀοριστικός] α-ο-ρι-στι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που αναφέρεται στον αόριστο χρόνο: ~ό: θέμα. [< μτγν. ἀοριστικός 'που δηλώνει αοριστία'] | |
| 5092 | αοριστολογία | [ἀοριστολογία] α-ο-ρι-στο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): λόγος χωρίς σαφήνεια και ακρίβεια: απέραντη ~. Γενικόλογες ~ες. Καταφεύγει σε/λέει ~ες. Κείμενα που βρίθουν ~ών. Πβ. αοριστία, ασάφεια. Βλ. -λογία. ΑΝΤ. ακριβολογία | |
| 5093 | αοριστολογικός | , ή, ό [ἀοριστολογικός] α-ο-ρι-στο-λο-γι-κός επίθ.: που είναι διατυπωμένος με αοριστολογία: ~ή: αναφορά. ~ές: εκφράσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: αοριστολογικές αντωνυμίες: ΓΡΑΜΜ. κατηγορία αναφορικών αντωνυμιών (όποιος, οποιοσδήποτε, όσος, ό,τι, οτιδήποτε) που δηλώνουν κάτι γενικό και αόριστο. Βλ. οριστικές αντωνυμίες. | |
| 5094 | αοριστολογώ | [ἀοριστολογῶ] α-ο-ρι-στο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {αοριστολογ-είς ..., -ώντας}: εκφράζομαι γενικά και αόριστα, χωρίς σαφήνεια. Βλ. -λογώ. ΣΥΝ. αερολογώ, γενικολογώ ΑΝΤ. ακριβολογώ | |
| 5095 | αόριστος | [ἀόριστος] α-ό-ρι-στος ουσ. (αρσ.) {αορίστου}: ΓΡΑΜΜ. ρηματικός χρόνος που παρουσιάζει συνοπτικά μια πράξη που έλαβε χώρα κάποια στιγμή στο παρελθόν· συνεκδ. κάθε ρηματικός τύπος σε αυτόν τον χρόνο: ενεργητικός/μέσος/παθητικός ~. Βλ. παρατατικός.|| Γνωμικός ~. [< μτγν. ἀόριστος] | |
| 5096 | αόριστος | , η, ο [ἀόριστος] α-ό-ρι-στος επίθ. {-ου (λόγ.) -ίστου} 1. ασαφής, απροσδιόριστος: ~ος: λόγος (ΑΝΤ. σαφής)/όρος/στόχος (ΑΝΤ. καθορισμένος)/φόβος (πβ. ακαθόριστος). ~η: αναφορά/διατύπωση (ΑΝΤ. ακριβής). ~ες: απαντήσεις/ερωτήσεις/καταγγελίες/πληροφορίες/υποσχέσεις (πβ. γενικόλογος). Το πρόβλημα δεν είναι γενικό και ~ο, είναι ειδικό και συγκεκριμένο. Σύμβαση ~ίστου χρόνου. ΑΝΤ. ξεκάθαρος (1) 2. ΓΡΑΜΜ. για άρθρο (ένας, μία, ένα, σε αντιδιαστολή με το οριστικό ο, η, το) ή αντωνυμία (κάποιος, -α, ο) που αναφέρεται σε πρόσωπο ή πράγμα, χωρίς αυτό να ορίζεται, να κατονομάζεται. ΑΝΤ. οριστικός (2) ● επίρρ.: αόριστα & (λόγ.) -ίστως ● ΦΡ.: επ' αόριστον (λόγ.): για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα: Η δίκη ανεβλήθη ~ ~. Οι κινητοποιήσεις θα συνεχιστούν ~ ~.|| (ως επίθ.) ~ ~ απεργία/αποχή., γενικά και/κι αόριστα βλ. γενικά [< αρχ. ἀόριστος] | |
| 5097 | αορτή | [ἀορτή] α-ορ-τή ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. η μεγαλύτερη σε εύρος αρτηρία που μεταφέρει αίμα από την αριστερή κοιλία της καρδιάς στο υπόλοιπο αρτηριακό σύστημα: ανιούσα/κατιούσα (θωρακική/κοιλιακή) ~. Ανεύρυσμα/ρήξη/στένωση ~ής. Βλ. αορτικό τόξο. [< αρχ. ἀορτή, γαλλ. aorte, αγγλ. aorta] | |
| 5098 | αορτήρας | [ἀορτήρας] α-ορ-τή-ρας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): λουρί ανάρτησης, συνήθ. διαφόρων αντικειμένων από τον ώμο: δερμάτινος/ελαστικός ~. ~ όπλου. ~ χεριού (: για ακινητοποίηση τραυματισμένου ώμου). ~ες ανύψωσης. Στρατιωτικοί ιμάντες, ~ες και φυσιγγιοθήκες. Πβ. τελαμώνας. Βλ. -τήρας. [< αρχ. ἀορτήρ, γαλλ. bandoulière, bretelle] | |
| 5099 | αορτικός | , ή, ό [ἀορτικός] α-ορ-τι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την αορτή: ~ός: διαχωρισμός. ~ή: ανεπάρκεια/βαλβίδα/στένωση. ~ό: ανεύρυσμα. ● ΣΥΜΠΛ.: αορτικό τόξο: το τόξο που σχηματίζει η αορτή, ξεκινώντας από την αριστερή κοιλία με κατεύθυνση προς τα πίσω και αριστερά, από το οποίο εκφύονται διάφορες αρτηρίες που μεταφέρουν το αίμα στα ζωτικά όργανα του σώματος. [< γαλλ. aortique, αγγλ. aortic] | |
| 5100 | αορτοστεφανιαίος | , α, ο [ἀορτοστεφανιαῖος] α-ορ-το-στε-φα-νι-αί-ος επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: αορτοστεφανιαία παράκαμψη & (σπάν.) στεφανιαία παράκαμψη: ΙΑΤΡ. μπαϊπάς. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ