Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [6100-6120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5179απανθρακώνω[ἀπανθρακώνω] α-παν-θρα-κώ-νω ρ. (μτβ.) {απανθράκω-σε, απανθρακώ-θηκε, -μένος}: καίω τελείως, μέχρι να γίνει κάρβουνο ή στάχτη: Η πυρκαγιά ~σε τα πάντα. Υλικά που δεν ~ονται εύκολα (: δεν είναι εύφλεκτα). ~θηκε από τη φωτιά. ~μένοι: καρποί. ~μένα: δέντρα/πτώματα. Πβ. αποτεφρώνω, καρβουνιάζω, κατακαίω. [< μτγν. ἀπανθρακῶ]
5180απανθράκωση[ἀπανθράκωση] α-παν-θρά-κω-ση ουσ. (θηλ.): μεταβολή οργανικής ύλης σε κάρβουνο μετά από καύση: ~ του δέρματος/των ιστών. ~ ξύλων. Κατάλοιπα/προϊόντα ~ης. Πβ. αποτέφρωση. [< γαλλ. carbonisation]
5181απανθρωπιά[ἀπανθρωπιά] α-παν-θρω-πιά ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) απανθρωπία: χαρακτηριστικό γνώρισμα του απάνθρωπου και των πράξεών του, έλλειψη στοιχειώδους ευαισθησίας, σκληρότητα: η ~ του πολέμου. Πβ. αναλγησία, απονιά, ασπλαχνία. Βλ. αγριότητα, βαναυσότητα, κτηνωδία, ωμότητα. ΑΝΤ. ανθρωπιά [< μτγν. ἀπανθρωπία]
5182απανθρωποποίηση[ἀπανθρωποποίηση] α-παν-θρω-πο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): εξάλειψη της ανθρωπιάς, απώλεια της αξιοπρέπειας, της ευαισθησίας και άλλων χαρακτηριστικών που προσδιορίζουν τον άνθρωπο: τεχνολογική ~. ~ των σύγχρονων κοινωνιών/των σχέσεων. ~ και μαζικοποίηση. Πβ. αλλοτρίωση. ΑΝΤ. εξανθρωπισμός [< γαλλ. déshumanisation]
5183απάνθρωπος, η, ο [ἀπάνθρωπος] α-πάν-θρω-πος επίθ.: που δεν έχει ή δεν φανερώνει στοιχειώδη ευαισθησία, που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ανθρωπιάς: ~ος: χαρακτήρας. ~οι στις μεθόδους τους. Πβ. άκαρδος, άσπλαχνος.|| ~ος: ανταγωνισμός (πβ. ανθρωποβόρος)/πόλεμος. ~η: βιαιότητα/μεταχείριση/συμπεριφορά/τιμωρία. ~ο: έγκλημα/θέαμα/καθεστώς/κράτος/περιβάλλον/σύστημα. ~οι: όροι (πβ. δυσβάσταχτος). ~ες: ποινές. ~α: βασανιστήρια. Ζουν κάτω από ~ες συνθήκες. Πβ. σκληρός. ΑΝΤ. ανθρώπινος (3) ● επίρρ.: απάνθρωπα [< αρχ. ἀπάνθρωπος]
5184άπαντα[ἅπαντα] ά-πα-ντα ουσ. (ουδ.) (τα) {απάντων} (λόγ.): (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Α) το σύνολο των έργων ενός δημιουργού, κυρ. λογοτέχνη: Δημοσιεύτηκαν/εκδόθηκαν τα ~ του ... [< αρχ. ἅπας, νεολατ. omnia]
5185απανταχού[ἁπανταχοῦ] α-πα-ντα-χού επίρρ. (λόγ.): παντού, σε κάθε σημείο: (ως επίθ., για διασκορπισμένα μέλη μιας εθνικής ή άλλης ομάδας) Ο ~ απόδημος ελληνισμός.|| Προς τους ~ λάτρεις του καλού φαγητού. Πβ. πανταχού. ● ΦΡ.: απανταχού/πανταχού της γης/της οικουμένης: παντού στη Γη: οι απανταχού (της γης) Έλληνες/ομογενείς. Με το έργο του έγινε γνωστός ~ ~. Πβ. οπουδήποτε, σε όλα τα μήκη και (τα) πλάτη (της Γης). ΣΥΝ. όπου Γης [< αρχ. ἁπανταχοῦ]
5186απανταχούσα

[ἁπανταχοῦσα] α-πα-ντα-χού-σα ουσ. (θηλ.) & πανταχούσα 1. (προφ.-χιουμορ.) λογαριασμός και γενικότ. επίσημη γραπτή ειδοποίηση με δυσάρεστο περιεχόμενο για τον παραλήπτη, συνήθ. για εξόφληση χρέους: ~ της εφορίας/τράπεζας. Του ήρθε μια ~. Του έδωσαν/έστειλαν ~. Πβ. λυπητερή, μπουγιουρντί. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (κυρ. παλαιότ.) πατριαρχική επιστολή ή εγκύκλιος επισκόπου με εντολές ή νουθεσίες προς το ποίμνιο ή τους κληρικούς της δικαιοδοσίας του.

5187απαντάωβλ. απαντώ
5188απάντηση[ἀπάντηση] α-πά-ντη-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ήσεως | -ήσεις, -ήσεων} 1. καθετί που λέει ή γράφει κάποιος ως ανταπόκριση σε δήλωση ή ερώτηση κάποιου: άμεση/αναμενόμενη/ανώνυμη/αποστομωτική/αρνητική/αυτονόητη/γραπτή/δημόσια/διευκρινιστική/διπλωματική//διφορούμενη/ειλικρινής/έμμεση/ενδεικτική/εύκολη/εύστοχη/θετική/καθαρή/καθυστερημένη/καταφατική/κατηγορηματική/λάθος/λακωνική/λεπτομερής/μονολεκτική/οργισμένη/προφανής/προφορική/σαφής/σύντομη/σωστή/τεκμηριωμένη/τηλεφωνική ~. ~ σε αίτηση/δημοσίευμα/ιμέιλ/καταγγελία/κλήση/μήνυμα/πρόταση. Προθεσμία/υποχρέωση ~ης. Εν αναμονή ~ης. Η επιστολή δεν έτυχε ~ης. ~ήσεις σε απορίες. Δίνω/παίρνω/περιμένω ~. Έμεινα χωρίς ~. Μου οφείλεις μια ~. Βλ. αντ~. ΣΥΝ. απόκριση (1) ΑΝΤ. ερώτηση (1) 2. λύση, εξήγηση που δίνεται σε άσκηση ή πρόβλημα ή γενικότ. θεωρητικό ζήτημα: σύντομη ~. ~ εκτός θέματος. ~ήσεις σε δύσκολα ερωτήματα/θέματα. Βιβλίο με τις ~ήσεις των σχολικών ασκήσεων (πβ. βοήθημα, λυσάρι). Πβ. επίλυση.|| (μτφ.) Η ηλιακή και η αιολική ενέργεια αποτελούν ~ στο ενεργειακό πρόβλημα. Οι επιστήμονες δίνουν ~ήσεις στο μυστήριο της ζωής. 3. (μτφ.) αντίδραση σε προηγούμενη ενέργεια κυρ. άλλου προσώπου: δυναμική/ηχηρή ~. ~ στις προκλήσεις. Οι απεργιακές κινητοποιήσεις ήταν η ~ των πολιτών στα κυβερνητικά μέτρα. ||Η καινοτομία ως ~ στην κρίση.● ΣΥΜΠΛ.: ερωτήσεις σωστού-λάθους/διαζευκτικής απάντησης βλ. ερώτηση, πληρωμένη απάντηση βλ. πληρωμένος ● ΦΡ.: έχει (έτοιμη) απάντηση για όλα: μπορεί να απαντήσει ανά πάσα στιγμή, να αποστομώσει κάποιον ή να βρει τη λύση σε οποιοδήποτε πρόβλημα. Πβ. ετοιμόλογος., σε απάντηση: τυποποιημένη εισαγωγή σε επίσημο συνήθ. έγγραφο που απαντά σε ανάλογο κείμενο: ~ ~ της (υπ' αριθμ. …) αίτησής/επιστολής σας σάς γνωστοποιούμε ότι …, η σιωπή μου προς απάντησή σου βλ. σιωπή [< 1: αρχ. ἀπάντησις 2,3: γαλλ. réponse]
5189απαντητικός, ή, ό [ἀπαντητικός] α-πα-ντη-τι-κός επίθ.: που αποτελεί ή δίνει απάντηση σε κάποιο ζήτημα: ~ός: φάκελος. ~ή: επιστολή/φόρμα (ερωτηματολογίου). ~ό: δελτίο/έγγραφο/έντυπο/ιμέιλ/σημείωμα. ~ά μηνύματα χωρίς χρέωση (: στο κινητό). Τετράδια και ~ά φύλλα (: σε διαγωνισμό, εξετάσεις).|| (μτφ.) ~ά: μέτρα (: σε προκλητικές ενέργειες που θίγουν τα συμφέροντα μιας χώρας). [< μτγν. ἀπαντητικός 'αυτός που απαντά σε πρόκληση', γαλλ. responsif]
5190απάντληση[ἀπάντληση] α-πά-ντλη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. πλήρης, τέλεια άντληση: ~ υδάτων.|| ~ καυσίμων/πετρελαίου. [< αρχ. ἀπάντλησις ‘εξαγωγή, αφαίρεση’]
5191απαντοχή[ἀπαντοχή] α-πα-ντο-χή ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): προσδοκία, ελπίδα· στήριγμα: ~ και εγκαρτέρηση. Μέτρο που δίνει ~ στους εργαζόμενους. Πβ. προσμονή.|| (ΕΚΚΛΗΣ., για τον Θεό ή την Παναγία) ~ του κόσμου/των φτωχών. Πβ. βάλσαμο, παραμυθία, παρηγοριά.|| Η μόνη τους ~ είναι τα παιδιά τους. [< μεσν. απαντοχή]
5192απάντρευτος, η, ο [ἀπάντρευτος] α-πά-ντρευ-τος επίθ. (προφ.): ανύπαντρος. Πβ. άγαμος. ΑΝΤ. παντρεμένος (1)
5193απαντώ[ἀπαντῶ] α-πα-ντώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {απαντ-ά κ. -άει ... | απάντ-ησα, -άται κ. -ιέται, -ήθηκε, -ώμενος, -ημένος, -ώντας} & απαντάω 1. δίνω απάντηση ή αποκρίνομαι σε κάλεσμα: ~ σε δημοσίευμα/επιστολή/κριτική/σχόλια. ~ώντας στον δάσκαλο/σε ερωτήσεις δημοσιογράφων. ~ για λογαριασμό άλλου/με μισόλογα. Δεν γνωρίζω/δεν ξέρω, δεν ~ (: κατηγορία απάντησης σε ερωτηματολόγιο, δημοσκόπηση). Εσείς ρωτάτε, εμείς ~άμε. Θα ~ήσω γραπτά/προφορικά. ~ησε με ένα ξερό «όχι». Αρνούμαι/αποφεύγω/καλούμαι να ~ήσω. ~σε: για/σε όσα τον κατηγορούν. Θα σε ρωτήσω κάτι και θέλω να μου ~ήσεις με ειλικρίνεια. Αναρμόδιος να ~ήσει … ~ησέ μου κοιτώντας με στα μάτια.|| (μη λεκτικά:) ~ησε (στα λεγόμενά του) με ανασήκωμα των ώμων/με ένα ειρωνικό χαμόγελο/με ένα νεύμα.|| (συνήθ. με άρνηση) Δεν ~ά στο τηλέφωνο (: δεν το σηκώνει). Χτύπησα το κουδούνι της εξώπορτας, αλλά δεν ~ησε κανείς (: δεν άνοιξε). ΑΝΤ. ρωτώ 2. δίνω λύση, εξήγηση σε άσκηση ή πρόβλημα ή γενικότ. θεωρητικό ζήτημα: ~ησα σωστά σε όλες τις ερωτήσεις (: σε διαγώνισμα, εξετάσεις). Πολλές επιστήμες επιχειρούν να ~ήσουν στο ζήτημα της καταγωγής του ανθρώπου. 3. (μτφ.) αντιδρώ σε προηγούμενη ενέργεια άλλου, κυρ. ανταποδίδοντάς την: ~ με απεργία/διαδήλωση/κινητοποίηση. ~ στη βία με βία. Η αστυνομία ~ησε στις επιθέσεις των διαδηλωτών με δακρυγόνα. Η ομάδα ~ησε με γκολ. Πβ. αντ-απαντώ, -αποκρίνομαι. 4. (λαϊκό) συναντώ: Τον ~ησα τυχαία. ~ήθηκαν στην αγορά. ΣΥΝ. ανταμώνω, συναπαντώ ● απαντά, απαντάται: υπάρχει, εμφανίζεται, συναντάται: Λέξη/όρος που ~ (= βρίσκεται, μαρτυρείται, χρησιμοποιείται) σε κείμενα/στον συγγραφέα ... Φυτά και ζώα που ~ούν (για φυτά: ευδοκιμούν, για ζώα: ζουν) σε μια συγκεκριμένη περιοχή. ● ΦΡ.: μην τον είδατε, μην τον απαντήσατε (ειρων.): για κάποιον που έχει εξαφανιστεί, που δεν μπορούν να τον βρουν: Πήγα να διαμαρτυρηθώ στον αρμόδιο, μα εκείνος, ~ ~! ΣΥΝ. μην (τον) είδατε τον Πανα(γ)ή, απαντά με μονοσύλλαβα βλ. μονοσύλλαβος [< αρχ. ἀπαντῶ, γαλλ. répondre, αγγλ. answer, respond]
5194απάνωβλ. πάνω
5195απάνωθε & πάνωθε[ἀπάνωθε] α-πά-νω-θε επίρρ. (λαϊκό): επάνω. Βλ. -θεν. [< μτγν. ἀπάνωθεν]
5196απανωτός, ή, ό [ἀπανωτός] α-πα-νω-τός επίθ. {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που διαδέχεται αμέσως και με μεγάλη συχνότητα κάτι όμοιό του: ~οί: πυροβολισμοί. ~ές: ατυχίες/γκάφες/εκρήξεις/ερωτήσεις/ήττες/συσκέψεις. ~ά: βάσανα/λάθη/προβλήματα/τηλεφωνήματα (: το ένα μετά το άλλο). Και δεύτερο ~ό χτύπημα της μοίρας. Πβ. αδιάκοπος, αλλεπάλληλος, αλυσιδωτός, διαδοχικός, συνεχής. ● επίρρ.: απανωτά [< μεσν. *επανωτός]
5197άπαξ[ἅπαξ] ά-παξ επίρρ. (αρχαιοπρ.): μία φορά μόνο: ~ της ημέρας/του μηνός/του έτους ... Ο έλεγχος θα γίνει ~. Βλ. εφάπαξ. ● ΣΥΜΠΛ.: άπαξ λεγόμενον/λέξη άπαξ: ΦΙΛΟΛ. λέξη, τύπος ή σημασία που μαρτυρείται μία μόνο φορά, κυρ. σε κείμενα της αρχαίας ελληνικής και λατινικής γραμματείας. ● ΦΡ.: άπαξ (και) διά παντός: μια για πάντα, οριστικά: Απαλλαχθήκαμε/γλιτώσαμε ~ ~ από δαύτους! Το θέμα λύθηκε ~ ~! Σου απάντησα/το είπα ~ ~ (: δεν πρόκειται να το επαναλάβω)! ΣΥΝ. μια/μία και καλή, άπαξ και: από τη στιγμή που, αφού, εφόσον: ~ ~ το αποφασίσαμε, δεν μπορούμε να κάνουμε πίσω! Πβ. μια(ς) και/που. [< αρχ. ἅπαξ, αγγλ. hapax legomenon, γαλλ. (h)apax, 1922]
5198απαξάπαντες[ἁπαξάπαντες] α-πα-ξά-πα-ντες επίθ. {θηλ. -ασες, ουδ. -αντα, -άντων | χωρ. εν.} (αρχαιοπρ.-συνήθ. ειρων.): όλοι ανεξαιρέτως: Έσπευσαν ~ να ... ~ασες οι διασημότητες παρευρέθηκαν στην εκδήλωση. Πβ. άπας, σύμπας. [< αρχ. ἁπαξάπας]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.