| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5094 | αοριστολογώ | [ἀοριστολογῶ] α-ο-ρι-στο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {αοριστολογ-είς ..., -ώντας}: εκφράζομαι γενικά και αόριστα, χωρίς σαφήνεια. Βλ. -λογώ. ΣΥΝ. αερολογώ, γενικολογώ ΑΝΤ. ακριβολογώ | |
| 5095 | αόριστος | [ἀόριστος] α-ό-ρι-στος ουσ. (αρσ.) {αορίστου}: ΓΡΑΜΜ. ρηματικός χρόνος που παρουσιάζει συνοπτικά μια πράξη που έλαβε χώρα κάποια στιγμή στο παρελθόν· συνεκδ. κάθε ρηματικός τύπος σε αυτόν τον χρόνο: ενεργητικός/μέσος/παθητικός ~. Βλ. παρατατικός.|| Γνωμικός ~. [< μτγν. ἀόριστος] | |
| 5096 | αόριστος | , η, ο [ἀόριστος] α-ό-ρι-στος επίθ. {-ου (λόγ.) -ίστου} 1. ασαφής, απροσδιόριστος: ~ος: λόγος (ΑΝΤ. σαφής)/όρος/στόχος (ΑΝΤ. καθορισμένος)/φόβος (πβ. ακαθόριστος). ~η: αναφορά/διατύπωση (ΑΝΤ. ακριβής). ~ες: απαντήσεις/ερωτήσεις/καταγγελίες/πληροφορίες/υποσχέσεις (πβ. γενικόλογος). Το πρόβλημα δεν είναι γενικό και ~ο, είναι ειδικό και συγκεκριμένο. Σύμβαση ~ίστου χρόνου. ΑΝΤ. ξεκάθαρος (1) 2. ΓΡΑΜΜ. για άρθρο (ένας, μία, ένα, σε αντιδιαστολή με το οριστικό ο, η, το) ή αντωνυμία (κάποιος, -α, ο) που αναφέρεται σε πρόσωπο ή πράγμα, χωρίς αυτό να ορίζεται, να κατονομάζεται. ΑΝΤ. οριστικός (2) ● επίρρ.: αόριστα & (λόγ.) -ίστως ● ΦΡ.: επ' αόριστον (λόγ.): για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα: Η δίκη ανεβλήθη ~ ~. Οι κινητοποιήσεις θα συνεχιστούν ~ ~.|| (ως επίθ.) ~ ~ απεργία/αποχή., γενικά και/κι αόριστα βλ. γενικά [< αρχ. ἀόριστος] | |
| 5097 | αορτή | [ἀορτή] α-ορ-τή ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. η μεγαλύτερη σε εύρος αρτηρία που μεταφέρει αίμα από την αριστερή κοιλία της καρδιάς στο υπόλοιπο αρτηριακό σύστημα: ανιούσα/κατιούσα (θωρακική/κοιλιακή) ~. Ανεύρυσμα/ρήξη/στένωση ~ής. Βλ. αορτικό τόξο. [< αρχ. ἀορτή, γαλλ. aorte, αγγλ. aorta] | |
| 5098 | αορτήρας | [ἀορτήρας] α-ορ-τή-ρας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): λουρί ανάρτησης, συνήθ. διαφόρων αντικειμένων από τον ώμο: δερμάτινος/ελαστικός ~. ~ όπλου. ~ χεριού (: για ακινητοποίηση τραυματισμένου ώμου). ~ες ανύψωσης. Στρατιωτικοί ιμάντες, ~ες και φυσιγγιοθήκες. Πβ. τελαμώνας. Βλ. -τήρας. [< αρχ. ἀορτήρ, γαλλ. bandoulière, bretelle] | |
| 5099 | αορτικός | , ή, ό [ἀορτικός] α-ορ-τι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την αορτή: ~ός: διαχωρισμός. ~ή: ανεπάρκεια/βαλβίδα/στένωση. ~ό: ανεύρυσμα. ● ΣΥΜΠΛ.: αορτικό τόξο: το τόξο που σχηματίζει η αορτή, ξεκινώντας από την αριστερή κοιλία με κατεύθυνση προς τα πίσω και αριστερά, από το οποίο εκφύονται διάφορες αρτηρίες που μεταφέρουν το αίμα στα ζωτικά όργανα του σώματος. [< γαλλ. aortique, αγγλ. aortic] | |
| 5100 | αορτοστεφανιαίος | , α, ο [ἀορτοστεφανιαῖος] α-ορ-το-στε-φα-νι-αί-ος επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: αορτοστεφανιαία παράκαμψη & (σπάν.) στεφανιαία παράκαμψη: ΙΑΤΡ. μπαϊπάς. | |
| 5101 | ΑΟΣ | (το): Ανώτατο Οικονομικό Συμβούλιο. | |
| 5102 | άοσμος | , η, ο [ἄοσμος] ά-ο-σμος επίθ.: που δεν μυρίζει, δεν αναδίδει καμία μυρωδιά: ~η: βαφή/ουσία/σκόνη. ~ο: αέριο/αποσμητικό/βερνίκι/υγρό. Υποαλλεργικά και ~α προϊόντα. ● επίρρ.: άοσμα ● ΦΡ.: άχρωμος, άοσμος και άγευστος βλ. άχρωμος [< αρχ. ἄοσμος] | |
| 5103 | άου | βλ. άι | |
| 5104 | άουλα | [ἄουλα] ά-ου-λα ουσ. (θηλ.): αίθουσα τελετών. Βλ. αμφιθέατρο. [< γερμ. Aula, γαλλ. aula] | |
| 5105 | άουτ | [ἄουτ] ά-ουτ επίρρ. {άκλ.} 1. ΑΘΛ. εκτός των ορίων του αγωνιστικού χώρου: Η μπάλα βγήκε/έφυγε/κατέληξε/πέρασε ~. Ο παίκτης πλάσαρε/σούταρε ~.|| (ως ουσ.) Εκτέλεση του ~ από τον ... 2. (προφ.) εκτός πραγματικότητας· εκτός μόδας: (ως επίθ.) Είσαι εντελώς ~! Βλ. ιν. ● ΣΥΜΠΛ.: πλάγιο (άουτ) βλ. πλάγιος [< αγγλ. out] | |
| 5106 | άουτς | [ἄουτς] ά-ουτς επιφών. (προφ.): δηλωτικό κυρ. έντονου σωματικού πόνου ή αγανάκτησης: ~! πόνεσα! Πβ. οχ. [< γερμ. autsch, αγγλ. ouch] | |
| 5107 | αουτσάιντερ | [ἀουτσάιντερ] α-ουτ-σά-ι-ντερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: καθετί που έχει τις λιγότερες πιθανότητες να κερδίσει, να επικρατήσει σε έναν αγώνα, διαγωνισμό: τα ~ της αναμέτρησης/της διοργάνωσης/της κούρσας. Η ομάδα, αν και ήταν ~, κατάφερε να πάρει τη νίκη. (ως επίθ.) Το βραβείο απονεμήθηκε σε ένα βιβλίο/μια ταινία ~. Βλ. λούζερ. ΑΝΤ. φαβορί [< αγγλ. outsider] | |
| 5108 | απ | [ἄπ] επιφών.: ως τρόπος αιφνιδιασμού κάποιου, ο οποίος προσπαθεί να μη γίνει αντιληπτή κάποια ενέργειά του ή για δήλωση έκπληξης: ~, (και) σε είδα/έπιασα/τσάκωσα! ~, μην κάνεις ρούπι! ~, τι κάνεις εκεί; ~, για πού το 'βαλες;|| ~, πώς από 'δω; ● βλ. επ [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 5110 | ΑΠ | 1. (ο) Άρειος Πάγος. 2. (ο) Αριθμός Πρωτοκόλλου. 3. (η) (παλαιότ.) Αστυνομία Πόλεων. | |
| 5109 | απ- | βλ. απο- | |
| 5111 | απαγάγει | βλ. απάγω | |
| 5112 | απαγγελία | [ἀπαγγελία] α-παγ-γε-λί-α ουσ. (θηλ.) 1. μεγαλόφωνη ανάγνωση ή εκφώνηση ποιητικού ή πεζού λόγου: δημόσια/μουσική/ρυθμική ~. ~ κειμένου/ποιημάτων/στίχων από μαθητές. Μαθημάτα υποκριτικής και ~ας. Σιντί με έργα του ποιητή ... σε ~ του ιδίου. Ηχογραφημένες ~ες.|| (λόγ.) Διήγηση δι' ~ας. 2. ΝΟΜ. επίσημη εκφώνηση από δικαστική Αρχή κατά την ακροαματική διαδικασία: Έγινε ~ της απόφασης/της ποινής. ● ΣΥΜΠΛ.: απαγγελία κατηγοριών/κατηγορίας: ΝΟΜ. επίσημη διατύπωση από την εισαγγελική Αρχή: ~ ~ σε βάρος του ... για φόνο εκ προμελέτης. Κρατούμενοι χωρίς ~ ~. [< 1: αρχ. ἀπαγγελία 2: γαλλ. prononcé] | |
| 5113 | απαγγέλλω | [ἀπαγγέλλω] α-παγ-γέλ-λω ρ. (μτβ.) {απήγγελλε & (προφ.) απάγγελλε & απάγγελνε, απήγγειλε, απαγγείλει, απαγγέλ-θηκε, -θεί (λόγ. απηγγέλθη, μτχ. απαγγελ-θείς, -θείσα, -θέν), απαγγέλλ-οντας} 1. εκφωνώ ή διαβάζω ποιητικό ή πεζό λόγο μεγαλόφωνα, συνήθ. ενώπιον ακροατηρίου, με κατάλληλο ρυθμό και τόνο, ώστε να προβάλλεται το ύφος, η αισθητική αξία και το περιεχόμενό του: ~ δημόσια αποσπάσματα από έργα του .../ποίηση. Απήγγειλε αργά και δυνατά/συγκινημένος.|| (ειρων.) Θα τον ακούμε τώρα να μας ~ει τις θεωρίες του; 2. ΝΟΜ. (για δικαστική Αρχή) διατυπώνω επίσημα: Τους ~θηκαν κατηγορίες. ~θείσες: καταδίκες/ποινές. [< 1: αρχ. ἀπαγγέλλω 2: γαλλ. prononcer] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ