| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5252 | απατός | , ή, ό [ἀπατός] α-πα-τός αντων. (λαϊκό): (+ μου/σου/του) μόνος, ο ίδιος: Είναι ~ του. Έλα ~ σου!|| Κανόνισε ~ σου (: εσύ ο ίδιος). [< μεσν. απατός] | |
| 5253 | άπατρις | [ἄπατρις] ά-πα-τρις ουσ. (αρσ. + θηλ.) {απάτριδ-ος| -ιδες} (λόγ.) 1. ΝΟΜ. πρόσωπο που δεν έχει πατρίδα, υπηκοότητα: ~ιδες και μετανάστες/πρόσφυγες. Πβ. ανιθαγενής. Βλ. ανέστιος. 2. πρόσωπο που έχει αποκηρύξει την πατρίδα ως θεσμό: διεθνιστής και ~. Δηλώνει ~ και άθεος. ΑΝΤ. φιλόπατρις [< μεσν. άπατρις, γαλλ. apatride, περ. 1920] | |
| 5254 | απατώ | [ἀπατῶ] α-πα-τώ ρ. (μτβ.) {απατ-άς, -ά κ. (σπανιότ.) -άει ..., απάτ-ησα, -ώμαι, -άσαι ..., -ήθηκα, -ημένος} & απατάω 1. έχω ερωτική σχέση ή σεξουαλική επαφή κρυφά από σύζυγο ή σύντροφο: ~ά τον άντρα της/τη γυναίκα του (: έχει εξωσυζυγικές σχέσεις). Πβ. απιστώ, κερατώνω, μοιχεύω. 2. οδηγώ σε λάθος συμπέρασμα, ξεγελώ, παραπλανώ: Αν δεν με ~ά η ακοή (: αν ακούω καλά)/η διαίσθησή/το ένστικτό/η όρασή μου (: αν βλέπω καλά) ... ~ήθηκα (= εξαπατήθηκα) από την συμπεριφορά/τους τρόπους του. ~άσαι (= αυταπατάσαι, γελιέσαι, κάνεις λάθος) αν νομίζεις ότι ... 3. (λόγ.) εξαπατώ: Έχει ~ήσει πολλά άτομα, παριστάνοντας το μέντιουμ. ● ΦΡ.: αν δεν απατώμαι (λόγ.): αν δεν κάνω λάθος: ~ ~, εσύ επέμενες να φύγουμε., τα φαινόμενα απατούν: αυτό που φαίνεται δεν ανταποκρίνεται πάντα στην πραγματικότητα: Μην κρίνεις από αυτό που βλέπεις, συχνά ~ ~! [< γαλλ. les apparences sont trompeuses] , αν δεν με απατά/γελά η μνήμη μου βλ. μνήμη, ο όφις με εξηπάτησε/εξαπάτησε βλ. όφις [< αρχ. ἀπατῶ, γαλλ. tromper] | |
| 5255 | απαύγασμα | [ἀπαύγασμα] α-παύ-γα-σμα ουσ. (ουδ.) {απαυγάσμ-ατος | σπανιότ. -ατα} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) το πιο σημαντικό προϊόν, το θετικό αποτέλεσμα, το λαμπρό επίτευγμα μιας διαδικασίας: ~ μακρόχρονης εμπειρίας/έρευνας/συλλογικής προσπάθειας. ~ γνώσης/δημιουργικότητας/πολιτιστικής κληρονομιάς/σοφίας/τέχνης/τεχνολογίας. Κτίρια ~ατα αρχιτεκτονικής αισθητικής. Πβ. αποκρυστάλλωμα, απόρροια, παρακαταθήκη. 2. (σπάν.) ακτινοβολία, λάμψη, φέγγος. [< 2: μτγν. ἀπαύγασμα] | |
| 5256 | απαυδώ | [ἀπαυδῶ] α-παυ-δώ ρ. (αμτβ.) {απαυδ-άς ... | (συνηθέστ.) απηύδ-ησα, απαυδ-ήσει, απηυδ-ισμένος} & (σπάν.) απαυδίζω: εξαντλείται η υπομονή μου, κουράζομαι ψυχικά, δεν αντέχω άλλο: ~ησα με τη δουλειά. ~ησε να ακούει συνέχεια ψεύτικες υποσχέσεις. Έχω απαυδήσει/(εσφαλμ.) απηυδήσει με τα καμώματά του! ~ισμένος από την καθυστέρηση. Πβ. αγανακτώ, αποκάνω, δεινοπαθώ, μπαϊλντίζω. [< αρχ. ἀπαυδῶ] | |
| 5257 | άπαυτος | , η, ο [ἄπαυτος] ά-παυ-τος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): ασταμάτητος, αδιάκοπος, συνεχής: ~ος: αγώνας. ~η: ροή. ΣΥΝ. ακατάπαυστος [< μτγν. ἄπαυτος] | |
| 5258 | απαυτός | , ή, ό [ἀπαυτός] α-παυ-τός αντων. (προφ.) 1. (μειωτ.) αναφορά σε πρόσωπο ή πράγμα, το όνομα του οποίου μας διαφεύγει, δεν μπορούμε ή δεν θέλουμε να κατονομάσουμε: Τι κάνει ο ~, ο ... πώς τον λένε; Πβ. (απο)τέτοιος. 2. (ευφημ.) πισινός, κώλος. ● Ουσ.: απαυτά/αυτά (τα): (ευφημ.) τα γεννητικά όργανα. ● ΦΡ.: στ' αρχίδια/στ' απαυτά/στον πούτσο/στα τέτοια μου βλ. αρχίδι [< μεσν. απαυτός] | |
| 5259 | απαυτώνω | [ἀπαυτώνω] α-παυ-τώ-νω ρ. (μτβ.) {απαύτω-σε, -θηκε} (προφ.-ευφημ.): αντί για το γαμώ. Πβ. αυτώνω, πηδώ. | |
| 5260 | άπαχος | , η, ο [ἄπαχος] ά-πα-χος επίθ.: που έχει μικρή έως μηδαμινή περιεκτικότητα σε λιπαρά: ~ος: κιμάς. ~ο: κρέας/τυρί. (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) Πλήρες ή ~ο γάλα/γιαούρτι (0%· βλ. ημι~, ελαφρύ). ΑΝΤ. παχύς (3) [< μτγν. ἄπαχος] | |
| 5261 | ΑΠΔ | (η): Αναλυτική Περιοδική Δήλωση. | |
| 5262 | ΑΠΔΠΧ | (η): Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. | |
| 5263 | απέ | [ἀπέ] α-πέ επίρρ. (διαλεκτ., συνήθ. με το "κι"): έπειτα, ύστερα, μετά: Σταμάτησε για κάμποσο κι ~ συνέχισε. [< μεσν. απέ] | |
| 5264 | ΑΠΕ | 1. (το) Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων. Βλ. ΜΠΕ. 2. (οι) Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. | |
| 5265 | απεβίωσε | βλ. αποβιώνω | |
| 5266 | απεγγραφή | [ἀπεγγραφή] α-πεγ-γρα-φή ουσ. (θηλ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. εκούσια διαγραφή από λίστα αποστολής ενημερωτικών ιμέιλ. [< αγγλ. unsubscription] | |
| 5267 | απεγκαθιστώ | [ἀπεγκαθιστῶ] α-πε-γκα-θι-στώ ρ. (μτβ.) {απεγκαθιστ-ά ... | απεγκατ-έστησα κ. (προφ.) -άστησα, -αστήσει, απεγκαθ-ίσταται, απεγκατ-αστάθηκε, -ασταθεί, -εστημένος} 1. ΠΛΗΡΟΦ. αφαιρώ λογισμικό από τον σκληρό δίσκο ή αποσυνδέω περιφερειακές συσκευές από τον υπολογιστή: ~έστησε όλα τα παιχνίδια από τον υπολογιστή. Το πρόγραμμα ~ίσταται αυτόματα.|| ~ κάρτα (πρόσθετων δυνατοτήτων). Εκτυπωτής/μόντεμ που έχει ~ασταθεί. ΑΝΤ. εγκαθιστώ (2) 2. ΤΕΧΝΟΛ. αποσυνδέω συσκευή από το σημείο εγκατάστασής της: ~ γεννήτρια/εξοπλισμό/κεραία/μηχάνημα. [< αγγλ. uninstall, 1981, γαλλ. désinstaller, 1987] | |
| 5268 | απεγκατάσταση | [ἀπεγκατάσταση] α-πε-γκα-τά-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. αφαίρεση λογισμικού από τον σκληρό δίσκο: (για σόφτγουερ:) ~ (παλιάς) έκδοσης/εφαρμογής. Απενεργοποίηση και ~. Πρόγραμμα ~ης.|| (για χάρντγουερ:) ~ κάρτας γραφικών. 2. ΤΕΧΝΟΛ. αποσύνδεση συσκευής ή μηχανής από το σημείο εγκατάστασής της: ~ εξοπλισμού/κεραίας (κινητής τηλεφωνίας). Πβ. αποξήλωση. [< αγγλ. uninstallation] | |
| 5269 | απεγκλωβίζω | [ἀπεγκλωβίζω] α-πε-γκλω-βί-ζω ρ. (μτβ.) {απεγκλώβι-σε, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -σμένος} ΑΝΤ. εγκλωβίζω 1. ανασύρω κάποιον ή κάτι από χώρο στον οποίο είχε εγκλωβιστεί: Οι πυροσβέστες ~σαν με ασφάλεια τους επιζώντες. Τον ~σαν από το ασανσέρ. Η ομάδα διάσωσης κατάφερε να ~σει ορειβάτη παγιδευμένο σε φαράγγι. ~στηκε ζωντανός/νεκρός. Πλοίο που ~στηκε από ρυμουλκό. 2. (μτφ.) αποδεσμεύω, απελευθερώνω: Μέτρα που θα ~σουν (= απαλλάξουν) τους πολίτες από τη γραφειοκρατία. ~ομαι από το άγχος/μια σχέση (πβ. απεξαρτώμαι, ξεκολλώ). ~σμένος από νομικά κωλύματα. | |
| 5270 | απεγκλωβισμός | [ἀπεγκλωβισμός] α-πε-γκλω-βι-σμός ουσ. (αρσ.) ΑΝΤ. εγκλωβισμός 1. απομάκρυνση, ανάσυρση εγκλωβισμένου από χώρο στον οποίο είχε παγιδευτεί: ~ και διάσωση επιβατών/ζώων/θυμάτων τροχαίου/τραυματιών. ~ επιζώντων από ερείπια. Επιχειρήσεις/συνεργείο ~ού. 2. (μτφ.) αποδέσμευση, απεμπλοκή: ~ της οικονομίας από την κρατική παρεμβατικότητα. Μέτρα/στρατηγικές ~ού. ΑΝΤ. παγίδευση (1) [< γαλλ. désincarcération, 1972] | |
| 5271 | απεγνωσμένος | , η, ο [ἀπεγνωσμένος] α-πε-γνω-σμέ-νος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται σε ή φανερώνει απόγνωση: ~ος: αγώνας. ~η: αντίσταση/απόπειρα/μάχη/φωνή. ~ο: βλέμμα/διάβημα/ύφος. ~ες: εκκλήσεις/ενέργειες/κινήσεις/κραυγές/προσπάθειες. ~η και αγωνιώδης αναζήτηση.|| (για πρόσ.) ~οι οι καλλιεργητές εξαιτίας της κακοκαιρίας. Πβ. απελπισμένος. ● επίρρ.: απεγνωσμένα [< μτγν. ἀπεγνωσμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. ἀπογιγνώσκω ‘απελπίζομαι’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ