| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5219 | απαρηγόρητος | , η, ο [ἀπαρηγόρητος] α-πα-ρη-γό-ρη-τος επίθ.: που δεν μπορεί να παρηγορηθεί: ~οι: γονείς. ~ για την ήττα της ομάδας του/το κακό που τον βρήκε/τον χαμό του φίλου του. Θλιμμένος/μετανιωμένος και ~ που δεν μπόρεσε να ... Απώλεια που μας άφησε ~ους. ● επίρρ.: απαρηγόρητα [< αρχ. ἀπαρηγόρητος] | |
| 5220 | απαρίθμηση | [ἀπαρίθμηση] α-πα-ρίθ-μη-ση ουσ. (θηλ.): λεπτομερής παράθεση, παρουσίαση κατά σειρά όλων των στοιχείων ενός συνόλου: απλή/ενδεικτική/σύντομη/σχολαστική ~. ~ αιτιών/παραδειγμάτων/περιπτώσεων (πβ. αναφορά). ~ και απογραφή/καταγραφή. Μετρήσεις και ~ήσεις. Κάνω/προβαίνω σε ~ γεγονότων (πβ. εξιστόρηση). [< αρχ. ἀπαρίθμησις, γαλλ. énumération] | |
| 5221 | απαριθμητής | [ἀπαριθμητής] α-πα-ριθ-μη-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. μηχανική ή ηλεκτρονική διάταξη για την αυτόματη μέτρηση φυσικών μεγεθών (χρόνου, ταχύτητας, όγκου, παλμών): δεκαδικός/δυαδικός ~. ~ σπινθηρισμών (: για τη μέτρηση των σωματιδίων που εκπέμπονται από ένα ραδιενεργό σώμα)/ψηφίων. Κυκλώματα ~ών. Πβ. μετρητής. Βλ. κοντέρ. 2. ΠΛΗΡΟΦ. καταχωρητής ο οποίος αποθηκεύει στη μνήμη του πόσες φορές εκτελέστηκε μια διαδικασία: ~ εντολών. [< μεσν. απαριθμητής, αγγλ. counter] | |
| 5222 | απαριθμώ | [ἀπαριθμῶ] α-πα-ριθ-μώ ρ. (μτβ.) {απαριθμ-είς... | απαρίθμ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας}: παραθέτω, παρουσιάζω κατά σειρά όλα τα στοιχεία ενός συνόλου: ~ τα λάθη. ~ησε αναλυτικά/επιγραμματικά τα πλεονεκτήματα της μεθόδου. Είναι αδύνατον να ~ηθούν (= καταγραφούν) λεπτομερώς όλες οι περιπτώσεις. Τα γεγονότα που ~ήθηκαν ανωτέρω/παραπάνω (: σε κείμενο). (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Οι δραστηριότητες που ~ούνται στο παράρτημα ... του άρθρου ... Πβ. αναφέρω, αραδιάζω, μετρώ. Βλ. καταμετρώ. [< αρχ. ἀπαριθμῶ, γαλλ. énumérer] | |
| 5223 | απάρνηση | [ἀπάρνηση] α-πάρ-νη-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): παντελής άρνηση: ολοκληρωτική ~. ~ της ζωής/της θρησκείας/της πατρίδας/των υλικών αγαθών. Πβ. απεμπόληση, αποκήρυξη. Βλ. αυτ~.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ του εαυτού/των εγκοσμίων/των πειρασμών/του σώματος. [< μτγν. ἀπάρνησις] | |
| 5224 | απαρνητής | [ἀπαρνητής] α-παρ-νη-τής ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): πρόσωπο που απαρνιέται κάτι: ~ των ιδανικών/των παραδόσεων/της πίστης. [< μτγν. ἀπαρνητής] | |
| 5225 | απαρνιέμαι & απαρνούμαι | [ἀπαρνιέμαι] α-παρ-νιέ-μαι ρ. (μτβ.) {απαρν-ιέσαι κ. -είσαι ..., -ήθηκα, μτχ. -ούμενος, (σπάν.) -ημένος} 1. παύω να υποστηρίζω, αποκηρύσσω μια ιδέα: ~ απερίφραστα/κατηγορηματικά/οριστικά/συνειδητά μια ιδεολογία. ~ιέσαι τα ιδανικά/την πατρίδα/τα πιστεύω/την πίστη/τις ρίζες/τον τόπο σου; ~ήθηκε τη θεωρία του ως αβάσιμη. Πβ. απορρίπτω, αρνούμαι. ΑΝΤ. ασπάζομαι (1), ενστερνίζομαι 2. σταματώ να ενδιαφέρομαι για κάποιον ή κάτι, αποκόπτω εκούσια κάθε σύνδεσμο, εγκαταλείπω: ~ήθηκε την οικογένειά του. Πβ. αφήνω.|| ~ήθηκε τις ανέσεις/τα αξιώματα/τα πάντα/τα πλούτη/τα υπάρχοντά του.|| Ετοιμάζεται να ~ηθεί την εργένικη ζωή (: να παντρευτεί). ● ΦΡ.: απαρνούμαι τα εγκόσμια/τον κόσμο βλ. εγκόσμιος [< αρχ. ἀπαρνοῦμαι, γαλλ. renoncer] | |
| 5226 | απαρτία | [ἀπαρτία] α-παρ-τί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. ο ελάχιστος απαιτούμενος αριθμός φυσικών προσώπων που πρέπει να είναι παρόντα κατά τη συνεδρίαση συλλογικού οργάνου, προκειμένου να είναι έγκυρες οι αποφάσεις του: απλή/αυξημένη/ενισχυμένη/οριακή ~. ~ της Βουλής/της επιτροπής. Μη επίτευξη/ποσοστό ~ας. Ελλείψει ~ας ... Σε περίπτωση μη ~ας ... Έχουμε ~. Δεν υπήρχε (η νόμιμη) ~ για τη λήψη απόφασης. Τέθηκε θέμα ~ας. Η συνέλευση θα πραγματοποιηθεί ανεξαρτήτως ~ας. Βλ. ολομέλεια. 2. (κατ' επέκτ.-προφ.) παρουσία όλων των μελών μιας ομάδας σε προκαθορισμένη συνάντηση: Όλη η παρέα βρίσκεται/είναι σε ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ένσταση απαρτίας: ΝΟΜ. έγγραφη ένσταση των μελών ενός συνεδριάζοντος σώματος προς το προεδρείο του, σχετικά με την εγκυρότητα των εργασιών του εξαιτίας έλλειψης απαρτίας. [< αρχ. ἀπαρτία 'αποσκευές, πολεμική λεία', γαλλ. quorum] | |
| 5227 | απάρτια | [ἀπάρτια] α-πάρ-τια ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.-λαϊκό): εξαρτήματα από τα οποία αποτελείται συσκευή, μηχανή, κατασκευή: τα ~ του κινητήρα. Πβ. αξεσουάρ. Βλ. ανταλλακτικό. [< αγγλ. parts] | |
| 5228 | απαρτίζω | [ἀπαρτίζω] α-παρ-τί-ζω ρ. (μτβ.) {απαρτί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, απαρτιζ-όμενος, -οντας}: αποτελώ, συνιστώ, συγκροτώ: Το εργατικό δυναμικό που ~ει μια εταιρεία. Το σύνολο των στοιχείων που ~ουν ένα σύστημα. Από πόσα μέλη ~εται (= σύγκειται) το συμβούλιο; Επιτροπή ~όμενη (= συνιστάμενη) από εμπειρογνώμονες. Πβ. συνθέτω. Βλ. συν~. [< αρχ. ἀπαρτίζω] | |
| 5229 | άπαρτος | , η, ο [ἄπαρτος] ά-παρ-τος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): που δεν έχει ή δεν είναι δυνατόν να κυριευτεί: ~ο: κάστρο. ~α: βουνά/τείχη. Πβ. απάτητος, απόρθητος. [< μεσν. άπαρτος] | |
| 5230 | απαρτχάιντ | [ἀπαρτχάιντ] α-παρ-τχά-ιντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΙΣΤ. καθεστώς φυλετικού διαχωρισμού, το οποίο ίσχυσε επίσημα στη Νότια Αφρική μέχρι το 1994 εις βάρος των γηγενών Αφρικανών και κατ΄επέκτ. κάθε τακτική ή σύστημα διακρίσεων: αποικιοκρατία και ~. Πβ. φυλετισμός.|| Γλωσσικό/εργασιακό/κοινωνικό/οικονομικό/πολιτικό ~. ~ στην εκπαίδευση. Πβ. ρατσισμός. [< αγγλ. apartheid, 1947] | |
| 5231 | απαρχαιωμένος | , η, ο [ἀπαρχαιωμένος] α-παρ-χαι-ω-μέ-νος επίθ. & (λόγ.) απηρχαιωμένος: που δεν συμβαδίζει με τις σύγχρονες τάσεις, που δεν έχει εκσυγχρονιστεί: ~ος: εξοπλισμός (= πρωτόγονος). ~η: νομοθεσία/πολιτική/τεχνολογία. ~ο: δίκτυο/μοντέλο/σύστημα. ~οι: θεσμοί. ~ες: αντιλήψεις/δομές/εγκαταστάσεις/εκφράσεις (βλ. λόγιος)/ιδέες/μέθοδοι/πρακτικές. Πβ. αναχρονιστικός, ξεπερασμένος, παρωχημένος. ΑΝΤ. μοντέρνος (1), σύγχρονος (1) [< αρχ. ἀπηρχαιωμένος] | |
| 5232 | απαρχή | [ἀπαρχή] α-παρ-χή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αρχή, ξεκίνημα, πρώτη εκδήλωση, εμφάνιση: η ~ της αντεπίθεσης/των δεινών/της επανάστασης/της ζωής/μιας νέας πορείας. Η ~ και το τέλος μιας εποχής. Οι ~ές του ηλιακού συστήματος/της φιλοσοφίας (πβ. ρίζες). Αναζήτηση/μελέτη των ~ών (του πολιτισμού). Από τις ~ές μέχρι … Στις ~ές (= στο κατώφλι) του αιώνα/της χιλιετίας. Παράδοση που έχει τις ~ές της στον Μεσαίωνα. Γεγονός που απετέλεσε/εγκαινίασε/σήμανε την ~ των εξελίξεων. Πβ. ανατολή, αυγή, αφετηρία, γέννηση. [< αρχ. ἀπαρχή ‘αρχή της θυσίας, πρώτοι καρποί’] | |
| 5233 | απαρχής | [ἀπαρχῆς] α-παρ-χής επίρρ.: (λόγ.) από την αρχή: ~ μέχρι τέλους.|| ~ (= εξαρχής) πίστευα ότι ... Ανέλαβε ~ την κάλυψη των εξόδων. [< αρχ. φρ. ἀπ' ἀρχῆς] | |
| 5234 | άπας | , ασα, αν [ἅπας] ά-πας επίθ. {άπ-αντος, -αντα | -αντες (ουδ.) -αντα, -άντων (θηλ. -ασών)} (αρχαιοπρ.-συνήθ. ειρων.): όλος ανεξαιρέτως: ~ ο κλήρος/ο λαός. ~ασα η επικράτεια/η χώρα. Άπαν το έθνος. Με την παρουσία ~αντος του προσωπικού. Εμφανίστηκαν ~αντες (πβ. απαξάπαντες)! ~αντες απόντες/παρόντες. Ήρθε ~ασα η καλή κοινωνία! Πβ. ολόκληρος, πας. ● Ουσ.: άπαν (το): το κυριότερο, το πιο σπουδαίο: Το ~ στη ζωή είναι η υγεία. Τα λεφτά δεν είναι το ~! Πβ. παν. ● ΦΡ.: Άπαντα τα ευρισκόμενα βλ. ευρισκόμενος, στους αιώνες των αιώνων/στον αιώνα τον άπαντα βλ. αιώνας [< αρχ. ἅπας] | |
| 5235 | απασβέστωση | [ἀπασβέστωση] α-πα-σβέ-στω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. μείωση της ποσότητας του ασβεστίου στα δόντια ή τα οστά: ~ της αδαμαντίνης. ~ και οστεοπόρωση. ΑΝΤ. ασβεστοποίηση (1) 2. ΧΗΜ. διεργασία απομάκρυνσης του ασβεστίου (από υλικό ή συσκευή): ~ της καφετιέρας. Σύστημα/ταμπλέτες ~ης. Βλ. αφαλάτωση. [< γαλλ. décalcification] | |
| 5236 | απαστράπτει | [ἀπαστράπτει] α-πα-στρά-πτει ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): λάμπει, ακτινοβολεί: Διαμάντια/κοσμήματα που ~ουν (στο φως). Πάτωμα που ~ από καθαριότητα. Πβ. αστραπο-, φεγγο-βολά, λαμποκοπά. [< μτγν. ἀπαστράπτω ‘λάμπω (σαν αστραπή)’] | |
| 5237 | απαστράπτων | , ουσα, ον [ἀπαστράπτων] α-πα-στρά-πτων επίθ. {-οντος, -οντα | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.) 1. που απαστράπτει: ~ουσα: λάμψη. ~οντα: μάρμαρα/σερβίτσια. Ολοκαίνουργιο και ~ον αυτοκίνητο. ΣΥΝ. αστραφτερός (1), λαμπερός (1) 2. (μτφ.) που γοητεύει, εντυπωσιάζει: ο ~ κόσμος της τηλεόρασης (βλ. γκλάμουρ). ~ουσα: εμφάνιση/ομορφιά/προσωπικότητα. ~ον: χαμόγελο.|| (ειρων.) Πόζαρε περιχαρής και ~. [< μτγν. ἀπαστράπτων] | |
| 5238 | απασφαλίζω | [ἀπασφαλίζω] α-πα-σφα-λί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {απασφάλι-σα, απασφαλί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος} (λόγ.): αφαιρώ την ασφάλεια όπλου ή άλλου μηχανισμού: ~ τα άγκιστρα/το μάνταλο/το περίστροφο/τις χειροπέδες. Τηλεχειριστήριο που ~ει πόρτες και παράθυρα. Αντλία που ~εται αυτόματα/μηχανικά (με την άσκηση πίεσης/με το πάτημα ενός κουμπιού). Δεν ~στηκε το αλεξίπτωτο/η περόνη. ~σμένη: χειροβομβίδα.|| Σύστημα που ~ει με κλειδί. Πβ. ξεκλειδώνω. ΑΝΤ. ασφαλίζω (2) [< μτγν. ἀπασφαλίζω ‘ασφαλίζω με σιγουριά, προφυλάσσω’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ