Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [6220-6240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5299απειρο- & απειρό-: α' συνθετικό επιθέτων που δηλώνει έλλειψη πείρας: απειρο-πόλεμος.
5300απειρο- & απειρό- & απειρ-(εμφατ.): α' συνθετικό επιθέτων που δηλώνει αμέτρητο αριθμό: απειρ-άριθμος.|| (επιτατ.) Απειρο-ελάχιστος.
5301απειροελάχιστος, η, ο [ἀπειροελάχιστος] α-πει-ρο-ε-λά-χι-στος επίθ.: πάρα πολύ λίγος, μικρός σε μέγεθος ή ποσότητα και κατ' επέκτ. ασήμαντος: ~ος: χρόνος. ~η: διάρκεια/μάζα/μεταβολή/ποσότητα. ~ο: διάστημα/κλάσμα/σωματίδιο (= μικροσκοπικό). Σε ~ο βαθμό.|| ~η: πιθανότητα. ~ες: ελπίδες. Ζητήματα ~ης σημασίας. ● επίρρ.: απειροελάχιστα ● ΦΡ.: στο απειροελάχιστο: σε πολύ μικρό βαθμό: Θα μπορούσες να βοηθήσεις έστω και ~ ~. Δεν αποδίδει ούτε ~ ~ την πραγματικότητα. Ο κίνδυνος μειώθηκε/περιορίστηκε ~ ~. Πβ. στο ελάχιστο. [< γαλλ. infiniment petit, infinitésimal]
58738απειρόκαλος, η, ο [ἀπειρόκαλος] α-πει-ρό-κα-λος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που δεν έχει πείρα του καλού, ακαλαίσθητος. Βλ. απείρου κάλλους. [< αρχ. ἀπειρόκαλος ‘άξεστος, αγροίκος’]
5302απειροπόλεμος, η, ο [ἀπειροπόλεμος] α-πει-ρο-πό-λε-μος επίθ. (λόγ.): που δεν έχει πείρα πολέμου: ~ο: στράτευμα. Άοπλος και ~ λαός. ~α και αμούστακα παιδιά.|| (μτφ.-μειωτ.) ~α: στελέχη. ΣΥΝ. απόλεμος ΑΝΤ. εμπειροπόλεμος [< μτγν. ἀπειροπόλεμος]
5303άπειρος1, η, ο [ἄπειρος] ά-πει-ρος επίθ. 1. που δεν έχει τέλος: ~ος: χρόνος/χώρος. ~η: ακολουθία (ψηφίων)/ποσότητα/πυκνότητα/ταχύτητα/τιμή. ~ο: κενό/μήκος.|| (ΘΕΟΛ.) Ο ~ Θεός.|| (ΜΑΘ.) ~ο: σύνολο (= απειροσύνολο). ~οι: αριθμοί.|| (μτφ.) ~η: αγάπη/δουλειά/καλοσύνη/υπομονή/χαρά. Πβ. απέραντος, απεριόριστος. ΑΝΤ. πεπερασμένος 2. {συνήθ. στον πληθ.} (κυρ. επιτατ.) που δεν μπορεί να μετρηθεί, να υπολογιστεί, αναρίθμητος: ~ος: κόσμος. ~ο: πλήθος (= αμέτρητο). ~οι: συνδυασμοί/τρόποι. ~ες: δυνατότητες/ευκαιρίες/εφαρμογές/λύσεις/περιπτώσεις/(ΜΑΘ.) σειρές. ~α: λάθη/παραδείγματα/προβλήματα/(ΜΑΘ.) σημεία. Υπάρχουν ~οι λόγοι, για να το ξανασκεφτείς. Η περιοχή έκρυβε ~ους κινδύνους για τους ταξιδιώτες. Περνούν ~ες ώρες μαζί. Έχουν κάνει τη διαδρομή αυτή ~ες (= πάρα πολλές) φορές. Πβ. αμέτρητος, ανυπολόγιστος, απεριόριστος. ● επίρρ.: απείρως {+ συγκρ. επιθ.}: πολύ, ασύγκριτα περισσότερο: ~ ανώτερος/καλύτερος/μεγαλύτερος. ● ΦΡ.: απείρου κάλλους βλ. κάλλος [< αρχ. ἄπειρος]
5304άπειρος2, η, ο [ἄπειρος] ά-πει-ρος επίθ.: που δεν έχει πείρα: ~ος: γιατρός/νέος (πβ. άβγαλτος)/οδηγός/τεχνίτης. ~ με τις γυναίκες. ~οι στη δουλειά/σε θέματα οικονομικής διαχείρισης. Εύκολος χειρισμός ακόμα και για τον πιο ~ο χρήστη. Πβ. άμαθος, πρωτόπειρος. ΑΝΤ. έμπειρος, πεπειραμένος [< αρχ. ἄπειρος]
5305απειροστικός, ή, ό [ἀπειροστικός] α-πει-ρο-στι-κός επίθ.: ΜΑΘ. που σχετίζεται με απειροελάχιστες ποσότητες: ~ή: ανάλυση. ~ές: μεταβολές/τιμές. ● ΣΥΜΠΛ.: απειροστικός λογισμός: κλάδος που περιλαμβάνει τον διαφορικό λογισμό, τον ολοκληρωτικό λογισμό και τις διαφορικές εξισώσεις: εφαρμοσμένος ~ ~. [< γαλλ. infinitésimal]
5306απειροστός, ή, ό [ἀπειροστός] α-πει-ρο-στός επίθ. 1. (απαιτ. λεξιλόγ.) που συμβαίνει πάρα πολύ συχνά: Άργησε για ~ή φορά (= πολλοστή). 2. ΦΥΣ.-ΜΑΘ. μικροσκοπικός, ελάχιστος: ~ή: απόσταση/μεταβολή/ποσότητα. ~ά: στοιχεία. ● Ουσ.: απειροστό (το): ΜΑΘ. μεταβλητή ποσότητα που τείνει προς το μηδέν, αλλά δεν μηδενίζεται. [< 2: γαλλ. infinitésimal]
5307απειροσύνολο[ἀπειροσύνολο] α-πει-ρο-σύ-νο-λο ουσ. (ουδ.): ΜΑΘ. κάθε σύνολο με άπειρο πλήθος στοιχείων.
5308απειρότητα[ἀπειρότητα] α-πει-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): το χαρακτηριστικό γνώρισμα του απείρου: χρονική/χωρική ~. Η ~ του Σύμπαντος. Βλ. -ότητα. [< μεσν. απειρότης]
5309απείχαβλ. απέχω
5311απέκδυση[ἀπέκδυση] α-πέκ-δυ-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. άρνηση ανάληψης ή αποδοχής κυρ. ευθυνών: (πλήρης) ~ υποχρεώσεων. ΣΥΝ. αποποίηση 2. (μτφ.) απαλλαγή από κάτι αρνητικό: λιτότητα και ~ από καθετί περιττό. ~ του ατόμου από τις προκαταλήψεις του. Βλ. ξεγύμνωμα. [< πβ. μτγν. ἀπέκδυσις ‘ξεντύσιμο’]
5312απεκείβλ. αποκεί
5313απέκκριμα[ἀπέκκριμα] α-πέκ-κρι-μα ουσ. (ουδ.): ΦΥΣΙΟΛ. στερεό ή υγρό στοιχείο που αποβάλλεται διά της φυσικής οδού από το σώμα ανθρώπου ή ζώου: παχύρρευστο/ρινικό ~. Βλ. ιδρώτας, μύξα, περιττώματα. [< γαλλ. excrément]
5314απεκκρίνει[ἀπεκκρίνει] α-πεκ-κρί-νει ρ. (μτβ.) {απεκκρί-θηκε, κυρ. στον ενεστ.}: ΦΥΣΙΟΛ. (για οργανισμό) αποβάλλει ως απέκκριση. [< μτγν. ἀπεκκρίνω, γαλλ. excréter]
5315απέκκριση[ἀπέκκριση] α-πέκ-κρι-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣΙΟΛ. φυσική λειτουργία κατά την οποία αποβάλλονται από τον οργανισμό, μέσω συγκεκριμένων οργάνων (πνεύμονες, νεφρά, δέρμα, συκώτι, παχύ έντερο), άχρηστες ή επιβλαβείς, στερεές ή υγρές ουσίες, προϊόντα του μεταβολισμού ή άλλων εξωγενών παραγόντων (π.χ. φάρμακα): αυξημένη/μειωμένη ~. Ημερήσια/φυσιολογική ~. ~ διά των κοπράνων/ούρων. ~ίσεις ανθρώπων/ζώων. [< μεσν. απέκκρισις, γαλλ. excrétion]
5316απεκκριτικός, ή, ό [ἀπεκκριτικός] α-πεκ-κρι-τι-κός επίθ.: ΦΥΣΙΟΛ. που απεκκρίνει, που σχετίζεται με την απέκκριση: ~ός: αδένας/πόρος. ~ή: ανεπάρκεια/λειτουργία (του εντέρου/του ήπατος). ~ό: στόμιο. [< γαλλ. excrétoire, excréteur]
5317απέλαση[ἀπέλαση] α-πέ-λα-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. υποχρεωτική απομάκρυνση από μία χώρα αλλοδαπού, του οποίου η παρουσία κρίνεται παράνομη ή επικίνδυνη για τη δημόσια ασφάλεια: δικαστική/διοικητική ~. ~ δημοσιογράφων/διπλωματών/πρακτόρων/προσφύγων. Πιστοποιητικό μη ~ης. Κρατούμενος υπό ~. Μαζικές ~άσεις μεταναστών. Βλ. εκτόπιση, εξορία. [< μτγν. ἀπέλασις, γαλλ. expulsion, déportation]
5318απελάτης[ἀπελάτης] α-πε-λά-της ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. άτακτος πολεμιστής, φύλακας των συνόρων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Βλ. ακρίτας, σαρακηνός. [< μτγν. ἀπελάτης]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.