| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5121 | απαγορευμένος | , η, ο [ἀπαγορευμένος] α-πα-γο-ρευ-μέ-νος επίθ.: που απαγορεύεται ή έχει απαγορευτεί: ~ος: έρωτας. ~η: διαφήμιση/περιοχή/πρόσβαση. ~ο: βιβλίο. ~ες: λέξεις/ουσίες. ~α: όπλα. Αυστηρά ~ο από τον νόμο. Πβ. ανεπίτρεπτος.|| (ως ουσ.) Το ~ο είναι και το πιο γλυκό. ● ΣΥΜΠΛ.: απαγορευμένη ζώνη: περιοχή στην οποία η είσοδος είναι ελεγχόμενη και κατ' επέκτ. επίφοβη: Ολόκληρη η πόλη θα μετατραπεί σε ~ ~ λόγω του αστυνομικού κλοιού. ~ ~ για τα μεταλλαγμένα (βλ. ελεύθερη ζώνη).|| Η περιοχή αποτελεί ~ ~ για τους τουρίστες, εξαιτίας της συνεχιζόμενης ανασφάλειας., απαγορευμένος καρπός/απαγορευμένο φρούτο (μτφ.-συχνά ειρων.): καθετί ευχάριστο και δελεαστικό που δεν είναι δυνατόν ή δεν επιτρέπεται να απολαύσει κάποιος: ο ~ ~ της γνώσης. ● βλ. απαγορεύω [< αρχ. ἀπηγορευμένος, γαλλ. interdit, prohibé] | |
| 5122 | απαγόρευση | [ἀπαγόρευση] α-πα-γό-ρευ-ση ουσ. (θηλ.): αφαίρεση, στέρηση από κάποιον του δικαιώματος, της άδειας ή της δυνατότητας να κάνει κάτι, συνήθ. εκ μέρους επίσημης Αρχής, με τη μορφή νόμου ή κανονισμού: γενική/μερική/μόνιμη/πλήρης/προληπτική/ρητή/υποχρεωτική ~. ~ απόπλου (πβ. απαγορευτικό)/άσκησης επαγγέλματος/εισόδου/εξόδου/κυκλοφορίας (: οχημάτων ή πολιτών π.χ. σε καιρό πολέμου)/επικίνδυνων ουσιών/πτήσεων/στάσης-στάθμευσης. Άρση/επιβολή/παραβίαση/τήρηση ~ης. Μέτρα ~ης. Η αρχή της ~ης των διακρίσεων. ~εύσεις στο εμπόριο/στα τρόφιμα. Λογοκρισία/περιορισμοί και ~εύσεις. Θέσπιση ~εύσεων. Εφαρμόζεται η ~ του καπνίσματος (= καπνο~) στους δημόσιους χώρους. Αντιστέκομαι/αντιτίθεμαι/εναντιώνομαι/υπακούω στις ~εύσεις. Συμμορφώνομαι με τις ~εύσεις. Πβ. αποκλεισμός, παρακώλυση, παρεμπόδιση. Βλ. άδεια. ● ΣΥΜΠΛ.: δικαστική απαγόρευση: ΝΟΜ. στέρηση ικανότητας δικαιοπραξίας από άτομο που αδυνατεί να φροντίζει τον εαυτό του ή την περιουσία του, επειδή πάσχει από μόνιμη πνευματική ή σωματική αναπηρία: Έχει τεθεί/τελεί/υποβάλλεται σε (νόμιμη) ~ ~., απαγόρευση αποδημίας βλ. αποδημία ● ΦΡ.: σε απαγόρευση & (λόγ.) υπό απαγόρευση: σε καθεστώς επίσημης στέρησης δικαιώματος: Αγαθά/ουσίες/προϊόντα που υπόκεινται ~ ~. [< μτγν. ἀπαγόρευσις, γαλλ. prohibition] | |
| 5123 | απαγορευτικός | , ή, ό [ἀπαγορευτικός] α-πα-γο-ρευ-τι-κός επίθ. 1. που απαγορεύει, που δεν επιτρέπει κάτι: ~ός: κανόνας. ~ή: νομοθεσία/πολιτική/ρήτρα. ~ό: διάταγμα. ~οί: κανονισμοί/όροι/περιορισμοί. ~ές: αποφάσεις/διατάξεις/εντολές/οδηγίες. ~ά: όρια. Άρση/επιβολή/εφαρμογή περιοριστικών και ~ών μέτρων.|| (ΦΥΣ.) ~ή αρχή (: δύο ηλεκτρόνια του ίδιου ατόμου δεν είναι δυνατόν να έχουν τους ίδιους κβαντικούς αριθμούς). 2. που αποθαρρύνει κάποιον από το να κάνει κάτι: Καιρός ~ για εκδρομές (: πολύ άσχημος). Κόστος ~ό (: πολύ υψηλό)/τιμή ~ή για αγορά προϊόντος. Τροφές ~ές (: επικίνδυνες) για την υγεία. ΣΥΝ. ανασταλτικός, αποτρεπτικός ● Ουσ.: απαγορευτικό (το) 1. εντολή του λιμεναρχείου να μην αποπλεύσουν τα πλοία εξαιτίας κακοκαιρίας: ~ απόπλου. Σε ισχύ το ~. Εκδόθηκε/επιβλήθηκε (γενικό/μερικό) ~. Δεν μπόρεσαν να ταξιδέψουν λόγω ~ού. 2. απαγορευτική πινακίδα, σήμα, ιδ. της Τροχαίας: ~ εισόδου/πρόσβασης/στάθμευσης. ● επίρρ.: απαγορευτικά [< μτγν. ἀπαγορευτικός, γαλλ. prohibitif, αγγλ. prohibitive] | |
| 5124 | απαγορεύω | [ἀπαγορεύω] α-πα-γο-ρεύ-ω ρ. (μτβ.) {απαγόρευ-σα κ. -ψα, απαγορεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -μένος, -οντας}: εμποδίζω να γίνει κάτι, συνήθ. με κανονισμό ή νόμο: Ο νόμος ~ει τον βασανισμό των ζώων. Μέτρα που ~ουν τη ρίψη λυμάτων στη θάλασσα. Οι αστυνομικές Αρχές ~σαν την κυκλοφορία. (επίσ.) Διάταξη ~ουσα την κατοχή όπλων. ~οντάς μου να ...|| (εμφατ.-απειλητ.) Σου ~ να μου αντιμιλάς! ΑΝΤ. επιτρέπω ● Παθ.: απαγορεύεται: (συνήθ. σε πινακίδα) δεν επιτρέπεται: ~ το κάπνισμα/το κυνήγι/το πάρκινγκ. ● βλ. απαγορευμένος [< αρχ. ἀπαγορεύω, γαλλ. interdire, prohiber] | |
| 5125 | απαγχονίζω | [ἀπαγχονίζω] α-παγ-χο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {απαγχόνι-σε, -στηκε (λόγ. -σθηκε), -σμένος} (επίσ.): θανατώνω με απαγχονισμό. ΣΥΝ. κρεμώ (3) ● Παθ.: απαγχονίζομαι: αυτοκτονώ με απαγχονισμό: Αποπειράθηκε να ~σθεί. Βρέθηκε ~σμένος στο κελί του. [< αρχ. ἀπαγχονίζω, γαλλ. pendre] | |
| 5126 | απαγχονισμός | [ἀπαγχονισμός] α-παγ-χο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) (επίσ.): (κυρ. ως θανατική ποινή, αλλά και ως τρόπος αυτοκτονίας ή δολοφονίας) πρόκληση θανάτου από στραγγαλισμό με αγχόνη, η οποία τοποθετείται γύρω από το λαιμό και τον σφίγγει κατά την απότομη αιώρηση του σώματος: εκτέλεση με ~ό/(λόγ.) δι' ~ού. Καταδικάστηκε σε ~ό. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. κρέμασμα (2) [< γαλλ. pendaison] | |
| 5127 | απάγω | [ἀπάγω] α-πά-γω ρ. (μτβ.) {εύχρ. κυρ. ο αόρ.· απήγαγε, απαγάγει, απήχθη, απαχθεί, (μτχ. απα-χθείς, -χθείσα, -χθέν), κυρ. στο γ' πρόσ.} 1. κάνω απαγωγή: Τον απήγαγαν με τη βία/με την απειλή όπλου και ζητούν λύτρα. Απήχθη από συμμορία. Δημοσιογράφοι έχουν απαχθεί και κρατούνται όμηροι. Απελευθέρωση του ~χθέντος επιχειρηματία. Πβ. κλέβω. 2. απομακρύνω κάτι από τη θέση του ή από συγκεκριμένο χώρο: (ΦΥΣΙΟΛ.) Μυς που (εκτείνει και) ~ει τον βραχίονα (βλ. δελτοειδής)/τον ώμο (βλ. τραπεζοειδής). Οι φλέβες ~ουν το αίμα από την καρδιά και το μεταφέρουν στους ιστούς.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Σύστημα που ~ει (: οδηγεί προς τα έξω) τη θερμότητα/τα καυσαέρια/το νερό (από το φράγμα) μέσω σωληνώσεων. [< αρχ. ἀπάγω, αγγλ. abduct] | |
| 5128 | απαγωγέας | [ἀπαγωγέας] α-πα-γω-γέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {απαγωγ-έα | -είς, -έων}: πρόσωπο που απήγαγε ή επιχείρησε να απαγάγει κάποιον: επίδοξος ~. ~είς-μέλη εξτρεμιστικής οργάνωσης. Τα αιτήματα/το κρυσφήγετο/οι όμηροι των ~έων. Στα ίχνη των ~έων. Εντοπισμός και σύλληψη των ~έων. Οι ~είς απειλούσαν να τον σκοτώσουν. Βλ. λύτρα. [< γαλλ. ravisseur] | |
| 5129 | απαγωγή | [ἀπαγωγή] α-πα-γω-γή ουσ. (θηλ.) 1. παράνομη αρπαγή και κράτηση ενός προσώπου, συνήθ. με σκοπό να ζητηθούν ανταλλάγματα για την απελευθέρωσή του: ~ ανηλίκων/επιχειρηματία για λύτρα. ~ με τη βία. Έπεσε θύμα ~ής. 2. ΦΙΛΟΣ. (στη Λογική) συλλογιστική πορεία η οποία, με βάση μια γενική αρχή, οδηγείται στην εξαγωγή ειδικότερων συμπερασμάτων. Πβ. παραγωγή. ΑΝΤ. επαγωγή (1) 3. ΤΕΧΝΟΛ. μεταφορά περιττών, επιβλαβών ή άχρηστων στοιχείων, συνήθ. αερίων παραγόμενων από χημική αντίδραση, μακριά από το χώρο συγκέντρωσής τους: ~ ακάθαρτων υδάτων και λυμάτων/θερμότητας/καυσαερίων. Αγωγός/στόμιο ~ής. Πβ. παροχέτευση. 4. κίνηση απομάκρυνσης άκρου από τον κορμό: (ΦΥΣΙΟΛ.) ~ του βραχίονα/ποδιού.|| (ΓΥΜΝ.) Tα χέρια σε ~ (: ορθή γωνία με το σώμα). Πβ. έκταση. ΑΝΤ. προσαγωγή (2) 5. ΙΑΤΡ. μέθοδος καταγραφής του ηλεκτρικού δυναμικού του καρδιακού μυός: διπολική/μονοπολική/θωρακική ή προκάρδιος ~. Βλ. ηλεκτροκαρδιογράφημα. ● ΦΡ.: εις άτοπο(ν) απαγωγή βλ. άτοπο [< 1: μτγν. ἀπαγωγή 2: αρχ. ~, αγγλ. apagoge 4: αρχ. ~, γαλλ. abduction] | |
| 5130 | απαγωγικός | , ή, ό [ἀπαγωγικός] α-πα-γω-γι-κός επίθ. 1. ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με την απαγωγή ή προκύπτει από αυτή: ~ός: συλλογισμός/τρόπος σκέψης. ~ή: απόδειξη/μέθοδος. Πβ. παραγωγικός. ΑΝΤ. επαγωγικός (1) 2. ΤΕΧΝΟΛ. που απομακρύνει, αποβάλλει κάτι: ~ός: σωλήνας. ~ό: σύστημα (κυρ. για αέρια). Πβ. απαγωγός. ● επίρρ.: απαγωγικά [< 2: γαλλ. abducteur] | |
| 5131 | απαγωγός | , ός, ό [ἀπαγωγός] α-πα-γω-γός επίθ. 1. ΤΕΧΝΟΛ. που συλλέγει και απομακρύνει συνήθ. αέρια παραγόμενα από χημική αντίδραση: ~ός: σωλήνας. ~ός: εστία. Πβ. εκφορητικός, παροχετευτικός.|| (ως ουσ.) ~ αερίων/θερμότητας (ενν. αγωγός). 2. ΑΝΑΤ. που απομακρύνει από τον κεντρικό άξονα: ~ός: μυς.|| (ως ουσ.) Εκγύμναση γλουτιαίων, προσαγωγών και ~ών. ● ΣΥΜΠΛ.: απαγωγό νεύρο βλ. νεύρο [< αρχ. ἀπαγωγός, γαλλ. abducteur] | |
| 5132 | απάδει | [ἀπᾴδει] α-πά-δει ρ. {μόνο στον ενεστ., μτχ. κυρ. θηλ. απάδ-ουσα} (+ σε/προς) (λόγ.): δεν αρμόζει, δεν ταιριάζει, αντίκειται σε κάτι: Συμπεριφορά που ~ (= ~ουσα) σε πολιτισμένο άνθρωπο. Πράξεις/τακτικές που ~ουν προς (= δεν συμφωνούν με) τις αρχές της δημοκρατίας. Πβ. αντιβαίνει, αντιτίθεται. ΑΝΤ. συνάδει [< αρχ. ἀπᾴδω] | |
| 5133 | απαέρια | [ἀπαέρια] α-πα-έ-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΤΕΧΝΟΛ. αέρια απόβλητα, παραπροϊόντα της παραγωγικής διαδικασίας ή της καύσης μέσα σε κλειστό χώρο, τα οποία εκλύονται στην ατμόσφαιρα μέσω καπναγωγών: βιομηχανικά/θερμά ~. ~ διυλιστηρίου. Αερολύματα και ~. Καθαρισμός ~ίων. Πβ. καυσαέρια. ΣΥΝ. καπναέρια [< γερμ. Abgase] | |
| 5134 | απαερίωση & απαέρωση | [ἀπαερίωση] α-πα-ε-ρί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. απομάκρυνση των πτητικών ουσιών από ένα στερεό ή υγρό σώμα, κυρ. κατά τη θερμική επεξεργασία απορριμμάτων, ή από κλειστό χώρο (συσκευή, κύκλωμα): χημική ~. ~ άνθρακα/βιοαερίου/διαλύματος. ~ στον χώρο ταφής απορριμμάτων. Αγωγοί ~ης.|| ~ αντλίας/φιάλης. Κένωση και ~ δεξαμενής. Πβ. εξαέρωση. [< γαλλ. dégazage, 1929] | |
| 5135 | απαθανατίζω | [ἀπαθανατίζω] α-πα-θα-να-τί-ζω ρ. (μτβ.) {απαθανάτι-σα, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, απαθανατίζ-οντας} & (προφ.) αποθανατίζω: φωτογραφίζω ή αναπαριστώ, μέσω άλλης τέχνης ή τεχνικής, πρόσωπο, σκηνή, γεγονός, ώστε να διασωθεί στη μνήμη: Εικόνες που ~σε η κάμερα. Ιστορικά γεγονότα που έχουν ~στεί σε φιλμ.|| Πόλεις που ~στηκαν σε διάσημους πίνακες (= απεικονίστηκαν)/σε κλασικά έργα της λογοτεχνίας (= καταγράφηκαν). Πβ. αποτυπώνω. [< μτγν. ἀπαθανατίζω ‘καθιστώ αθάνατο, θεοποιώ’] | |
| 5136 | απαθανάτιση | [ἀπαθανάτιση] α-πα-θα-νά-τι-ση ουσ. (θηλ.) & (προφ.) αποθανάτιση: φωτογραφική συνήθ. αναπαράσταση προσώπων ή γεγονότων, ώστε να διατηρηθούν στη μνήμη: ~ ιστορικών/προσωπικών στιγμών. [< μτγν. ἀπαθανάτισις] | |
| 5137 | απάθεια | [ἀπάθεια] α-πά-θει-α ουσ. (θηλ.) 1. μειωμένη αντίδραση απέναντι σε ερεθίσματα, η οποία οφείλεται σε νωθρότητα ή αδιαφορία, αλλά και σε οργανικά ή ψυχολογικά αίτια: απόλυτη/κυνική/πλήρης ~. ~ και αναλγησία/αταραξία. Δείχνω/επιδεικνύω ~ απέναντι σε ... Αντιμετωπίζω κάτι με ~. Πβ. αναισθησία, ζαμανφουτισμός. Βλ. -πάθεια. ΑΝΤ. ενθουσιασμός, πάθος (2) 2. ΦΙΛΟΣ. χαλιναγώγηση των συναισθημάτων που διαταράσσουν την ψυχική ισορροπία, μέσω της δύναμης της λογικής (κατά τους Στωικούς)· κατ' επέκτ. στον χριστιανισμό, αποχή από τα πάθη και τις επιθυμίες ως προϋπόθεση για τον δρόμο προς τη θέωση: ~ και εγκράτεια/νηφαλιότητα. [< αρχ. ἀπάθεια, γαλλ. apathie, αγγλ. apathy] | |
| 5138 | απαθής | , ής, ές [ἀπαθής] α-πα-θής επίθ. {απαθέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από απάθεια: ~ής: έκφραση/στάση/συμπεριφορά. ~ές: βλέμμα/κοινό/πρόσωπο. ~είς: (τηλε)θεατές/πολίτες. ~ και ανέκφραστος/ψύχραιμος. (Παρα)μένουν ~είς μπροστά στον πόνο των συνανθρώπων τους. Παρακολουθούσε ~/~ατος τα τεκταινόμενα. Τα κοινωνικά προβλήματα δεν πρέπει να αφήνουν κανέναν ~ή! Πβ. αδιάφορος, αναίσθητος, ασυγκίνητος, ατάραχος, φλεγματικός. Βλ. -παθής. ● επίρρ.: απαθώς [-ῶς] [< αρχ. ἀπαθής, γαλλ. apathique, αγγλ. apathetic] | |
| 5139 | απαθλίωση | [ἀπαθλίωση] α-πα-θλί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): εξαθλίωση: ηθική/οικονομική/πνευματική ~. ~ και κατάπτωση. | |
| 5140 | απαιδευσία | [ἀπαιδευσία] α-παι-δευ-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & (προφ.) απαιδευσιά, (σπάν.) απαιδεψιά: έλλειψη παιδείας: γλωσσική/πνευματική ~. Πβ. αγραμματοσύνη, αμάθεια. ΣΥΝ. αμορφωσιά [< αρχ. ἀπαιδευσία] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ