Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [6020-6040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5101ΑΟΣ(το): Ανώτατο Οικονομικό Συμβούλιο.
5102άοσμος, η, ο [ἄοσμος] ά-ο-σμος επίθ.: που δεν μυρίζει, δεν αναδίδει καμία μυρωδιά: ~η: βαφή/ουσία/σκόνη. ~ο: αέριο/αποσμητικό/βερνίκι/υγρό. Υποαλλεργικά και ~α προϊόντα. ● επίρρ.: άοσμα ● ΦΡ.: άχρωμος, άοσμος και άγευστος βλ. άχρωμος [< αρχ. ἄοσμος]
5103άουβλ. άι
5104άουλα[ἄουλα] ά-ου-λα ουσ. (θηλ.): αίθουσα τελετών. Βλ. αμφιθέατρο. [< γερμ. Aula, γαλλ. aula]
5105άουτ[ἄουτ] ά-ουτ επίρρ. {άκλ.} 1. ΑΘΛ. εκτός των ορίων του αγωνιστικού χώρου: Η μπάλα βγήκε/έφυγε/κατέληξε/πέρασε ~. Ο παίκτης πλάσαρε/σούταρε ~.|| (ως ουσ.) Εκτέλεση του ~ από τον ... 2. (προφ.) εκτός πραγματικότητας· εκτός μόδας: (ως επίθ.) Είσαι εντελώς ~! Βλ. ιν. ● ΣΥΜΠΛ.: πλάγιο (άουτ) βλ. πλάγιος [< αγγλ. out]
5106άουτς[ἄουτς] ά-ουτς επιφών. (προφ.): δηλωτικό κυρ. έντονου σωματικού πόνου ή αγανάκτησης: ~! πόνεσα! Πβ. οχ. [< γερμ. autsch, αγγλ. ouch]
5107αουτσάιντερ[ἀουτσάιντερ] α-ουτ-σά-ι-ντερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: καθετί που έχει τις λιγότερες πιθανότητες να κερδίσει, να επικρατήσει σε έναν αγώνα, διαγωνισμό: τα ~ της αναμέτρησης/της διοργάνωσης/της κούρσας. Η ομάδα, αν και ήταν ~, κατάφερε να πάρει τη νίκη. (ως επίθ.) Το βραβείο απονεμήθηκε σε ένα βιβλίο/μια ταινία ~. Βλ. λούζερ. ΑΝΤ. φαβορί [< αγγλ. outsider]
5108απ[ἄπ] επιφών.: ως τρόπος αιφνιδιασμού κάποιου, ο οποίος προσπαθεί να μη γίνει αντιληπτή κάποια ενέργειά του ή για δήλωση έκπληξης: ~, (και) σε είδα/έπιασα/τσάκωσα! ~, μην κάνεις ρούπι! ~, τι κάνεις εκεί; ~, για πού το 'βαλες;|| ~, πώς από 'δω; ● βλ. επ [< λ. ηχομιμητ.]
5110ΑΠ1. (ο) Άρειος Πάγος. 2. (ο) Αριθμός Πρωτοκόλλου. 3. (η) (παλαιότ.) Αστυνομία Πόλεων.
5109απ-βλ. απο-
5111απαγάγειβλ. απάγω
5112απαγγελία

[ἀπαγγελία] α-παγ-γε-λί-α ουσ. (θηλ.) 1. μεγαλόφωνη ανάγνωση ή εκφώνηση ποιητικού ή πεζού λόγου: δημόσια/μουσική/ρυθμική ~. ~ κειμένου/ποιημάτων/στίχων από μαθητές. Μαθημάτα υποκριτικής και ~ας. Σιντί με έργα του ποιητή ... σε ~ του ιδίου. Ηχογραφημένες ~ες.|| (λόγ.) Διήγηση δι' ~ας. 2. ΝΟΜ. επίσημη εκφώνηση από δικαστική Αρχή κατά την ακροαματική διαδικασία: Έγινε ~ της απόφασης/της ποινής. ● ΣΥΜΠΛ.: απαγγελία κατηγοριών/κατηγορίας: ΝΟΜ. επίσημη διατύπωση από την εισαγγελική Αρχή: ~ ~ σε βάρος του ... για φόνο εκ προμελέτης. Κρατούμενοι χωρίς ~ ~. [< 1: αρχ. ἀπαγγελία 2: γαλλ. prononcé]

5113απαγγέλλω

[ἀπαγγέλλω] α-παγ-γέλ-λω ρ. (μτβ.) {απήγγελλε & (προφ.) απάγγελλε & απάγγελνε, απήγγειλε, απαγγείλει, απαγγέλ-θηκε, -θεί (λόγ. απηγγέλθη, μτχ. απαγγελ-θείς, -θείσα, -θέν), απαγγέλλ-οντας} 1. εκφωνώ ή διαβάζω ποιητικό ή πεζό λόγο μεγαλόφωνα, συνήθ. ενώπιον ακροατηρίου, με κατάλληλο ρυθμό και τόνο, ώστε να προβάλλεται το ύφος, η αισθητική αξία και το περιεχόμενό του: ~ δημόσια αποσπάσματα από έργα του .../ποίηση. Απήγγειλε αργά και δυνατά/συγκινημένος.|| (ειρων.) Θα τον ακούμε τώρα να μας ~ει τις θεωρίες του; 2. ΝΟΜ. (για δικαστική Αρχή) διατυπώνω επίσημα: Τους ~θηκαν κατηγορίες. ~θείσες: καταδίκες/ποινές. [< 1: αρχ. ἀπαγγέλλω 2: γαλλ. prononcer]

5114απαγγελτικός, ή, ό [ἀπαγγελτικός] α-παγ-γελ-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την απαγγελία: ~ός: τόνος. ~ό: ύφος. [< μτγν. ἀπαγγελτικός]
5115άπαγε[ἄπαγε] ά-πα-γε ρ. (αρχαιοπρ.-συχνά χιουμορ.): φύγε!, πήγαινε!, μακριά!: ~, άθλιε! ● ΦΡ.: άπαγε απ' εμού: μακριά από μένα., άπαγε της βλασφημίας: (συνήθ. από τον ίδιο τον ομιλητή προς τον εαυτό του) για αποτροπή εκστόμισης βλάσφημου, υβριστικού λόγου. [< προστ. ενεργ. ενεστ. β’ εν. του ρ. ἀπάγω]
5116απαγκιάζει[ἀπαγκιάζει] α-πα-γκιά-ζει ρ. (αμτβ.) {απάγκια-σε, απαγκιά-σει} & απαγκειάζει (λαϊκό-λογοτ.) 1. (για πλεούμενο) βρίσκει καταφύγιο, αγκυροβολεί, αράζει: Bαρκούλες/πλοία που ~ουν στον όρμο/στη στεριά.|| (μτφ.) Ψάχνουν να βρουν ένα μέρος να ~σουν. 2. (για τόπο) είναι απάνεμος: Λιμανάκι που ~ από τον βοριά.
5117απάγκιο[ἀπάγκιο] α-πά-γκιο ουσ. (ουδ.) & απάγκειο (λαϊκό-λογοτ.) 1. απάνεμη τοποθεσία, συνήθ. (παρα)θαλάσσια· κατ' επέκτ. προστασία από τον άνεμο: Σταμάτησαν σ' ένα ~ να ξαποστάσουν. Πβ. απανεμιά.|| Στ' ~ ενός βράχου/δέντρου. Κόλπος/όρμος που εξασφαλίζει/προσφέρει ~ (στον αέρα). 2. (μτφ.) προστασία, ασφάλεια, καταφύγιο: στ' ~ της αγκαλιάς της. Ψάχνει να βρει ένα ~ στη ζωή του (πβ. αποκούμπι, λιμάνι).
5118απάγκιος, α, ο [ἀπάγκιος] α-πά-γκιος επίθ. & απάγκειος (λαϊκό-λογοτ.): απάνεμος: ~ο: λιμάνι. ΣΥΝ. υπήνεμος
5119απαγκιστρώνω[ἀπαγκιστρώνω] α-πα-γκι-στρώ-νω ρ. (μτβ.) {απαγκίστρω-σε, απαγκιστρώ-σει, -θηκε, -μένος}: αφαιρώ αγκίστρι από ψάρι· γενικότ. ξεγαντζώνω. ΑΝΤ. αγκιστρώνω (2) ● Παθ.: απαγκιστρώνομαι {κυρ. στο γ' πρόσ.} (μτφ.) 1. αποδεσμεύομαι, απελευθερώνομαι από κατάσταση έντονης εξάρτησης: ~ από την οικογένειά μου (= ανεξαρτητοποιούμαι). ~θηκε η χώρα από την επιρροή των ξένων δυνάμεων (πβ. ξεφεύγω). ~μένος (= απαλλαγμένος) από δεσμεύσεις/στερεότυπα/ταμπού.|| (σπανιότ. στην ενεργ. φωνή) Έχει ~σει τη χώρα από την οικονομική ύφεση (πβ. απεγκλωβίζω). 2. ΣΤΡΑΤ. αποφεύγω στρατιωτική εμπλοκή με υποχώρηση. [< γαλλ. (se) désengager]
5120απαγκίστρωση[ἀπαγκίστρωση] α-πα-γκί-στρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) απελευθέρωση, ανεξαρτητοποίηση: μερική/ουσιαστική ~ της χώρας από την επιρροή των μεγάλων δυνάμεων/των επιχειρήσεων από την κρατική παρεμβατικότητα. 2. ΣΤΡΑΤ. στρατιωτική απεμπλοκή, υποχώρηση: ~ και αποναρκοθέτηση. 3. (σπάν.) αφαίρεση αγκιστριού από ψάρι. [< 1: γαλλ. désengagement 2: γαλλ. décrochage]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.