Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [6240-6260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5319απελαύνω[ἀπελαύνω] α-πε-λαύ-νω ρ. (μτβ.) {απέλα-σε, -θηκε, απελα-θείς}: ΝΟΜ. απομακρύνω αλλοδαπό υπήκοο από την εθνική επικράτεια: Το κράτος ~ασε τους παράνομους μετανάστες. Τον ~ασαν ως κατάσκοπο/τρομοκράτη. ~θηκε ανταποκριτής ξένου τύπου/απεσταλμένος του ΟΗΕ. ~θέντες πρόσφυγες. Βλ. εκδιώκω, εκτοπίζω, εξορίζω. [< αρχ. ἀπελαύνω, γαλλ. expulser, déporter]
5320απελέκητος, η, ο [ἀπελέκητος] α-πε-λέ-κη-τος επίθ. (λαϊκό) 1. (μτφ.-συχνά μειωτ.) ακαλλιέργητος: (για πρόσ.) Άξεστος και ~. Είναι/έμεινε κούτσουρο ~ο. Πβ. αγράμματος.|| ~η: γλώσσα (= ανεπιτήδευτη)/γραφή (= αδούλευτη). 2. (κυριολ.) που δεν έχει πελεκηθεί, λαξευτεί, ακατέργαστος: ~ος: βράχος. ● ΦΡ.: άνθρωπος αγράμματος, ξύλο απελέκητο (παροιμ.): για να δηλωθεί πόσο άσχημο πράγμα είναι η αγραμματοσύνη. [< 2: μτγν. ἀπελέκητος]
5321απελευθερωμένος, η, ο [ἀπελευθερωμένος] α-πε-λευ-θε-ρω-μέ-νος επίθ. 1. που έχει απαλλαγεί από αναχρονιστικές απόψεις, που δεν έχει προκαταλήψεις ή ταμπού, χειραφετημένος: ~η: γυναίκα/κοινωνία. ~ο: άτομο. 2. που δεν υπόκειται σε περιορισμούς, δεσμεύσεις: ~ από τα κοινωνικά πρότυπα. ~ από ανασφάλεια/φόβους.|| (ΟΙΚΟΝ., που είναι ανεξάρτητος από κρατικές παρεμβάσεις:) ~η: αγορά. ~ο: ωράριο. Πβ. ελεύθερος. [< μτγν. ἀπηλευθερωμένος, γαλλ. libéré]
5322απελευθερώνω[ἀπελευθερώνω] α-πε-λευ-θε-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {απελευθέρω-σα, απελευθερώ-θηκα, -μένος, απελευθερών-οντας} 1. δίνω σε κάποιον την ελευθερία του, ελευθερώνω: ~ τους αιχμαλώτους/κρατούμενους/ομήρους/φυλακισμένους (= αποφυλακίζω). ~ τα εδάφη/τους λαούς. Τον ~σε από τα δεσμά/τη δουλεία/τη σκλαβιά. ~σε τη χώρα από τον ξένο ζυγό. Η πατρίδα/η πόλη ~θηκε. 2. (μτφ.) αποδεσμεύω, απαλλάσσω από περιορισμούς: Ένα έργο τέχνης ~ει τις δημιουργικές δυνάμεις/τα ένστικτα/τη σκέψη/το συναίσθημα/τη φαντασία (κάποιου). ~ομαι από το άγχος/τις εξαρτήσεις (πβ. απεξαρτώμαι)/δεισιδαιμονίες/εμμονές/τα πάθη/προκαταλήψεις/τις τύψεις (πβ. ανεξαρτητοποιούμαι, απεγκλωβίζομαι, χειραφετούμαι). ~εται η ψυχή και το σώμα (ΑΝΤ. καταπιέζεται).|| ~εται χώρος (: δημιουργείται, εξοικονομείται).απελευθερώνει (επιστ.): εκλύει: Το βιοκαύσιμο δεν ~ επιπλέον διοξείδιο του άνθρακα, όταν καίγεται. Από τις εξατμίσεις των αυτοκινήτων ~ονται τοξικά αέρια. Πβ. εκπέμπω.|| Συσκευή που ~ άρωμα/ενέργεια/θερμότητα.|| Χημικές ουσίες που ~ονται (: κυκλοφορούν) στο αίμα. ● Παθ.: απελευθερώνεται: ΟΙΚΟΝ. απαλλάσσεται από κρατικές παρεμβάσεις και περιορισμούς, επιτρέπονται ελεύθερες οικονομικές συναλλαγές: ~ το εµπόριο/το ωράριο. ~ονται τα ενοίκια/οι τηλεπικοινωνίες/οι τιμές. [< αρχ. ἀπελευθερῶ, γαλλ. libérer]
5323απελευθέρωση[ἀπελευθέρωση] α-πε-λευ-θέ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. απόδοση ή απόκτηση της ελευθερίας: άμεση/εθνική/πολιτική ~. ~ των εδαφών/των κρατουμένων/των ομήρων (πβ. ελευθέρωση). ~ από τη φυλακή (= αποφυλάκιση). ~ του λαού μιας χώρας από τυραννικό καθεστώς. ~ της πόλης από τον δυνάστη/τον κατακτητή (πβ. λύτρωση). Πβ. λευτέρωμα. ΑΝΤ. υποδούλωση 2. (μτφ.) απαλλαγή από περιορισμούς ή καταναγκασμούς: κοινωνική/σεξουαλική ~. ~ του πνεύματος/του σώματος/της ψυχής. ~ των γυναικών (= ανεξαρτητοποίηση, χειραφέτηση)/της δημιουργικότητας/της έκφρασης/της εργασίας. ~ στις σχέσεις. ~ από την άγνοια/τα δεσμά/ενοχές/εξαρτήσεις (= απεξάρτηση)/κάθε μορφή εκμετάλλευσης/την καταπίεση/τις προλήψεις/τον φόβο. Η ~ (= αποδέσμευση) του ποιητικού λόγου από τον έμμετρο στίχο.|| Αποσυμφόρηση του κέντρου και ~ των δρόμων. ΑΝΤ. αποκλεισμός, κλείσιμο. 3. ΟΙΚΟΝ. διεξαγωγή εμπορικών συναλλαγών χωρίς κρατικές παρεμβάσεις: ~ των διδάκτρων/των ενοικίων/του νομίσματος/του παγκόσμιου εμπορίου/των τηλεπικοινωνιών/των τιμών/του τραπεζικού συστήματος/του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων. Πβ. (φιλ)ελευθεροποίηση. 4. (επιστ.) έκλυση: ~ αερίων/ενέργειας/ηλεκτρονίων/νετρονίων/ορμονών. ~ ενδορφινών στον εγκέφαλο. ~ γενετικά τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον. Πρωτεΐνες βραδείας ~ης. Πβ. εκπομπή. 5. ΙΣΤ. (με κεφαλ. Α) (στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο) εκδίωξη των γερμανικών στρατευμάτων από τις κατεχόμενες περιοχές. ● ΣΥΜΠΛ.: απελευθέρωση της αγοράς/των αγορών & (φιλ)ελευθεροποίηση της αγοράς/των αγορών: ΟΙΚΟΝ. αποδέσμευση της αγοράς από κρατικές επεμβάσεις και δεσμεύσεις και δημιουργία προϋποθέσεων για την απρόσκοπτη λειτουργία των δυνάμεων της προσφοράς και ζήτησης. Βλ. ιδιωτικοποίηση. [< αγγλ. market liberalization] [< 1: αρχ. ἀπελευθέρωσις 2-4: γαλλ. libération]
5324απελευθερωτής[ἀπελευθερωτής] α-πε-λευ-θε-ρω-τής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. απελευθερώτρια}: πρόσωπο που απελευθερώνει κάποιον ή κάτι, ελευθερωτής: εθνικός ~. ~ του λαού/των ομήρων. Τους υποδέχθηκαν ως ~ές (της χώρας από τους κατακτητές).|| (ως επίθ.) ~ στρατός (= απελευθερωτικός). ~τριες: δυνάμεις. ΑΝΤ. καταπιεστής [< γαλλ. libérateur]
5325απελευθερωτικός, ή, ό [ἀπελευθερωτικός] α-πε-λευ-θε-ρω-τι-κός επίθ.: που συντελεί, στοχεύει στην απελευθέρωση: ~ός: αγώνας/πόλεμος/στρατός. ~ή: δύναμη/επανάσταση/οργάνωση. ~ό: κίνημα/μέτωπο.|| (μτφ.) ~ός: λόγος. ~ή: εμπειρία. Πβ. λυτρωτικός. [< μτγν. ἀπελευθερωτικός, γαλλ. libérateur]
5326απέλθειβλ. απέρχομαι
19733απελθούσα

[ἡγεσία] η-γε-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. πρόσωπο ή κυρ. σύνολο προσώπων που είναι επικεφαλής σε κάποιον τομέα ή χώρο δράσης: η ανώτατη/εκπαιδευτική/θρησκευτική/κρατική/πολιτειακή/πολιτική/στρατιωτική ~ μιας χώρας. Ευρωπαϊκή ~. Η απελθούσα/εκλεγείσα/επίσημη ~. Η συνδικαλιστική ~ των πανεπιστημιακών. Αλλαγές στην ~ των Σωμάτων Ασφαλείας. Υποστηρίζεται από την ~ της επιχείρησης. Οι πολιτικές ~ες των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πβ. κεφαλή, κορυφή. 2. άσκηση εξουσίας, αρχηγία: Είναι υποψήφιος για την ~ του κόμματος. Ασκεί/έχει την ~. Υπό την ~ της ... Τον διαδέχτηκε στην ~ της εταιρείας. Πβ. διοίκηση. ● ΣΥΜΠΛ.: τεχνική ηγεσία: ΑΘΛ. προπονητής: Ανέλαβε την ~ ~ της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου. Πβ. τεχνικός., πνευματική ηγεσία βλ. πνευματικός [< 2: μτγν. ἡγεσία, αγγλ. leadership]

5327απελπίζω[ἀπελπίζω] α-πελ-πί-ζω ρ. (μτβ.) {απέλπι-σα, απελπί-στηκα (κ. -σθηκα), -σμένος}: οδηγώ κάποιον σε απόγνωση: Αυτό που με ~ει είναι ότι ... Μη σε ~ουν (= πτοούν) οι δυσκολίες! Δεν θέλω να σε ~σω, αλλά ... Πβ. απο-γοητεύω, -θαρρύνω, -καρδιώνω, καταπτοώ. ΑΝΤ. ενθαρρύνω (1) ● Παθ.: απελπίζομαι: χάνω τις ελπίδες μου, απογοητεύομαι εντελώς: Είναι στιγμές που ~. Δεν πρέπει να ~εσαι. ΣΥΝ. με παίρνει από κάτω/αποκάτω, τα βάφω μαύρα ΑΝΤ. αναθαρρώ [< μτγν. ἀπελπίζω]
5328άπελπις, ις, ι [ἄπελπις] ά-πελ-πις επίθ. {απέλπ-ιδος, (λόγ.) -ι(ν)/-ιδα | -ιδες (ουδ. -ιδα), -ιδων} (λόγ.): απεγνωσμένος: ~ις: αγώνας. ~ιδες: ενέργειες/κινήσεις. Κατέβαλαν ~ιδες προσπάθειες, για να τους σώσουν. Πβ. ανέλπιδος, απελπισμένος. Βλ. εύ-, φέρ-ελπις. [< γαλλ. désespéré]
5329απελπισία[ἀπελπισία] α-πελ-πι-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. απουσία ελπίδας, αίσθημα απόγνωσης μπροστά σε αδιέξοδη κατάσταση: ερωτική/μαύρη (= πλήρης) ~. Απαισιοδοξία/θλίψη και ~. Αντίδραση/κίνηση/κραυγή/λύση/ξέσπασμα/πράξη/φωνή ~ας. Σε βαθμό/κατάσταση ~ας. Σε μια κρίση/στιγμή ~ας, ... Στα όρια/στο χείλος της ~ας. Έβαλε τα κλάματα από ~/πάνω στην ~ του. Με έχει πιάσει/νιώθω ~. Βρίσκεται/έχει πέσει σε ~. Πβ. απογοήτευση, αποθάρρυνση. 2. (προφ., ως χαρακτηρισμός) απογοητευτικός: Το έργο ήταν ~ (= χάλια)! Αυτός ο άνθρωπος είναι σκέτη ~ (= αδιόρθωτος)! Πβ. συμφορά. [< μεσν. απελπισία]
5330απελπισμένος, η, ο [ἀπελπισμένος] α-πελ-πι-σμέ-νος επίθ.: που βρίσκεται σε ή φανερώνει απελπισία, απόγνωση: (για πρόσ.) ~οι: μετανάστες. (ως ουσ.) Η ελπίδα των ~ων (κυρ. η Παναγία). Πβ. απογοητευ-, αποθαρρυ-, καταπτοη-μένος.|| ~ος: αγώνας/έρωτας (πβ. μάταιος). ~η: αντίδραση/απόφαση/έκκληση/ενέργεια/κραυγή/προσπάθεια (πβ. ριψοκίνδυνη). ~ο: βλέμμα/τραγούδι/ύφος. Πβ. απεγνωσμένος. ● επίρρ.: απελπισμένα [< μεσν. απελπισμένος 'για τον οποίο δεν υπάρχει ελπίδα επιβίωσης']
5331απελπιστικός, ή, ό [ἀπελπιστικός] α-πελ-πι-στι-κός επίθ. 1. που προκαλεί απελπισία, απογοήτευση: ~ή: εικόνα/μοναξιά/φτώχεια. ~ό: αδιέξοδο. Η κατάσταση είναι άκρως ~ή. Πβ. απογοητευτικός, αποθαρρυντικός, αποκαρδιωτικός. 2. (εμφατ.) έντονα αρνητικός, δυσάρεστος: ~ή: ζέστη/καθυστέρηση. ~ές: συνθήκες. Σε ~ά χάλια. Έχει παχύνει σε ~ό βαθμό/σημείο. Πβ. άθλιος, απαίσιος, απαράδεκτος. ● επίρρ.: απελπιστικά (συνήθ. εμφατ.): Είναι ~ αφελής. [< γαλλ. désespérant]
5332απεμπλέκω

[ἀπεμπλέκω] α-πε-μπλέ-κω ρ. (μτβ.) {απεμπλακεί, συνήθ. μεσοπαθ.} (λόγ.) 1. αποδεσμεύω από δυσάρεστη ή περίπλοκη κατάσταση, απεγκλωβίζω: Γίνονται προσπάθειες να απεμπλακούν τα έργα από τη γραφειοκρατία. Αναζητά τρόπο να απεμπλακεί σταδιακά από το κύκλωμα/το πρόβλημα (πβ. ξεμπερδεύω, ξεμπλέκω). ΑΝΤ. εμπλέκω (1), μπλέκω (4) 2. ΜΗΧΑΝΟΛ. {κυρ. στο γ' πρόσ.} (συνήθ. για συμπλέκτη) απομονώνω τους τροχούς από τον κινητήρα, ώστε να διακοπεί η μετάδοση κίνησης. [< γαλλ. désengager]

5333απεμπλοκή[ἀπεμπλοκή] α-πε-μπλο-κή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αποδέσμευση από δυσάρεστη ή περίπλοκη κατάσταση: οριστική/πολιτική/σταδιακή/στρατιωτική (πβ. απαγκίστρωση) ~. Στρατηγική/σχέδιο ~ής. ~ και απεξάρτηση. ~ από το αδιέξοδο/την κρίση (πβ. ξεμπέρδεμα, ξέμπλεγμα). Απαιτούσαν την άμεση ~ της χώρας από τον πόλεμο (ΑΝΤ. ανάμειξη). Πβ. απεγκλωβισμός.|| (ΜΗΧΑΝΟΛ. για τη διακοπή της μετάδοσης κίνησης από κινητήρα) ~ του άξονα/του διαφορικού/των τροχών/των φρένων. ΑΝΤ. εμπλοκή (1), μπλέξιμο (3) [< γαλλ. désengagement]
5334απεμπλουτισμένος, η, ο [ἀπεμπλουτισμένος] α-πε-μπλου-τι-σμέ-νος επίθ.: ΧΗΜ. κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: απεμπλουτισμένο ουράνιο: ουράνιο το οποίο περιέχει εξαιρετικά χαμηλό ποσοστό του ισοτόπου U-235, συνήθ. ως αποτέλεσμα της χρήσης του ως καυσίμου σε πυρηνικό αντιδραστήρα: βλήματα/βόμβες/όπλα/πυρομαχικά ~ου ~ίου. Μόλυνση από ~ ~. Βλ. πλουτώνιο. [< αγγλ. depleted uranium]
5335απεμπόληση[ἀπεμπόληση] α-πε-μπό-λη-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): απάρνηση, προδοσία ιδεών και αξιών: ~ και συρρίκνωση της ατομικής ταυτότητας/των δικαιωμάτων (πβ. αποποίηση, εκ-, παρα-χώρηση)/των υποχρεώσεων. Πβ. ξεπούλημα. [< αρχ. ἀπεμπόλησις ‘αποβολή, απαλλαγή’]
5336απεμπολώ[ἀπεμπολῶ] α-πε-μπο-λώ ρ. (μτβ.) {απεμπολ-είς ...| απεμπόλ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} (απαιτ. λεξιλόγ.): εγκαταλείπω, προδίδω ιδέες και αξίες: ~ούνται τα ιδανικά ενός λαού/τα κυριαρχικά δικαιώματα (πβ. εκχωρούνται). ~ησε την ιδεολογία/τις πεποιθήσεις του στον βωμό του χρήματος (πβ. απαρν-, αποποι-ούμαι). Πβ. ξεπουλώ. [< αρχ. ἀπεμπολῶ ‘πουλώ, ανταλάσσω’]
5337απέναντι[ἀπέναντι] α-πέ-να-ντι επίρρ. 1. προς την κατεύθυνση που είναι στραμμένος ο παρατηρητής ή γενικότ. το σημείο αναφοράς, στην αντικρινή πλευρά, αντίκρυ: Δεν περνάμε ~ με κόκκινο (πβ. αντίπερα). Πετάχτηκε ~ κι επιστρέφει αμέσως. Δεν απομακρύνθηκα· εδώ ~ ήμουν. Ερχόταν αυτοκίνητο από ~ και δεν το είχε δει. Το βλέμμα έφτανε ως ~, στις ακτές.|| (+ από/σε ή μου/σου/του) Καθισμένοι ο ένας ~ στον άλλον (= αντικριστά). Μένει ~ί μου. Το μαγαζί βρίσκεται ακριβώς ~ από την/στην πολυκατοικία μας (πβ. μπροστά, φάτσα).|| (ως επίθ.) Το ~ διαμέρισμα/πεζοδρόμιο. Οι ~ πλευρές του παραλληλογράμμου (πβ. αντικρινός, αντικριστός). Έφτασε/πέρασε στην ~ (= αντίπερα) όχθη. 2. (+ σε ή μου/σου/του) αναφορικά, σχετικά με: δέος/φόβος ~ στο άγνωστο/στους κινδύνους (πβ. ενώπιον, μπροστά). Είναι εχθρικός/φιλικός ~ σε όλους. Δείχνει δυσπιστία/επιφύλαξη ~ί μας. Έχει ευθύνη ~ στους μαθητές της. Δεν έχει αλλάξει η στάση μου ~ί του. Ποιες είναι οι απόψεις/θέσεις σου ~ στο ζήτημα (πβ. ως προς); 3. (+ σε) ενάντια: Παρέταξε τις δυνάμεις του ~ στον εχθρό.|| Έντονες αντιδράσεις ~ στην πολιτική της κυβέρνησης. ● Ουσ.: απέναντι (ο) (προφ.): ο κάτοικος του απέναντι σπιτιού, διαμερίσματος: Οι ~ και οι αποκάτω/αποπάνω. Βλ. γείτονας. ● ΦΡ.: βρίσκω κάποιον απέναντί μου/μπροστά μου βλ. βρίσκω [< αρχ. ἀπέναντι]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.