| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5199 | απαξία | [ἀπαξία] α-πα-ξί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): απουσία ηθικών κυρ. αξιών: ηθική/κοινωνική/πλήρης/ποινική ~. ~ και αδιαφορία. Βλ. απαξίωση. [< αρχ. ἀπαξία] | |
| 5200 | απαξιώ | [ἀπαξιῶ] α-πα-ξι-ώ ρ. (μτβ.) {απαξι-οίς ... | απαξίω-σα} (λόγ.-συνήθ. ειρων.): θεωρώ ότι δεν μου αξίζει, δεν μου αρμόζει να κάνω κάτι, επειδή με μειώνει ως άτομο, δεν καταδέχομαι: ~ να σου απαντήσω! ~οί/(εσφαλμ.) ~εί να σχολιάσει το θέμα. [< αρχ. ἀπαξιῶ] | |
| 5201 | απαξιώνω | [ἀπαξιώνω] α-πα-ξι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {απαξίω-σε, -θηκε, -μένος, απαξιών-οντας} (λόγ.): υποβαθμίζω την αξία κυρ. προσώπου ή θεσμού: ~ει τους πάντες και τα πάντα. ~ουν τις προσπάθειές μας. ~σε να του απαντήσει. Πτυχίο που έχει ~θεί. Φορείς ~μένοι στα μάτια/στη συνείδηση των πολιτών. Κοινωνικά αποκλεισμένοι και ~μένοι. Πβ. ευτελίζω, υποτιμώ. ● Παθ.: απαξιώνεται: ΟΙΚΟΝ. (για πάγιο, περιουσιακό στοιχείο) χάνει την αξία του λόγω φυσιολογικής φθοράς, παλαιότητας. | |
| 5202 | απαξίωση | [ἀπαξίωση] α-πα-ξί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. υποβάθμιση της αξίας προσώπου ή θεσμού: ηθική/ιδεολογική/κοινωνική/οικονομική/πλήρης/πολιτική/συνειδητή ~. ~ της ανθρώπινης ζωής/της εκπαίδευσης/ενός επαγγέλματος/της εργασίας/της πολιτικής/των πτυχίων. Ένιωσε/έδειξε ~. Τον αντιμετώπισε με ~. Βλ. υποτίμηση. 2. ΟΙΚΟΝ. μείωση της αξίας των πάγιων περιουσιακών στοιχείων μιας επιχείρησης η οποία οφείλεται σε φυσιολογική φθορά λόγω της χρήσης τους: τεχνολογική ~. ~ αποθεμάτων/επενδύσεων/πλεονασμάτων/προϊόντων. Ζημία/ποσοστό/ρυθμός ~ης. Αποσβέσεις και ~ώσεις. [< μτγν. ἀπαξίωσις 2: γαλλ. dépréciation] | |
| 5203 | απαξιωτικός | , ή, ό [ἀπαξιωτικός] α-πα-ξι-ω-τι-κός επίθ. (λόγ.): που φανερώνει, δείχνει απαξίωση: ~ός: χαρακτηρισμός. ~ή: αντιμετώπιση/πολιτική/στάση/συμπεριφορά. ~ό: βλέμμα/δημοσίευμα/ύφος (πβ. μπλαζέ). ~οί: όροι. ~ές: αναφορές/δηλώσεις/κρίσεις. ~ά: λόγια/σχόλια. ~ και απορριπτικός. Πβ. μειωτ-, υποτιμητ-ικός.|| Εμφανίστηκε/υπήρξε/φάνηκε ~ απέναντί τους. ● επίρρ.: απαξιωτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] | |
| 5204 | άπαπα | [ἄπαπα] ά-πα-πα επιφών. 1. αρνητικής απάντησης: ~, με τίποτα/ούτε να το συζητάς/σε καμία περίπτωση! 2. έντονης αποδοκιμασίας: ~! τι πράγματα είναι αυτά! [< λ. ηχομιμητ., μεσν. άπαπα, αρχ. ἀππαππαῖ] | |
| 5205 | απαράβατος | , η, ο [ἀπαράβατος] α-πα-ρά-βα-τος επίθ.: που δεν πρέπει να τον παραβεί, να τον καταπατήσει κανείς: ~ος: νόμος/όρκος. ~η: αρχή/εντολή/υποχρέωση. ~ο: καθήκον. ~ες: προϋποθέσεις. ~α: δικαιώματα. ~ και βασικός κανόνας. Αποτελεί/συνιστά ~ο όρο (πβ. αυστηρός). ΣΥΝ. απαραβίαστος (1) ● επίρρ.: απαράβατα [< μτγν. ἀπαράβατος] | |
| 5206 | απαραβίαστος | , η, ο [ἀπαραβίαστος] α-πα-ρα-βί-α-στος επίθ. 1. που δεν επιτρέπεται να καταπατηθεί: ~ος: κανόνας (πβ. απαράβατος). Η ιδιωτική ζωή/κατοικία είναι αρχή ~η. Αναφαίρετα/απαράγραπτα και ~α δικαιώματα. Τόπος ιερός και ~ (πβ. άβατος).|| (ΑΘΛ., για τερματοφύλακα) Διατήρησε ~η την εστία του (: δεν δέχτηκε γκολ). 2. (συνήθ. για σύστημα ασφαλείας) που δεν μπορεί να ή δεν έχει ανοιχτεί ή αποκωδικοποιηθεί: ~ος: μηχανισμός. ~η: κλειδαριά. ~ο: δίκτυο/χρηματοκιβώτιο. ~οι: κωδικοί/φάκελοι (βλ. απόρρητος). Πόρτες θωρακισμένες και ~ες. Πβ. άθικτος, ανέγγιχτος, ανέπαφος. 3. που δεν επιτρέπεται να προσβληθεί, να κατηγορηθεί (από κανέναν): (ΘΕΟΛ.) ~ στην αγιότητά/τη σοφία του (: για τον Θεό). ● Ουσ.: απαραβίαστο (το) (λόγ.): ΝΟΜ. κατοχυρωμένο δικαίωμα που δεν επιτρέπεται να παραβιαστεί: το ~ της αλληλογραφίας/της ατομικής ιδιοκτησίας/του ασύλου/των προσωπικών δεδομένων. Εγγύηση για το ~ των συνόρων (και την εδαφική ακεραιότητα). Η αρχή του ~ου. Αίρεται/διασφαλίζεται/θίγεται/καταπατείται/καταστρατηγείται/κατοχυρώνεται το ~ (της ανθρώπινης ζωής). ● επίρρ.: απαραβίαστα [< μτγν. ἀπαραβίαστος] | |
| 5207 | απαράγραπτος | , η, ο [ἀπαράγραπτος] α-πα-ρά-γρα-πτος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν μπορεί να παραγραφεί, να ακυρωθεί, να καταργηθεί, να διαγραφεί: ~ος: νόμος/όρος. ~η: απαίτηση/αρχή/υποχρέωση. ~ο: έγκλημα/χρέος. ~οι: κανόνες. ~οι και διαχρονικοί δεσμοί. Πβ. αναπαλλοτρίωτος, αναφαίρετος. ● Ουσ.: απαράγραπτο (το) (λόγ.): ΝΟΜ. το ~ των δικαιωμάτων. Πβ. απαραβίαστο. [< μτγν. ἀπαράγραπτος] | |
| 5208 | απαράδεκτος | , η, ο [ἀπαράδεκτος] α-πα-ρά-δε-κτος επίθ. & (προφ.) απαράδεχτος 1. ανάξιος έγκρισης, επιδοκιμασίας, αποδοχής: (για πρόσ.) ~ος: οδηγός (βλ. απρόσεκτος, επικίνδυνος)/παίκτης. Είναι εντελώς/επιεικώς ~!|| ~ος: μισθός (: πολύ χαμηλός)/συμβιβασμός/τρόπος συμπεριφοράς (: ανεπίτρεπτος). ~η: απόφαση/κατάσταση/πρόταση/στάση. ~ο: σφάλμα (: ασυγχώρητο)/σχόλιο/φαγητό (: άθλιο, απαίσιο). ~οι: κανόνες/όροι (: άδικοι, ασύμφοροι)/χαρακτηρισμοί. ~ες: απόψεις/δηλώσεις/διακρίσεις/πράξεις/συνθήκες. ~α: αιτήματα. Είναι/το θεωρώ ~ο (πράγμα) να ... ΑΝΤ. αποδεκτός.|| (ως ουσ.) Τα παράδοξα και τα ~α της κοινωνίας. 2. ΝΟΜ. (για διαδικαστική πράξη) που δεν μπορεί να γίνει παραδεκτή λόγω μη τήρησης συγκεκριμένων δικονομικών ή άλλων κανόνων: Προσφυγή που απορρίφθηκε ως/κρίθηκε ~η (από το Πρωτοδικείο). Η παρέλευση προθεσμίας καθιστά την αίτηση ~η.|| (ως ουσ.) Το ~ της έφεσης. (λόγ.) Επί ποινή ~έκτου. ● επίρρ.: απαράδεκτα & (λόγ.) απαραδέκτως [< μτγν. ἀπαράδεκτος ‘μη αποδεκτός’] | |
| 5209 | απαραίτητος | , η, ο [ἀπαραίτητος] α-πα-ραί-τη-τος επίθ.: που είναι απόλυτα χρήσιμος προκειμένου να γίνει κάτι, αναγκαίος: ~ος: έλεγχος/εξοπλισμός/χώρος. ~η: γνώση/ποσότητα/προετοιμασία/υποδομή. ~οι: πόροι. ~α: δικαιολογητικά/έγγραφα/είδη/μέτρα/προσόντα/στοιχεία. ~ες: διευκρινίσεις/διορθώσεις/ενέργειες/πληροφορίες/προϋποθέσεις. ~η η γονική συναίνεση (: για παρακολούθηση ταινίας). Θεωρώ/κρίνω ~ο να … Δεν είναι ~ο να ... (= δεν χρειάζεται). Πβ. χρειώδης.|| (για πρόσ.) Συγγνώμη, αλλά δεν μου είσαι πια ~! Η παρουσία σου είναι (απολύτως) ~η. Πβ. χρειαζούμενος. ΑΝΤ. περιττός (1) ● Ουσ.: απαραίτητα (τα): (συνήθ. για αγαθά) ό,τι είναι αναγκαίο, τα στοιχειώδη: Πάρε μαζί σου τα (απολύτως) ~ για το ταξίδι. Πβ. αναγκαία, απαιτούμενα, χρειαζούμενα. [< γαλλ. le nécessaire] ● επίρρ.: απαραίτητα & (λόγ.) απαραιτήτως: οπωσδήποτε. [< μτγν. ἀπαραίτητος, γαλλ. indispensable] | |
| 5210 | απαράλλαχτος | , η, ο [ἀπαράλλαχτος] α-πα-ράλ-λα-χτος επίθ. & απαράλλακτος: που είναι απολύτως όμοιος με κάποιον άλλο: Παρέμεινε ~η στο πέρασμα του χρόνου. Διατηρεί το χτένισμά του ~ο εδώ και χρόνια. Θεσμοί/νόμοι ~οι μες στους αιώνες (πβ. αναλλοίωτος). Προτάσεις ~ες με τις προηγούμενες. Πβ. αμετάβλητος, ολόιδιος, πανομοιότυπος, φτυστός. ● επίρρ.: απαράλλαχτα & (λόγ.) απαραλλάκτως ● ΦΡ.: ίδιος και απαράλλαχτος (επιτατ.): για να δηλωθεί απόλυτη ομοιότητα: (για πρόσ.) ~α και ~η με τη/η μητέρα της (: στην εμφάνιση, στη συμπεριφορά). Πβ. ολόιδιος.|| Οι μέρες κυλούσαν ~ες και ~ες. [< μτγν. ἀπαράλλακτος] | |
| 5211 | απαραμετρικός | , ή, ό [ἀπαραμετρικός] α-πα-ρα-με-τρι-κός επίθ.: ΣΤΑΤΙΣΤ. που δεν λαμβάνει υπόψη τις στατιστικές παραμέτρους: ~ός: έλεγχος. ~ή: ανάλυση/στατιστική. ΑΝΤ. παραμετρικός [< αγγλ. non-parametric, 1942] | |
| 5212 | απαράμιλλος | , η, ο [ἀπαράμιλλος] α-πα-ρά-μιλ-λος επίθ.: ασύγκριτος, ασυναγώνιστος (λόγω της ανωτερότητάς του): ~ος: ηρωισμός. ~η: γενναιότητα/ποιότητα. ~ο: ήθος/θάρρος/σθένος/φυσικό κάλλος. ~οι: αγωνιστές. ~ες: δυνατότητες. ~α: αριστουργήματα/έργα. Τοπίο ~ης ομορφιάς. ΣΥΝ. ανυπέρβλητος (2), άφθαστος & άφταστος (1), μοναδικός (2) ● επίρρ.: απαράμιλλα [< μεσν. απαράμιλλος] | |
| 5213 | απαρασάλευτος | , η, ο [ἀπαρασάλευτος] α-πα-ρα-σά-λευ-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που παραμένει σταθερός, δεν κλονίζεται, δεν κάμπτεται: ~η: πίστη. ~οι: νόμοι. ~ες: αρχές.|| (για πρόσ.) ~ στην απόφασή του. Πβ. ακλόνητος, αμετακίνητος, απαρέγκλιτος, αταλάντευτος. ● επίρρ.: απαρασάλευτα & (αρχαιοπρ.) απαρασαλεύτως [< μτγν. ἀπαρασάλευτος] | |
| 5214 | απαράτ | [ἀπαράτ] α-πα-ράτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (κυρ. παλαιότ.-μειωτ.): ΠΟΛΙΤ. γραφειοκρατικός συγκεντρωτισμός του ρωσικού κομμουνιστικού κόμματος και κατ' επέκτ. κάθε πολιτικού μηχανισμού: κομματικό ~. [< αγγλ. apparat, 1941] | |
| 5215 | απαρατήρητος | , η, ο [ἀπαρατήρητος] α-πα-ρα-τή-ρη-τος επίθ.: που δεν τον πρόσεξε, δεν τον αντιλήφθηκε κανείς: Ο δράστης μπήκε ~ στο δωμάτιο. ΑΝΤ. εμφανής ● επίρρ.: απαρατήρητα ● ΦΡ.: περνά/μένει απαρατήρητος: δεν κάνει εντύπωση, η παρουσία του δεν γίνεται αντιληπτή: Όπου και να βρεθεί, δεν ~ ~ (: τον προσέχουν). Το συμβάν πέρασε σχεδόν ~ο (: δεν δόθηκε σημασία). Το ταλέντο και η χάρη της δεν περνούν ~α. [< μτγν. ἀπαρατήρητος, γαλλ. inaperçu] | |
| 5216 | απαρέγκλιτος | , η, ο [ἀπαρέγκλιτος] α-πα-ρέ-γκλι-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν παρεκκλίνει, παραμένει σταθερός, αμετάβλητος: ~ος: κανόνας/όρος/στόχος. ~η: εφαρμογή (προγράμματος)/πορεία/προσήλωση. ~ες: αρχές (= αυστηρές). Πβ. ακλόνητος, αμετακίνητος, απαρασάλευτος. ● επίρρ.: απαρέγκλιτα & (λόγ.) απαρεγκλίτως [< μτγν. ἀπαρέγκλιτος ‘ακαμπτος, αμετάβλητος’, ἀπαρεγκλίτως ‘χωρίς παρεκκλίσεις’] | |
| 5217 | απαρέμφατο | [ἀπαρέμφατο] α-πα-ρέμ-φα-το ουσ. (ουδ.) {απαρεμφάτ-ου}: ΓΡΑΜΜ. άκλιτος τύπος ρήματος που δεν δηλώνει μορφολογικά πρόσωπο και αριθμό και βοηθά στον σχηματισμό των συντελεσμένων χρόνων: ~ ενεστώτα/μέλλοντα/αορίστου/παρακειμένου. ~ ενεργητικής/παθητικής φωνής. ~ και μετοχή.|| (στην αρχ. ελλην. γλ.) Άναρθρο/ειδικό/έναρθρο/τελικό ~. ~ του σκοπού ή του αποτελέσματος. ● ΣΥΜΠΛ.: απόλυτη μετοχή/απόλυτο απαρέμφατο βλ. απόλυτος [< μτγν. ἀπαρέμφατον ‘μη προσδιοριστικό, όχι δηλωτικό’] | |
| 5218 | απαρέσκεια | [ἀπαρέσκεια] α-πα-ρέ-σκει-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): δυσαρέσκεια, αποστροφή: έκδηλη/έντονη/προσωπική ~. ~ και απογοήτευση/δυσφορία. ΑΝΤ. αρέσκεια, ευαρέσκεια (1) [< μεσν. απαρέσκεια] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ