Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [6300-6320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5378απέριττος, η, ο [ἀπέριττος] α-πέ-ριτ-τος επίθ. (λόγ.): που δεν έχει περιττά στοιχεία, που χαρακτηρίζεται από απλότητα και λιτότητα: ~ος: λόγος/σχεδιασμός/χώρος. ~η: γραφή/ομορφιά. ~ο: στιλ. ~ες: κινήσεις. Λιτή και ~η ζωή. Απλό και ~ο ύφος. Σε ~ες γραμμές. ΑΝΤ. επιτηδευμένος, πολύπλοκος.|| (σπανιότ. για πρόσ.) Μετριόφρων/σεμνός και ~.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο της κατασκευής. ● επίρρ.: απέριττα [< μτγν. ἀπέριττος]
5379απερίφραστος, η, ο [ἀπερίφραστος] α-πε-ρί-φρα-στος επίθ. (λόγ.): που διατυπώνεται με άμεσο, ευθύ και κατηγορηματικό τρόπο, χωρίς περιστροφές και υπονοούμενα: ~ος: θαυμασμός/σεβασμός. ~η: άρνηση/καταδίκη (της βίας). ~ες: απειλές/δηλώσεις. Διατυπώνω/καταδικάζω μια άποψη με τον πλέον σαφή και ~ο τρόπο. Πβ. ρητός. ΑΝΤ. έμμεσος. ● επίρρ.: απερίφραστα & (λόγ.) απεριφράστως: ΑΝΤ. απ' έξω-απ' έξω & απέξω-απέξω [< μεσν. απερίφραστος]
5380άπερκατ[ἄπερκατ] ά-περ-κατ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στην πυγμαχία) γροθιά που δίνεται με λυγισμένο τον αγκώνα, έχει φορά από κάτω προς τα πάνω και πλήττει τον αντίπαλο στο σαγόνι: αριστερό/δεξί ~. Βλ. κροσέ, ντιρέκτ. [< αγγλ. uppercut]
5381απέρχομαι[ἀπέρχομαι] α-πέρ-χο-μαι ρ. (αμτβ.) {μτχ. απερχόμενος, -η, -ο | απ-ήλθα, απ-έλθει, μτχ. απελθ-ών, -ούσα, -όν} (λόγ.): φεύγω, αποχωρώ· κατ' επέκτ. εγκαταλείπω θέση, αξίωμα λόγω αποπομπής ή συνταξιοδότησης: ~ από μια εκδήλωση/την εργασία μου/μια σύσκεψη. (λογιότ.) ~ήλθε της αιθούσης. ΑΝΤ. (προσ)έρχομαι, φτάνω.|| ~ήλθε από το διοικητικό συμβούλιο. ~εται από την ενεργό υπηρεσία (πβ. αποσύρεται, συνταξιοδοτείται). ● Μτχ.: απελθών , ούσα, όν: Ο ~ πρόεδρος/υπουργός. Η ~ούσα διοίκηση., απερχόμενος , η, ο: Δηλώσεις/ομιλία του ~ου δημάρχου/πρύτανη. Η ~η Βουλή/δημοτική Αρχή/ηγεσία. Απολογισμός της θητείας της ~ης κυβέρνησης. ● ΦΡ.: ήλθε, είδε και απήλθε & ήλθον, είδον και απήλθον (ειρων.): για να δηλωθεί ότι κάποιος καλείται να βοηθήσει, αλλά αποχωρεί άπρακτος: ~ ~, χωρίς να δώσει κάποια λύση. Βλ. veni, vidi, vici., παρελθέτω/απελθέτω απ' εμού το ποτήριον τούτο βλ. ποτήριο [< αρχ. ἀπέρχομαι]
5382απεσταγμένος, η, ο βλ. αποσταγμένος
5383απεστάληβλ. αποστέλλω
5384απεσταλμένος, η, ο [ἀπεσταλμένος] α-πε-σταλ-μέ-νος επίθ.: που έχει αποσταλεί: ~η: επιστολή. ~ο: δέμα.|| (για ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή κινητό τηλέφωνο) ~α: μηνύματα.|| (ως ουσ.) Φάκελος ~ων. Βλ. εισερχ-, εξερχ-όμενα. ● Ουσ.: απεσταλμένος, απεσταλμένη (ο/η) 1. πρόσωπο που έχει οριστεί ως εκπρόσωπος κρατικού ή διεθνούς φορέα, προκειμένου να φέρει σε πέρας αποστολή στο εξωτερικό: ειδικός/έκτακτος/διπλωματικός/προεδρικός ~. ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης/του ΟΗΕ/της Ύπατης Αρμοστείας. Βλ. διπλωματική αποστολή.|| (παλαιότ.) Οι ~οι (πβ. αγγελιοφόροι, αντιπρόσωποι) του βασιλιά. 2. δημοσιογράφος που έχει σταλεί σε ξένη χώρα από το έντυπο (εφημερίδα ή περιοδικό) ή από τον σταθμό (τηλεοπτικό, ραδιοφωνικό) στο(ν) οποίο εργάζεται, προκειμένου να καλύψει ένα συγκεκριμένο γεγονός: ~ διεθνούς πρακτορείου. Ρεπορτάζ της ~ης στα κατεχόμενα εδάφη. Πβ. ανταποκριτής. [< γαλλ. envoyé] [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. ἀποστέλλω, αγγλ. sent]
5385απέσχονβλ. απέχω
5386απετράπηβλ. αποτρέπω
5387απευαισθητοποίηση[ἀπευαισθητοποίηση] α-πευ-αι-σθη-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. μείωση ή εξάλειψη της (υπερ)ευαισθησίας οργανισμού σε ουσία, φάρμακο: ~ στην ασπιρίνη/πενικιλίνη. Εμβόλια/ενέσεις/θεραπείες ~ης. Πβ. ανοσοθεραπεία, ταχυφυλαξία.|| ~ των δοντιών (βλ. απονεύρωση). 2. ΨΥΧΙΑΤΡ. ψυχοθεραπευτική τεχνική για την αντιμετώπιση αγχωδών καταστάσεων, όπως η φοβία: συστηματική ~. 3. (μτφ.) διαδικασία μέσω της οποίας κάποιος γίνεται λιγότερο ευαίσθητος και το αντίστοιχο αποτέλεσμα: ~ στη βία. Πβ. αναισθητοποίηση. Βλ. εξοικείωση. ΑΝΤ. ευαισθητοποίηση (1) [< γαλλ. désensibilisation, 1926]
5388απευαισθητοποιώ[ἀπευαισθητοποιῶ] α-πευ-αι-σθη-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.): (μτφ.) κάνω κάποιον λιγότερο ευαίσθητο σε κάτι. ● Παθ.: απευαισθητοποιούμαι (για ασθενή) 1. ΙΑΤΡ. ακολουθώ θεραπεία απευαισθητοποίησης, συνήθ. σε περιπτώσεις αλλεργιών: Εγχέονται μικρές δόσεις αλλεργιογόνου, για να ~ηθεί το ανοσοποιητικό σύστημα. 2. ΨΥΧΙΑΤΡ. απαλλάσσομαι από φοβία, καθώς έρχομαι αντιμέτωπος με τα ερεθίσματα που την προκαλούν. [< γαλλ. désensibiliser]
5389απευθείας[ἀπευθείας] α-πευ-θεί-ας επίρρ. 1. ζωντανά (για τηλεοπτική ή ραδιοφωνική αναμετάδοση): Το κανάλι θα μεταδώσει ~ τον αγώνα.|| (ως επίθ.) Σε ~ σύνδεση με τον τηλεοπτικό σταθμό ... 2. κατευθείαν, χωρίς στάσεις ή διαμεσολάβηση: Ταξίδεψαν ~ στο ... (: χωρίς μετεπιβίβαση). (ως επίθ.) ~ πρόσβαση (= άμεση)/πτήσεις.|| Εξελέγη Πρόεδρος ~ από τον λαό (: όχι από τη Βουλή). (ως επίθ.) ~ διαπραγματεύσεις/εμπόριο/επικοινωνία με τους πελάτες/συνομιλίες. ● ΣΥΜΠΛ.: άμεση/απευθείας πώληση βλ. πώληση ● ΦΡ.: απευθείας ανάθεση (έργου/προμήθειας) βλ. ανάθεση [< μτγν. ἀπ' εὐθείας, πβ. γαλλ. en direct, 1938]
5390απεύθυνση[ἀπεύθυνση] α-πεύ-θυν-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. ενέργεια που στοχεύει στην κινητοποίηση του ενδιαφέροντος και τη δραστηριοποίηση ομάδων ή των αρμοδίων: δημόσια/ευρεία/κοινωνική/μονομερής/πολιτική/συστηματική ~. ~ στους/(σπανιότ.) προς τους τοπικούς φορείς. Η μαζική ~ της τηλεόρασης (στο ευρύ κοινό). Μήνυμα ειρήνης διεθνούς ~ης. Πρωτοβουλίες και ~ύνσεις. Βλ. απήχηση. 2. εκφορά λόγου με συγκεκριμένο αποδέκτη. Πβ. προσφώνηση. [< μτγν. ἀπεύθυνσις 'διευθέτηση', γαλλ. adressage]
5391απευθύνω[ἀπευθύνω] α-πευ-θύ-νω ρ. (μτβ.) {απεύθυ-να (λόγ. απηύθυνα), απευθύν-ει, απευθύ-νθηκα, απευθυ-νθεί, (λόγ.) -νθείς, -νθείσα, απευθυν-όμενος, -οντας} (επίσ.): (για προφ. ή γραπτό λόγο) ως απολεξικοποιημένο κυρ. ρήμα· ειδικότ. αποστέλλω: ~ έκκληση (= καλώ σε βοήθεια)/ερώτηση (= ρωτώ)/κατηγορίες (= κατηγορώ)/πρόταση (= προτείνω)/σύσταση (= συνιστώ)/υπόδειξη (= υποδεικνύω)/χαιρετισμό (= χαιρετίζω). Ο πρωθυπουργός ~νε διάγγελμα στον ελληνικό λαό. ~ τον λόγο (: μιλώ σε κάποιον, του δίνω τον λόγο).|| ~ αίτηση/έγγραφο/επιστολή/μήνυμα/πρόσκληση. Tο υπουργείο απηύθυνε εγκύκλιο προς όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες. Πβ. στέλνω. ● Παθ.: απευθύνομαι 1. στρέφομαι σε κάποιον, αποτείνομαι: ~ στον συνομιλητή μου. ~ στο αστυνομικό τμήμα/στη γραμματεία/στο δικαστήριο (πβ. προσφεύγω). Σε ποιον υπάλληλο θα πρέπει να ~νθώ; Η επιστολή/ερώτηση ~εται στην υπουργό. Η συγγραφέας, χρησιμοποιώντας δεύτερο πρόσωπο, ~εται άμεσα στον αναγνώστη. Για περισσότερες πληροφορίες ~νθείτε ... ~όμενος στο ακροατήριο είπε: ... 2. (μτφ.) αναφέρομαι σε: Το πρόγραμμα ~εται (= αφορά το) στο ευρύ κοινό. Το βιβλίο ~εται σε παιδιά σχολικής ηλικίας.|| ~ στην ανθρωπιά/στη λογική/στο συναίσθημα (κάποιου). Πβ. αγγίζω. [< αρχ. ἀπευθύνω, ‘ισιώνω, διευθύνω, διορθώνω’, γαλλ. (s΄)adresser]
5392απευθυσμένο[ἀπευθυσμένο] α-πευ-θυ-σμέ-νο ουσ. (ουδ.): ΑΝΑΤ. το κατώτερο τμήμα του παχέος εντέρου, το ορθό: κόλον και ~. [< μτγν. ἀπευθυσμένον (ἔντερον)]
5393απευκταίος, α, ο [ἀπευκταῖος] α-πευ-κταί-ος επίθ. (λόγ.): που απεύχεται κάποιος να γίνει: ~ος: διχασμός. ~α: κατάσταση. ~ο: αποτέλεσμα/γεγονός/ενδεχόμενο. ~ες: αλλαγές/καθυστερήσεις/συγκρούσεις. Ο πόλεμος είναι πάντα ~. Σε περίπτωση που ..., πράγμα ~ο (πβ. ο μη γένοιτο), τι θα κάνουμε; Πβ. ανεπιθύμητος. ΑΝΤ. ευκταίος ● Ουσ.: απευκταίο (το): το χειρότερο που μπορεί να συμβεί, συνήθ. ατύχημα, θάνατος ή άλλη δυσάρεστη εξέλιξη: προς αποφυγή(ν) του ~ου. Δεν απέτρεψαν το ~. Με την ελπίδα ότι θα αποφευχθεί το απευκταίο. < αρχ. ἀπευκταῖος]
5394απευχή[ἀπευχή] α-πευ-χή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ευχή, συνήθ. στερεότυπη έκφραση, που χρησιμοποιείται για να αποτραπεί κάτι δυσάρεστο: Κατάρες και ~ές. Βλ. Θεός φυλάξοι, χτύπα ξύλο. [< μτγν. ἀπευχή]
5395απεύχομαι[ἀπεύχομαι] α-πεύ-χο-μαι ρ. (μτβ.) {συνήθ. στο ενεστ. θ. | σπάν. απευχ-ήθηκε, -όμενος} (λόγ.): εύχομαι να μη συμβεί κάτι: ~ τις δυσάρεστες εκπλήξεις/το ενδεχόμενο του πολέμου. ~ να βρεθείς στη θέση μου. Αν και το ~, θα πρέπει να ... Φοβούνται και ~ονται γενίκευση της σύγκρουσης/τα χειρότερα. ΑΝΤ. προσδοκώ [< αρχ. ἀπεύχομαι]
5396απεχθάνομαι[ἀπεχθάνομαι] α-πε-χθά-νο-μαι ρ. (μτβ.) {συνήθ. στον ενεστ. κ. σπάν. στον παρατ., απεχθαν-όμουν, απεχθάν-ονταν, -όμενος} (απαιτ. λεξιλόγ.): αντιπαθώ, αποστρέφομαι κάτι ή κάποιον: ~ την ακαταστασία/την ασυνέπεια/την αχαριστία/τη βία/τους συναισθηματισμούς/τις τυπικότητες/την υποκρισία/το ψέμα. ~εται να του κάνουν υποδείξεις. Τον ~. Πβ. μισώ, μου κάθεται στο λαιμό/στο στομάχι, σιχαίνομαι. ΑΝΤ. αγαπώ (1), συμπαθώ (1) [< μτγν. ἀπεχθάνομαι]
5397απέχθεια[ἀπέχθεια] α-πέ-χθει-α ουσ. (θηλ.): συναίσθημα έντονης αντιπάθειας για κάποιον ή κάτι: προσωπική ~. (Συν)αισθήματα/έκφραση ~ας. Αισθάνεται/νιώθει ~ για/προς ... Η συμπεριφορά του μου προκαλεί ~. Τον αντιμετώπισε/κοίταξε με ~. Προτιμήσεις και ~ες (: ό,τι αποστρέφεται κάποιος). Πβ. αηδία, απαρέσκεια, αποστροφή, απώθηση, μίσος, σιχαμάρα. ΑΝΤ. αγάπη (1), συμπάθεια (1) [< αρχ. ἀπέχθεια]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.