| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5959 | απεκδύω | [ἀποποίηση] α-πο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): άρνηση αποδοχής: ~ ευθυνών.|| (ΝΟΜ.) ~ δικαιωμάτων/κληρονομιάς. Δήλωση ~ης (ευθύνης). Πβ. απόρριψη. Βλ. -ποίηση. ΣΥΝ. απέκδυση (1) [< μτγν. ἀποποίησις ‘αποκήρυξη’, γαλλ. renonciation] | |
| 5312 | απεκεί | βλ. αποκεί | |
| 5313 | απέκκριμα | [ἀπέκκριμα] α-πέκ-κρι-μα ουσ. (ουδ.): ΦΥΣΙΟΛ. στερεό ή υγρό στοιχείο που αποβάλλεται διά της φυσικής οδού από το σώμα ανθρώπου ή ζώου: παχύρρευστο/ρινικό ~. Βλ. ιδρώτας, μύξα, περιττώματα. [< γαλλ. excrément] | |
| 5314 | απεκκρίνει | [ἀπεκκρίνει] α-πεκ-κρί-νει ρ. (μτβ.) {απεκκρί-θηκε, κυρ. στον ενεστ.}: ΦΥΣΙΟΛ. (για οργανισμό) αποβάλλει ως απέκκριση. [< μτγν. ἀπεκκρίνω, γαλλ. excréter] | |
| 5315 | απέκκριση | [ἀπέκκριση] α-πέκ-κρι-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣΙΟΛ. φυσική λειτουργία κατά την οποία αποβάλλονται από τον οργανισμό, μέσω συγκεκριμένων οργάνων (πνεύμονες, νεφρά, δέρμα, συκώτι, παχύ έντερο), άχρηστες ή επιβλαβείς, στερεές ή υγρές ουσίες, προϊόντα του μεταβολισμού ή άλλων εξωγενών παραγόντων (π.χ. φάρμακα): αυξημένη/μειωμένη ~. Ημερήσια/φυσιολογική ~. ~ διά των κοπράνων/ούρων. ~ίσεις ανθρώπων/ζώων. [< μεσν. απέκκρισις, γαλλ. excrétion] | |
| 5316 | απεκκριτικός | , ή, ό [ἀπεκκριτικός] α-πεκ-κρι-τι-κός επίθ.: ΦΥΣΙΟΛ. που απεκκρίνει, που σχετίζεται με την απέκκριση: ~ός: αδένας/πόρος. ~ή: ανεπάρκεια/λειτουργία (του εντέρου/του ήπατος). ~ό: στόμιο. [< γαλλ. excrétoire, excréteur] | |
| 5317 | απέλαση | [ἀπέλαση] α-πέ-λα-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. υποχρεωτική απομάκρυνση από μία χώρα αλλοδαπού, του οποίου η παρουσία κρίνεται παράνομη ή επικίνδυνη για τη δημόσια ασφάλεια: δικαστική/διοικητική ~. ~ δημοσιογράφων/διπλωματών/πρακτόρων/προσφύγων. Πιστοποιητικό μη ~ης. Κρατούμενος υπό ~. Μαζικές ~άσεις μεταναστών. Βλ. εκτόπιση, εξορία. [< μτγν. ἀπέλασις, γαλλ. expulsion, déportation] | |
| 5318 | απελάτης | [ἀπελάτης] α-πε-λά-της ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. άτακτος πολεμιστής, φύλακας των συνόρων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Βλ. ακρίτας, σαρακηνός. [< μτγν. ἀπελάτης] | |
| 5319 | απελαύνω | [ἀπελαύνω] α-πε-λαύ-νω ρ. (μτβ.) {απέλα-σε, -θηκε, απελα-θείς}: ΝΟΜ. απομακρύνω αλλοδαπό υπήκοο από την εθνική επικράτεια: Το κράτος ~ασε τους παράνομους μετανάστες. Τον ~ασαν ως κατάσκοπο/τρομοκράτη. ~θηκε ανταποκριτής ξένου τύπου/απεσταλμένος του ΟΗΕ. ~θέντες πρόσφυγες. Βλ. εκδιώκω, εκτοπίζω, εξορίζω. [< αρχ. ἀπελαύνω, γαλλ. expulser, déporter] | |
| 5320 | απελέκητος | , η, ο [ἀπελέκητος] α-πε-λέ-κη-τος επίθ. (λαϊκό) 1. (μτφ.-συχνά μειωτ.) ακαλλιέργητος: (για πρόσ.) Άξεστος και ~. Είναι/έμεινε κούτσουρο ~ο. Πβ. αγράμματος.|| ~η: γλώσσα (= ανεπιτήδευτη)/γραφή (= αδούλευτη). 2. (κυριολ.) που δεν έχει πελεκηθεί, λαξευτεί, ακατέργαστος: ~ος: βράχος. ● ΦΡ.: άνθρωπος αγράμματος, ξύλο απελέκητο (παροιμ.): για να δηλωθεί πόσο άσχημο πράγμα είναι η αγραμματοσύνη. [< 2: μτγν. ἀπελέκητος] | |
| 5321 | απελευθερωμένος | , η, ο [ἀπελευθερωμένος] α-πε-λευ-θε-ρω-μέ-νος επίθ. 1. που έχει απαλλαγεί από αναχρονιστικές απόψεις, που δεν έχει προκαταλήψεις ή ταμπού, χειραφετημένος: ~η: γυναίκα/κοινωνία. ~ο: άτομο. 2. που δεν υπόκειται σε περιορισμούς, δεσμεύσεις: ~ από τα κοινωνικά πρότυπα. ~ από ανασφάλεια/φόβους.|| (ΟΙΚΟΝ., που είναι ανεξάρτητος από κρατικές παρεμβάσεις:) ~η: αγορά. ~ο: ωράριο. Πβ. ελεύθερος. [< μτγν. ἀπηλευθερωμένος, γαλλ. libéré] | |
| 5322 | απελευθερώνω | [ἀπελευθερώνω] α-πε-λευ-θε-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {απελευθέρω-σα, απελευθερώ-θηκα, -μένος, απελευθερών-οντας} 1. δίνω σε κάποιον την ελευθερία του, ελευθερώνω: ~ τους αιχμαλώτους/κρατούμενους/ομήρους/φυλακισμένους (= αποφυλακίζω). ~ τα εδάφη/τους λαούς. Τον ~σε από τα δεσμά/τη δουλεία/τη σκλαβιά. ~σε τη χώρα από τον ξένο ζυγό. Η πατρίδα/η πόλη ~θηκε. 2. (μτφ.) αποδεσμεύω, απαλλάσσω από περιορισμούς: Ένα έργο τέχνης ~ει τις δημιουργικές δυνάμεις/τα ένστικτα/τη σκέψη/το συναίσθημα/τη φαντασία (κάποιου). ~ομαι από το άγχος/τις εξαρτήσεις (πβ. απεξαρτώμαι)/δεισιδαιμονίες/εμμονές/τα πάθη/προκαταλήψεις/τις τύψεις (πβ. ανεξαρτητοποιούμαι, απεγκλωβίζομαι, χειραφετούμαι). ~εται η ψυχή και το σώμα (ΑΝΤ. καταπιέζεται).|| ~εται χώρος (: δημιουργείται, εξοικονομείται). ● απελευθερώνει (επιστ.): εκλύει: Το βιοκαύσιμο δεν ~ επιπλέον διοξείδιο του άνθρακα, όταν καίγεται. Από τις εξατμίσεις των αυτοκινήτων ~ονται τοξικά αέρια. Πβ. εκπέμπω.|| Συσκευή που ~ άρωμα/ενέργεια/θερμότητα.|| Χημικές ουσίες που ~ονται (: κυκλοφορούν) στο αίμα. ● Παθ.: απελευθερώνεται: ΟΙΚΟΝ. απαλλάσσεται από κρατικές παρεμβάσεις και περιορισμούς, επιτρέπονται ελεύθερες οικονομικές συναλλαγές: ~ το εµπόριο/το ωράριο. ~ονται τα ενοίκια/οι τηλεπικοινωνίες/οι τιμές. [< αρχ. ἀπελευθερῶ, γαλλ. libérer] | |
| 5323 | απελευθέρωση | [ἀπελευθέρωση] α-πε-λευ-θέ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. απόδοση ή απόκτηση της ελευθερίας: άμεση/εθνική/πολιτική ~. ~ των εδαφών/των κρατουμένων/των ομήρων (πβ. ελευθέρωση). ~ από τη φυλακή (= αποφυλάκιση). ~ του λαού μιας χώρας από τυραννικό καθεστώς. ~ της πόλης από τον δυνάστη/τον κατακτητή (πβ. λύτρωση). Πβ. λευτέρωμα. ΑΝΤ. υποδούλωση 2. (μτφ.) απαλλαγή από περιορισμούς ή καταναγκασμούς: κοινωνική/σεξουαλική ~. ~ του πνεύματος/του σώματος/της ψυχής. ~ των γυναικών (= ανεξαρτητοποίηση, χειραφέτηση)/της δημιουργικότητας/της έκφρασης/της εργασίας. ~ στις σχέσεις. ~ από την άγνοια/τα δεσμά/ενοχές/εξαρτήσεις (= απεξάρτηση)/κάθε μορφή εκμετάλλευσης/την καταπίεση/τις προλήψεις/τον φόβο. Η ~ (= αποδέσμευση) του ποιητικού λόγου από τον έμμετρο στίχο.|| Αποσυμφόρηση του κέντρου και ~ των δρόμων. ΑΝΤ. αποκλεισμός, κλείσιμο. 3. ΟΙΚΟΝ. διεξαγωγή εμπορικών συναλλαγών χωρίς κρατικές παρεμβάσεις: ~ των διδάκτρων/των ενοικίων/του νομίσματος/του παγκόσμιου εμπορίου/των τηλεπικοινωνιών/των τιμών/του τραπεζικού συστήματος/του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων. Πβ. (φιλ)ελευθεροποίηση. 4. (επιστ.) έκλυση: ~ αερίων/ενέργειας/ηλεκτρονίων/νετρονίων/ορμονών. ~ ενδορφινών στον εγκέφαλο. ~ γενετικά τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον. Πρωτεΐνες βραδείας ~ης. Πβ. εκπομπή. 5. ΙΣΤ. (με κεφαλ. Α) (στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο) εκδίωξη των γερμανικών στρατευμάτων από τις κατεχόμενες περιοχές. ● ΣΥΜΠΛ.: απελευθέρωση της αγοράς/των αγορών & (φιλ)ελευθεροποίηση της αγοράς/των αγορών: ΟΙΚΟΝ. αποδέσμευση της αγοράς από κρατικές επεμβάσεις και δεσμεύσεις και δημιουργία προϋποθέσεων για την απρόσκοπτη λειτουργία των δυνάμεων της προσφοράς και ζήτησης. Βλ. ιδιωτικοποίηση. [< αγγλ. market liberalization] [< 1: αρχ. ἀπελευθέρωσις 2-4: γαλλ. libération] | |
| 5324 | απελευθερωτής | [ἀπελευθερωτής] α-πε-λευ-θε-ρω-τής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. απελευθερώτρια}: πρόσωπο που απελευθερώνει κάποιον ή κάτι, ελευθερωτής: εθνικός ~. ~ του λαού/των ομήρων. Τους υποδέχθηκαν ως ~ές (της χώρας από τους κατακτητές).|| (ως επίθ.) ~ στρατός (= απελευθερωτικός). ~τριες: δυνάμεις. ΑΝΤ. καταπιεστής [< γαλλ. libérateur] | |
| 5325 | απελευθερωτικός | , ή, ό [ἀπελευθερωτικός] α-πε-λευ-θε-ρω-τι-κός επίθ.: που συντελεί, στοχεύει στην απελευθέρωση: ~ός: αγώνας/πόλεμος/στρατός. ~ή: δύναμη/επανάσταση/οργάνωση. ~ό: κίνημα/μέτωπο.|| (μτφ.) ~ός: λόγος. ~ή: εμπειρία. Πβ. λυτρωτικός. [< μτγν. ἀπελευθερωτικός, γαλλ. libérateur] | |
| 5326 | απέλθει | βλ. απέρχομαι | |
| 19733 | απελθούσα | [ἡγεσία] η-γε-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. πρόσωπο ή κυρ. σύνολο προσώπων που είναι επικεφαλής σε κάποιον τομέα ή χώρο δράσης: η ανώτατη/εκπαιδευτική/θρησκευτική/κρατική/πολιτειακή/πολιτική/στρατιωτική ~ μιας χώρας. Ευρωπαϊκή ~. Η απελθούσα/εκλεγείσα/επίσημη ~. Η συνδικαλιστική ~ των πανεπιστημιακών. Αλλαγές στην ~ των Σωμάτων Ασφαλείας. Υποστηρίζεται από την ~ της επιχείρησης. Οι πολιτικές ~ες των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πβ. κεφαλή, κορυφή. 2. άσκηση εξουσίας, αρχηγία: Είναι υποψήφιος για την ~ του κόμματος. Ασκεί/έχει την ~. Υπό την ~ της ... Τον διαδέχτηκε στην ~ της εταιρείας. Πβ. διοίκηση. ● ΣΥΜΠΛ.: τεχνική ηγεσία: ΑΘΛ. προπονητής: Ανέλαβε την ~ ~ της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου. Πβ. τεχνικός., πνευματική ηγεσία βλ. πνευματικός [< 2: μτγν. ἡγεσία, αγγλ. leadership] | |
| 5327 | απελπίζω | [ἀπελπίζω] α-πελ-πί-ζω ρ. (μτβ.) {απέλπι-σα, απελπί-στηκα (κ. -σθηκα), -σμένος}: οδηγώ κάποιον σε απόγνωση: Αυτό που με ~ει είναι ότι ... Μη σε ~ουν (= πτοούν) οι δυσκολίες! Δεν θέλω να σε ~σω, αλλά ... Πβ. απο-γοητεύω, -θαρρύνω, -καρδιώνω, καταπτοώ. ΑΝΤ. ενθαρρύνω (1) ● Παθ.: απελπίζομαι: χάνω τις ελπίδες μου, απογοητεύομαι εντελώς: Είναι στιγμές που ~. Δεν πρέπει να ~εσαι. ΣΥΝ. με παίρνει από κάτω/αποκάτω, τα βάφω μαύρα ΑΝΤ. αναθαρρώ [< μτγν. ἀπελπίζω] | |
| 5328 | άπελπις | , ις, ι [ἄπελπις] ά-πελ-πις επίθ. {απέλπ-ιδος, (λόγ.) -ι(ν)/-ιδα | -ιδες (ουδ. -ιδα), -ιδων} (λόγ.): απεγνωσμένος: ~ις: αγώνας. ~ιδες: ενέργειες/κινήσεις. Κατέβαλαν ~ιδες προσπάθειες, για να τους σώσουν. Πβ. ανέλπιδος, απελπισμένος. Βλ. εύ-, φέρ-ελπις. [< γαλλ. désespéré] | |
| 5329 | απελπισία | [ἀπελπισία] α-πελ-πι-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. απουσία ελπίδας, αίσθημα απόγνωσης μπροστά σε αδιέξοδη κατάσταση: ερωτική/μαύρη (= πλήρης) ~. Απαισιοδοξία/θλίψη και ~. Αντίδραση/κίνηση/κραυγή/λύση/ξέσπασμα/πράξη/φωνή ~ας. Σε βαθμό/κατάσταση ~ας. Σε μια κρίση/στιγμή ~ας, ... Στα όρια/στο χείλος της ~ας. Έβαλε τα κλάματα από ~/πάνω στην ~ του. Με έχει πιάσει/νιώθω ~. Βρίσκεται/έχει πέσει σε ~. Πβ. απογοήτευση, αποθάρρυνση. 2. (προφ., ως χαρακτηρισμός) απογοητευτικός: Το έργο ήταν ~ (= χάλια)! Αυτός ο άνθρωπος είναι σκέτη ~ (= αδιόρθωτος)! Πβ. συμφορά. [< μεσν. απελπισία] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ