| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5239 | απασφάλιση | α-πα-σφά-λι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. απενεργοποίηση ή αφαίρεση της ασφάλειας συνήθ. από μηχανισμό: αυτόματη/μηχανική/χειροκίνητη ~. ~ διακόπτη/νάρκης/χειροβομβίδας. ~ ζώνης ασφαλείας/θυρών/κλειδαριάς. Θέση/κλειδί/σύστημα ~ης. Πβ. ξεκλείδωμα. ΑΝΤ. ασφάλιση (3) 2. διακοπή της ασφάλισης εργαζομένου από ασφαλιστικό φορέα: ~ υπαλλήλων από το ΙΚΑ. | |
| 5240 | απασχόληση | [ἀπασχόληση] α-πα-σχό-λη-ση ουσ. (θηλ.) 1. εργασία με αμοιβή για βιοποριστικούς λόγους· αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού στην παραγωγή: δεύτερη/έκτακτη/ελαστική ή ευέλικτη (πβ. μερική ~)/επαγγελματική/εποχιακή/εργασιακή/καθημερινή/κύρια/μισθωτή/μόνιμη/παράλληλη/περιστασιακή/πολλαπλή/πράσινη/προσωρινή/υπερωριακή ~. ~ (προσωπικού) με σύμβαση. ~ φοιτητών/ωρομισθίων. Κατάρτιση και ~. ~ σε εταιρεία. Χωρίς ~ (= άνεργος). Έλλειψη ~ης (= ανεργία). Κέντρο ~ης και Επιχειρηματικότητας. Κοινωνιολογία της ~ης. Στα ΚΕΚ λειτουργούν Κέντρα Προώθησης της ~ης. Γραφείο/είδος/περίοδος/προγράμματα/χρόνος ~ης. Ισότητα στην ~. Αναζήτηση ατόμων για ~ σε ... Βλ. δουλειά, επάγγελμα.|| ~ ανέργων/ατόμων με αναπηρίες/μεταναστών. Βλ. αυτο~, ετερο~, ημι~, πολυ~, υπερ~, υπο~. 2. ασχολία, ενασχόληση: ευχάριστη/καλλιτεχνική ~. ~ (παιδιών) με τη ζωγραφική/τη χειροτεχνία/τον χορό. ~ και διά βίου παιδεία. ~ήσεις αισθητικής αγωγής/ψυχαγωγίας. Καθημερινές/οικιακές ~ήσεις. 3. απόσπαση της προσοχής: κλοπή με τη μέθοδο της ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: δημιουργική απασχόληση: δραστηριότητα που αποσκοπεί στην ανάπτυξη ειδικών δεξιοτήτων: ατομική/ομαδική ~ ~. ~ ~ μαθητών/νέων με ειδικές ανάγκες (βλ. εργοθεραπεία). Αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου και ~ ~. Προγράμματα φύλαξης και ~ής ~ης παιδιών (βλ. ΚΔΑΠ). [< αγγλ. creative activity] , μερική απασχόληση: περιορισμένη σε χρόνο και με μειωμένο μισθό παροχή εργασίας: θέσεις/μισθωτός/συμβάσεις ~ής ~ης. Μορφές ~ής ~ης (: καθημερινή εργασία με μειωμένο ωράριο ή εκ περιτροπής). Βλ. υποαπασχόληση. ΣΥΝ. ημιαπασχόληση, παρτ-τάιμ, πλήρης απασχόληση: καθημερινή και με πλήρες ωράριο παροχή εργασίας: καθεστώς/πρόγραμμα/προσωπικό ~ους ~ης. Πβ. φουλ-τάιμ. [< μτγν. ἀπασχόλησις 'απόσπαση της προσοχής', γαλλ. emploi, occupation, αγγλ. employment] | |
| 5241 | απασχολήσιμος | , η, ο [ἀπασχολήσιμος] α-πα-σχο-λή-σι-μος επίθ. (επίσ.): που μπορεί να απασχοληθεί κυρ. σε εργασία μερικής απασχόλησης: ~ο: εργατικό δυναμικό. ~οι: εργαζόμενοι.|| (ως ουσ.) Θέσεις/προσλήψεις ~ων. Βλ. απασχολούμενος. [< αγγλ. employable] | |
| 5242 | απασχολησιμότητα | [ἀπασχολησιμότητα] α-πα-σχο-λη-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ικανότητα ενός ατόμου να αποκτά ή να διατηρεί τις απαραίτητες δεξιότητες για την εξασφάλιση μιας θέσης εργασίας: ~ ευπαθών ομάδων. Προώθηση της κατάρτισης και της ~ας. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. employability, 1926, γαλλ. employabilité, 1987] | |
| 5243 | απασχολώ | [ἀπασχολῶ] α-πα-σχο-λώ ρ. (μτβ.) {απασχολ-είς ... | απασχόλ-ησα, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα (λόγ. μτχ. απασχοληθ-είς), -ηθεί, -ώντας, -ούμενος, -ημένος} 1. προσφέρω (σε κάποιον) θέση εργασίας: Η επιχείρηση/το εργοστάσιο ~εί δεκάδες εργάτες.|| ~είται από την εταιρεία. 2. αποσπώ κάποιον από κάτι: Όταν διαβάζω, δεν θέλω να με ~ούν (= ενοχλούν). Δεν θα σας ~ήσω πολύ! Θα σας ~ήσω για ένα προσωπικό ζήτημα. Mπορώ να σας ~ήσω (= διακόψω) για λίγο/ιδιαιτέρως; Για τις επόμενες δύο ώρες να μη με ~ήσει κανείς! Μη με ~είς, έχω σοβαρή δουλειά να κάνω. 3. κάνω κάποιον να ασχοληθεί με κάτι, καλύπτω τον χρόνο του: ~ το παιδί μου με δημιουργικές δραστηριότητες. Βρες κάτι να ~ήσεις το μυαλό σου, να μην το σκέφτεσαι. ● απασχολεί: αποτελεί αντικείμενο προβληματισμού, ανησυχίας, σκέψης ή δραστηριότητας: Τι σε ~ (= ανησυχεί) και είσαι τόσο στενοχωρημένος; Με ~ ένα πρόβλημα υγείας. Το τελευταίο που με ~ είναι … Δεν με ~ ιδιαίτερα/καθόλου το ζήτημα (= δεν με ενδιαφέρει/νοιάζει). Κάνε αυτό που θέλεις και μη σε ~ούν (= προβληματίζουν) τα χρήματα. Αρκετά μας ~ησε αυτός ο άνθρωπος! Oι πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις ~ησαν (: αποτέλεσαν αντικείμενο συζήτησης) χθες το υπουργικό συμβούλιο. Το θέμα ~ησε τα ΜΜΕ. ● Παθ.: απασχολούμαι 1. εργάζομαι, δουλεύω: ~ εποχιακά/προσωρινά. Πολλοί άνεργοι θα ~ηθούν στα δημόσια έργα ... Οι ~ούμενοι σε ερευνητικά προγράμματα. Προσελήφθη ως μερικώς/πλήρως ~ούμενη. Βλ. υπο~. 2. (σπάν.) ασχολούμαι, καταγίνομαι: Όσο ~είται με τα παιχνίδια του, έχουμε την ησυχία μας. Πβ. ενασχολούμαι. ● Μτχ.: απασχολημένος , η, ο: (για πρόσ.) που ασχολείται με κάτι ή (για μηχάνημα) που εκτελεί κάποια εργασία μια δεδομένη χρονική στιγμή: Είμαι ~ με τη δουλειά μου, δεν ευκαιρώ. Ο γιατρός είναι ~ αυτή τη στιγμή (τηλεφωνήστε αργότερα).|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ος: διακομιστής/εκτυπωτής. ~η: (τηλεφωνική) γραμμή (= κατειλημμένη)/συσκευή. ~ο: δίκτυο (= φορτωμένο). ● ΣΥΜΠΛ.: απασχολούμενα κεφάλαια βλ. κεφάλαιο [< μτγν. ἀπασχολῶ, γαλλ. employer, αγγλ. employ] | |
| 5244 | απατάω | βλ. απατώ | |
| 5245 | απατεώνας | [ἀπατεώνας] α-πα-τε-ώ-νας ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. απατεώνισσα}: πρόσωπο που εξαπατά συστηματικά τους άλλους με σκοπό το προσωπικό, συνήθ. οικονομικό, κέρδος: αδίστακτος/επαγγελματίας ~. Είναι ψεύτης και ~. Δίκτυο/σπείρα/συμμορία ~ων. Τον ξεγέλασε ένας ~. Έπεσε θύμα ~α. Πβ. αγύρτης, κατεργάρης, κλέφτης, κομπιναδόρος, λαμόγιο, λοβιτουρατζής, μασκαράς, μούτρο, μπαγαπόντης, τσαρλατάνος.|| (ως επίθ.) ~ εργοδότης. Βλ. μεγαλο~, μικρο~. ● Υποκ.: απατεωνίσκος (ο) [< αρχ. ἀπατεών] | |
| 5246 | απατεωνιά | [ἀπατεωνιά] α-πα-τε-ω-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): πράξη εξαπάτησης με στόχο το προσωπικό συμφέρον: θράσος και ~. Έκανε μεγάλη περιουσία με κλεψιές και ~ιές. Πβ. απάτη, κομπίνα, λοβιτούρα, μπαγαποντιά, παλιανθρωπιά. | |
| 5247 | απάτη | [ἀπάτη] α-πά-τη ουσ. (θηλ.) 1. κάθε δόλια πράξη παραπλάνησης για προσωπικό όφελος: διαφημιστική/πολιτική ~. ~ και παραποίηση της αλήθειας. Ξεσκεπάστηκε η ~. Πβ. απατεωνιά, βρομοδουλειά, κομπίνα. Βλ. αυτ~, πλάνη. 2. ΝΟΜ. κάθε συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σκόπιμα εσφαλμένη αντίληψη στον άλλο, με σκοπό να αποκομίσει κάποιος παρανόμως οικονομικά οφέλη ή να επιφέρει βλάβη σε ξένη περιουσία: διαδικτυακή/επιχειρηματική/ηλεκτρονική/καλοστημένη/λογιστική/οικονομική/χρηματιστηριακή ~. Κύκλωμα ~ης. ~ με ακίνητα/πλαστές επιταγές. ~ στις συναλλαγές. ~ και κλοπή/υπεξαίρεση/φοροδιαφυγή. Διώκεται/καταδικάστηκε για ~ εις βάρος/κατά του Δημοσίου. Στήθηκε ~ (εκατομμυρίων). Έπεσε θύμα ~ης. Τραπεζικές ~ες. Εμπλέκεται σε ~ες και παρατυπίες (πβ. ατασθαλία). Βλ. μικρο~, ναυτ~. 3. (προφ.-μειωτ.) ως χαρακτηρισμός για αναξιόπιστο πρόσωπο ή πράγμα: Μεγάλη ~ το άτομο (ΣΥΝ. απατεώνας, μάρκα, μούτρο, μπαγαπόντης)! Η προσφορά ήταν σκέτη ~! ● ΣΥΜΠΛ.: οπτική απάτη: οφθαλμαπάτη: παιχνίδια με ~ές ~ες. Βλ. ψευδαίσθηση. [< αγγλ. optical illusion, γαλλ. illusion d'optique] , τηλεπικοινωνιακή απάτη: ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση σε τηλεπικοινωνιακά δίκτυα ή σε βάσεις δεδομένων για παράνομους σκοπούς (εξαπάτηση στις ηλεκτρονικές συναλλαγές, βιομηχανική κατασκοπεία): ~ ~ και δικτυοπειρατεία/ηλεκτρονικό (οικονομικό) έγκλημα. [< αγγλ. telecommunication fraud, γαλλ. fraud de télécommunication] [< αρχ. ἀπάτη] | |
| 5248 | απατηλός | , ή, ό [ἀπατηλός] α-πα-τη-λός επίθ.: που εξαπατά, παραπλανεί: ~ή: γοητεία/εικόνα/λάμψη/πραγματικότητα/συμπεριφορά. ~ό: όνειρο. ~ές: ελπίδες (βλ. φρούδες)/ενδείξεις/εντυπώσεις/υποσχέσεις. ~ά: λόγια/μέσα/φαινόμενα. Ο ~ κόσμος των παραισθήσεων. Πβ. παραπλανητικός, ψεύτικος. Βλ. -ηλός. [< αρχ ἀπατηλός] | |
| 5249 | απάτητος | , η, ο [ἀπάτητος] α-πά-τη-τος επίθ. 1. στον οποίο δεν έχει πατήσει άνθρωπος, επειδή είναι δύσβατος, δυσπρόσιτος· κατ' επέκτ. ανεξερεύνητος: ~η: παραλία. ~ο: βουνό/νησί. ~ες: βουνοκορφές/διαδρομές/περιοχές. Τόπος ~ και άγνωστος/απόκρημνος/απομονωμένος. Πβ. αδιάβατος, απρόσιτος, απροσπέλαστος. 2. που δεν έχει πατηθεί: ~ο: χώμα. ~α: παπούτσια (= καινούργια). Σκι σε ~ο χιόνι. 3. (μτφ.-λαϊκό) που δεν έχει κατακτηθεί, κυριευτεί: ~ο: κάστρο. ~α: εδάφη. Πβ. άπαρτος, απόρθητος. [< αρχ. ἀπάτητος] | |
| 5250 | απατίτης | [ἀπατίτης] α-πα-τί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. φωσφορικό ορυκτό του ασβεστίου, (κυανο)πράσινο, ιώδες, καστανό, λευκό ή άχρωμο, (ημι)διαφανές, με μορφή πρισματικών κρυστάλλων. Βλ. φωσφορίτης, -ίτης2. [< γερμ. Apatit, γαλλ.-αγγλ. apatite] | |
| 5251 | άπατος | , η, ο [ἄπατος] ά-πα-τος επίθ. (λαϊκό): υπερβολικά βαθύς, που μοιάζει να μην έχει πυθμένα: ~ος: βυθός. ~η: θάλασσα. ~ο: πηγάδι. ~α: νερά. ΣΥΝ. απύθμενος (2) ΑΝΤ. ρηχός (1) ● Ουσ.: άπατα (τα): βαθιά νερά, εκεί που δεν πατώνει κάποιος: Κολυμπάει στα ~. Μην πηγαίνεις στα ~! ΑΝΤ. αβαθή ● ΦΡ.: πάει/πηγαίνει άπατος (μτφ.-προφ.): αποτυγχάνει παντελώς: Πήγε ~ στις εξετάσεις (= πάτωσε). Ο τελευταίος της δίσκος πήγε ~. [< μεσν. άπατος 'που πατιέται πάρα πολύ'] | |
| 5252 | απατός | , ή, ό [ἀπατός] α-πα-τός αντων. (λαϊκό): (+ μου/σου/του) μόνος, ο ίδιος: Είναι ~ του. Έλα ~ σου!|| Κανόνισε ~ σου (: εσύ ο ίδιος). [< μεσν. απατός] | |
| 5253 | άπατρις | [ἄπατρις] ά-πα-τρις ουσ. (αρσ. + θηλ.) {απάτριδ-ος| -ιδες} (λόγ.) 1. ΝΟΜ. πρόσωπο που δεν έχει πατρίδα, υπηκοότητα: ~ιδες και μετανάστες/πρόσφυγες. Πβ. ανιθαγενής. Βλ. ανέστιος. 2. πρόσωπο που έχει αποκηρύξει την πατρίδα ως θεσμό: διεθνιστής και ~. Δηλώνει ~ και άθεος. ΑΝΤ. φιλόπατρις [< μεσν. άπατρις, γαλλ. apatride, περ. 1920] | |
| 5254 | απατώ | [ἀπατῶ] α-πα-τώ ρ. (μτβ.) {απατ-άς, -ά κ. (σπανιότ.) -άει ..., απάτ-ησα, -ώμαι, -άσαι ..., -ήθηκα, -ημένος} & απατάω 1. έχω ερωτική σχέση ή σεξουαλική επαφή κρυφά από σύζυγο ή σύντροφο: ~ά τον άντρα της/τη γυναίκα του (: έχει εξωσυζυγικές σχέσεις). Πβ. απιστώ, κερατώνω, μοιχεύω. 2. οδηγώ σε λάθος συμπέρασμα, ξεγελώ, παραπλανώ: Αν δεν με ~ά η ακοή (: αν ακούω καλά)/η διαίσθησή/το ένστικτό/η όρασή μου (: αν βλέπω καλά) ... ~ήθηκα (= εξαπατήθηκα) από την συμπεριφορά/τους τρόπους του. ~άσαι (= αυταπατάσαι, γελιέσαι, κάνεις λάθος) αν νομίζεις ότι ... 3. (λόγ.) εξαπατώ: Έχει ~ήσει πολλά άτομα, παριστάνοντας το μέντιουμ. ● ΦΡ.: αν δεν απατώμαι (λόγ.): αν δεν κάνω λάθος: ~ ~, εσύ επέμενες να φύγουμε., τα φαινόμενα απατούν: αυτό που φαίνεται δεν ανταποκρίνεται πάντα στην πραγματικότητα: Μην κρίνεις από αυτό που βλέπεις, συχνά ~ ~! [< γαλλ. les apparences sont trompeuses] , αν δεν με απατά/γελά η μνήμη μου βλ. μνήμη, ο όφις με εξηπάτησε/εξαπάτησε βλ. όφις [< αρχ. ἀπατῶ, γαλλ. tromper] | |
| 5255 | απαύγασμα | [ἀπαύγασμα] α-παύ-γα-σμα ουσ. (ουδ.) {απαυγάσμ-ατος | σπανιότ. -ατα} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) το πιο σημαντικό προϊόν, το θετικό αποτέλεσμα, το λαμπρό επίτευγμα μιας διαδικασίας: ~ μακρόχρονης εμπειρίας/έρευνας/συλλογικής προσπάθειας. ~ γνώσης/δημιουργικότητας/πολιτιστικής κληρονομιάς/σοφίας/τέχνης/τεχνολογίας. Κτίρια ~ατα αρχιτεκτονικής αισθητικής. Πβ. αποκρυστάλλωμα, απόρροια, παρακαταθήκη. 2. (σπάν.) ακτινοβολία, λάμψη, φέγγος. [< 2: μτγν. ἀπαύγασμα] | |
| 5256 | απαυδώ | [ἀπαυδῶ] α-παυ-δώ ρ. (αμτβ.) {απαυδ-άς ... | (συνηθέστ.) απηύδ-ησα, απαυδ-ήσει, απηυδ-ισμένος} & (σπάν.) απαυδίζω: εξαντλείται η υπομονή μου, κουράζομαι ψυχικά, δεν αντέχω άλλο: ~ησα με τη δουλειά. ~ησε να ακούει συνέχεια ψεύτικες υποσχέσεις. Έχω απαυδήσει/(εσφαλμ.) απηυδήσει με τα καμώματά του! ~ισμένος από την καθυστέρηση. Πβ. αγανακτώ, αποκάνω, δεινοπαθώ, μπαϊλντίζω. [< αρχ. ἀπαυδῶ] | |
| 5257 | άπαυτος | , η, ο [ἄπαυτος] ά-παυ-τος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): ασταμάτητος, αδιάκοπος, συνεχής: ~ος: αγώνας. ~η: ροή. ΣΥΝ. ακατάπαυστος [< μτγν. ἄπαυτος] | |
| 5258 | απαυτός | , ή, ό [ἀπαυτός] α-παυ-τός αντων. (προφ.) 1. (μειωτ.) αναφορά σε πρόσωπο ή πράγμα, το όνομα του οποίου μας διαφεύγει, δεν μπορούμε ή δεν θέλουμε να κατονομάσουμε: Τι κάνει ο ~, ο ... πώς τον λένε; Πβ. (απο)τέτοιος. 2. (ευφημ.) πισινός, κώλος. ● Ουσ.: απαυτά/αυτά (τα): (ευφημ.) τα γεννητικά όργανα. ● ΦΡ.: στ' αρχίδια/στ' απαυτά/στον πούτσο/στα τέτοια μου βλ. αρχίδι [< μεσν. απαυτός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ