| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5192 | απάντρευτος | , η, ο [ἀπάντρευτος] α-πά-ντρευ-τος επίθ. (προφ.): ανύπαντρος. Πβ. άγαμος. ΑΝΤ. παντρεμένος (1) | |
| 5193 | απαντώ | [ἀπαντῶ] α-πα-ντώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {απαντ-ά κ. -άει ... | απάντ-ησα, -άται κ. -ιέται, -ήθηκε, -ώμενος, -ημένος, -ώντας} & απαντάω 1. δίνω απάντηση ή αποκρίνομαι σε κάλεσμα: ~ σε δημοσίευμα/επιστολή/κριτική/σχόλια. ~ώντας στον δάσκαλο/σε ερωτήσεις δημοσιογράφων. ~ για λογαριασμό άλλου/με μισόλογα. Δεν γνωρίζω/δεν ξέρω, δεν ~ (: κατηγορία απάντησης σε ερωτηματολόγιο, δημοσκόπηση). Εσείς ρωτάτε, εμείς ~άμε. Θα ~ήσω γραπτά/προφορικά. ~ησε με ένα ξερό «όχι». Αρνούμαι/αποφεύγω/καλούμαι να ~ήσω. ~σε: για/σε όσα τον κατηγορούν. Θα σε ρωτήσω κάτι και θέλω να μου ~ήσεις με ειλικρίνεια. Αναρμόδιος να ~ήσει … ~ησέ μου κοιτώντας με στα μάτια.|| (μη λεκτικά:) ~ησε (στα λεγόμενά του) με ανασήκωμα των ώμων/με ένα ειρωνικό χαμόγελο/με ένα νεύμα.|| (συνήθ. με άρνηση) Δεν ~ά στο τηλέφωνο (: δεν το σηκώνει). Χτύπησα το κουδούνι της εξώπορτας, αλλά δεν ~ησε κανείς (: δεν άνοιξε). ΑΝΤ. ρωτώ 2. δίνω λύση, εξήγηση σε άσκηση ή πρόβλημα ή γενικότ. θεωρητικό ζήτημα: ~ησα σωστά σε όλες τις ερωτήσεις (: σε διαγώνισμα, εξετάσεις). Πολλές επιστήμες επιχειρούν να ~ήσουν στο ζήτημα της καταγωγής του ανθρώπου. 3. (μτφ.) αντιδρώ σε προηγούμενη ενέργεια άλλου, κυρ. ανταποδίδοντάς την: ~ με απεργία/διαδήλωση/κινητοποίηση. ~ στη βία με βία. Η αστυνομία ~ησε στις επιθέσεις των διαδηλωτών με δακρυγόνα. Η ομάδα ~ησε με γκολ. Πβ. αντ-απαντώ, -αποκρίνομαι. 4. (λαϊκό) συναντώ: Τον ~ησα τυχαία. ~ήθηκαν στην αγορά. ΣΥΝ. ανταμώνω, συναπαντώ ● απαντά, απαντάται: υπάρχει, εμφανίζεται, συναντάται: Λέξη/όρος που ~ (= βρίσκεται, μαρτυρείται, χρησιμοποιείται) σε κείμενα/στον συγγραφέα ... Φυτά και ζώα που ~ούν (για φυτά: ευδοκιμούν, για ζώα: ζουν) σε μια συγκεκριμένη περιοχή. ● ΦΡ.: μην τον είδατε, μην τον απαντήσατε (ειρων.): για κάποιον που έχει εξαφανιστεί, που δεν μπορούν να τον βρουν: Πήγα να διαμαρτυρηθώ στον αρμόδιο, μα εκείνος, ~ ~! ΣΥΝ. μην (τον) είδατε τον Πανα(γ)ή, απαντά με μονοσύλλαβα βλ. μονοσύλλαβος [< αρχ. ἀπαντῶ, γαλλ. répondre, αγγλ. answer, respond] | |
| 5194 | απάνω | βλ. πάνω | |
| 5195 | απάνωθε & πάνωθε | [ἀπάνωθε] α-πά-νω-θε επίρρ. (λαϊκό): επάνω. Βλ. -θεν. [< μτγν. ἀπάνωθεν] | |
| 5196 | απανωτός | , ή, ό [ἀπανωτός] α-πα-νω-τός επίθ. {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που διαδέχεται αμέσως και με μεγάλη συχνότητα κάτι όμοιό του: ~οί: πυροβολισμοί. ~ές: ατυχίες/γκάφες/εκρήξεις/ερωτήσεις/ήττες/συσκέψεις. ~ά: βάσανα/λάθη/προβλήματα/τηλεφωνήματα (: το ένα μετά το άλλο). Και δεύτερο ~ό χτύπημα της μοίρας. Πβ. αδιάκοπος, αλλεπάλληλος, αλυσιδωτός, διαδοχικός, συνεχής. ● επίρρ.: απανωτά [< μεσν. *επανωτός] | |
| 5197 | άπαξ | [ἅπαξ] ά-παξ επίρρ. (αρχαιοπρ.): μία φορά μόνο: ~ της ημέρας/του μηνός/του έτους ... Ο έλεγχος θα γίνει ~. Βλ. εφάπαξ. ● ΣΥΜΠΛ.: άπαξ λεγόμενον/λέξη άπαξ: ΦΙΛΟΛ. λέξη, τύπος ή σημασία που μαρτυρείται μία μόνο φορά, κυρ. σε κείμενα της αρχαίας ελληνικής και λατινικής γραμματείας. ● ΦΡ.: άπαξ (και) διά παντός: μια για πάντα, οριστικά: Απαλλαχθήκαμε/γλιτώσαμε ~ ~ από δαύτους! Το θέμα λύθηκε ~ ~! Σου απάντησα/το είπα ~ ~ (: δεν πρόκειται να το επαναλάβω)! ΣΥΝ. μια/μία και καλή, άπαξ και: από τη στιγμή που, αφού, εφόσον: ~ ~ το αποφασίσαμε, δεν μπορούμε να κάνουμε πίσω! Πβ. μια(ς) και/που. [< αρχ. ἅπαξ, αγγλ. hapax legomenon, γαλλ. (h)apax, 1922] | |
| 5198 | απαξάπαντες | [ἁπαξάπαντες] α-πα-ξά-πα-ντες επίθ. {θηλ. -ασες, ουδ. -αντα, -άντων | χωρ. εν.} (αρχαιοπρ.-συνήθ. ειρων.): όλοι ανεξαιρέτως: Έσπευσαν ~ να ... ~ασες οι διασημότητες παρευρέθηκαν στην εκδήλωση. Πβ. άπας, σύμπας. [< αρχ. ἁπαξάπας] | |
| 5199 | απαξία | [ἀπαξία] α-πα-ξί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): απουσία ηθικών κυρ. αξιών: ηθική/κοινωνική/πλήρης/ποινική ~. ~ και αδιαφορία. Βλ. απαξίωση. [< αρχ. ἀπαξία] | |
| 5200 | απαξιώ | [ἀπαξιῶ] α-πα-ξι-ώ ρ. (μτβ.) {απαξι-οίς ... | απαξίω-σα} (λόγ.-συνήθ. ειρων.): θεωρώ ότι δεν μου αξίζει, δεν μου αρμόζει να κάνω κάτι, επειδή με μειώνει ως άτομο, δεν καταδέχομαι: ~ να σου απαντήσω! ~οί/(εσφαλμ.) ~εί να σχολιάσει το θέμα. [< αρχ. ἀπαξιῶ] | |
| 5201 | απαξιώνω | [ἀπαξιώνω] α-πα-ξι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {απαξίω-σε, -θηκε, -μένος, απαξιών-οντας} (λόγ.): υποβαθμίζω την αξία κυρ. προσώπου ή θεσμού: ~ει τους πάντες και τα πάντα. ~ουν τις προσπάθειές μας. ~σε να του απαντήσει. Πτυχίο που έχει ~θεί. Φορείς ~μένοι στα μάτια/στη συνείδηση των πολιτών. Κοινωνικά αποκλεισμένοι και ~μένοι. Πβ. ευτελίζω, υποτιμώ. ● Παθ.: απαξιώνεται: ΟΙΚΟΝ. (για πάγιο, περιουσιακό στοιχείο) χάνει την αξία του λόγω φυσιολογικής φθοράς, παλαιότητας. | |
| 5202 | απαξίωση | [ἀπαξίωση] α-πα-ξί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. υποβάθμιση της αξίας προσώπου ή θεσμού: ηθική/ιδεολογική/κοινωνική/οικονομική/πλήρης/πολιτική/συνειδητή ~. ~ της ανθρώπινης ζωής/της εκπαίδευσης/ενός επαγγέλματος/της εργασίας/της πολιτικής/των πτυχίων. Ένιωσε/έδειξε ~. Τον αντιμετώπισε με ~. Βλ. υποτίμηση. 2. ΟΙΚΟΝ. μείωση της αξίας των πάγιων περιουσιακών στοιχείων μιας επιχείρησης η οποία οφείλεται σε φυσιολογική φθορά λόγω της χρήσης τους: τεχνολογική ~. ~ αποθεμάτων/επενδύσεων/πλεονασμάτων/προϊόντων. Ζημία/ποσοστό/ρυθμός ~ης. Αποσβέσεις και ~ώσεις. [< μτγν. ἀπαξίωσις 2: γαλλ. dépréciation] | |
| 5203 | απαξιωτικός | , ή, ό [ἀπαξιωτικός] α-πα-ξι-ω-τι-κός επίθ. (λόγ.): που φανερώνει, δείχνει απαξίωση: ~ός: χαρακτηρισμός. ~ή: αντιμετώπιση/πολιτική/στάση/συμπεριφορά. ~ό: βλέμμα/δημοσίευμα/ύφος (πβ. μπλαζέ). ~οί: όροι. ~ές: αναφορές/δηλώσεις/κρίσεις. ~ά: λόγια/σχόλια. ~ και απορριπτικός. Πβ. μειωτ-, υποτιμητ-ικός.|| Εμφανίστηκε/υπήρξε/φάνηκε ~ απέναντί τους. ● επίρρ.: απαξιωτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] | |
| 5204 | άπαπα | [ἄπαπα] ά-πα-πα επιφών. 1. αρνητικής απάντησης: ~, με τίποτα/ούτε να το συζητάς/σε καμία περίπτωση! 2. έντονης αποδοκιμασίας: ~! τι πράγματα είναι αυτά! [< λ. ηχομιμητ., μεσν. άπαπα, αρχ. ἀππαππαῖ] | |
| 5205 | απαράβατος | , η, ο [ἀπαράβατος] α-πα-ρά-βα-τος επίθ.: που δεν πρέπει να τον παραβεί, να τον καταπατήσει κανείς: ~ος: νόμος/όρκος. ~η: αρχή/εντολή/υποχρέωση. ~ο: καθήκον. ~ες: προϋποθέσεις. ~α: δικαιώματα. ~ και βασικός κανόνας. Αποτελεί/συνιστά ~ο όρο (πβ. αυστηρός). ΣΥΝ. απαραβίαστος (1) ● επίρρ.: απαράβατα [< μτγν. ἀπαράβατος] | |
| 5206 | απαραβίαστος | , η, ο [ἀπαραβίαστος] α-πα-ρα-βί-α-στος επίθ. 1. που δεν επιτρέπεται να καταπατηθεί: ~ος: κανόνας (πβ. απαράβατος). Η ιδιωτική ζωή/κατοικία είναι αρχή ~η. Αναφαίρετα/απαράγραπτα και ~α δικαιώματα. Τόπος ιερός και ~ (πβ. άβατος).|| (ΑΘΛ., για τερματοφύλακα) Διατήρησε ~η την εστία του (: δεν δέχτηκε γκολ). 2. (συνήθ. για σύστημα ασφαλείας) που δεν μπορεί να ή δεν έχει ανοιχτεί ή αποκωδικοποιηθεί: ~ος: μηχανισμός. ~η: κλειδαριά. ~ο: δίκτυο/χρηματοκιβώτιο. ~οι: κωδικοί/φάκελοι (βλ. απόρρητος). Πόρτες θωρακισμένες και ~ες. Πβ. άθικτος, ανέγγιχτος, ανέπαφος. 3. που δεν επιτρέπεται να προσβληθεί, να κατηγορηθεί (από κανέναν): (ΘΕΟΛ.) ~ στην αγιότητά/τη σοφία του (: για τον Θεό). ● Ουσ.: απαραβίαστο (το) (λόγ.): ΝΟΜ. κατοχυρωμένο δικαίωμα που δεν επιτρέπεται να παραβιαστεί: το ~ της αλληλογραφίας/της ατομικής ιδιοκτησίας/του ασύλου/των προσωπικών δεδομένων. Εγγύηση για το ~ των συνόρων (και την εδαφική ακεραιότητα). Η αρχή του ~ου. Αίρεται/διασφαλίζεται/θίγεται/καταπατείται/καταστρατηγείται/κατοχυρώνεται το ~ (της ανθρώπινης ζωής). ● επίρρ.: απαραβίαστα [< μτγν. ἀπαραβίαστος] | |
| 5207 | απαράγραπτος | , η, ο [ἀπαράγραπτος] α-πα-ρά-γρα-πτος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν μπορεί να παραγραφεί, να ακυρωθεί, να καταργηθεί, να διαγραφεί: ~ος: νόμος/όρος. ~η: απαίτηση/αρχή/υποχρέωση. ~ο: έγκλημα/χρέος. ~οι: κανόνες. ~οι και διαχρονικοί δεσμοί. Πβ. αναπαλλοτρίωτος, αναφαίρετος. ● Ουσ.: απαράγραπτο (το) (λόγ.): ΝΟΜ. το ~ των δικαιωμάτων. Πβ. απαραβίαστο. [< μτγν. ἀπαράγραπτος] | |
| 5208 | απαράδεκτος | , η, ο [ἀπαράδεκτος] α-πα-ρά-δε-κτος επίθ. & (προφ.) απαράδεχτος 1. ανάξιος έγκρισης, επιδοκιμασίας, αποδοχής: (για πρόσ.) ~ος: οδηγός (βλ. απρόσεκτος, επικίνδυνος)/παίκτης. Είναι εντελώς/επιεικώς ~!|| ~ος: μισθός (: πολύ χαμηλός)/συμβιβασμός/τρόπος συμπεριφοράς (: ανεπίτρεπτος). ~η: απόφαση/κατάσταση/πρόταση/στάση. ~ο: σφάλμα (: ασυγχώρητο)/σχόλιο/φαγητό (: άθλιο, απαίσιο). ~οι: κανόνες/όροι (: άδικοι, ασύμφοροι)/χαρακτηρισμοί. ~ες: απόψεις/δηλώσεις/διακρίσεις/πράξεις/συνθήκες. ~α: αιτήματα. Είναι/το θεωρώ ~ο (πράγμα) να ... ΑΝΤ. αποδεκτός.|| (ως ουσ.) Τα παράδοξα και τα ~α της κοινωνίας. 2. ΝΟΜ. (για διαδικαστική πράξη) που δεν μπορεί να γίνει παραδεκτή λόγω μη τήρησης συγκεκριμένων δικονομικών ή άλλων κανόνων: Προσφυγή που απορρίφθηκε ως/κρίθηκε ~η (από το Πρωτοδικείο). Η παρέλευση προθεσμίας καθιστά την αίτηση ~η.|| (ως ουσ.) Το ~ της έφεσης. (λόγ.) Επί ποινή ~έκτου. ● επίρρ.: απαράδεκτα & (λόγ.) απαραδέκτως [< μτγν. ἀπαράδεκτος ‘μη αποδεκτός’] | |
| 5209 | απαραίτητος | , η, ο [ἀπαραίτητος] α-πα-ραί-τη-τος επίθ.: που είναι απόλυτα χρήσιμος προκειμένου να γίνει κάτι, αναγκαίος: ~ος: έλεγχος/εξοπλισμός/χώρος. ~η: γνώση/ποσότητα/προετοιμασία/υποδομή. ~οι: πόροι. ~α: δικαιολογητικά/έγγραφα/είδη/μέτρα/προσόντα/στοιχεία. ~ες: διευκρινίσεις/διορθώσεις/ενέργειες/πληροφορίες/προϋποθέσεις. ~η η γονική συναίνεση (: για παρακολούθηση ταινίας). Θεωρώ/κρίνω ~ο να … Δεν είναι ~ο να ... (= δεν χρειάζεται). Πβ. χρειώδης.|| (για πρόσ.) Συγγνώμη, αλλά δεν μου είσαι πια ~! Η παρουσία σου είναι (απολύτως) ~η. Πβ. χρειαζούμενος. ΑΝΤ. περιττός (1) ● Ουσ.: απαραίτητα (τα): (συνήθ. για αγαθά) ό,τι είναι αναγκαίο, τα στοιχειώδη: Πάρε μαζί σου τα (απολύτως) ~ για το ταξίδι. Πβ. αναγκαία, απαιτούμενα, χρειαζούμενα. [< γαλλ. le nécessaire] ● επίρρ.: απαραίτητα & (λόγ.) απαραιτήτως: οπωσδήποτε. [< μτγν. ἀπαραίτητος, γαλλ. indispensable] | |
| 5210 | απαράλλαχτος | , η, ο [ἀπαράλλαχτος] α-πα-ράλ-λα-χτος επίθ. & απαράλλακτος: που είναι απολύτως όμοιος με κάποιον άλλο: Παρέμεινε ~η στο πέρασμα του χρόνου. Διατηρεί το χτένισμά του ~ο εδώ και χρόνια. Θεσμοί/νόμοι ~οι μες στους αιώνες (πβ. αναλλοίωτος). Προτάσεις ~ες με τις προηγούμενες. Πβ. αμετάβλητος, ολόιδιος, πανομοιότυπος, φτυστός. ● επίρρ.: απαράλλαχτα & (λόγ.) απαραλλάκτως ● ΦΡ.: ίδιος και απαράλλαχτος (επιτατ.): για να δηλωθεί απόλυτη ομοιότητα: (για πρόσ.) ~α και ~η με τη/η μητέρα της (: στην εμφάνιση, στη συμπεριφορά). Πβ. ολόιδιος.|| Οι μέρες κυλούσαν ~ες και ~ες. [< μτγν. ἀπαράλλακτος] | |
| 5211 | απαραμετρικός | , ή, ό [ἀπαραμετρικός] α-πα-ρα-με-τρι-κός επίθ.: ΣΤΑΤΙΣΤ. που δεν λαμβάνει υπόψη τις στατιστικές παραμέτρους: ~ός: έλεγχος. ~ή: ανάλυση/στατιστική. ΑΝΤ. παραμετρικός [< αγγλ. non-parametric, 1942] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ