Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [6060-6080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5141απαίδευτος, η, ο [ἀπαίδευτος] α-παί-δευ-τος επίθ. (λόγ.) 1. που στερείται παιδείας: ~ος: λαός. ~η: κοινωνία. ~ο: κοινό. ~ες: μάζες. Πολιτικά ~. ~ και αγράμματος/ανιστόρητος/αστοιχείωτος.|| (ως ουσ.) Χώρα ~ων. ΣΥΝ. ακαλλιέργητος, αμόρφωτος. ΑΝΤ. καλλιεργημένος, μορφωμένος.|| ~α: αυτιά/μάτια (: που δεν είναι εξασκημένα σε συγκεκριμένα ερεθίσματα, π.χ. ζωγραφική, μουσική). 2. (σπάν.) που δεν έχει μελετηθεί ή εξεταστεί προσεκτικά, επιπόλαιος: ~α και αβίαστα/εύκολα/πρόχειρα συμπεράσματα. ΣΥΝ. αβασάνιστος (1) ● επίρρ.: απαίδευτα: στη σημ. 2. [< αρχ. ἀπαίδευτος]
5142άπαικτος, η, ο βλ. άπαιχτος
5143απαισιοδοξία[ἀπαισιοδοξία] α-παι-σι-ο-δο-ξί-α ουσ. (θηλ.): τάση να βλέπει κάποιος τα πράγματα από την αρνητική τους πλευρά ή να πιστεύει στην αρνητική τους έκβαση: γενική/διάχυτη ~. Αίσθημα/κλίμα ~ας. Νιώθω ~. Τον διακατέχει/κυριεύει/πιάνει/χαρακτηρίζει ~. Αντιμετωπίζω το μέλλον με ~. ΣΥΝ. πεσιμισμός (1) ΑΝΤ. αισιοδοξία (1) [< γαλλ. pessimisme]
5144απαισιόδοξος, η, ο [ἀπαισιόδοξος] α-παι-σι-ό-δο-ξος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από απαισιοδοξία: ~η: διάθεση/εκτίμηση/προοπτική/στάση. ~ο: κλίμα/μήνυμα/σενάριο. ~ες: απόψεις/προβλέψεις/σκέψεις. ~α: συμπεράσματα/συναισθήματα.|| (για πρόσ.) Είναι από τη φύση του ~. Δήλωσε/εμφανίστηκε/φάνηκε ~ για το μέλλον της ομάδας. Πβ. πεσιμιστής. ΑΝΤ. αισιόδοξος (1) ● επίρρ.: απαισιόδοξα [< γαλλ. pessimiste]
5145απαισιοδοξώ[ἀπαισιοδοξῶ] α-παι-σι-ο-δο-ξώ ρ. (αμτβ). {απαισιοδοξ-είς ..., μόνο στο ενεστ. θ.} (σπάν.): θεωρώ ότι τίποτα δεν θα πάει καλά, είμαι απαισιόδοξος: Εξελίξεις που μας κάνουν να ~ούμε για την πορεία της κατάστασης. ΑΝΤ. αισιοδοξώ
5146απαίσιος, α, ο [ἀπαίσιος] α-παί-σι-ος επίθ.: που προκαλεί έντονη δυσαρέσκεια και αποστροφή για αισθητικούς ή ηθικούς λόγους: ~ος: ήχος. ~α: γεύση/εικόνα/μυρωδιά. ~ο: θέαμα. Πβ. άθλιος, ανατριχιαστ-, αποκρουστ-ικός, αποτρόπαιος, ειδεχθής, φρικτός.|| ~ος: χαρακτήρας. ~α: κατάσταση/συμπεριφορά. ~ες: συνθήκες. ~ και αισχρός/άσχημος/ελεεινός. Πβ. κάκιστος.|| (ως ουσ.) Πώς κάνεις παρέα μ' αυτόν τον ~ο; ● επίρρ.: απαίσια [< μτγν. ἀπαίσιος]
5147απαίτηση[ἀπαίτηση] α-παί-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. αίτημα που προβάλλεται με έντονο, επίμονο τρόπο: εξωφρενική/καθολική/λαϊκή/λογική/παράλογη/πιεστική/σαφής/υπερβολική ~. ~ήσεις του εργοδότη/καταναλωτή/πελάτη/πολίτη/προϊσταμένου. Kατά γενική ~. Κατόπιν ~ης. Αποδέχομαι/ικανοποιώ/σέβομαι τις ~ήσεις (κάποιου). Είχε την ~ να την περιμένω! Η αφίσα αποσύρθηκε μετά από ~ του ίδιου του καλλιτέχνη. Δεν είμαι υποχρεωμένος να δεχτώ κάθε σου ~! Έχει πολλές ~ήσεις. Δεν έχει ~ήσεις (: είναι ολιγαρκής). Μην έχεις ~ήσεις από μένα (= προσδοκίες). Προσαρμόζομαι στις ~ήσεις (= ανάγκες) των καιρών. (ειρων.) Έχει και/όλο ~ήσεις! Πβ. αξίωση, διεκδίκηση. Βλ. αντ~. 2. ΝΟΜ. το δικαίωμα διεκδίκησης ή εκπλήρωσης παροχής: ασφαλιζόμενη/ένδικη/ενοχική/ενυπόθηκη/χρηματική ~. ~ του Δημοσίου/εταιρείας/ποσού. ~ από αδικοπραξία. Είσπραξη/εκχώρηση/εξόφληση/επιδίκαση ~ης. Εγείρει ~ήσεις.απαιτήσεις (οι): καθετί απαραίτητο για κάτι, προϋποθέσεις: αυξημένες/ελάχιστες/στοιχειώδεις/σύγχρονες/τεχνολογικές/υψηλές ~. ~ ασφαλείας/εξοπλισμού/μαθήματος. Πληροί τις ~. Οι ~ για την έκδοση άδειας είναι (οι εξής) …|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ λογισμικού/συστήματος. [< αγγλ. requirements] ● ΣΥΜΠΛ.: επισφαλής απαίτηση: ΟΙΚΟΝ. χρέος που δεν είναι πιθανό να αποπληρωθεί: απώλειες/ζηµίες από ~είς ~ήσεις. Απόσβεση/διαγραφή ~ών ~ήσεων. [< γαλλ. créance douteuse] ● ΦΡ.: (υψηλών) απαιτήσεων/με απαιτήσεις: που χαρακτηρίζεται από υψηλή ποιότητα ή στόχους, που απαιτεί πολλά προσόντα ή υψηλή απόδοση: επάγγελμα/κοινό ~ ~ (= απαιτητικό). Ανάδοχος έργων υψηλών ~ και προδιαγραφών (πβ. αξιώσεων, επιπέδου). [< 1: αρχ. ἀπαίτησις, γαλλ. exigence 2: γερμ. (An)forderung]
5148απαιτητής[ἀπαιτητής] α-παι-τη-τής ουσ. (αρσ.): ΝΟΜ. πρόσωπο που απαιτεί να του δοθεί κάτι που δικαιούται, συνήθ. χρηματικό ποσό. || (κατ' επέκτ.) ~ές της διαφάνειας. [< μτγν. ἀπαιτητής]
5149απαιτητικός, ή, ό [ἀπαιτητικός] α-παι-τη-τι-κός επίθ. 1. (για πρόσ.) που έχει υψηλές, υπερβολικές ή και παράλογες απαιτήσεις: ~ός: αναγνώστης (πβ. καλλιεργημένος)/καταναλωτής/προϊστάμενος. ~ή: αγορά. ~ό: κοινό. ~ και δύσκολος χαρακτήρας (πβ. ανικανοποίητος). ~ με τον εαυτό του (πβ. τελειομανής)/τους συνεργάτες του. ~ στις συναλλαγές του/στο φαγητό. Μη με πιέζεις, είσαι πολύ ~ή! Πβ. διεκδικητικός.|| (κατ' επέκτ.) Μου το ζήτησε με ~ό τρόπο/ύφος και καθόλου ευγενικά. 2. (για κάτι) που προϋποθέτει μεγάλη προσπάθεια και ικανότητα, προκειμένου να διεκπεραιωθεί ή να ανταποκριθεί κάποιος στις απαιτήσεις τις οποίες θέτει: ~ός: ρόλος. ~ή: δουλειά/σχολή. ~ό: εγχείρημα/επάγγελμα/έργο/περιβάλλον/σχολείο. ~ές: συνθήκες. ~ά: καθήκοντα. Δύσκολα και ~ά τα θέματα των εξετάσεων. ● επίρρ.: απαιτητικά ● ΣΥΜΠΛ.: απαιτητικό λεξιλόγιο βλ. λεξιλόγιο [< πβ. μτγν. ἀπαιτητικόν (τὸ) ‘κατάσταση ανάγκης’, γαλλ. exigeant]
5150απαιτητικότητα[ἀπαιτητικότητα] α-παι-τη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του απαιτητικού: έντονη ~. Η ~ των εξετάσεων/ενός έργου. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. exigence]
5151απαιτητός, ή, ό [ἀπαιτητός] α-παι-τη-τός επίθ.: ΝΟΜ. που μπορεί κάποιος να απαιτήσει και να αποκτήσει σύμφωνα με τον νόμο: ~ή: αξίωση/δόση/οφειλή. ~ό: χρέος. ~οί: τόκοι.|| (ως ουσ.) Ρυθμίζεται το ~ό του φόρου. [< γαλλ. exigible]
5152απαιτούμενος, η, ο [ἀπαιτούμενος] α-παι-τού-με-νος επίθ.: που είναι απαραίτητος, προϋποτίθεται: ~ος: χρόνος/χώρος. ~ες: δεξιότητες/ενέργειες/εργασίες/ικανότητες/προϋποθέσεις. Προσκόμιση των ~ων δικαιολογητικών. Έγιναν όλοι οι ~οι έλεγχοι. Δεν έχει την ~η εμπειρία/τα ~α προσόντα για ... Πβ. χρειαζούμενος. Βλ. προ~. ● Ουσ.: απαιτούμενα (τα): όσα είναι αναγκαία, για να γίνει ή να επιτευχθεί κάτι: Πού πας χωρίς τα ~ (ενν. εφόδια, προσόντα); [< αρχ. ἀπαιτούμενος, γαλλ. requis]
5153απαιτώ[ἀπαιτῶ] α-παι-τώ ρ. (μτβ.) {απαιτ-είς ... -ώντας | απαίτ-ησα, -είται (μτχ. απαιτούμενος), -ήθηκε}: ζητώ με έντονο και επίμονο τρόπο κάτι· αξιώνω: ~ δικαιοσύνη/ειλικρίνεια/ησυχία/σεβασμό! ~ να μου ζητήσεις συγγνώμη! Η κοινή γνώμη ~εί την παραδειγματική τιμωρία των ενόχων. ~ούμε μια καλύτερη ζωή. Μπορείς να ~ήσεις αποζημίωση από την εταιρεία. Πβ. διεκδικώ.|| Το ~ούν οι περιστάσεις (= το επιβάλλουν).απαιτεί: έχει ως ή αποτελεί προϋπόθεση, χρειάζεται: Η επιτυχία ~ θυσίες/σκληρή δουλειά. Πβ. προϋποθέτω.|| ~είται: υπομονή/χρόνος. Χρηματικό ποσό που ~είται για ... Φάρμακα για τα οποία ~είται συνταγή γιατρού (= είναι αναγκαία, απαραίτητη). Δεν ~είται άδεια, προκειμένου να ... Τι προσόντα ~ούνται για την κάλυψη της θέσης; [< αρχ. ἀπαιτῶ, γαλλ. exiger]
5154άπαιχτος, η, ο [ἄπαιχτος] ά-παι-χτος επίθ. & άπαικτος 1. (νεαν. αργκό) (για έντονη επιδοκιμασία) εξαιρετικός, τέλειος, φοβερός: ~η: ατάκα/ομάδα/ταινία. Καλά, είσαι ~! Πβ. ανεπανάληπτος, ασυναγώνιστος. 2. (προφ.) που δεν έχει παρουσιαστεί ακόμη σε κοινό: ~ο: έργο. [< μτγν. ἄπαικτος]
5155απάκι[ἀπάκι] α-πά-κι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. είδος καπνιστού, μαριναρισμένου σε ξίδι αλλαντικού από χοιρινό κρέας: κρητικό ~. Βλ. μπέικον, σύγκλινο. [< μεσν. απάκι(ν)]
5156απαλαίνωβλ. απαλύνω
5157απαλάμηβλ. παλάμη
5158απαλείφω[ἀπαλείφω] α-πα-λεί-φω ρ. (μτβ.) {απάλει-ψα, -φθηκε, απαλείφ-οντας} (λόγ.) 1. διαγράφω, σβήνω: Η φράση ~φθηκε από τις μετέπειτα εκδόσεις του βιβλίου. (ΗΛΕΚΤΡΟΝ.-ΠΛΗΡΟΦ.) Μπορείτε να ~ψετε όλα τα ανεπιθύμητα αρχεία. ΑΝΤ. διατηρώ (2) 2. ΝΟΜ. ακυρώνω, καταργώ την ισχύ συνήθ. επίσημου κειμένου ή νομικής υποχρέωσης: Κατηγορία/χρέος που ~φθηκε. Διάταξη που ~φθηκε ως αντισυνταγματική. Πβ. παραγράφω. 3. (μτφ.) εξαφανίζω, εξαλείφω: Κρέμα που ~ει τις ρυτίδες. Προσπάθησαν να ~ψουν τις διακρίσεις/τα εμπόδια. Τα λόγια του δεν ~φθηκαν ποτέ από τη μνήμη μας. [< αρχ. ἀπαλείφω, γαλλ. effacer, αγγλ. erase]
5159απάλειψη[ἀπάλειψη] α-πά-λει-ψη ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. διαγραφή, σβήσιμο: ~ λέξης/παραγράφου/παρενθέσεων/φράσης (ΑΝΤ. προσθήκη). ~είψεις νέων στοιχείων. Πβ. απαλοιφή. 2. ΝΟΜ. ακύρωση, κατάργηση: ~ ποινής. ~ δασμών/οφειλών. 3. (μτφ.) εξάλειψη, εξαφάνιση: Προσπάθεια ~ης των ανισοτήτων/προβλημάτων/προκαταλήψεων. [< μτγν. ἀπάλειψις]
5160απάλευτος, η, ο [ἀπάλευτος] α-πά-λευ-τος επίθ. (νεαν. αργκό): ανυπόφορος, αφόρητος: Τελείως ~η κατάσταση!|| ~ ο τύπος/~ο το άτομο (= δεν παλεύεται).

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.