| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5173 | απάμβλυνση | [ἀπάμβλυνση] α-πάμ-βλυν-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): μείωση, μετριασμός: ~ των αισθήσεων/της έντασης. ΣΥΝ. άμβλυνση ΑΝΤ. όξυνση (1) | |
| 5174 | απαμβλύνω | [ἀπαμβλύνω] α-παμ-βλύ-νω ρ. (μτβ.) {απάμβλυ-νε, απαμβλύ-νθηκε} (απαιτ. λεξιλόγ.): μειώνω, μετριάζω: Φάρμακο που ~ει τους πόνους (πβ. απαλύνω, καταπραΰνω). Μέτρα που ~ουν τα προβλήματα. Πβ. αμβλύνω. ΑΝΤ. οξύνω (1) [< αρχ. ἀπαμβλύνω] | |
| 19787 | Απαμορφώνω | [ἠθικοποιῶ] η-θι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ηθικοποι-εί | -ήσει, -είται, -ηθεί, -ημένος}: διαμορφώνω ή αναμορφώνω ηθικά: Η τέχνη ~εί και εκπολιτίζει. Η παιδεία ~εί τον άνθρωπο. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. moraliser] | |
| 5175 | άπαν | βλ. άπας | |
| 5176 | απανεμιά | [ἀπανεμιά] α-πα-νε-μιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): απουσία ανέμου· συνεκδ. τόπος όπου δεν φυσά άνεμος: ~ μετά την τρικυμία. Πβ. άπνοια, γαλήνη, μπουνάτσα, νηνεμία.|| Καθίσαμε στην ~. Πβ. απάγκιο. [< μεσν. απανεμιά] | |
| 5177 | απάνεμος | , η, ο [ἀπάνεμος] α-πά-νε-μος επίθ.: (για τόπο) προφυλαγμένο από τον άνεμο: ~ος: κόλπος/όρμος. ~η: γωνιά/παραλία. ~ο: ακρογιάλι/λιμάνι. Πβ. απάγκιος, υπήνεμος. ΑΝΤ. ανεμοδαρμένος (1), προσήνεμος [< μτγν. ἀπήνεμος] | |
| 5178 | απάνθισμα | [ἀπάνθισμα] α-πάν-θι-σμα ουσ. (ουδ.): συλλογή από τα πιο αξιόλογα και αντιπροσωπευτικά δείγματα του έντεχνου συνήθ. λόγου ή άλλης τέχνης: λογοτεχνικό/μουσικό ~. ~ (κατά θέματα) ποιημάτων/ρητών. Πβ. ανθολογία.|| (κατ' επέκτ.) ~ εικόνων/εντυπώσεων.|| Το ~ της γνώσης/σοφίας. Πβ. απαύγασμα. [< μτγν. ἀπάνθισμα, γαλλ. florilège] | |
| 5179 | απανθρακώνω | [ἀπανθρακώνω] α-παν-θρα-κώ-νω ρ. (μτβ.) {απανθράκω-σε, απανθρακώ-θηκε, -μένος}: καίω τελείως, μέχρι να γίνει κάρβουνο ή στάχτη: Η πυρκαγιά ~σε τα πάντα. Υλικά που δεν ~ονται εύκολα (: δεν είναι εύφλεκτα). ~θηκε από τη φωτιά. ~μένοι: καρποί. ~μένα: δέντρα/πτώματα. Πβ. αποτεφρώνω, καρβουνιάζω, κατακαίω. [< μτγν. ἀπανθρακῶ] | |
| 5180 | απανθράκωση | [ἀπανθράκωση] α-παν-θρά-κω-ση ουσ. (θηλ.): μεταβολή οργανικής ύλης σε κάρβουνο μετά από καύση: ~ του δέρματος/των ιστών. ~ ξύλων. Κατάλοιπα/προϊόντα ~ης. Πβ. αποτέφρωση. [< γαλλ. carbonisation] | |
| 5181 | απανθρωπιά | [ἀπανθρωπιά] α-παν-θρω-πιά ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) απανθρωπία: χαρακτηριστικό γνώρισμα του απάνθρωπου και των πράξεών του, έλλειψη στοιχειώδους ευαισθησίας, σκληρότητα: η ~ του πολέμου. Πβ. αναλγησία, απονιά, ασπλαχνία. Βλ. αγριότητα, βαναυσότητα, κτηνωδία, ωμότητα. ΑΝΤ. ανθρωπιά [< μτγν. ἀπανθρωπία] | |
| 5182 | απανθρωποποίηση | [ἀπανθρωποποίηση] α-παν-θρω-πο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): εξάλειψη της ανθρωπιάς, απώλεια της αξιοπρέπειας, της ευαισθησίας και άλλων χαρακτηριστικών που προσδιορίζουν τον άνθρωπο: τεχνολογική ~. ~ των σύγχρονων κοινωνιών/των σχέσεων. ~ και μαζικοποίηση. Πβ. αλλοτρίωση. ΑΝΤ. εξανθρωπισμός [< γαλλ. déshumanisation] | |
| 5183 | απάνθρωπος | , η, ο [ἀπάνθρωπος] α-πάν-θρω-πος επίθ.: που δεν έχει ή δεν φανερώνει στοιχειώδη ευαισθησία, που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ανθρωπιάς: ~ος: χαρακτήρας. ~οι στις μεθόδους τους. Πβ. άκαρδος, άσπλαχνος.|| ~ος: ανταγωνισμός (πβ. ανθρωποβόρος)/πόλεμος. ~η: βιαιότητα/μεταχείριση/συμπεριφορά/τιμωρία. ~ο: έγκλημα/θέαμα/καθεστώς/κράτος/περιβάλλον/σύστημα. ~οι: όροι (πβ. δυσβάσταχτος). ~ες: ποινές. ~α: βασανιστήρια. Ζουν κάτω από ~ες συνθήκες. Πβ. σκληρός. ΑΝΤ. ανθρώπινος (3) ● επίρρ.: απάνθρωπα [< αρχ. ἀπάνθρωπος] | |
| 5184 | άπαντα | [ἅπαντα] ά-πα-ντα ουσ. (ουδ.) (τα) {απάντων} (λόγ.): (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Α) το σύνολο των έργων ενός δημιουργού, κυρ. λογοτέχνη: Δημοσιεύτηκαν/εκδόθηκαν τα ~ του ... [< αρχ. ἅπας, νεολατ. omnia] | |
| 5185 | απανταχού | [ἁπανταχοῦ] α-πα-ντα-χού επίρρ. (λόγ.): παντού, σε κάθε σημείο: (ως επίθ., για διασκορπισμένα μέλη μιας εθνικής ή άλλης ομάδας) Ο ~ απόδημος ελληνισμός.|| Προς τους ~ λάτρεις του καλού φαγητού. Πβ. πανταχού. ● ΦΡ.: απανταχού/πανταχού της γης/της οικουμένης: παντού στη Γη: οι απανταχού (της γης) Έλληνες/ομογενείς. Με το έργο του έγινε γνωστός ~ ~. Πβ. οπουδήποτε, σε όλα τα μήκη και (τα) πλάτη (της Γης). ΣΥΝ. όπου Γης [< αρχ. ἁπανταχοῦ] | |
| 5186 | απανταχούσα | [ἁπανταχοῦσα] α-πα-ντα-χού-σα ουσ. (θηλ.) & πανταχούσα 1. (προφ.-χιουμορ.) λογαριασμός και γενικότ. επίσημη γραπτή ειδοποίηση με δυσάρεστο περιεχόμενο για τον παραλήπτη, συνήθ. για εξόφληση χρέους: ~ της εφορίας/τράπεζας. Του ήρθε μια ~. Του έδωσαν/έστειλαν ~. Πβ. λυπητερή, μπουγιουρντί. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (κυρ. παλαιότ.) πατριαρχική επιστολή ή εγκύκλιος επισκόπου με εντολές ή νουθεσίες προς το ποίμνιο ή τους κληρικούς της δικαιοδοσίας του. | |
| 5187 | απαντάω | βλ. απαντώ | |
| 5188 | απάντηση | [ἀπάντηση] α-πά-ντη-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ήσεως | -ήσεις, -ήσεων} 1. καθετί που λέει ή γράφει κάποιος ως ανταπόκριση σε δήλωση ή ερώτηση κάποιου: άμεση/αναμενόμενη/ανώνυμη/αποστομωτική/αρνητική/αυτονόητη/γραπτή/δημόσια/διευκρινιστική/διπλωματική//διφορούμενη/ειλικρινής/έμμεση/ενδεικτική/εύκολη/εύστοχη/θετική/καθαρή/καθυστερημένη/καταφατική/κατηγορηματική/λάθος/λακωνική/λεπτομερής/μονολεκτική/οργισμένη/προφανής/προφορική/σαφής/σύντομη/σωστή/τεκμηριωμένη/τηλεφωνική ~. ~ σε αίτηση/δημοσίευμα/ιμέιλ/καταγγελία/κλήση/μήνυμα/πρόταση. Προθεσμία/υποχρέωση ~ης. Εν αναμονή ~ης. Η επιστολή δεν έτυχε ~ης. ~ήσεις σε απορίες. Δίνω/παίρνω/περιμένω ~. Έμεινα χωρίς ~. Μου οφείλεις μια ~. Βλ. αντ~. ΣΥΝ. απόκριση (1) ΑΝΤ. ερώτηση (1) 2. λύση, εξήγηση που δίνεται σε άσκηση ή πρόβλημα ή γενικότ. θεωρητικό ζήτημα: σύντομη ~. ~ εκτός θέματος. ~ήσεις σε δύσκολα ερωτήματα/θέματα. Βιβλίο με τις ~ήσεις των σχολικών ασκήσεων (πβ. βοήθημα, λυσάρι). Πβ. επίλυση.|| (μτφ.) Η ηλιακή και η αιολική ενέργεια αποτελούν ~ στο ενεργειακό πρόβλημα. Οι επιστήμονες δίνουν ~ήσεις στο μυστήριο της ζωής. 3. (μτφ.) αντίδραση σε προηγούμενη ενέργεια κυρ. άλλου προσώπου: δυναμική/ηχηρή ~. ~ στις προκλήσεις. Οι απεργιακές κινητοποιήσεις ήταν η ~ των πολιτών στα κυβερνητικά μέτρα. ||Η καινοτομία ως ~ στην κρίση.● ΣΥΜΠΛ.: ερωτήσεις σωστού-λάθους/διαζευκτικής απάντησης βλ. ερώτηση, πληρωμένη απάντηση βλ. πληρωμένος ● ΦΡ.: έχει (έτοιμη) απάντηση για όλα: μπορεί να απαντήσει ανά πάσα στιγμή, να αποστομώσει κάποιον ή να βρει τη λύση σε οποιοδήποτε πρόβλημα. Πβ. ετοιμόλογος., σε απάντηση: τυποποιημένη εισαγωγή σε επίσημο συνήθ. έγγραφο που απαντά σε ανάλογο κείμενο: ~ ~ της (υπ' αριθμ. …) αίτησής/επιστολής σας σάς γνωστοποιούμε ότι …, η σιωπή μου προς απάντησή σου βλ. σιωπή [< 1: αρχ. ἀπάντησις 2,3: γαλλ. réponse] | |
| 5189 | απαντητικός | , ή, ό [ἀπαντητικός] α-πα-ντη-τι-κός επίθ.: που αποτελεί ή δίνει απάντηση σε κάποιο ζήτημα: ~ός: φάκελος. ~ή: επιστολή/φόρμα (ερωτηματολογίου). ~ό: δελτίο/έγγραφο/έντυπο/ιμέιλ/σημείωμα. ~ά μηνύματα χωρίς χρέωση (: στο κινητό). Τετράδια και ~ά φύλλα (: σε διαγωνισμό, εξετάσεις).|| (μτφ.) ~ά: μέτρα (: σε προκλητικές ενέργειες που θίγουν τα συμφέροντα μιας χώρας). [< μτγν. ἀπαντητικός 'αυτός που απαντά σε πρόκληση', γαλλ. responsif] | |
| 5190 | απάντληση | [ἀπάντληση] α-πά-ντλη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. πλήρης, τέλεια άντληση: ~ υδάτων.|| ~ καυσίμων/πετρελαίου. [< αρχ. ἀπάντλησις ‘εξαγωγή, αφαίρεση’] | |
| 5191 | απαντοχή | [ἀπαντοχή] α-πα-ντο-χή ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): προσδοκία, ελπίδα· στήριγμα: ~ και εγκαρτέρηση. Μέτρο που δίνει ~ στους εργαζόμενους. Πβ. προσμονή.|| (ΕΚΚΛΗΣ., για τον Θεό ή την Παναγία) ~ του κόσμου/των φτωχών. Πβ. βάλσαμο, παραμυθία, παρηγοριά.|| Η μόνη τους ~ είναι τα παιδιά τους. [< μεσν. απαντοχή] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ