| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5279 | απείθαρχος | , η, ο [ἀπείθαρχος] α-πεί-θαρ-χος επίθ.: που δείχνει ή φανερώνει απειθαρχία: ~οι: στρατιώτες. ~ και ανυπότακτος λαός. ~οι και ανήσυχοι/άτακτοι μαθητές. ~α και κακομαθημένα παιδιά. Πβ. ανυπάκουος, ατίθασος.|| (κατ' επέκτ.) ~ος: χαρακτήρας. ~η: σκέψη (= άναρχη)/συμπεριφορά. ~ο: πνεύμα. ΣΥΝ. απειθάρχητος, απειθής ΑΝΤ. πειθαρχικός (2), υπάκουος | |
| 5280 | απειθαρχώ | [ἀπειθαρχῶ] α-πει-θαρ-χώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {απειθαρχ-είς ... | απειθάρχ-ησε}: επιδεικνύω απειθαρχία, ανυπακοή: ~ στις αποφάσεις/στις αρχές/στις εντολές (κάποιου)/στην εξουσία/στους νόμους. Τιμωρήθηκαν, γιατί τόλμησαν να ~ήσουν. Πβ. παρακούω. ΣΥΝ. απειθώ ΑΝΤ. πειθαρχώ (1), υπακούω [< αρχ. ἀπειθαρχῶ] | |
| 5281 | απείθεια | [ἀπείθεια] α-πεί-θει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): άρνηση συμμόρφωσης σε κανόνα ή διαταγή, ανυπακοή: ομαδική/πολιτική ~.|| (ΝΟΜ.) ~ στους νόμους. Το αδίκημα/η κατηγορία της ~ας. ~ και αντίσταση κατά της Αρχής. Διώκεται/καταδικάστηκε για ~. Πβ. απειθαρχία. ΑΝΤ. ευπείθεια [< αρχ. ἀπείθεια] | |
| 5282 | απειθής | , ής, ές [ἀπειθής] α-πει-θής επίθ. {απειθ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): απείθαρχος, ανυπάκουος. ΑΝΤ. ευπειθής [< αρχ. ἀπειθής] | |
| 5283 | απειθώ | [ἀπειθῶ] α-πει-θώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {-είς ... | απείθ-ησε} (λόγ.): απειθαρχώ. [< αρχ. ἀπειθῶ] | |
| 5284 | απείκασμα | [ἀπείκασμα] α-πεί-κα-σμα ουσ. (ουδ.) {απεικάσμ-ατος | -ατα} (λόγ.): αισθητό αντικείμενο που αποτελεί την αναπαράσταση, την απεικόνιση μιας νοητικής σύλληψης: φωτογραφικό ~. Κακέκτυπα ~ατα. Είδωλα/ομοιώματα και ~ατα. (στην πλατωνική θεωρία) Ο αισθητός κόσμος είναι ~ του κόσμου των ιδεών. [< αρχ. ἀπείκασμα ‘εικόνα, αντίγραφο’] | |
| 5285 | απεικονίζω | [ἀπεικονίζω] α-πει-κο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {απεικόνι-σε, -στηκε κ. -σθηκε, απεικονιζ-όμενος, -σμένος, απεικονίζ-οντας} 1. αποδίδω σε εικόνα τη μορφή μιας απτής ή αφηρημένης οντότητας μέσω της ζωγραφικής ή της σχεδίασης: Πίνακες που ~ουν (με ακρίβεια/σαφήνεια) θέματα από την καθημερινή ζωή. Στο διάγραμμα έχει ~στεί η πληθυσμιακή εξέλιξη της περιοχής. ~όμενη: μορφή. Σκηνές πειστικά/ρεαλιστικά ~σμένες.|| Η βλάβη ~εται στην ακτινογραφία. Πβ. (ανα)παριστάνω, εικονίζω, οπτικοποιώ. 2. (μτφ.) εκφράζω, δίνω παραστατικά κάτι: Ο συγγραφέας ~ει γλαφυρά τα έθιμα του τόπου. Πβ. αποτυπώνω, κατα-, περι-γράφω. [< μτγν. ἀπεικονίζω] | |
| 5286 | απεικόνιση | [ἀπεικόνιση] α-πει-κό-νι-ση ουσ. (θηλ.) 1. απόδοση σε εικόνα και (συνεκδ., συνήθ. στον πληθ.) η παράσταση που προκύπτει: γραφική/διαγραμματική/διαδραστική/δορυφορική/οπτική (: με οπτικές ίνες)/σχηματική/τρισδιάστατη/χαρτογραφική (βλ. χάρτης)/ψηφιακή ~.|| (ΜΑΘ.) Γεωμετρική/γραμμική/λογιστική/στατιστική ~.|| (ΙΑΤΡ.) Διαγνωστική/μοριακή ~ (βλ. ακτινογραφία, σπινθηρογράφημα, τομογραφία, υπερηχογράφημα).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δεδομένων/μνήμης. Οθόνη/συσκευή/σύστημα ~ης. Πβ. αναπαράσταση.|| Ζωγραφικές ~ίσεις λουλουδιών. ~ίσεις Αγίων (= αγιογραφίες). Βλ. πίνακας, σχέδιο. 2. (μτφ.) παραστατική περιγραφή, απόδοση: Έδωσε μια λεπτομερή/ρεαλιστική ~ της κατάστασης/της πραγματικότητας. 3. ΜΑΘ. αντιστοίχιση σε κάθε στοιχείο συνόλου Α ενός και μόνο ενός στοιχείου από σύνολο Β. [< γαλλ. imagerie] | |
| 5287 | απεικονιστικός | , ή, ό [ἀπεικονιστικός] α-πει-κο-νι-στι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που χρησιμοποιεί ακτινολογικές τεχνικές (ακτινοσκόπηση, αγγειογραφία, υπερηχοτομογραφία, αξονική τομογραφία) ως διαγνωστικό μέσο: ~ός: έλεγχος. ~ή: διαγνωστική/διερεύνηση. ~ό: σύστημα. ~ές: εξετάσεις/μέθοδοι/τεχνικές. ~ά: ευρήματα/μηχανήματα. Πβ. ακτινογραφικός. 2. (λόγ.) που σχετίζεται με την απεικόνιση: η ~ή ικανότητα του ζωγράφου. [< αγγλ. imaging, 1967] | |
| 5288 | απειλή | [ἀπειλή] α-πει-λή ουσ. (θηλ.) 1. κάθε εκφοβιστικό μέσο, συνήθ. λόγια, χειρονομίες ή/και πράξεις, με το οποίο δηλώνει κάποιος την πρόθεσή του να βλάψει άλλο πρόσωπο, συνήθ. σε περίπτωση μη ικανοποίησης του αιτήματός του: απροκάλυπτη ~. Άμεσες/ανώνυμες/γραπτές/έμμεσες/λεκτικές/προσωπικές/φραστικές ~ές. ~ για βόμβα. ~ές και προκλήσεις. Δέχομαι/υφίσταμαι ~ές κατά της ζωής μου. Εκτοξεύει ~ές. Δεν πρόκειται να πραγματοποιήσει τις ~ές του. Αψηφώ τις ~ές εις βάρος μου/εναντίον μου/κατά του προσώπου μου. Υποκύπτω στις ~ές (κάποιου). Δεν με φοβίζουν οι ~ές σου! Πβ. εκφοβισμός, φοβέρα.|| (ΝΟΜ.) ~ με στόχο τον εξαναγκασμό σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. 2. (κατ΄ επέκτ.) επικείμενη δυσάρεστη κατάσταση, κίνδυνος: αόρατη/διαρκής/επερχόμενη/θανάσιμη/παγκόσμια/περιβαλλοντική/τρομοκρατική ~. ~ κυρώσεων/λουκέτου (σε επιχειρήσεις)/μήνυσης/μποϊκοτάζ/προστίμου. Η ~ των μεταλλαγμένων/των ναρκωτικών/των πυρηνικών όπλων. Αιωρούμενη ~ πάνω από την πόλη. Το τσιγάρο ~ για την υγεία. Άρση της ~ής πολέμου. Διαδικτυακές ~ές (π.χ. ιοί, χάκερς). Προστασία από ~ές. Πρόβλημα που αποτελεί/συνιστά (πραγματική/σοβαρή) ~ για την ανθρωπότητα/τη δημοκρατία/την οικονομία/τον πλανήτη. ● ΣΥΜΠΛ.: ασύμμετρη απειλή: ΣΤΡΑΤ. που στοχεύει στην υπονόμευση της ισχύος των ανεπτυγμένων χωρών μέσω της χρήσης μη συμβατικών μέσων, όπως είναι η διεθνής τρομοκρατία, τα όπλα μαζικής καταστροφής, το διεθνές οργανωμένο έγκλημα, η λαθρομετανάστευση και οι διαδικτυακές επιθέσεις. [< αγγλ. asymmetric threat, 2001] ● ΦΡ.: με/κάτω από την απειλή & (λόγ.) υπό την απειλή 1. με τη χρήση μέσου που προκαλεί φόβο: ληστεία ~ ~ όπλου. 2. με το αίσθημα επικείμενου κινδύνου: ~ ~ απόλυσης/βίας/τιμωρίας (= υπό το φάσμα). Ζουν ~ ~ μιας νέας εισβολής (= με τον φόβο). [< γαλλ. sous la menace] [< αρχ. ἀπειλή, γαλλ. menace] | |
| 5289 | απειλητικός | , ή, ό [ἀπειλητικός] α-πει-λη-τι-κός επίθ.: που εκφράζει ή αποτελεί απειλή: ~ές: εκφράσεις/ενέργειες/κινήσεις/φωνές/χειρονομίες. ~ά: λόγια. Προσβλητικό και ~ό περιεχόμενο. Με ~ό βλέμμα/ύφος. Αποδέκτης ~ών επιστολών/μηνυμάτων/τηλεφωνημάτων. Πβ. εκφοβιστικός.|| (κατ' επέκτ.) ~ός: ιός. ~ή: παρουσία. ~οί: εχθροί/παράγοντες. ~ές: μορφές. Η επιδημία έχει αρχίσει και παίρνει/προσλαμβάνει ~ές διαστάσεις. Πβ. επικίνδυνος. ● επίρρ.: απειλητικά [< αρχ. ἀπειλητικός] | |
| 5290 | απειλούμενος | , η, ο [ἀπειλούμενος] α-πει-λού-με-νος επίθ.: που απειλείται: ~οι από την ανεργία/με θάνατο. Μειονοτικές και ~ες γλώσσες.|| (ΟΙΚΟΛ.) ~ο: οικοσύστημα. Προστατευόμενοι και ~οι βιότοποι. Βλ. επ~. ● ΣΥΜΠΛ.: απειλούμενα είδη {σπάν. στον εν.}: ζώα ή φυτά που κινδυνεύουν να εξαφανιστούν από εξωγενή αίτια: διάσωση/προστασία των (~ων) ~ών. Πβ. (είδος) υπό εξαφάνιση. | |
| 5291 | απειλώ | [ἀπειλῶ] α-πει-λώ ρ. (μτβ.) {απειλ-είς ... | απείλ-ησα, -ούμαι, -ήθηκα, -ούμενος, -ημένος, -ώντας} 1. εκφοβίζω με απειλές: Τον ~ησε με όπλο. Την ~ησαν ότι θα τη σκοτώσουν. ~είται με ανώνυμα γράμματα/τηλεφωνήματα. ~ήθηκε η ζωή μου/η σωματική μου ακεραιότητα. ~ώντας και βρίζοντας.|| (προφ.) Μας ~είς κιόλας; Πβ. φοβερίζω.|| ~εί με αποχώρηση/παραίτηση (: ότι θα/να παραιτηθεί). Τους ~ούν με εισβολή/επίθεση. ~ησαν με απεργίες/κινητοποιήσεις. 2. θέτω σε κίνδυνο: Η κρίση ~εί να καταστρέψει την οικονομία (: υπάρχει φόβος).|| ~είται (= υπονομεύεται) η δημοκρατία/η ελευθερία του λόγου. ~ούνται άμεσα/ευθέως/σοβαρά τα εργασιακά μας δικαιώματα/τα συμφέροντά μας. Η Γη ~είται από την άνοδο της θερμοκρασίας. Η εταιρεία ~είται (= κινδυνεύει) με κλείσιμο/λουκέτο. ~ούνται με διώξεις/κυρώσεις/μηνύσεις. Από τη φωτιά ~ήθηκαν κατοικημένες περιοχές.|| Προς στιγμή(ν) ~ήθηκαν (= υπήρξε κίνδυνος για) επεισόδια. ● ΦΡ.: απειλεί θεούς και δαίμονες: εκτοξεύει αδιακρίτως τρομερές απειλές, απειλεί τους πάντες: ~ούν ~, προκειμένου να πετύχουν τον σκοπό τους. Βλ. βρίζω, κινώ. [< αρχ. ἀπειλῶ] | |
| 5292 | απειρ- | βλ. απειρο- | |
| 5293 | απειράκις | [ἀπειράκις] α-πει-ρά-κις επίρρ. (αρχαιοπρ.-εμφατ.): πάρα πολλές, άπειρες φορές. Βλ. -άκις. [< αρχ. ἀπειράκις] | |
| 5294 | απειράριθμος | , η, ο [ἀπειράριθμος] α-πει-ρά-ριθ-μος επίθ. {συνήθ. στον πληθ.} (εμφατ.): άπειρος στον αριθμό, που είναι αδύνατον να μετρηθεί: ~ο: πλήθος. ~οι: μικροοργανισμοί/συνδυασμοί. ~ες: δυνατότητες (= τεράστιες)/εφαρμογές/πληροφορίες. ΣΥΝ. αμέτρητος, αναρίθμητος [< μεσν. απειράριθμος] | |
| 5295 | απείραχτος | , η, ο [ἀπείραχτος] α-πεί-ρα-χτος επίθ. & (σπάν.) απείρακτος (προφ.) 1. ακέραιος, άθικτος, αβλαβής: συσκευή ~η (= άφθαρτη, αχρησιμοποίητη) και σε άψογη κατάσταση. Άφησε ~ο (= ανέγγιχτο) το φαγητό του. Τα κοσμήματα/χρήματα βρέθηκαν ~α (: μετά από διάρρηξη). Ο τάφος είχε μείνει ~ (: δεν είχε λεηλατηθεί/συληθεί).|| (μτφ.) Ομορφιά ~η από τον χρόνο (πβ. αλώβητη). Νησί ~ο από τον πολιτισμό. ΣΥΝ. ανέπαφος 2. που δεν έχει υποστεί βελτιωτικές μετατροπές ή επεξεργασία, ώστε να αλλοιωθεί: ~ο: αυτοκίνητο.|| ~ες: δημοσκοπήσεις/φωτογραφίες. ΑΝΤ. πειραγμένος (1) [< μεσν. απείραχτος] | |
| 5296 | απειρία1 | [ἀπειρία] α-πει-ρί-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη εμπειρίας, πείρας: διοικητική/διπλωματική/πολιτική ~. Η ~ της νεότητας. ~ στη διαχείριση της κατάστασης/στην οδήγηση. Ατύχημα που προκλήθηκε από ~/λόγω ~ας. Πβ. άγνοια. ΣΥΝ. αδαημοσύνη [< αρχ. ἀπειρία] | |
| 5297 | απειρία2 | [ἀπειρία] α-πει-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. έλλειψη ορίων, τέλους: ~ του Σύμπαντος. Πβ. απειρότητα. Βλ. απεραντοσύνη. 2. (κατ' επέκτ.) μεγάλο πλήθος: ~ λύσεων/περιπτώσεων/σημείων. [< αρχ. ἀπειρία] | |
| 5298 | άπειρο | [ἄπειρο] ά-πει-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) απείρου}: χώρος ή χρόνος που δεν έχει τέλος και, επομένως, δεν επιδέχεται μεταβολή στις διαστάσεις του· απεραντοσύνη, χάος: το ~ του Διαστήματος/ουρανού. Ταξίδι στο ~.|| (ΜΑΘ., για μέγεθος, ποσό:) Από το μηδέν ως το ~. Τιμές που τείνουν στο (συν/πλην) ~.|| (ΦΙΛΟΣ.) Η έννοια του απείρου. Το ~ ως αρχή του κόσμου. Βλ. κενό, σύμπαν. ● ΦΡ.: επ' άπειρον (λόγ.): συνεχώς, αδιάκοπα: Αν δεν αποφασίσουμε τώρα, θα συζητάμε ~ ~. ΣΥΝ. για πάντα, στους αιώνες των αιώνων/στον αιώνα τον άπαντα (1) [< γαλλ. à l΄ infini, λατ. ad infinitum] [< αρχ. ἄπειρος, γαλλ. infini] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ