Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [6220-6240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5292απειρ-βλ. απειρο-
5293απειράκις[ἀπειράκις] α-πει-ρά-κις επίρρ. (αρχαιοπρ.-εμφατ.): πάρα πολλές, άπειρες φορές. Βλ. -άκις. [< αρχ. ἀπειράκις]
5294απειράριθμος, η, ο [ἀπειράριθμος] α-πει-ρά-ριθ-μος επίθ. {συνήθ. στον πληθ.} (εμφατ.): άπειρος στον αριθμό, που είναι αδύνατον να μετρηθεί: ~ο: πλήθος. ~οι: μικροοργανισμοί/συνδυασμοί. ~ες: δυνατότητες (= τεράστιες)/εφαρμογές/πληροφορίες. ΣΥΝ. αμέτρητος, αναρίθμητος [< μεσν. απειράριθμος]
5295απείραχτος, η, ο [ἀπείραχτος] α-πεί-ρα-χτος επίθ. & (σπάν.) απείρακτος (προφ.) 1. ακέραιος, άθικτος, αβλαβής: συσκευή ~η (= άφθαρτη, αχρησιμοποίητη) και σε άψογη κατάσταση. Άφησε ~ο (= ανέγγιχτο) το φαγητό του. Τα κοσμήματα/χρήματα βρέθηκαν ~α (: μετά από διάρρηξη). Ο τάφος είχε μείνει ~ (: δεν είχε λεηλατηθεί/συληθεί).|| (μτφ.) Ομορφιά ~η από τον χρόνο (πβ. αλώβητη). Νησί ~ο από τον πολιτισμό. ΣΥΝ. ανέπαφος 2. που δεν έχει υποστεί βελτιωτικές μετατροπές ή επεξεργασία, ώστε να αλλοιωθεί: ~ο: αυτοκίνητο.|| ~ες: δημοσκοπήσεις/φωτογραφίες. ΑΝΤ. πειραγμένος (1) [< μεσν. απείραχτος]
5296απειρία1[ἀπειρία] α-πει-ρί-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη εμπειρίας, πείρας: διοικητική/διπλωματική/πολιτική ~. Η ~ της νεότητας. ~ στη διαχείριση της κατάστασης/στην οδήγηση. Ατύχημα που προκλήθηκε από ~/λόγω ~ας. Πβ. άγνοια. ΣΥΝ. αδαημοσύνη [< αρχ. ἀπειρία]
5297απειρία2[ἀπειρία] α-πει-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. έλλειψη ορίων, τέλους: ~ του Σύμπαντος. Πβ. απειρότητα. Βλ. απεραντοσύνη. 2. (κατ' επέκτ.) μεγάλο πλήθος: ~ λύσεων/περιπτώσεων/σημείων. [< αρχ. ἀπειρία]
5298άπειρο[ἄπειρο] ά-πει-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) απείρου}: χώρος ή χρόνος που δεν έχει τέλος και, επομένως, δεν επιδέχεται μεταβολή στις διαστάσεις του· απεραντοσύνη, χάος: το ~ του Διαστήματος/ουρανού. Ταξίδι στο ~.|| (ΜΑΘ., για μέγεθος, ποσό:) Από το μηδέν ως το ~. Τιμές που τείνουν στο (συν/πλην) ~.|| (ΦΙΛΟΣ.) Η έννοια του απείρου. Το ~ ως αρχή του κόσμου. Βλ. κενό, σύμπαν. ● ΦΡ.: επ' άπειρον (λόγ.): συνεχώς, αδιάκοπα: Αν δεν αποφασίσουμε τώρα, θα συζητάμε ~ ~. ΣΥΝ. για πάντα, στους αιώνες των αιώνων/στον αιώνα τον άπαντα (1) [< γαλλ. à l΄ infini, λατ. ad infinitum] [< αρχ. ἄπειρος, γαλλ. infini]
5299απειρο- & απειρό-: α' συνθετικό επιθέτων που δηλώνει έλλειψη πείρας: απειρο-πόλεμος.
5300απειρο- & απειρό- & απειρ-(εμφατ.): α' συνθετικό επιθέτων που δηλώνει αμέτρητο αριθμό: απειρ-άριθμος.|| (επιτατ.) Απειρο-ελάχιστος.
5301απειροελάχιστος, η, ο [ἀπειροελάχιστος] α-πει-ρο-ε-λά-χι-στος επίθ.: πάρα πολύ λίγος, μικρός σε μέγεθος ή ποσότητα και κατ' επέκτ. ασήμαντος: ~ος: χρόνος. ~η: διάρκεια/μάζα/μεταβολή/ποσότητα. ~ο: διάστημα/κλάσμα/σωματίδιο (= μικροσκοπικό). Σε ~ο βαθμό.|| ~η: πιθανότητα. ~ες: ελπίδες. Ζητήματα ~ης σημασίας. ● επίρρ.: απειροελάχιστα ● ΦΡ.: στο απειροελάχιστο: σε πολύ μικρό βαθμό: Θα μπορούσες να βοηθήσεις έστω και ~ ~. Δεν αποδίδει ούτε ~ ~ την πραγματικότητα. Ο κίνδυνος μειώθηκε/περιορίστηκε ~ ~. Πβ. στο ελάχιστο. [< γαλλ. infiniment petit, infinitésimal]
58738απειρόκαλος, η, ο [ἀπειρόκαλος] α-πει-ρό-κα-λος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν έχει πείρα του καλού, ακαλαίσθητος. Βλ. απείρου κάλλους. [< αρχ. ἀπειρόκαλος ‘άξεστος, αγροίκος’]
5302απειροπόλεμος, η, ο [ἀπειροπόλεμος] α-πει-ρο-πό-λε-μος επίθ. (λόγ.): που δεν έχει πείρα πολέμου: ~ο: στράτευμα. Άοπλος και ~ λαός. ~α και αμούστακα παιδιά.|| (μτφ.-μειωτ.) ~α: στελέχη. ΣΥΝ. απόλεμος ΑΝΤ. εμπειροπόλεμος [< μτγν. ἀπειροπόλεμος]
5303άπειρος1, η, ο [ἄπειρος] ά-πει-ρος επίθ. 1. που δεν έχει τέλος: ~ος: χρόνος/χώρος. ~η: ακολουθία (ψηφίων)/ποσότητα/πυκνότητα/ταχύτητα/τιμή. ~ο: κενό/μήκος.|| (ΘΕΟΛ.) Ο ~ Θεός.|| (ΜΑΘ.) ~ο: σύνολο (= απειροσύνολο). ~οι: αριθμοί.|| (μτφ.) ~η: αγάπη/δουλειά/καλοσύνη/υπομονή/χαρά. Πβ. απέραντος, απεριόριστος. ΑΝΤ. πεπερασμένος 2. {συνήθ. στον πληθ.} (κυρ. επιτατ.) που δεν μπορεί να μετρηθεί, να υπολογιστεί, αναρίθμητος: ~ος: κόσμος. ~ο: πλήθος (= αμέτρητο). ~οι: συνδυασμοί/τρόποι. ~ες: δυνατότητες/ευκαιρίες/εφαρμογές/λύσεις/περιπτώσεις/(ΜΑΘ.) σειρές. ~α: λάθη/παραδείγματα/προβλήματα/(ΜΑΘ.) σημεία. Υπάρχουν ~οι λόγοι, για να το ξανασκεφτείς. Η περιοχή έκρυβε ~ους κινδύνους για τους ταξιδιώτες. Περνούν ~ες ώρες μαζί. Έχουν κάνει τη διαδρομή αυτή ~ες (= πάρα πολλές) φορές. Πβ. αμέτρητος, ανυπολόγιστος, απεριόριστος. ● επίρρ.: απείρως {+ συγκρ. επιθ.}: πολύ, ασύγκριτα περισσότερο: ~ ανώτερος/καλύτερος/μεγαλύτερος. ● ΦΡ.: απείρου κάλλους βλ. κάλλος [< αρχ. ἄπειρος]
5304άπειρος2, η, ο [ἄπειρος] ά-πει-ρος επίθ.: που δεν έχει πείρα: ~ος: γιατρός/νέος (πβ. άβγαλτος)/οδηγός/τεχνίτης. ~ με τις γυναίκες. ~οι στη δουλειά/σε θέματα οικονομικής διαχείρισης. Εύκολος χειρισμός ακόμα και για τον πιο ~ο χρήστη. Πβ. άμαθος, πρωτόπειρος. ΑΝΤ. έμπειρος, πεπειραμένος [< αρχ. ἄπειρος]
5305απειροστικός, ή, ό [ἀπειροστικός] α-πει-ρο-στι-κός επίθ.: ΜΑΘ. που σχετίζεται με απειροελάχιστες ποσότητες: ~ή: ανάλυση. ~ές: μεταβολές/τιμές. ● ΣΥΜΠΛ.: απειροστικός λογισμός: κλάδος που περιλαμβάνει τον διαφορικό λογισμό, τον ολοκληρωτικό λογισμό και τις διαφορικές εξισώσεις: εφαρμοσμένος ~ ~. [< γαλλ. infinitésimal]
5306απειροστός, ή, ό [ἀπειροστός] α-πει-ρο-στός επίθ. 1. (απαιτ. λεξιλόγ.) που συμβαίνει πάρα πολύ συχνά: Άργησε για ~ή φορά (= πολλοστή). 2. ΦΥΣ.-ΜΑΘ. μικροσκοπικός, ελάχιστος: ~ή: απόσταση/μεταβολή/ποσότητα. ~ά: στοιχεία. ● Ουσ.: απειροστό (το): ΜΑΘ. μεταβλητή ποσότητα που τείνει προς το μηδέν, αλλά δεν μηδενίζεται. [< 2: γαλλ. infinitésimal]
5307απειροσύνολο[ἀπειροσύνολο] α-πει-ρο-σύ-νο-λο ουσ. (ουδ.): ΜΑΘ. κάθε σύνολο με άπειρο πλήθος στοιχείων.
5308απειρότητα[ἀπειρότητα] α-πει-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): το χαρακτηριστικό γνώρισμα του απείρου: χρονική/χωρική ~. Η ~ του Σύμπαντος. Βλ. -ότητα. [< μεσν. απειρότης]
5309απείχαβλ. απέχω
5311απέκδυση[ἀπέκδυση] α-πέκ-δυ-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. άρνηση ανάληψης ή αποδοχής κυρ. ευθυνών: (πλήρης) ~ υποχρεώσεων. ΣΥΝ. αποποίηση 2. (μτφ.) απαλλαγή από κάτι αρνητικό: λιτότητα και ~ από καθετί περιττό. ~ του ατόμου από τις προκαταλήψεις του. Βλ. ξεγύμνωμα. [< πβ. μτγν. ἀπέκδυσις ‘ξεντύσιμο’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.