Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [6260-6280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5330απελπισμένος, η, ο [ἀπελπισμένος] α-πελ-πι-σμέ-νος επίθ.: που βρίσκεται σε ή φανερώνει απελπισία, απόγνωση: (για πρόσ.) ~οι: μετανάστες. (ως ουσ.) Η ελπίδα των ~ων (κυρ. η Παναγία). Πβ. απογοητευ-, αποθαρρυ-, καταπτοη-μένος.|| ~ος: αγώνας/έρωτας (πβ. μάταιος). ~η: αντίδραση/απόφαση/έκκληση/ενέργεια/κραυγή/προσπάθεια (πβ. ριψοκίνδυνη). ~ο: βλέμμα/τραγούδι/ύφος. Πβ. απεγνωσμένος. ● επίρρ.: απελπισμένα [< μεσν. απελπισμένος 'για τον οποίο δεν υπάρχει ελπίδα επιβίωσης']
5331απελπιστικός, ή, ό [ἀπελπιστικός] α-πελ-πι-στι-κός επίθ. 1. που προκαλεί απελπισία, απογοήτευση: ~ή: εικόνα/μοναξιά/φτώχεια. ~ό: αδιέξοδο. Η κατάσταση είναι άκρως ~ή. Πβ. απογοητευτικός, αποθαρρυντικός, αποκαρδιωτικός. 2. (εμφατ.) έντονα αρνητικός, δυσάρεστος: ~ή: ζέστη/καθυστέρηση. ~ές: συνθήκες. Σε ~ά χάλια. Έχει παχύνει σε ~ό βαθμό/σημείο. Πβ. άθλιος, απαίσιος, απαράδεκτος. ● επίρρ.: απελπιστικά (συνήθ. εμφατ.): Είναι ~ αφελής. [< γαλλ. désespérant]
5332απεμπλέκω

[ἀπεμπλέκω] α-πε-μπλέ-κω ρ. (μτβ.) {απεμπλακεί, συνήθ. μεσοπαθ.} (λόγ.) 1. αποδεσμεύω από δυσάρεστη ή περίπλοκη κατάσταση, απεγκλωβίζω: Γίνονται προσπάθειες να απεμπλακούν τα έργα από τη γραφειοκρατία. Αναζητά τρόπο να απεμπλακεί σταδιακά από το κύκλωμα/το πρόβλημα (πβ. ξεμπερδεύω, ξεμπλέκω). ΑΝΤ. εμπλέκω (1), μπλέκω (4) 2. ΜΗΧΑΝΟΛ. {κυρ. στο γ' πρόσ.} (συνήθ. για συμπλέκτη) απομονώνω τους τροχούς από τον κινητήρα, ώστε να διακοπεί η μετάδοση κίνησης. [< γαλλ. désengager]

5333απεμπλοκή[ἀπεμπλοκή] α-πε-μπλο-κή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αποδέσμευση από δυσάρεστη ή περίπλοκη κατάσταση: οριστική/πολιτική/σταδιακή/στρατιωτική (πβ. απαγκίστρωση) ~. Στρατηγική/σχέδιο ~ής. ~ και απεξάρτηση. ~ από το αδιέξοδο/την κρίση (πβ. ξεμπέρδεμα, ξέμπλεγμα). Απαιτούσαν την άμεση ~ της χώρας από τον πόλεμο (ΑΝΤ. ανάμειξη). Πβ. απεγκλωβισμός.|| (ΜΗΧΑΝΟΛ. για τη διακοπή της μετάδοσης κίνησης από κινητήρα) ~ του άξονα/του διαφορικού/των τροχών/των φρένων. ΑΝΤ. εμπλοκή (1), μπλέξιμο (3) [< γαλλ. désengagement]
5334απεμπλουτισμένος, η, ο [ἀπεμπλουτισμένος] α-πε-μπλου-τι-σμέ-νος επίθ.: ΧΗΜ. κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: απεμπλουτισμένο ουράνιο: ουράνιο το οποίο περιέχει εξαιρετικά χαμηλό ποσοστό του ισοτόπου U-235, συνήθ. ως αποτέλεσμα της χρήσης του ως καυσίμου σε πυρηνικό αντιδραστήρα: βλήματα/βόμβες/όπλα/πυρομαχικά ~ου ~ίου. Μόλυνση από ~ ~. Βλ. πλουτώνιο. [< αγγλ. depleted uranium]
5335απεμπόληση[ἀπεμπόληση] α-πε-μπό-λη-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): απάρνηση, προδοσία ιδεών και αξιών: ~ και συρρίκνωση της ατομικής ταυτότητας/των δικαιωμάτων (πβ. αποποίηση, εκ-, παρα-χώρηση)/των υποχρεώσεων. Πβ. ξεπούλημα. [< αρχ. ἀπεμπόλησις ‘αποβολή, απαλλαγή’]
5336απεμπολώ[ἀπεμπολῶ] α-πε-μπο-λώ ρ. (μτβ.) {απεμπολ-είς ...| απεμπόλ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} (απαιτ. λεξιλόγ.): εγκαταλείπω, προδίδω ιδέες και αξίες: ~ούνται τα ιδανικά ενός λαού/τα κυριαρχικά δικαιώματα (πβ. εκχωρούνται). ~ησε την ιδεολογία/τις πεποιθήσεις του στον βωμό του χρήματος (πβ. απαρν-, αποποι-ούμαι). Πβ. ξεπουλώ. [< αρχ. ἀπεμπολῶ ‘πουλώ, ανταλάσσω’]
5337απέναντι[ἀπέναντι] α-πέ-να-ντι επίρρ. 1. προς την κατεύθυνση που είναι στραμμένος ο παρατηρητής ή γενικότ. το σημείο αναφοράς, στην αντικρινή πλευρά, αντίκρυ: Δεν περνάμε ~ με κόκκινο (πβ. αντίπερα). Πετάχτηκε ~ κι επιστρέφει αμέσως. Δεν απομακρύνθηκα· εδώ ~ ήμουν. Ερχόταν αυτοκίνητο από ~ και δεν το είχε δει. Το βλέμμα έφτανε ως ~, στις ακτές.|| (+ από/σε ή μου/σου/του) Καθισμένοι ο ένας ~ στον άλλον (= αντικριστά). Μένει ~ί μου. Το μαγαζί βρίσκεται ακριβώς ~ από την/στην πολυκατοικία μας (πβ. μπροστά, φάτσα).|| (ως επίθ.) Το ~ διαμέρισμα/πεζοδρόμιο. Οι ~ πλευρές του παραλληλογράμμου (πβ. αντικρινός, αντικριστός). Έφτασε/πέρασε στην ~ (= αντίπερα) όχθη. 2. (+ σε ή μου/σου/του) αναφορικά, σχετικά με: δέος/φόβος ~ στο άγνωστο/στους κινδύνους (πβ. ενώπιον, μπροστά). Είναι εχθρικός/φιλικός ~ σε όλους. Δείχνει δυσπιστία/επιφύλαξη ~ί μας. Έχει ευθύνη ~ στους μαθητές της. Δεν έχει αλλάξει η στάση μου ~ί του. Ποιες είναι οι απόψεις/θέσεις σου ~ στο ζήτημα (πβ. ως προς); 3. (+ σε) ενάντια: Παρέταξε τις δυνάμεις του ~ στον εχθρό.|| Έντονες αντιδράσεις ~ στην πολιτική της κυβέρνησης. ● Ουσ.: απέναντι (ο) (προφ.): ο κάτοικος του απέναντι σπιτιού, διαμερίσματος: Οι ~ και οι αποκάτω/αποπάνω. Βλ. γείτονας. ● ΦΡ.: βρίσκω κάποιον απέναντί μου/μπροστά μου βλ. βρίσκω [< αρχ. ἀπέναντι]
5338απεναντίας[ἀπεναντίας] α-πε-να-ντί-ας επίρρ.: αντίθετα, τουναντίον: Με τη βία δεν λύνονται τα κοινωνικά προβλήματα· ~, οξύνονται. (εμφατ.) Δεν τους υποτιμώ! ~ μάλιστα (: τους θεωρώ πολύ άξιους). Πβ. ίσα ίσα. [< μτγν. ἀπεναντίας]
5339απενεργοποιημένος, η, ο [ἀπενεργοποιημένος] α-πε-νερ-γο-ποι-η-μέ-νος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που έχει απενεργοποιηθεί: ~ος: αερόσακος/κωδικός/(ΔΙΑΔΙΚΤ.) λογαριασμός χρήστη. ~ο: κινητό/σύστημα (συναγερμού). Ο συνδρομητής που καλέσατε έχει πιθανόν το τηλέφωνό του ~ο (: από αυτόματο τηλεφωνητή στην κινητή τηλεφωνία). [< αγγλ. deactivated]
5340απενεργοποίηση[ἀπενεργοποίηση] α-πε-νερ-γο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. παύση ή προσωρινή διακοπή δυνατότητας, ισχύος ή λειτουργίας: αυτόματη/μόνιμη ~. ~ βόμβας (πβ. εξουδετέρωση)/κινητού τηλεφώνου/πυρηνικού αντιδραστήρα/συναγερμού/τηλεφωνητή.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~ λογαριασμού χρήστη/υπηρεσίας.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ εντολής/επιλογής/κάρτας ήχου/πλήκτρου. Δήλωση ~ης Α.Φ.Μ. ΑΝΤ. ενεργοποίηση (1) 2. ΧΗΜ. μείωση της δραστικότητας χημικής ένωσης: ~ καταλύτη. [< αγγλ. deactivation, 1904]
5341απενεργοποιώ[ἀπενεργοποιῶ] α-πε-νερ-γο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {απενεργοποι-είς ... | απενεργοποί-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: ΤΕΧΝΟΛ. παύω, διακόπτω δυνατότητα, ισχύ, λειτουργία: Η συσκευή ~είται (= κλείνει, τίθεται εκτός λειτουργίας) αυτόματα/με το πάτημα ενός κουμπιού. ΑΝΤ. ενεργοποιώ (1) [< αγγλ. deactivate, 1926]
5343απενοχοποιητικός, ή, ό [ἀπενοχοποιητικός] α-πε-νο-χο-ποι-η-τι-κός επίθ.: που απενοχοποιεί: ~ά: στοιχεία. Βλ. αθωωτικός. ΑΝΤ. ενοχοποιητικός (1)
5342απενοχοποιώ

[ἀπενεχοποίηση] α-πε-νο-χο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & αποενοχοποίηση: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του απενοχοποιώ: ~ του δράστη/του εαυτού/των υπευθύνων. Βλ. αθώωση, εξιλέωση.|| ~ των αμβλώσεων (πβ. αποποινικοποίηση). ΑΝΤ. ενοχοποίηση [< γαλλ. deculpabilisation, 1966]

5344απενοχοποιώ[ἀπενοχοποιῶ] α-πε-νο-χο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {απενοχοποι-είς ... | απενοχοποί-ησα, -ούμαι, -ήθηκα, -ημένος}: απελευθερώνω κάποιον από το συναίσθημα της ενοχής που τον βαραίνει: Μεταθέτουν την ευθύνη αλλού, προκειμένου να ~ήσουν τον εαυτό τους. ~ήθηκαν για τα εγκλήματά τους (βλ. αθωώνω, εξιλεώνω). Πάθη, αδυναµίες και έντονα συναισθήµατα ~ούνται με την παραδοχή τους. Βλ. αποποινικοποιώ. [< γαλλ. déculpabiliser, περ. 1968]
5345απένταξη[ἀπένταξη] α-πέ-ντα-ξη ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: απένταξη έργου: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. διαδικασία αποκλεισμού ενός έργου από πρόγραμμα κοινοτικής ή άλλης χρηματοδότησης, που εφαρμόζεται μετά την ένταξή του σε αυτό, στην περίπτωση που το έργο συναντά χρονικά ή άλλα εμπόδια για την ολοκλήρωση της υλοποίησής του. Βλ. προένταξη.
5346απενταρία[ἀπενταρία] α-πε-ντα-ρί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.-χιουμορ.): αφραγκία.
5347απένταρος, η, ο [ἀπένταρος] α-πέ-ντα-ρος επίθ. (προφ.): που δεν έχει καθόλου χρήματα: Έμεινε άνεργος και ~. Πβ. μπατίρης. ΣΥΝ. αδέκαρος, άφραγκος
5348απεντάσσω[ἀπεντάσσω] α-πε-ντάσ-σω ρ. (μτβ.) {απέντα-ξε, απεντά-ξει, -χθηκε, -χθεί, (σπάν.) -γμένος} (επίσ.): κάνω απένταξη έργου: Η δημοτική αρχή με απόφασή της ~ει το επενδυτικό σχέδιο από το τοπικό πρόγραμμα. Η κατασκευή φράγματος ~χθηκε από το Γ' ΚΠΣ.
5349απεντόμωση[ἀπεντόμωση] α-πε-ντό-μω-ση ουσ. (θηλ.): συστηματική καταπολέμηση ανεπιθύμητων εντόμων με χρήση παρασιτοκτόνων: ετήσια/οικολογική/προληπτική ~. ~ εδάφους/κτιρίων/προϊόντων/χώρων. ~ώσεις και απολυμάνσεις/μυοκτονίες. Βλ. υποκαπνισμός. [< γαλλ. désinsectisation, 1932]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.