Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [6280-6300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5350απεξάρθρωση[ἀπεξάρθρωση] α-πε-ξάρ-θρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. επέμβαση ακρωτηριασμού στο σημείο της άρθρωσης: ~ γόνατος/ισχίου/μηρού/ώμου. Πβ. αποδόμηση. 2. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) απώλεια της συνοχής, αποδιάρθρωση: ~ της κοινωνίας/του κρατικού μηχανισμού. [< γαλλ. désarticulation]
5351απεξάρτηση[ἀπεξάρτηση] α-πε-ξάρ-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. θεραπεία του οργανισμού από τον εθισμό σε τοξική ή άλλη ουσία: πλήρης/σταδιακή/σωματική ~. ~ από το τσιγάρο/τα ψυχοφάρμακα. ~ ναρκομανών/τοξικομανών. Ίδρυμα/κέντρο/μονάδα/πρόγραμμα ~ης. Πβ. αποτοξίνωση. ΑΝΤ. εξάρτηση (2) 2. (μτφ.) απαλλαγή από εξαρτήσεις: ενεργειακή/ψυχολογική ~. ~ από το διαδίκτυο (βλ. ιντερνετισμός)/της οικονομίας από το πετρέλαιο. Πβ. ανεξαρτητοποίηση, απελευθέρωση, αποδέσμευση. [< γαλλ. désaccoutumance]
5352απεξαρτώμαι[ἀπεξαρτῶμαι] α-πε-ξαρ-τώ-μαι ρ. {-άται ... | -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: απαλλάσσομαι από εθισμό σε ουσία και γενικότ. από οποιαδήποτε εξάρτηση: ~ήθηκε από το αλκοόλ/τα ναρκωτικά/τη νικοτίνη. ~ημένοι: χρήστες (ουσιών). Πβ. αποτοξινώνομαι, ξεσυνηθίζω. ΑΝΤ. εθίζομαι.|| ~ήθηκε από το αυτοκίνητο/την οικογένειά του (πβ. ανεξαρτητοποιήθηκε)/τον τζόγο (πβ. ξεκολλώ). Πβ. απελευθερώνω, αποδεσμεύω. ΑΝΤ. εξαρτώμαι (1) [< γαλλ. se désaccoutumer]
5353απέξω[ἀπέξω] α-πέ-ξω επίρρ. & απ' έξω & (λαϊκό) απόξω 1. έξω ή από έξω: Κάθεται/στέκεται ~. Το ταξί είναι ~. Περιμένει ~ από την πόρτα/το σπίτι/το σχολείο. Κλειδώθηκε ~. ~ ερχόταν πολύς θόρυβος/πολλή ζέστη. Βλέπω/παρατηρώ (κάτι) ~. Φοράει το πουκάμισό του ~ (ενν. από το παντελόνι). Το μοναστήρι ~ μοιάζει με μεσαιωνικό κάστρο. Το γλυκό είναι τραγανό ~ και ζουμερό από μέσα. Το κουτί έχει ειδική σήμανση ~ (: στο εξωτερικό μέρος).|| Τα έπιπλα τα έφερε/η συνήθεια μάς ήρθε ~ (: από το εξωτερικό). ΑΝΤ. απομέσα 2. με αποστήθιση, από μνήμης: Λέει το μάθημα/το ποίημα ~. Δεν θυμάμαι τους κωδικούς/τα ονόματα ~. ΣΥΝ. από στήθους ● Ουσ.: απέξω (οι): όσοι βρίσκονται εκτός ενός συγγενικού, φιλικού ή επαγγελματικού κύκλου: Μην ακούς τι λένε οι ~., απέξω (το) (προφ.): το εξωτερικό μέρος: Το ~ του μπουφάν έχει φθαρεί. ● ΦΡ.: απέξω/απ' έξω κι από μέσα: πάρα πολύ καλά, σε πολύ μεγάλο βαθμό: Τον έμαθα/ξέρω πια ~ ~. ΣΥΝ. απ' την καλή (κι απ' την ανάποδη) (1), αφήνω κάποιον/μένω απέξω: αποκλείω κάποιον ή δεν τον εμπλέκω, αποκλείομαι από κάτι: Τους γονείς σου άφησέ τους ~, μην τους ανακατεύεις. Αφήστε μας ~, δεν πρόκειται να έρθουμε (: μη μας υπολογίζετε)!, στην απέξω (αργκό): στο περιθώριο, εκτός: Βρίσκομαι/είμαι/μένω ~ ~. Έκανε νέες παρέες και εμένα με άφησε ~ ~., απ' έξω-απ' έξω & απέξω-απέξω βλ. έξω, απέξω κι ανακατωτά βλ. ανακατωτά ● βλ. έξω [< μεσν. απέξω]
5354απέπλευσαβλ. αποπλέω
5355απέπνευσεβλ. αποπνέω
5356απεραντολογία[ἀπεραντολογία] α-πε-ρα-ντο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): ακατάσχετη φλυαρία, μακρηγορία, πολυλογία: ~ με κουραστικές επαναλήψεις. ~ επί παντός επιστητού. Κείμενο χωρίς ανούσιες ~ες. Αποφεύγω/περιορίζω τις ~ες. Πβ. πλατειασμός. Βλ. αερολογία, αμετροέπεια, αοριστολογία. ΑΝΤ. βραχυλογία (2), λακωνικότητα [< μτγν. ἀπεραντολογία]
5357απεραντολογώ[ἀπεραντολογῶ] α-πε-ρα-ντο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {απεραντολογ-είς ..., -ώντας | (σπάν.) απεραντολογ-ήσει} (απαιτ. λεξιλόγ.): επιδίδομαι σε απεραντολογία· φλυαρώ ακατάσχετα: για να μην ~ ... (πβ. μακρηγορώ, πλατειάζω, πολυλογώ). ~εί με ανούσια πράγματα και δεν καταλήγει πουθενά. Βλ. -λογώ. [< μτγν. ἀπεραντολογῶ]
5358απέραντος, η, ο [ἀπέραντος] α-πέ-ρα-ντος επίθ. (επιτατ.): πάρα πολύ μεγάλος σε έκταση, αχανής, πελώριος: ~ος: κόσμος/ορίζοντας/ωκεανός. ~η: θάλασσα/πόλη. ~ο: κενό/Σύμπαν. ~ες: παραλίες. Πβ. άπειρος, ατελείωτος, τεράστιος.|| (μτφ.) ~ος: θαυμασμός/πόνος. ~η: δυστυχία/ευτυχία/θλίψη/μοναξιά. ~ο: μίσος. ~ες: γνώσεις. Με ~η αγάπη (και ευγνωμοσύνη) (: στο τέλος επιστολής). Πβ. ανεξάντλητος, απεριόριστος. ● επίρρ.: απέραντα [< αρχ. ἀπέραντος]
5359απεραντοσύνη[ἀπεραντοσύνη] α-πε-ρα-ντο-σύ-νη ουσ. (θηλ.): ασύλληπτα μεγάλη έκταση: η ~ της θάλασσας/του ουρανού/του Σύμπαντος (βλ. χάος). Αίσθηση/συνειδητοποίηση της ~ης του κόσμου.|| (μτφ.) Η ~ της γλώσσας/της γνώσης/του Θεού/της ψυχής (= το μεγαλείο). Πβ. απειρότητα. Βλ. -οσύνη.
5360απέραστος, η, ο [ἀπέραστος] α-πέ-ρα-στος επίθ. 1. που δεν μπορεί να τον περάσει κάποιος: Ο δρόμος τον χειμώνα είναι ~ από το χιόνι. Πβ. αδιάβατος. 2. που δεν έχει καταχωρηθεί: ~η βαθμολογία. Ποσά ~α στο βιβλίο εξόδων. Πβ. ακαταχώριστος. [< 1: μεσν. απέραστος]
5361απεργάζομαι[ἀπεργάζομαι] α-περ-γά-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {απεργά-στηκε, απεργαζ-όμενος} (απαιτ. λεξιλόγ.): κάνω ύπουλα σχέδια σε βάρος κάποιου: ~ονται την ανατροπή του καθεστώτος/τη χειραγώγηση των πολιτών. Πβ. εξυφαίνω, μηχανεύομαι. [< αρχ. ἀπεργάζομαι ‘ολοκληρώνω, τελειώνω’]
5362απεργία[ἀπεργία] α-περ-γί-α ουσ. (θηλ.) {απεργι-ών} 1. εκούσια, συλλογική και οργανωμένη αποχή από την εργασία, που συνοδεύεται από περικοπή μισθού και έχει ως στόχο την ικανοποίηση των αιτημάτων των εργαζομένων: αιφνιδιαστική/απροειδοποίητη/γενική/καθολική/κλαδική (βλ. παν~)/μαζική/νόμιμη/πανελλαδική/πολιτική/συμβολική ~. ~ διδασκόντων/εργατών/συμβασιούχων/υπαλλήλων. ~ των εργαζομένων στο μετρό/στις τράπεζες. ~ διαρκείας/συμπαράστασης. ~ για το ασφαλιστικό/για αύξηση μισθών. Αναστολή/κήρυξη/λύση/παράταση/περιφρούρηση της ~ας. Μπαράζ ~ών. Σε κλοιό ~ών η χώρα. Το (συνταγματικά κατοχυρωμένο) δικαίωμα της ~ας. Κάλεσμα σε ~. Αναστέλλουν την/βρίσκονται σε/έχουν/κατεβαίνουν σε/πραγματοποιούν ~. Έληξε/παρατείνεται/συνεχίζεται η ~. Την ~ οργάνωσε η ΑΔΕΔΥ. Εικοσιτετράωρη ~ κήρυξε η ΓΣΕΕ. Σε τριήμερη ~ προχωρούν οι ... Μεγάλη/μικρή συμμετοχή στην ~. Κάνω ~ (= απεργώ). Σπάω την ~ (βλ. απεργοσπάστης). Στην ~ λαμβάνουν μέρος και οι εργαζόμενοι στις ΔΕΚΟ. Βλ. α(ν)εργία, αντ~, πικετοφορία. 2. προσωρινή διακοπή δραστηριοτήτων ως μορφή διαμαρτυρίας ή για τη διεκδίκηση αιτημάτων: πανευρωπαϊκή ~ φοιτητών και μαθητών. Βλ. αποχή. ● ΣΥΜΠΛ.: απεργία αλληλεγγύης: που στοχεύει στην υποστήριξη ή την ενίσχυση της διαπραγματευτικής θέσης άλλων εργαζομένων. [< αγγλ. sympathy/solidarity strike] , απεργία πείνας/δίψας: άρνηση λήψης τροφής/νερού ως έσχατη μορφή διαμαρτυρίας ή άσκησης πίεσης για την ικανοποίηση αιτήματος., καταχρηστική απεργία: που λόγω παρατεταμένης διάρκειας συνεπάγεται τη δυνατότητα καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη: Παράνομη και καταχρηστική κηρύχθηκε/κρίθηκε από το δικαστήριο η απεργία. [< γαλλ. grève abusive] , κυλιόμενη/επαναλαμβανόμενη απεργία: που πραγματοποιείται σε διαδοχικά χρονικά διαστήματα, κάποτε από διαφορετικές κατηγορίες προσωπικού ή σε διαφορετικά τμήματα μιας επιχείρησης ή υπηρεσίας: ~ ~ ανά γεωγραφικό διαμέρισμα. Απεργιακός αγώνας διαρκείας με πενθήμερες ~ες ~ες. [< αγγλ. rolling strike, 1969] , λευκή απεργία: όταν οι εργαζόμενοι προσέρχονται στον χώρο εργασίας, αλλά αρνούνται να εργαστούν και γενικότ. απέχουν από τα καθήκοντά τους. Βλ. καθιστική διαμαρτυρία, στάση εργασίας., προειδοποιητική απεργία: μικρής διάρκειας που γίνεται με σκοπό να τονιστεί η αποφασιστικότητα των εργαζομένων να διεκδικήσουν την ικανοποίηση των αιτημάτων τους. [< αγγλ. warning/token strike] [< γαλλ. grève]
5363απεργιακός, ή, ό [ἀπεργιακός] α-περ-γι-α-κός επίθ.: που αναφέρεται στην απεργία: ~ός: αγώνας/αναβρασμός/κύκλος/πυρετός. ~ή: δράση/επιτροπή/θύελλα. ~ό: κίνημα/μέτωπο/μπλακ άουτ. ~ές: κινητοποιήσεις/συγκεντρώσεις. ~ά: μέτρα. Σε ~ό κλοιό/~ούς ρυθμούς η χώρα. Στα ύψη το ~ό θερμόμετρο.
5364απεργός[ἀπεργός] α-περ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): εργαζόμενος που απεργεί: ο αγώνας/τα αιτήματα των ~ών. Επεισόδια μεταξύ ~ών και απεργοσπαστών. Οι ~οί οργανώνουν συλλαλητήριο. Βλ. διαδηλωτής, καταληψίας.|| (ως επίθ.) ~οί δάσκαλοι/τραπεζικοί. ● ΣΥΜΠΛ.: απεργός πείνας: αυτός που κάνει απεργία πείνας: κρατούμενος/πολιτικός πρόσφυγας-~ ~. [< γαλλ. gréviste, περ. 1848]
5365απεργοσπασία[ἀπεργοσπασία] α-περ-γο-σπα-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αποχή από απεργία: ανοιχτή ~. ~ και υπονόμευση της απεργίας. [< αγγλ. strikebreaking, 1905]
5366απεργοσπάστης[ἀπεργοσπάστης] α-περ-γο-σπά-στης ουσ. (αρσ.) {απεργοσπαστών | σπάν. (θηλ.) απεργοσπάστρια} (αρνητ. συνυποδ.): εργαζόμενος ο οποίος δεν συμμετέχει σε απεργία και επιλέγει να εργαστεί κανονικά ή προσλαμβάνεται, για να αντικαταστήσει απεργό: επιθέσεις εναντίον ~ών.|| (ως επίθ.) ~ες εργάτες. [< γαλλ. briseur de grève]
5367απεργοσπαστικός, ή, ό [ἀπεργοσπαστικός] α-περ-γο-σπα-στι-κός επίθ. (αρνητ. συνυποδ.): που σχετίζεται με τον απεργοσπάστη: ~ός: μηχανισμός. ~ή: ενέργεια/κίνηση. ~ές: μεθοδεύσεις. ● επίρρ.: απεργοσπαστικά
5368απεργώ[ἀπεργῶ] α-περ-γώ ρ. (αμτβ.) {απεργ-είς ..., -ώντας | απέργ-ησα (συνήθ. λόγ.) απήργ-ησα, απεργ-ήσει, μτχ. (λόγ.) απεργ-ούντες}: απέχω από τα εγασιακά μου καθήκοντα, λόγω συμμετοχής σε απεργία: Οι εργαζόμενοι ~ούν και διαδηλώνουν/διεκδικούν. ~εί η ΓΣΕΕ/ο δημόσιος τομέας/το νοσηλευτικό προσωπικό. Οι δικηγόροι/συμβασιούχοι θα ~ήσουν, αντιδρώντας στο νομοσχέδιο. ~ούντες: υπάλληλοι.|| (μτφ.) ~ούν τα ταξί.
5369απερήμωση[ἀπερήμωση] α-πε-ρή-μω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΛ.- ΚΛΙΜΑΤ. ερημοποίηση. 2. (απαιτ. λεξιλόγ.) ερήμωση: εγκατάλειψη και ~ της υπαίθρου.|| (μτφ.) Κοινωνική/οικονομική ~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.