| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5154 | άπαιχτος | , η, ο [ἄπαιχτος] ά-παι-χτος επίθ. & άπαικτος 1. (νεαν. αργκό) (για έντονη επιδοκιμασία) εξαιρετικός, τέλειος, φοβερός: ~η: ατάκα/ομάδα/ταινία. Καλά, είσαι ~! Πβ. ανεπανάληπτος, ασυναγώνιστος. 2. (προφ.) που δεν έχει παρουσιαστεί ακόμη σε κοινό: ~ο: έργο. [< μτγν. ἄπαικτος] | |
| 5155 | απάκι | [ἀπάκι] α-πά-κι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. είδος καπνιστού, μαριναρισμένου σε ξίδι αλλαντικού από χοιρινό κρέας: κρητικό ~. Βλ. μπέικον, σύγκλινο. [< μεσν. απάκι(ν)] | |
| 5156 | απαλαίνω | βλ. απαλύνω | |
| 5157 | απαλάμη | βλ. παλάμη | |
| 5158 | απαλείφω | [ἀπαλείφω] α-πα-λεί-φω ρ. (μτβ.) {απάλει-ψα, -φθηκε, απαλείφ-οντας} (λόγ.) 1. διαγράφω, σβήνω: Η φράση ~φθηκε από τις μετέπειτα εκδόσεις του βιβλίου. (ΗΛΕΚΤΡΟΝ.-ΠΛΗΡΟΦ.) Μπορείτε να ~ψετε όλα τα ανεπιθύμητα αρχεία. ΑΝΤ. διατηρώ (2) 2. ΝΟΜ. ακυρώνω, καταργώ την ισχύ συνήθ. επίσημου κειμένου ή νομικής υποχρέωσης: Κατηγορία/χρέος που ~φθηκε. Διάταξη που ~φθηκε ως αντισυνταγματική. Πβ. παραγράφω. 3. (μτφ.) εξαφανίζω, εξαλείφω: Κρέμα που ~ει τις ρυτίδες. Προσπάθησαν να ~ψουν τις διακρίσεις/τα εμπόδια. Τα λόγια του δεν ~φθηκαν ποτέ από τη μνήμη μας. [< αρχ. ἀπαλείφω, γαλλ. effacer, αγγλ. erase] | |
| 5159 | απάλειψη | [ἀπάλειψη] α-πά-λει-ψη ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. διαγραφή, σβήσιμο: ~ λέξης/παραγράφου/παρενθέσεων/φράσης (ΑΝΤ. προσθήκη). ~είψεις νέων στοιχείων. Πβ. απαλοιφή. 2. ΝΟΜ. ακύρωση, κατάργηση: ~ ποινής. ~ δασμών/οφειλών. 3. (μτφ.) εξάλειψη, εξαφάνιση: Προσπάθεια ~ης των ανισοτήτων/προβλημάτων/προκαταλήψεων. [< μτγν. ἀπάλειψις] | |
| 5160 | απάλευτος | , η, ο [ἀπάλευτος] α-πά-λευ-τος επίθ. (νεαν. αργκό): ανυπόφορος, αφόρητος: Τελείως ~η κατάσταση!|| ~ ο τύπος/~ο το άτομο (= δεν παλεύεται). | |
| 5161 | απαλλαγή | [ἀπαλλαγή] α-παλ-λα-γή ουσ. (θηλ.) 1. απελευθέρωση από κάτι ανεπιθύμητο: ~ από βάσανα/δεσμεύσεις/προβλήματα/υποχρεώσεις. ~ από τις κακές συνήθειες. Πβ. αποδέσμευση, λύτρωση. 2. εξαίρεση από νόμιμη ή καθολική υποχρέωση: πλήρης/προσωρινή ~. Δασμολογική/φορολογική ~ (πβ. φορο~). ~ πληρωμής ασφαλίστρων/στράτευσης/ΦΠΑ. ~ από κάθε ευθύνη/τα τέλη κυκλοφορίας. Αίτηση/βεβαίωση/χορήγηση ~ής. Διευκολύνσεις/ελαφρύνσεις και ~ές. Ζήτησε/πήρε ~ από το μάθημα της γυμναστικής. Του δόθηκε ~.|| ~ καθηκόντων (: απόλυση λόγω παραπτώματος). 3. ΝΟΜ. αθώωση: ~ του κατηγορουμένου λόγω αμφιβολιών/έλλειψης στοιχείων. [< αρχ. ἀπαλλαγή, γαλλ. exemption] | |
| 5162 | απαλλακτικός | , ή, ό [ἀπαλλακτικός] α-παλ-λα-κτι-κός επίθ.: που συντελεί στην απαλλαγή από κάτι, κυρ. στην αθώωση: ~ή: απόφαση δικαστηρίου (ΑΝΤ. καταδικαστικός)/πρόταση εισαγγελέα. ~ό: πόρισμα. ~ά: στοιχεία (ΑΝΤ. ενοχοποιητικά). Πβ. αθωωτικός.|| ~ός: κανονισμός. ● Ουσ.: απαλλακτικό (το): ενν. έγγραφο: ~ άδειας (εγκατάστασης/λειτουργίας). ~ά στράτευσης. ● επίρρ.: απαλλακτικά ● ΣΥΜΠΛ.: απαλλακτική εργασία/πρόοδος & (προφ.) απαλλακτική: με την οποία ο φοιτητής ή ο σπουδαστής απαλλάσσεται από την υποχρέωση να εξεταστεί σε μάθημα., απαλλακτικό βούλευμα βλ. βούλευμα [< μτγν. ἀπαλλακτικός] | |
| 5163 | απαλλάσσω | [ἀπαλλάσσω] α-παλ-λάσ-σω ρ. (μτβ.) {απάλλα-ξα (λόγ.) απήλλαξα, -χθηκα κ. -χτηκα, (λόγ. απηλλάγη), απαλλα-γεί, -γμένος, απαλλασσ-όμενος, -οντας} 1. απομακρύνω, γλιτώνω κάποιον από κάτι ανεπιθύμητο: ~ (κάποιον) από το βάρος/τον κόπο/την υποχρέωση. Πρέπει να ~γείς από το άγχος. Πβ. απελευθερώνω, λυτρώνω.|| (λόγ.) ~εται της ευθύνης (: από την ευθύνη).|| (χιουμορ.) Ήρθε η ώρα να σας ~ξω από την παρουσία μου (: να φύγω). 2. {κυρ. μεσοπαθ.} εξαιρώ κάποιον από νόμιμη ή καθολική υποχρέωση: ~όμενα: έσοδα. Τον ~ξαν από τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις. ~ομαι από την καταβολή φόρου/ένα μάθημα (= παίρνω απαλλαγή). ~εται για ειδικούς/ιατρικούς/οικογενειακούς/ψυχολογικούς λόγους. Πβ. αποδεσμεύω. 3. ΝΟΜ. αθωώνω: ~ (κάποιον) με βούλευμα από τις κατηγορίες. Tο δικαστήριο ~ξε τον κατηγορούμενο λόγω αμφιβολιών. ΑΝΤ. καταδικάζω (1) ● Μτχ.: απαλλαγμένος , η, ο: (για πρόσ.) ~ από τις έγνοιες.|| Λόγος ~ από υπερβολές. Χώρος ~ (: που έχει καθαριστεί) από ζιζάνια/σκόνη. ● ΦΡ.: απαλλάσσεται λόγω βλακείας (οικ.-μειωτ.): για επιεική αντιμετώπιση ατόμου που θεωρείται ανόητο: Μη θυμώνεις μαζί του! ~ ~!, απαλλάσσω/απομακρύνω κάποιον από το καθήκοντά του: απολύω, παύω κάποιον από την εργασία του: ~χθηκε ~ λόγω ανάμιξής του στο σκάνδαλο. [< αρχ. ἀπαλλάσσω, γαλλ. exempter] | |
| 5164 | απαλλοτριώνω | [ἀπαλλοτριώνω] α-παλ-λο-τρι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {απαλλοτρίω-σε, -θηκε, -θεί, λόγ. μτχ. -θείς, -θείσα, -θέν, -μένος} (επίσ.) 1. ΝΟΜ. προβαίνω σε απαλλοτρίωση: Το Υπουργείο ~σε την έκταση για την κατασκευή εθνικής οδού. Ιδιοκτησίες ~θηκαν υπέρ του Δημοσίου. ~θέντα: ακίνητα. ~μένα: οικόπεδα. 2. (σπάν.-μτφ.) απαρνούμαι αξίες, αρχές για την ικανοποίηση προσωπικού συμφέροντος. Πβ. απεμπολώ, (ξε)πουλάω. [< αρχ. ἀπαλλοτριῶ, γαλλ. exproprier] | |
| 5165 | απαλλοτρίωση | [ἀπαλλοτρίωση] α-παλ-λο-τρί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. ΝΟΜ. υποχρεωτική, με βάση τον νόμο και με καθορισμένη αποζημίωση, μεταβίβαση της κυριότητας ακίνητης περιουσίας στο Δημόσιο λόγω δημόσιας ανάγκης ή ωφέλειας: αναγκαστική ~. ~ αγροκτημάτων/γαιών. Βλ. δήμευση. 2. (μτφ.) αφαίρεση, κατάργηση ή παραχώρηση αξίας, ιδιότητας έναντι ανταλλάγματος: ~ δικαιωμάτων. [< αρχ. ἀπαλλοτρίωσις, γαλλ. expropriation] | |
| 5166 | απαλλοτριωτικός | , ή, ό [ἀπαλλοτριωτικός] α-παλ-λο-τρι-ω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την απαλλοτρίωση. | |
| 5167 | απαλοιφή | [ἀπαλοιφή] α-πα-λοι-φή ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. σβήσιμο, διαγραφή: ~ άρθρου (του Συντάγματος)/στοιχείων. Πβ. απάλειψη.|| (ΜΑΘ.) ~ παρενθέσεων/παρονομαστών. Μέθοδος ~ής και παραγοντοποίησης.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δεδομένων/εικόνας.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ φωνήεντος (: έκθλιψη, αφαίρεση, αποκοπή). 2. ΝΟΜ. ακύρωση: ~ χρεών. Πβ. παραγραφή. 3. (μτφ.) εξάλειψη: Τεχνολογία ~ής θορύβου (= αποθορυβοποίηση). [< μτγν. ἀπαλοιφή, γαλλ. effacement, αγγλ. erasing] | |
| 5168 | απαλός | , ή, ό [ἁπαλός] α-πα-λός επίθ. 1. ευχάριστος στην αφή, μαλακός και κατ' επέκτ. ήπιος: ~ή: επιδερμίδα/υφή. ~ό: τρίχωμα. ~ά: μαλλιά/ρούχα/χέρια. Δέρμα ~ό σαν βελούδο/μετάξι. ΑΝΤ. άγριος, σκληρός, τραχύς.|| ~ή: κρέμα. ~ό: σαμπουάν (: για ευαίσθητα δέρματα). Καλλυντικά για ~ό καθαρισμό. 2. (μτφ.) ελαφρύς, ανεπαίσθητος και ευχάριστος: ~ός: ήχος/φωτισμός (πβ. διακριτικός). ~ή: αίσθηση/βροχή/μελωδία/φωνή (πβ. σιγανή). ~ό: άγγιγμα (: τρυφερό)/αεράκι (= ανάλαφρο)/φιλί/φύσημα (του αέρα)/φως/χάδι/χτύπημα. Με ~ές κινήσεις. Πβ. γλυκός, ήρεμος.|| (για χρώματα) ~ό: πράσινο. ~ές: αποχρώσεις. Πβ. ανοιχτόχρωμος, παλ. ΑΝΤ. έντονος (1) ● Υποκ.: απαλούτσικος , η, ο ● επίρρ.: απαλά ● ΦΡ.: εξ απαλών ονύχων (λόγ.): από πολύ μικρή ηλικία: Γνωρίζονται ~ ~ (= από παιδιά). ΣΥΝ. παιδιόθεν [< αρχ. ἁπαλός] | |
| 5169 | απαλότητα | [ἁπαλότητα] α-πα-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.): το χαρακτηριστικό γνώρισμα του απαλού: βελούδινη/μεταξένια/μοναδική ~! Η ~ του δέρματος/των μαλλιών/του σαπουνιού. Αίσθηση φρεσκάδας και ~ας.|| (μτφ.) Η ~ της μουσικής/της φωνής/των χρωμάτων. Πβ. τρυφερότητα. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. σκληρότητα, τραχύτητα [< αρχ. ἁπαλότης] | |
| 10933 | Απαλότητα | γλύ-κα ουσ. (θηλ.) 1. γλυκιά γεύση: η ~ της καραμέλας/του κρασιού/του μελιού/της σοκολάτας. Μου άφησε μια ~ στο στόμα. Πβ. γλυκάδα. ΑΝΤ. πίκρα (2), πικρίλα 2. (μτφ.) αίσθηση απαλότητας, ευχαρίστησης, ηδονής, ασφάλειας: ~ του δειλινού/του έρωτα/της ζωής/του φιλιού (= απόλαυση)/της φωνής/των χαδιών. Η ~ του ύπνου (πβ. γαλήνη, ηρεμία). Ένιωσα μια ~ στην καρδιά. Έχει μια ιδιαίτερη ~ (πβ. ηπιότητα, πραότητα). Πήρε τη ~ της μαμάς της. Πβ. γλυκύτητα. 3. (οικ.) χαρακτηρισμός που δηλώνει συμπάθεια, τρυφερότητα: Το μωράκι είναι (μία/σκέτη) ~. Δεν είναι ~; (πβ. χαριτωμένος). (προσφών. ) ~ μου! ● γλύκες (οι): καλοπιάσματα, συνήθ. ερωτικά: ~ και νάζια/χάδια. Είναι όλο ~. Δεν αφήνεις τις ~; Μη μου κάνεις ~ εμένα!|| Μέσα στα σορόπια και τις ~. Αρχίσανε τις ~ (= ερωτοτροπίες, ζαχαρώματα). ● ΦΡ.: βλέπω/καταλαβαίνω τη γλύκα (προφ.-ειρων.): αποκτώ προσωπική εμπειρία από μια δυσάρεστη συνήθ. κατάσταση: Για έλα να ζήσεις τον χειμώνα στο νησί, να δεις/να καταλάβεις ~., έμεινα με τη γλύκα (προφ.): για διάψευση προσδοκιών: Νόμιζα πως θα πληρωθώ, αλλά ~ ~. ΣΥΝ. έμεινα με την όρεξη [< μεσν. γλύκα] | |
| 5170 | απάλυνση | [ἁπάλυνση] α-πά-λυν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) εξομάλυνση: ~ των αντιπαραθέσεων/συνεπειών. Μέτρα/προσπάθεια ~ης των ανισοτήτων. Πβ. εξάλειψη.|| ~ του πόνου. Πβ. ανακούφιση, καταπράυνση. ΑΝΤ. όξυνση (1) 2. μείωση των έντονων στοιχείων, της τραχύτητας: ~ των χαρακτηριστικών.|| Εργασίες ~ης των πρανών/σημείων τριβής. Πβ. λείανση. [< γαλλ. adoucissement] | |
| 5171 | απαλυντικός | , ή, ό [ἁπαλυντικός] α-πα-λυ-ντι-κός επίθ.: που απαλύνει, δεν ερεθίζει και κατ' επέκτ. ανακουφίζει: ~ή: δράση. ~ή και ενυδατική/θρεπτική/προστατευτική κρέμα. Σκεύασμα με ~ές ιδιότητες. Πβ. καταπραϋντικός, μαλακτικός. [< γαλλ. adoucissant] | |
| 5172 | απαλύνω | [ἁπαλύνω] α-πα-λύ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {απάλυν-α, απαλύν-θηκε, -οντας} & (σπάν.-προφ.) απαλαίνω 1. (μτφ.) μετριάζω την ένταση, τη σφοδρότητα αισθημάτων, συναισθημάτων ή σπανιότ. καταστάσεων: Ο χρόνος ~ει τον πόνο (πβ. καταπραΰνω, κατευνάζω). Προσπαθεί να ~ει τις αντιδράσεις/τις εντυπώσεις. Μέτρα για να ~νθούν οι επιπτώσεις από ... Πβ. αμβλύνω, ελαττώνω.|| Δεν λέει να ~ει ο καημός. Πβ. μαλακώνω. ΑΝΤ. οξύνω (1) 2. μειώνω την τραχύτητα, κάνω κάτι πιο ήπιο, πιο ευχάριστο στις αισθήσεις: Καλλυντικά που ~ουν την επιδερμίδα/τις ρυτίδες/τα σημάδια της κούρασης (πβ. λειαίνω). [< αρχ. ἁπαλύνω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ