| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5338 | απεναντίας | [ἀπεναντίας] α-πε-να-ντί-ας επίρρ.: αντίθετα, τουναντίον: Με τη βία δεν λύνονται τα κοινωνικά προβλήματα· ~, οξύνονται. (εμφατ.) Δεν τους υποτιμώ! ~ μάλιστα (: τους θεωρώ πολύ άξιους). Πβ. ίσα ίσα. [< μτγν. ἀπεναντίας] | |
| 5339 | απενεργοποιημένος | , η, ο [ἀπενεργοποιημένος] α-πε-νερ-γο-ποι-η-μέ-νος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που έχει απενεργοποιηθεί: ~ος: αερόσακος/κωδικός/(ΔΙΑΔΙΚΤ.) λογαριασμός χρήστη. ~ο: κινητό/σύστημα (συναγερμού). Ο συνδρομητής που καλέσατε έχει πιθανόν το τηλέφωνό του ~ο (: από αυτόματο τηλεφωνητή στην κινητή τηλεφωνία). [< αγγλ. deactivated] | |
| 5340 | απενεργοποίηση | [ἀπενεργοποίηση] α-πε-νερ-γο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. παύση ή προσωρινή διακοπή δυνατότητας, ισχύος ή λειτουργίας: αυτόματη/μόνιμη ~. ~ βόμβας (πβ. εξουδετέρωση)/κινητού τηλεφώνου/πυρηνικού αντιδραστήρα/συναγερμού/τηλεφωνητή.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~ λογαριασμού χρήστη/υπηρεσίας.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ εντολής/επιλογής/κάρτας ήχου/πλήκτρου. Δήλωση ~ης Α.Φ.Μ. ΑΝΤ. ενεργοποίηση (1) 2. ΧΗΜ. μείωση της δραστικότητας χημικής ένωσης: ~ καταλύτη. [< αγγλ. deactivation, 1904] | |
| 5341 | απενεργοποιώ | [ἀπενεργοποιῶ] α-πε-νερ-γο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {απενεργοποι-είς ... | απενεργοποί-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: ΤΕΧΝΟΛ. παύω, διακόπτω δυνατότητα, ισχύ, λειτουργία: Η συσκευή ~είται (= κλείνει, τίθεται εκτός λειτουργίας) αυτόματα/με το πάτημα ενός κουμπιού. ΑΝΤ. ενεργοποιώ (1) [< αγγλ. deactivate, 1926] | |
| 5343 | απενοχοποιητικός | , ή, ό [ἀπενοχοποιητικός] α-πε-νο-χο-ποι-η-τι-κός επίθ.: που απενοχοποιεί: ~ά: στοιχεία. Βλ. αθωωτικός. ΑΝΤ. ενοχοποιητικός (1) | |
| 5342 | απενοχοποιώ | [ἀπενεχοποίηση] α-πε-νο-χο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & αποενοχοποίηση: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του απενοχοποιώ: ~ του δράστη/του εαυτού/των υπευθύνων. Βλ. αθώωση, εξιλέωση.|| ~ των αμβλώσεων (πβ. αποποινικοποίηση). ΑΝΤ. ενοχοποίηση [< γαλλ. deculpabilisation, 1966] | |
| 5344 | απενοχοποιώ | [ἀπενοχοποιῶ] α-πε-νο-χο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {απενοχοποι-είς ... | απενοχοποί-ησα, -ούμαι, -ήθηκα, -ημένος}: απελευθερώνω κάποιον από το συναίσθημα της ενοχής που τον βαραίνει: Μεταθέτουν την ευθύνη αλλού, προκειμένου να ~ήσουν τον εαυτό τους. ~ήθηκαν για τα εγκλήματά τους (βλ. αθωώνω, εξιλεώνω). Πάθη, αδυναµίες και έντονα συναισθήµατα ~ούνται με την παραδοχή τους. Βλ. αποποινικοποιώ. [< γαλλ. déculpabiliser, περ. 1968] | |
| 5345 | απένταξη | [ἀπένταξη] α-πέ-ντα-ξη ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: απένταξη έργου: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. διαδικασία αποκλεισμού ενός έργου από πρόγραμμα κοινοτικής ή άλλης χρηματοδότησης, που εφαρμόζεται μετά την ένταξή του σε αυτό, στην περίπτωση που το έργο συναντά χρονικά ή άλλα εμπόδια για την ολοκλήρωση της υλοποίησής του. Βλ. προένταξη. | |
| 5346 | απενταρία | [ἀπενταρία] α-πε-ντα-ρί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.-χιουμορ.): αφραγκία. | |
| 5347 | απένταρος | , η, ο [ἀπένταρος] α-πέ-ντα-ρος επίθ. (προφ.): που δεν έχει καθόλου χρήματα: Έμεινε άνεργος και ~. Πβ. μπατίρης. ΣΥΝ. αδέκαρος, άφραγκος | |
| 5348 | απεντάσσω | [ἀπεντάσσω] α-πε-ντάσ-σω ρ. (μτβ.) {απέντα-ξε, απεντά-ξει, -χθηκε, -χθεί, (σπάν.) -γμένος} (επίσ.): κάνω απένταξη έργου: Η δημοτική αρχή με απόφασή της ~ει το επενδυτικό σχέδιο από το τοπικό πρόγραμμα. Η κατασκευή φράγματος ~χθηκε από το Γ' ΚΠΣ. | |
| 5349 | απεντόμωση | [ἀπεντόμωση] α-πε-ντό-μω-ση ουσ. (θηλ.): συστηματική καταπολέμηση ανεπιθύμητων εντόμων με χρήση παρασιτοκτόνων: ετήσια/οικολογική/προληπτική ~. ~ εδάφους/κτιρίων/προϊόντων/χώρων. ~ώσεις και απολυμάνσεις/μυοκτονίες. Βλ. υποκαπνισμός. [< γαλλ. désinsectisation, 1932] | |
| 5350 | απεξάρθρωση | [ἀπεξάρθρωση] α-πε-ξάρ-θρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. επέμβαση ακρωτηριασμού στο σημείο της άρθρωσης: ~ γόνατος/ισχίου/μηρού/ώμου. Πβ. αποδόμηση. 2. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) απώλεια της συνοχής, αποδιάρθρωση: ~ της κοινωνίας/του κρατικού μηχανισμού. [< γαλλ. désarticulation] | |
| 5351 | απεξάρτηση | [ἀπεξάρτηση] α-πε-ξάρ-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. θεραπεία του οργανισμού από τον εθισμό σε τοξική ή άλλη ουσία: πλήρης/σταδιακή/σωματική ~. ~ από το τσιγάρο/τα ψυχοφάρμακα. ~ ναρκομανών/τοξικομανών. Ίδρυμα/κέντρο/μονάδα/πρόγραμμα ~ης. Πβ. αποτοξίνωση. ΑΝΤ. εξάρτηση (2) 2. (μτφ.) απαλλαγή από εξαρτήσεις: ενεργειακή/ψυχολογική ~. ~ από το διαδίκτυο (βλ. ιντερνετισμός)/της οικονομίας από το πετρέλαιο. Πβ. ανεξαρτητοποίηση, απελευθέρωση, αποδέσμευση. [< γαλλ. désaccoutumance] | |
| 5352 | απεξαρτώμαι | [ἀπεξαρτῶμαι] α-πε-ξαρ-τώ-μαι ρ. {-άται ... | -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: απαλλάσσομαι από εθισμό σε ουσία και γενικότ. από οποιαδήποτε εξάρτηση: ~ήθηκε από το αλκοόλ/τα ναρκωτικά/τη νικοτίνη. ~ημένοι: χρήστες (ουσιών). Πβ. αποτοξινώνομαι, ξεσυνηθίζω. ΑΝΤ. εθίζομαι.|| ~ήθηκε από το αυτοκίνητο/την οικογένειά του (πβ. ανεξαρτητοποιήθηκε)/τον τζόγο (πβ. ξεκολλώ). Πβ. απελευθερώνω, αποδεσμεύω. ΑΝΤ. εξαρτώμαι (1) [< γαλλ. se désaccoutumer] | |
| 5353 | απέξω | [ἀπέξω] α-πέ-ξω επίρρ. & απ' έξω & (λαϊκό) απόξω 1. έξω ή από έξω: Κάθεται/στέκεται ~. Το ταξί είναι ~. Περιμένει ~ από την πόρτα/το σπίτι/το σχολείο. Κλειδώθηκε ~. ~ ερχόταν πολύς θόρυβος/πολλή ζέστη. Βλέπω/παρατηρώ (κάτι) ~. Φοράει το πουκάμισό του ~ (ενν. από το παντελόνι). Το μοναστήρι ~ μοιάζει με μεσαιωνικό κάστρο. Το γλυκό είναι τραγανό ~ και ζουμερό από μέσα. Το κουτί έχει ειδική σήμανση ~ (: στο εξωτερικό μέρος).|| Τα έπιπλα τα έφερε/η συνήθεια μάς ήρθε ~ (: από το εξωτερικό). ΑΝΤ. απομέσα 2. με αποστήθιση, από μνήμης: Λέει το μάθημα/το ποίημα ~. Δεν θυμάμαι τους κωδικούς/τα ονόματα ~. ΣΥΝ. από στήθους ● Ουσ.: απέξω (οι): όσοι βρίσκονται εκτός ενός συγγενικού, φιλικού ή επαγγελματικού κύκλου: Μην ακούς τι λένε οι ~., απέξω (το) (προφ.): το εξωτερικό μέρος: Το ~ του μπουφάν έχει φθαρεί. ● ΦΡ.: απέξω/απ' έξω κι από μέσα: πάρα πολύ καλά, σε πολύ μεγάλο βαθμό: Τον έμαθα/ξέρω πια ~ ~. ΣΥΝ. απ' την καλή (κι απ' την ανάποδη) (1), αφήνω κάποιον/μένω απέξω: αποκλείω κάποιον ή δεν τον εμπλέκω, αποκλείομαι από κάτι: Τους γονείς σου άφησέ τους ~, μην τους ανακατεύεις. Αφήστε μας ~, δεν πρόκειται να έρθουμε (: μη μας υπολογίζετε)!, στην απέξω (αργκό): στο περιθώριο, εκτός: Βρίσκομαι/είμαι/μένω ~ ~. Έκανε νέες παρέες και εμένα με άφησε ~ ~., απ' έξω-απ' έξω & απέξω-απέξω βλ. έξω, απέξω κι ανακατωτά βλ. ανακατωτά ● βλ. έξω [< μεσν. απέξω] | |
| 5354 | απέπλευσα | βλ. αποπλέω | |
| 5355 | απέπνευσε | βλ. αποπνέω | |
| 5356 | απεραντολογία | [ἀπεραντολογία] α-πε-ρα-ντο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): ακατάσχετη φλυαρία, μακρηγορία, πολυλογία: ~ με κουραστικές επαναλήψεις. ~ επί παντός επιστητού. Κείμενο χωρίς ανούσιες ~ες. Αποφεύγω/περιορίζω τις ~ες. Πβ. πλατειασμός. Βλ. αερολογία, αμετροέπεια, αοριστολογία. ΑΝΤ. βραχυλογία (2), λακωνικότητα [< μτγν. ἀπεραντολογία] | |
| 5357 | απεραντολογώ | [ἀπεραντολογῶ] α-πε-ρα-ντο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {απεραντολογ-είς ..., -ώντας | (σπάν.) απεραντολογ-ήσει} (απαιτ. λεξιλόγ.): επιδίδομαι σε απεραντολογία· φλυαρώ ακατάσχετα: για να μην ~ ... (πβ. μακρηγορώ, πλατειάζω, πολυλογώ). ~εί με ανούσια πράγματα και δεν καταλήγει πουθενά. Βλ. -λογώ. [< μτγν. ἀπεραντολογῶ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ