| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5212 | απαράμιλλος | , η, ο [ἀπαράμιλλος] α-πα-ρά-μιλ-λος επίθ.: ασύγκριτος, ασυναγώνιστος (λόγω της ανωτερότητάς του): ~ος: ηρωισμός. ~η: γενναιότητα/ποιότητα. ~ο: ήθος/θάρρος/σθένος/φυσικό κάλλος. ~οι: αγωνιστές. ~ες: δυνατότητες. ~α: αριστουργήματα/έργα. Τοπίο ~ης ομορφιάς. ΣΥΝ. ανυπέρβλητος (2), άφθαστος & άφταστος (1), μοναδικός (2) ● επίρρ.: απαράμιλλα [< μεσν. απαράμιλλος] | |
| 5213 | απαρασάλευτος | , η, ο [ἀπαρασάλευτος] α-πα-ρα-σά-λευ-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που παραμένει σταθερός, δεν κλονίζεται, δεν κάμπτεται: ~η: πίστη. ~οι: νόμοι. ~ες: αρχές.|| (για πρόσ.) ~ στην απόφασή του. Πβ. ακλόνητος, αμετακίνητος, απαρέγκλιτος, αταλάντευτος. ● επίρρ.: απαρασάλευτα & (αρχαιοπρ.) απαρασαλεύτως [< μτγν. ἀπαρασάλευτος] | |
| 5214 | απαράτ | [ἀπαράτ] α-πα-ράτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (κυρ. παλαιότ.-μειωτ.): ΠΟΛΙΤ. γραφειοκρατικός συγκεντρωτισμός του ρωσικού κομμουνιστικού κόμματος και κατ' επέκτ. κάθε πολιτικού μηχανισμού: κομματικό ~. [< αγγλ. apparat, 1941] | |
| 5215 | απαρατήρητος | , η, ο [ἀπαρατήρητος] α-πα-ρα-τή-ρη-τος επίθ.: που δεν τον πρόσεξε, δεν τον αντιλήφθηκε κανείς: Ο δράστης μπήκε ~ στο δωμάτιο. ΑΝΤ. εμφανής ● επίρρ.: απαρατήρητα ● ΦΡ.: περνά/μένει απαρατήρητος: δεν κάνει εντύπωση, η παρουσία του δεν γίνεται αντιληπτή: Όπου και να βρεθεί, δεν ~ ~ (: τον προσέχουν). Το συμβάν πέρασε σχεδόν ~ο (: δεν δόθηκε σημασία). Το ταλέντο και η χάρη της δεν περνούν ~α. [< μτγν. ἀπαρατήρητος, γαλλ. inaperçu] | |
| 5216 | απαρέγκλιτος | , η, ο [ἀπαρέγκλιτος] α-πα-ρέ-γκλι-τος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν παρεκκλίνει, παραμένει σταθερός, αμετάβλητος: ~ος: κανόνας/όρος/στόχος. ~η: εφαρμογή (προγράμματος)/πορεία/προσήλωση. ~ες: αρχές (= αυστηρές). Πβ. ακλόνητος, αμετακίνητος, απαρασάλευτος. ● επίρρ.: απαρέγκλιτα & (λόγ.) απαρεγκλίτως [< μτγν. ἀπαρέγκλιτος ‘ακαμπτος, αμετάβλητος’, ἀπαρεγκλίτως ‘χωρίς παρεκκλίσεις’] | |
| 5217 | απαρέμφατο | [ἀπαρέμφατο] α-πα-ρέμ-φα-το ουσ. (ουδ.) {απαρεμφάτ-ου}: ΓΡΑΜΜ. άκλιτος τύπος ρήματος που δεν δηλώνει μορφολογικά πρόσωπο και αριθμό και βοηθά στον σχηματισμό των συντελεσμένων χρόνων: ~ ενεστώτα/μέλλοντα/αορίστου/παρακειμένου. ~ ενεργητικής/παθητικής φωνής. ~ και μετοχή.|| (στην αρχ. ελλην. γλ.) Άναρθρο/ειδικό/έναρθρο/τελικό ~. ~ του σκοπού ή του αποτελέσματος. ● ΣΥΜΠΛ.: απόλυτη μετοχή/απόλυτο απαρέμφατο βλ. απόλυτος [< μτγν. ἀπαρέμφατον ‘μη προσδιοριστικό, όχι δηλωτικό’] | |
| 5218 | απαρέσκεια | [ἀπαρέσκεια] α-πα-ρέ-σκει-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): δυσαρέσκεια, αποστροφή: έκδηλη/έντονη/προσωπική ~. ~ και απογοήτευση/δυσφορία. ΑΝΤ. αρέσκεια, ευαρέσκεια (1) [< μεσν. απαρέσκεια] | |
| 5219 | απαρηγόρητος | , η, ο [ἀπαρηγόρητος] α-πα-ρη-γό-ρη-τος επίθ.: που δεν μπορεί να παρηγορηθεί: ~οι: γονείς. ~ για την ήττα της ομάδας του/το κακό που τον βρήκε/τον χαμό του φίλου του. Θλιμμένος/μετανιωμένος και ~ που δεν μπόρεσε να ... Απώλεια που μας άφησε ~ους. ● επίρρ.: απαρηγόρητα [< αρχ. ἀπαρηγόρητος] | |
| 5220 | απαρίθμηση | [ἀπαρίθμηση] α-πα-ρίθ-μη-ση ουσ. (θηλ.): λεπτομερής παράθεση, παρουσίαση κατά σειρά όλων των στοιχείων ενός συνόλου: απλή/ενδεικτική/σύντομη/σχολαστική ~. ~ αιτιών/παραδειγμάτων/περιπτώσεων (πβ. αναφορά). ~ και απογραφή/καταγραφή. Μετρήσεις και ~ήσεις. Κάνω/προβαίνω σε ~ γεγονότων (πβ. εξιστόρηση). [< αρχ. ἀπαρίθμησις, γαλλ. énumération] | |
| 5221 | απαριθμητής | [ἀπαριθμητής] α-πα-ριθ-μη-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. μηχανική ή ηλεκτρονική διάταξη για την αυτόματη μέτρηση φυσικών μεγεθών (χρόνου, ταχύτητας, όγκου, παλμών): δεκαδικός/δυαδικός ~. ~ σπινθηρισμών (: για τη μέτρηση των σωματιδίων που εκπέμπονται από ένα ραδιενεργό σώμα)/ψηφίων. Κυκλώματα ~ών. Πβ. μετρητής. Βλ. κοντέρ. 2. ΠΛΗΡΟΦ. καταχωρητής ο οποίος αποθηκεύει στη μνήμη του πόσες φορές εκτελέστηκε μια διαδικασία: ~ εντολών. [< μεσν. απαριθμητής, αγγλ. counter] | |
| 5222 | απαριθμώ | [ἀπαριθμῶ] α-πα-ριθ-μώ ρ. (μτβ.) {απαριθμ-είς... | απαρίθμ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας}: παραθέτω, παρουσιάζω κατά σειρά όλα τα στοιχεία ενός συνόλου: ~ τα λάθη. ~ησε αναλυτικά/επιγραμματικά τα πλεονεκτήματα της μεθόδου. Είναι αδύνατον να ~ηθούν (= καταγραφούν) λεπτομερώς όλες οι περιπτώσεις. Τα γεγονότα που ~ήθηκαν ανωτέρω/παραπάνω (: σε κείμενο). (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Οι δραστηριότητες που ~ούνται στο παράρτημα ... του άρθρου ... Πβ. αναφέρω, αραδιάζω, μετρώ. Βλ. καταμετρώ. [< αρχ. ἀπαριθμῶ, γαλλ. énumérer] | |
| 5223 | απάρνηση | [ἀπάρνηση] α-πάρ-νη-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): παντελής άρνηση: ολοκληρωτική ~. ~ της ζωής/της θρησκείας/της πατρίδας/των υλικών αγαθών. Πβ. απεμπόληση, αποκήρυξη. Βλ. αυτ~.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ του εαυτού/των εγκοσμίων/των πειρασμών/του σώματος. [< μτγν. ἀπάρνησις] | |
| 5224 | απαρνητής | [ἀπαρνητής] α-παρ-νη-τής ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): πρόσωπο που απαρνιέται κάτι: ~ των ιδανικών/των παραδόσεων/της πίστης. [< μτγν. ἀπαρνητής] | |
| 5225 | απαρνιέμαι & απαρνούμαι | [ἀπαρνιέμαι] α-παρ-νιέ-μαι ρ. (μτβ.) {απαρν-ιέσαι κ. -είσαι ..., -ήθηκα, μτχ. -ούμενος, (σπάν.) -ημένος} 1. παύω να υποστηρίζω, αποκηρύσσω μια ιδέα: ~ απερίφραστα/κατηγορηματικά/οριστικά/συνειδητά μια ιδεολογία. ~ιέσαι τα ιδανικά/την πατρίδα/τα πιστεύω/την πίστη/τις ρίζες/τον τόπο σου; ~ήθηκε τη θεωρία του ως αβάσιμη. Πβ. απορρίπτω, αρνούμαι. ΑΝΤ. ασπάζομαι (1), ενστερνίζομαι 2. σταματώ να ενδιαφέρομαι για κάποιον ή κάτι, αποκόπτω εκούσια κάθε σύνδεσμο, εγκαταλείπω: ~ήθηκε την οικογένειά του. Πβ. αφήνω.|| ~ήθηκε τις ανέσεις/τα αξιώματα/τα πάντα/τα πλούτη/τα υπάρχοντά του.|| Ετοιμάζεται να ~ηθεί την εργένικη ζωή (: να παντρευτεί). ● ΦΡ.: απαρνούμαι τα εγκόσμια/τον κόσμο βλ. εγκόσμιος [< αρχ. ἀπαρνοῦμαι, γαλλ. renoncer] | |
| 5226 | απαρτία | [ἀπαρτία] α-παρ-τί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. ο ελάχιστος απαιτούμενος αριθμός φυσικών προσώπων που πρέπει να είναι παρόντα κατά τη συνεδρίαση συλλογικού οργάνου, προκειμένου να είναι έγκυρες οι αποφάσεις του: απλή/αυξημένη/ενισχυμένη/οριακή ~. ~ της Βουλής/της επιτροπής. Μη επίτευξη/ποσοστό ~ας. Ελλείψει ~ας ... Σε περίπτωση μη ~ας ... Έχουμε ~. Δεν υπήρχε (η νόμιμη) ~ για τη λήψη απόφασης. Τέθηκε θέμα ~ας. Η συνέλευση θα πραγματοποιηθεί ανεξαρτήτως ~ας. Βλ. ολομέλεια. 2. (κατ' επέκτ.-προφ.) παρουσία όλων των μελών μιας ομάδας σε προκαθορισμένη συνάντηση: Όλη η παρέα βρίσκεται/είναι σε ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ένσταση απαρτίας: ΝΟΜ. έγγραφη ένσταση των μελών ενός συνεδριάζοντος σώματος προς το προεδρείο του, σχετικά με την εγκυρότητα των εργασιών του εξαιτίας έλλειψης απαρτίας. [< αρχ. ἀπαρτία 'αποσκευές, πολεμική λεία', γαλλ. quorum] | |
| 5227 | απάρτια | [ἀπάρτια] α-πάρ-τια ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.-λαϊκό): εξαρτήματα από τα οποία αποτελείται συσκευή, μηχανή, κατασκευή: τα ~ του κινητήρα. Πβ. αξεσουάρ. Βλ. ανταλλακτικό. [< αγγλ. parts] | |
| 5228 | απαρτίζω | [ἀπαρτίζω] α-παρ-τί-ζω ρ. (μτβ.) {απαρτί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, απαρτιζ-όμενος, -οντας}: αποτελώ, συνιστώ, συγκροτώ: Το εργατικό δυναμικό που ~ει μια εταιρεία. Το σύνολο των στοιχείων που ~ουν ένα σύστημα. Από πόσα μέλη ~εται (= σύγκειται) το συμβούλιο; Επιτροπή ~όμενη (= συνιστάμενη) από εμπειρογνώμονες. Πβ. συνθέτω. Βλ. συν~. [< αρχ. ἀπαρτίζω] | |
| 5229 | άπαρτος | , η, ο [ἄπαρτος] ά-παρ-τος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): που δεν έχει ή δεν είναι δυνατόν να κυριευτεί: ~ο: κάστρο. ~α: βουνά/τείχη. Πβ. απάτητος, απόρθητος. [< μεσν. άπαρτος] | |
| 5230 | απαρτχάιντ | [ἀπαρτχάιντ] α-παρ-τχά-ιντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΙΣΤ. καθεστώς φυλετικού διαχωρισμού, το οποίο ίσχυσε επίσημα στη Νότια Αφρική μέχρι το 1994 εις βάρος των γηγενών Αφρικανών και κατ΄επέκτ. κάθε τακτική ή σύστημα διακρίσεων: αποικιοκρατία και ~. Πβ. φυλετισμός.|| Γλωσσικό/εργασιακό/κοινωνικό/οικονομικό/πολιτικό ~. ~ στην εκπαίδευση. Πβ. ρατσισμός. [< αγγλ. apartheid, 1947] | |
| 5231 | απαρχαιωμένος | , η, ο [ἀπαρχαιωμένος] α-παρ-χαι-ω-μέ-νος επίθ. & (λόγ.) απηρχαιωμένος: που δεν συμβαδίζει με τις σύγχρονες τάσεις, που δεν έχει εκσυγχρονιστεί: ~ος: εξοπλισμός (= πρωτόγονος). ~η: νομοθεσία/πολιτική/τεχνολογία. ~ο: δίκτυο/μοντέλο/σύστημα. ~οι: θεσμοί. ~ες: αντιλήψεις/δομές/εγκαταστάσεις/εκφράσεις (βλ. λόγιος)/ιδέες/μέθοδοι/πρακτικές. Πβ. αναχρονιστικός, ξεπερασμένος, παρωχημένος. ΑΝΤ. μοντέρνος (1), σύγχρονος (1) [< αρχ. ἀπηρχαιωμένος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ