| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5358 | απέραντος | , η, ο [ἀπέραντος] α-πέ-ρα-ντος επίθ. (επιτατ.): πάρα πολύ μεγάλος σε έκταση, αχανής, πελώριος: ~ος: κόσμος/ορίζοντας/ωκεανός. ~η: θάλασσα/πόλη. ~ο: κενό/Σύμπαν. ~ες: παραλίες. Πβ. άπειρος, ατελείωτος, τεράστιος.|| (μτφ.) ~ος: θαυμασμός/πόνος. ~η: δυστυχία/ευτυχία/θλίψη/μοναξιά. ~ο: μίσος. ~ες: γνώσεις. Με ~η αγάπη (και ευγνωμοσύνη) (: στο τέλος επιστολής). Πβ. ανεξάντλητος, απεριόριστος. ● επίρρ.: απέραντα [< αρχ. ἀπέραντος] | |
| 5359 | απεραντοσύνη | [ἀπεραντοσύνη] α-πε-ρα-ντο-σύ-νη ουσ. (θηλ.): ασύλληπτα μεγάλη έκταση: η ~ της θάλασσας/του ουρανού/του Σύμπαντος (βλ. χάος). Αίσθηση/συνειδητοποίηση της ~ης του κόσμου.|| (μτφ.) Η ~ της γλώσσας/της γνώσης/του Θεού/της ψυχής (= το μεγαλείο). Πβ. απειρότητα. Βλ. -οσύνη. | |
| 5360 | απέραστος | , η, ο [ἀπέραστος] α-πέ-ρα-στος επίθ. 1. που δεν μπορεί να τον περάσει κάποιος: Ο δρόμος τον χειμώνα είναι ~ από το χιόνι. Πβ. αδιάβατος. 2. που δεν έχει καταχωρηθεί: ~η βαθμολογία. Ποσά ~α στο βιβλίο εξόδων. Πβ. ακαταχώριστος. [< 1: μεσν. απέραστος] | |
| 5361 | απεργάζομαι | [ἀπεργάζομαι] α-περ-γά-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {απεργά-στηκε, απεργαζ-όμενος} (απαιτ. λεξιλόγ.): κάνω ύπουλα σχέδια σε βάρος κάποιου: ~ονται την ανατροπή του καθεστώτος/τη χειραγώγηση των πολιτών. Πβ. εξυφαίνω, μηχανεύομαι. [< αρχ. ἀπεργάζομαι ‘ολοκληρώνω, τελειώνω’] | |
| 5362 | απεργία | [ἀπεργία] α-περ-γί-α ουσ. (θηλ.) {απεργι-ών} 1. εκούσια, συλλογική και οργανωμένη αποχή από την εργασία, που συνοδεύεται από περικοπή μισθού και έχει ως στόχο την ικανοποίηση των αιτημάτων των εργαζομένων: αιφνιδιαστική/απροειδοποίητη/γενική/καθολική/κλαδική (βλ. παν~)/μαζική/νόμιμη/πανελλαδική/πολιτική/συμβολική ~. ~ διδασκόντων/εργατών/συμβασιούχων/υπαλλήλων. ~ των εργαζομένων στο μετρό/στις τράπεζες. ~ διαρκείας/συμπαράστασης. ~ για το ασφαλιστικό/για αύξηση μισθών. Αναστολή/κήρυξη/λύση/παράταση/περιφρούρηση της ~ας. Μπαράζ ~ών. Σε κλοιό ~ών η χώρα. Το (συνταγματικά κατοχυρωμένο) δικαίωμα της ~ας. Κάλεσμα σε ~. Αναστέλλουν την/βρίσκονται σε/έχουν/κατεβαίνουν σε/πραγματοποιούν ~. Έληξε/παρατείνεται/συνεχίζεται η ~. Την ~ οργάνωσε η ΑΔΕΔΥ. Εικοσιτετράωρη ~ κήρυξε η ΓΣΕΕ. Σε τριήμερη ~ προχωρούν οι ... Μεγάλη/μικρή συμμετοχή στην ~. Κάνω ~ (= απεργώ). Σπάω την ~ (βλ. απεργοσπάστης). Στην ~ λαμβάνουν μέρος και οι εργαζόμενοι στις ΔΕΚΟ. Βλ. α(ν)εργία, αντ~, πικετοφορία. 2. προσωρινή διακοπή δραστηριοτήτων ως μορφή διαμαρτυρίας ή για τη διεκδίκηση αιτημάτων: πανευρωπαϊκή ~ φοιτητών και μαθητών. Βλ. αποχή. ● ΣΥΜΠΛ.: απεργία αλληλεγγύης: που στοχεύει στην υποστήριξη ή την ενίσχυση της διαπραγματευτικής θέσης άλλων εργαζομένων. [< αγγλ. sympathy/solidarity strike] , απεργία πείνας/δίψας: άρνηση λήψης τροφής/νερού ως έσχατη μορφή διαμαρτυρίας ή άσκησης πίεσης για την ικανοποίηση αιτήματος., καταχρηστική απεργία: που λόγω παρατεταμένης διάρκειας συνεπάγεται τη δυνατότητα καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη: Παράνομη και καταχρηστική κηρύχθηκε/κρίθηκε από το δικαστήριο η απεργία. [< γαλλ. grève abusive] , κυλιόμενη/επαναλαμβανόμενη απεργία: που πραγματοποιείται σε διαδοχικά χρονικά διαστήματα, κάποτε από διαφορετικές κατηγορίες προσωπικού ή σε διαφορετικά τμήματα μιας επιχείρησης ή υπηρεσίας: ~ ~ ανά γεωγραφικό διαμέρισμα. Απεργιακός αγώνας διαρκείας με πενθήμερες ~ες ~ες. [< αγγλ. rolling strike, 1969] , λευκή απεργία: όταν οι εργαζόμενοι προσέρχονται στον χώρο εργασίας, αλλά αρνούνται να εργαστούν και γενικότ. απέχουν από τα καθήκοντά τους. Βλ. καθιστική διαμαρτυρία, στάση εργασίας., προειδοποιητική απεργία: μικρής διάρκειας που γίνεται με σκοπό να τονιστεί η αποφασιστικότητα των εργαζομένων να διεκδικήσουν την ικανοποίηση των αιτημάτων τους. [< αγγλ. warning/token strike] [< γαλλ. grève] | |
| 5363 | απεργιακός | , ή, ό [ἀπεργιακός] α-περ-γι-α-κός επίθ.: που αναφέρεται στην απεργία: ~ός: αγώνας/αναβρασμός/κύκλος/πυρετός. ~ή: δράση/επιτροπή/θύελλα. ~ό: κίνημα/μέτωπο/μπλακ άουτ. ~ές: κινητοποιήσεις/συγκεντρώσεις. ~ά: μέτρα. Σε ~ό κλοιό/~ούς ρυθμούς η χώρα. Στα ύψη το ~ό θερμόμετρο. | |
| 5364 | απεργός | [ἀπεργός] α-περ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): εργαζόμενος που απεργεί: ο αγώνας/τα αιτήματα των ~ών. Επεισόδια μεταξύ ~ών και απεργοσπαστών. Οι ~οί οργανώνουν συλλαλητήριο. Βλ. διαδηλωτής, καταληψίας.|| (ως επίθ.) ~οί δάσκαλοι/τραπεζικοί. ● ΣΥΜΠΛ.: απεργός πείνας: αυτός που κάνει απεργία πείνας: κρατούμενος/πολιτικός πρόσφυγας-~ ~. [< γαλλ. gréviste, περ. 1848] | |
| 5365 | απεργοσπασία | [ἀπεργοσπασία] α-περ-γο-σπα-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αποχή από απεργία: ανοιχτή ~. ~ και υπονόμευση της απεργίας. [< αγγλ. strikebreaking, 1905] | |
| 5366 | απεργοσπάστης | [ἀπεργοσπάστης] α-περ-γο-σπά-στης ουσ. (αρσ.) {απεργοσπαστών | σπάν. (θηλ.) απεργοσπάστρια} (αρνητ. συνυποδ.): εργαζόμενος ο οποίος δεν συμμετέχει σε απεργία και επιλέγει να εργαστεί κανονικά ή προσλαμβάνεται, για να αντικαταστήσει απεργό: επιθέσεις εναντίον ~ών.|| (ως επίθ.) ~ες εργάτες. [< γαλλ. briseur de grève] | |
| 5367 | απεργοσπαστικός | , ή, ό [ἀπεργοσπαστικός] α-περ-γο-σπα-στι-κός επίθ. (αρνητ. συνυποδ.): που σχετίζεται με τον απεργοσπάστη: ~ός: μηχανισμός. ~ή: ενέργεια/κίνηση. ~ές: μεθοδεύσεις. ● επίρρ.: απεργοσπαστικά | |
| 5368 | απεργώ | [ἀπεργῶ] α-περ-γώ ρ. (αμτβ.) {απεργ-είς ..., -ώντας | απέργ-ησα (συνήθ. λόγ.) απήργ-ησα, απεργ-ήσει, μτχ. (λόγ.) απεργ-ούντες}: απέχω από τα εγασιακά μου καθήκοντα, λόγω συμμετοχής σε απεργία: Οι εργαζόμενοι ~ούν και διαδηλώνουν/διεκδικούν. ~εί η ΓΣΕΕ/ο δημόσιος τομέας/το νοσηλευτικό προσωπικό. Οι δικηγόροι/συμβασιούχοι θα ~ήσουν, αντιδρώντας στο νομοσχέδιο. ~ούντες: υπάλληλοι.|| (μτφ.) ~ούν τα ταξί. | |
| 5369 | απερήμωση | [ἀπερήμωση] α-πε-ρή-μω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΛ.- ΚΛΙΜΑΤ. ερημοποίηση. 2. (απαιτ. λεξιλόγ.) ερήμωση: εγκατάλειψη και ~ της υπαίθρου.|| (μτφ.) Κοινωνική/οικονομική ~. | |
| 5370 | απερίγραπτος | , η, ο [ἀπερίγραπτος] α-πε-ρί-γρα-πτος επίθ.: που είναι δύσκολο να περιγραφεί με λόγια (για κάτι θετικό ή αρνητικό): ~ος: ενθουσιασμός (= ανείπωτος). ~η: εμπειρία/χαρά (= ανομολόγητη). ~ες: δυνατότητες. Τοπίο ~ου φυσικού κάλλους. Έχει ένα μοναδικό και ~ο τρόπο να ... Είναι ~ο το πόσο .../το τι ...|| ~η: αγωνία/αθλιότητα/λύπη/μοναξιά/συγκίνηση/ταλαιπωρία (= απίστευτη)/φτώχεια. ~ο: άγχος/θέαμα/μαρτύριο. ~α: βασανιστήρια/λάθη (= φρικτά). Σε ~ο χάλι. ~ες (= ανεκδιήγητες) καταστάσεις. || (για πρόσ., αρνητ. συνυποδ.) Είναι κυριολεκτικά ~ (πβ. απαράδεκτος, αχαρακτήριστος)! ● επίρρ.: απερίγραπτα [< μτγν. ἀπερίγραπτος ‘εγκυρος, απεριόριστος’] | |
| 5371 | απεριοδικός | , ή, ό [ἀπεριοδικός] α-πε-ρι-ο-δι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που δεν εμφανίζει περιοδικότητα: ~ός: χρονισμός. ~ή: διέγερση/ταλάντωση. ~ές: κυματοειδείς κινήσεις. ~ά: σήματα (συνεχούς χρόνου). ΑΝΤ. περιοδικός [< γαλλ. apériodique, αγγλ. aperiodic] | |
| 5372 | απεριόριστος | , η, ο [ἀπεριόριστος] α-πε-ρι-ό-ρι-στος επίθ. 1. που δεν έχει πέρας, όρια, άπειρος: ~ος: αποθηκευτικός χώρος (= τεράστιος)/αριθμός ανθρώπων/όγκος δεδομένων. ~ο: πλήθος/ποσό. ~οι: συνδυασμοί.|| (μτφ.) ~η: αγάπη/δύναμη/εκτίμηση/εμπιστοσύνη. Έχει ~η αντοχή/υπομονή (πβ. ανεξάντλητη)! Πβ. απέραντος, ατελείωτος. 2. που δεν υπόκειται σε περιορισμούς: ~η: ελευθερία/κατανάλωση/χρήση. ~ες: δυνατότητες/επιλογές/επισκέψεις/μετακινήσεις/προσπάθειες. ~α: δικαιώματα. ~ χρόνος ομιλίας. ~ες αστικές και υπεραστικές κλήσεις. Παροχή ~ης σύνδεσης στο διαδίκτυο. Κάρτα ~ίστων διαδρομών. Η τιμή ενοικίασης αυτοκινήτου περιλαμβάνει ~α χιλιόμετρα. Διαμέρισμα με ~η (πβ. ανεμπόδιστη, άπλετη) θέα. ΑΝΤ. περιορισμένος (1) ● επίρρ.: απεριόριστα & (λόγ.) απεριορίστως [< μτγν. ἀπεριόριστος, γαλλ. illimité] | |
| 5373 | απεριποίητος | , η, ο [ἀπεριποίητος] α-πε-ρι-ποί-η-τος επίθ.: που δεν είναι περιποιημένος: (για πρόσ.) ~ και αξύριστος/βρόμικος.|| ~η: εμφάνιση/κόμμωση. ~ο: μουστάκι/πρόσωπο. ~α: μαλλιά (πβ. άφτιαχτα, αχτένιστα)/νύχια/χέρια. Πβ. ατημέλητος, αφρόντιστος.|| ~ος: κήπος. ~η: αυλή. ~ο: σπίτι. ΑΝΤ. περιποιημένος [< μεσν. απεριποίητος] | |
| 5374 | απερίσκεπτος | , η, ο [ἀπερίσκεπτος] α-πε-ρί-σκε-πτος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από απερισκεψία, επιπόλαιος: (για πρόσ.) ~ος: οδηγός (πβ. απρόσεκτος). Πβ. άμυαλος, ανόητος, άφρων.|| ~η: συμπεριφορά. ~οι: χειρισμοί. ~ες: αντιδράσεις/απαντήσεις/δηλώσεις. ~α: λόγια. ~ες και ανώριμες πράξεις. Πβ. αστόχαστος, ασυλλόγιστος. ● επίρρ.: απερίσκεπτα & (λόγ.) απερισκέπτως [< αρχ. ἀπερίσκεπτος] | |
| 5375 | απερισκεψία | [ἀπερισκεψία] α-πε-ρι-σκε-ψί-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη σύνεσης και συνεκδ. επιπόλαιη πράξη: Σε μια στιγμή ~ας ... Θα ήταν ~ να ... Το ατύχημα προκλήθηκε από καθαρή ~. Πβ. αμυαλιά, ανευθυν-, επιπολαι-ότητα, απρονοησία.|| Απαράδεκτη/εγκληματική/νεανική ~. Μετάνιωσε για την ~ της. Πληρώνει τα λάθη και τις ~ες του. | |
| 5376 | απερίσπαστος | , η, ο [ἀπερίσπαστος] α-πε-ρί-σπα-στος επίθ. (λόγ.): που προσηλώνεται στην ασχολία, στο έργο του· κατ' επέκτ. που γίνεται με προσοχή και αφοσίωση: Θα συνεχίσει ~ την προσπάθειά του. Αφοσιώθηκε ~η στο γράψιμο. Θέλω να κάνω τη δουλειά μου συγκεντρωμένος και ~.|| ~η: άσκηση (καθηκόντων)/εργασία. Πβ. ανεμπόδιστος, ανενόχλητος. ● επίρρ.: απερίσπαστα [< μτγν. ἀπερίσπαστος] | |
| 5377 | απεριτίφ | [ἀπεριτίφ] α-πε-ρι-τίφ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ορεκτικό ποτό: αρωματικό/γλυκό/πικρό ~. Βλ. κοκτέιλ.|| Στο ~ (: κατά τη διάρκεια σερβιρίσματός του). [< γαλλ. apéritif] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ