Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [6300-6320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5370απερίγραπτος, η, ο [ἀπερίγραπτος] α-πε-ρί-γρα-πτος επίθ.: που είναι δύσκολο να περιγραφεί με λόγια (για κάτι θετικό ή αρνητικό): ~ος: ενθουσιασμός (= ανείπωτος). ~η: εμπειρία/χαρά (= ανομολόγητη). ~ες: δυνατότητες. Τοπίο ~ου φυσικού κάλλους. Έχει ένα μοναδικό και ~ο τρόπο να ... Είναι ~ο το πόσο .../το τι ...|| ~η: αγωνία/αθλιότητα/λύπη/μοναξιά/συγκίνηση/ταλαιπωρία (= απίστευτη)/φτώχεια. ~ο: άγχος/θέαμα/μαρτύριο. ~α: βασανιστήρια/λάθη (= φρικτά). Σε ~ο χάλι. ~ες (= ανεκδιήγητες) καταστάσεις. || (για πρόσ., αρνητ. συνυποδ.) Είναι κυριολεκτικά ~ (πβ. απαράδεκτος, αχαρακτήριστος)! ● επίρρ.: απερίγραπτα [< μτγν. ἀπερίγραπτος ‘εγκυρος, απεριόριστος’]
5371απεριοδικός, ή, ό [ἀπεριοδικός] α-πε-ρι-ο-δι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που δεν εμφανίζει περιοδικότητα: ~ός: χρονισμός. ~ή: διέγερση/ταλάντωση. ~ές: κυματοειδείς κινήσεις. ~ά: σήματα (συνεχούς χρόνου). ΑΝΤ. περιοδικός [< γαλλ. apériodique, αγγλ. aperiodic]
5372απεριόριστος, η, ο [ἀπεριόριστος] α-πε-ρι-ό-ρι-στος επίθ. 1. που δεν έχει πέρας, όρια, άπειρος: ~ος: αποθηκευτικός χώρος (= τεράστιος)/αριθμός ανθρώπων/όγκος δεδομένων. ~ο: πλήθος/ποσό. ~οι: συνδυασμοί.|| (μτφ.) ~η: αγάπη/δύναμη/εκτίμηση/εμπιστοσύνη. Έχει ~η αντοχή/υπομονή (πβ. ανεξάντλητη)! Πβ. απέραντος, ατελείωτος. 2. που δεν υπόκειται σε περιορισμούς: ~η: ελευθερία/κατανάλωση/χρήση. ~ες: δυνατότητες/επιλογές/επισκέψεις/μετακινήσεις/προσπάθειες. ~α: δικαιώματα. ~ χρόνος ομιλίας. ~ες αστικές και υπεραστικές κλήσεις. Παροχή ~ης σύνδεσης στο διαδίκτυο. Κάρτα ~ίστων διαδρομών. Η τιμή ενοικίασης αυτοκινήτου περιλαμβάνει ~α χιλιόμετρα. Διαμέρισμα με ~η (πβ. ανεμπόδιστη, άπλετη) θέα. ΑΝΤ. περιορισμένος (1) ● επίρρ.: απεριόριστα & (λόγ.) απεριορίστως [< μτγν. ἀπεριόριστος, γαλλ. illimité]
5373απεριποίητος, η, ο [ἀπεριποίητος] α-πε-ρι-ποί-η-τος επίθ.: που δεν είναι περιποιημένος: (για πρόσ.) ~ και αξύριστος/βρόμικος.|| ~η: εμφάνιση/κόμμωση. ~ο: μουστάκι/πρόσωπο. ~α: μαλλιά (πβ. άφτιαχτα, αχτένιστα)/νύχια/χέρια. Πβ. ατημέλητος, αφρόντιστος.|| ~ος: κήπος. ~η: αυλή. ~ο: σπίτι. ΑΝΤ. περιποιημένος [< μεσν. απεριποίητος]
5374απερίσκεπτος, η, ο [ἀπερίσκεπτος] α-πε-ρί-σκε-πτος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από απερισκεψία, επιπόλαιος: (για πρόσ.) ~ος: οδηγός (πβ. απρόσεκτος). Πβ. άμυαλος, ανόητος, άφρων.|| ~η: συμπεριφορά. ~οι: χειρισμοί. ~ες: αντιδράσεις/απαντήσεις/δηλώσεις. ~α: λόγια. ~ες και ανώριμες πράξεις. Πβ. αστόχαστος, ασυλλόγιστος. ● επίρρ.: απερίσκεπτα & (λόγ.) απερισκέπτως [< αρχ. ἀπερίσκεπτος]
5375απερισκεψία[ἀπερισκεψία] α-πε-ρι-σκε-ψί-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη σύνεσης και συνεκδ. επιπόλαιη πράξη: Σε μια στιγμή ~ας ... Θα ήταν ~ να ... Το ατύχημα προκλήθηκε από καθαρή ~. Πβ. αμυαλιά, ανευθυν-, επιπολαι-ότητα, απρονοησία.|| Απαράδεκτη/εγκληματική/νεανική ~. Μετάνιωσε για την ~ της. Πληρώνει τα λάθη και τις ~ες του.
5376απερίσπαστος, η, ο [ἀπερίσπαστος] α-πε-ρί-σπα-στος επίθ. (λόγ.): που προσηλώνεται στην ασχολία, στο έργο του· κατ' επέκτ. που γίνεται με προσοχή και αφοσίωση: Θα συνεχίσει ~ την προσπάθειά του. Αφοσιώθηκε ~η στο γράψιμο. Θέλω να κάνω τη δουλειά μου συγκεντρωμένος και ~.|| ~η: άσκηση (καθηκόντων)/εργασία. Πβ. ανεμπόδιστος, ανενόχλητος. ● επίρρ.: απερίσπαστα [< μτγν. ἀπερίσπαστος]
5377απεριτίφ[ἀπεριτίφ] α-πε-ρι-τίφ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ορεκτικό ποτό: αρωματικό/γλυκό/πικρό ~. Βλ. κοκτέιλ.|| Στο ~ (: κατά τη διάρκεια σερβιρίσματός του). [< γαλλ. apéritif]
5378απέριττος, η, ο [ἀπέριττος] α-πέ-ριτ-τος επίθ. (λόγ.): που δεν έχει περιττά στοιχεία, που χαρακτηρίζεται από απλότητα και λιτότητα: ~ος: λόγος/σχεδιασμός/χώρος. ~η: γραφή/ομορφιά. ~ο: στιλ. ~ες: κινήσεις. Λιτή και ~η ζωή. Απλό και ~ο ύφος. Σε ~ες γραμμές. ΑΝΤ. επιτηδευμένος, πολύπλοκος.|| (σπανιότ. για πρόσ.) Μετριόφρων/σεμνός και ~.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο της κατασκευής. ● επίρρ.: απέριττα [< μτγν. ἀπέριττος]
14114απέριττος

, ή, ό δω-ρι-κός επίθ. 1. (μτφ.) που ταιριάζει στο ύφος και τη συμπεριφορά των Δωριέων, λιτός, απέριττος: ~ός: λόγος. ~ή: λιτότητα/νοοτροπία. Πβ. αυστηρός, λακων-, σπαρτιατ-ικός. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. που αναφέρεται στους Δωριείς, την ιστορία και τον πολιτισμό τους. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. που σχετίζεται με τον δωρικό ρυθμό: ~ή: αρχιτεκτονική/ζωφόρος/κιονοστοιχία/πρόσοψη/στοά. ~ό: κιονόκρανο/περιστύλιο. ● Ουσ.: δωρική (η) (κ. με κεφαλ. Δ): ΑΡΧ. η δωρική διάλεκτος. Βλ. αττική, ιωνική. ● ΣΥΜΠΛ.: δωρικός ρυθμός: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. ο πλέον λιτός και αυστηρός αρχαιοελληνικός ρυθμός σχεδιασμού και οικοδόμησης κτιρίων: Xαρακτηριστικό στοιχείο του ~ού ~ού είναι οι κίονες χωρίς βάση. Βλ. ιωνικός, κορινθιακός. [< γαλλ. ordre dorique, γερμ. dorische Ordnung] [< 1,2: αρχ. δωρικός 3: γαλλ. dorique, γερμ. dorischer]

5379απερίφραστος, η, ο [ἀπερίφραστος] α-πε-ρί-φρα-στος επίθ. (λόγ.): που διατυπώνεται με άμεσο, ευθύ και κατηγορηματικό τρόπο, χωρίς περιστροφές και υπονοούμενα: ~ος: θαυμασμός/σεβασμός. ~η: άρνηση/καταδίκη (της βίας). ~ες: απειλές/δηλώσεις. Διατυπώνω/καταδικάζω μια άποψη με τον πλέον σαφή και ~ο τρόπο. Πβ. ρητός. ΑΝΤ. έμμεσος. ● επίρρ.: απερίφραστα & (λόγ.) απεριφράστως: ΑΝΤ. απ' έξω-απ' έξω & απέξω-απέξω [< μεσν. απερίφραστος]
5380άπερκατ[ἄπερκατ] ά-περ-κατ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στην πυγμαχία) γροθιά που δίνεται με λυγισμένο τον αγκώνα, έχει φορά από κάτω προς τα πάνω και πλήττει τον αντίπαλο στο σαγόνι: αριστερό/δεξί ~. Βλ. κροσέ, ντιρέκτ. [< αγγλ. uppercut]
5381απέρχομαι[ἀπέρχομαι] α-πέρ-χο-μαι ρ. (αμτβ.) {μτχ. απερχόμενος, -η, -ο | απ-ήλθα, απ-έλθει, μτχ. απελθ-ών, -ούσα, -όν} (λόγ.): φεύγω, αποχωρώ· κατ' επέκτ. εγκαταλείπω θέση, αξίωμα λόγω αποπομπής ή συνταξιοδότησης: ~ από μια εκδήλωση/την εργασία μου/μια σύσκεψη. (λογιότ.) ~ήλθε της αιθούσης. ΑΝΤ. (προσ)έρχομαι, φτάνω.|| ~ήλθε από το διοικητικό συμβούλιο. ~εται από την ενεργό υπηρεσία (πβ. αποσύρεται, συνταξιοδοτείται). ● Μτχ.: απελθών , ούσα, όν: Ο ~ πρόεδρος/υπουργός. Η ~ούσα διοίκηση., απερχόμενος , η, ο: Δηλώσεις/ομιλία του ~ου δημάρχου/πρύτανη. Η ~η Βουλή/δημοτική Αρχή/ηγεσία. Απολογισμός της θητείας της ~ης κυβέρνησης. ● ΦΡ.: ήλθε, είδε και απήλθε & ήλθον, είδον και απήλθον (ειρων.): για να δηλωθεί ότι κάποιος καλείται να βοηθήσει, αλλά αποχωρεί άπρακτος: ~ ~, χωρίς να δώσει κάποια λύση. Βλ. veni, vidi, vici., παρελθέτω/απελθέτω απ' εμού το ποτήριον τούτο βλ. ποτήριο [< αρχ. ἀπέρχομαι]
5382απεσταγμένος, η, ο βλ. αποσταγμένος
5383απεστάληβλ. αποστέλλω
5384απεσταλμένος, η, ο [ἀπεσταλμένος] α-πε-σταλ-μέ-νος επίθ.: που έχει αποσταλεί: ~η: επιστολή. ~ο: δέμα.|| (για ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή κινητό τηλέφωνο) ~α: μηνύματα.|| (ως ουσ.) Φάκελος ~ων. Βλ. εισερχ-, εξερχ-όμενα. ● Ουσ.: απεσταλμένος, απεσταλμένη (ο/η) 1. πρόσωπο που έχει οριστεί ως εκπρόσωπος κρατικού ή διεθνούς φορέα, προκειμένου να φέρει σε πέρας αποστολή στο εξωτερικό: ειδικός/έκτακτος/διπλωματικός/προεδρικός ~. ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης/του ΟΗΕ/της Ύπατης Αρμοστείας. Βλ. διπλωματική αποστολή.|| (παλαιότ.) Οι ~οι (πβ. αγγελιοφόροι, αντιπρόσωποι) του βασιλιά. 2. δημοσιογράφος που έχει σταλεί σε ξένη χώρα από το έντυπο (εφημερίδα ή περιοδικό) ή από τον σταθμό (τηλεοπτικό, ραδιοφωνικό) στο(ν) οποίο εργάζεται, προκειμένου να καλύψει ένα συγκεκριμένο γεγονός: ~ διεθνούς πρακτορείου. Ρεπορτάζ της ~ης στα κατεχόμενα εδάφη. Πβ. ανταποκριτής. [< γαλλ. envoyé] [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. ἀποστέλλω, αγγλ. sent]
5385απέσχονβλ. απέχω
5386απετράπηβλ. αποτρέπω
5387απευαισθητοποίηση[ἀπευαισθητοποίηση] α-πευ-αι-σθη-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. μείωση ή εξάλειψη της (υπερ)ευαισθησίας οργανισμού σε ουσία, φάρμακο: ~ στην ασπιρίνη/πενικιλίνη. Εμβόλια/ενέσεις/θεραπείες ~ης. Πβ. ανοσοθεραπεία, ταχυφυλαξία.|| ~ των δοντιών (βλ. απονεύρωση). 2. ΨΥΧΙΑΤΡ. ψυχοθεραπευτική τεχνική για την αντιμετώπιση αγχωδών καταστάσεων, όπως η φοβία: συστηματική ~. 3. (μτφ.) διαδικασία μέσω της οποίας κάποιος γίνεται λιγότερο ευαίσθητος και το αντίστοιχο αποτέλεσμα: ~ στη βία. Πβ. αναισθητοποίηση. Βλ. εξοικείωση. ΑΝΤ. ευαισθητοποίηση (1) [< γαλλ. désensibilisation, 1926]
5388απευαισθητοποιώ[ἀπευαισθητοποιῶ] α-πευ-αι-σθη-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.): (μτφ.) κάνω κάποιον λιγότερο ευαίσθητο σε κάτι. ● Παθ.: απευαισθητοποιούμαι (για ασθενή) 1. ΙΑΤΡ. ακολουθώ θεραπεία απευαισθητοποίησης, συνήθ. σε περιπτώσεις αλλεργιών: Εγχέονται μικρές δόσεις αλλεργιογόνου, για να ~ηθεί το ανοσοποιητικό σύστημα. 2. ΨΥΧΙΑΤΡ. απαλλάσσομαι από φοβία, καθώς έρχομαι αντιμέτωπος με τα ερεθίσματα που την προκαλούν. [< γαλλ. désensibiliser]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.