Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [6320-6340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5389απευθείας[ἀπευθείας] α-πευ-θεί-ας επίρρ. 1. ζωντανά (για τηλεοπτική ή ραδιοφωνική αναμετάδοση): Το κανάλι θα μεταδώσει ~ τον αγώνα.|| (ως επίθ.) Σε ~ σύνδεση με τον τηλεοπτικό σταθμό ... 2. κατευθείαν, χωρίς στάσεις ή διαμεσολάβηση: Ταξίδεψαν ~ στο ... (: χωρίς μετεπιβίβαση). (ως επίθ.) ~ πρόσβαση (= άμεση)/πτήσεις.|| Εξελέγη Πρόεδρος ~ από τον λαό (: όχι από τη Βουλή). (ως επίθ.) ~ διαπραγματεύσεις/εμπόριο/επικοινωνία με τους πελάτες/συνομιλίες. ● ΣΥΜΠΛ.: άμεση/απευθείας πώληση βλ. πώληση ● ΦΡ.: απευθείας ανάθεση (έργου/προμήθειας) βλ. ανάθεση [< μτγν. ἀπ' εὐθείας, πβ. γαλλ. en direct, 1938]
5390απεύθυνση[ἀπεύθυνση] α-πεύ-θυν-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. ενέργεια που στοχεύει στην κινητοποίηση του ενδιαφέροντος και τη δραστηριοποίηση ομάδων ή των αρμοδίων: δημόσια/ευρεία/κοινωνική/μονομερής/πολιτική/συστηματική ~. ~ στους/(σπανιότ.) προς τους τοπικούς φορείς. Η μαζική ~ της τηλεόρασης (στο ευρύ κοινό). Μήνυμα ειρήνης διεθνούς ~ης. Πρωτοβουλίες και ~ύνσεις. Βλ. απήχηση. 2. εκφορά λόγου με συγκεκριμένο αποδέκτη. Πβ. προσφώνηση. [< μτγν. ἀπεύθυνσις 'διευθέτηση', γαλλ. adressage]
5391απευθύνω[ἀπευθύνω] α-πευ-θύ-νω ρ. (μτβ.) {απεύθυ-να (λόγ. απηύθυνα), απευθύν-ει, απευθύ-νθηκα, απευθυ-νθεί, (λόγ.) -νθείς, -νθείσα, απευθυν-όμενος, -οντας} (επίσ.): (για προφ. ή γραπτό λόγο) ως απολεξικοποιημένο κυρ. ρήμα· ειδικότ. αποστέλλω: ~ έκκληση (= καλώ σε βοήθεια)/ερώτηση (= ρωτώ)/κατηγορίες (= κατηγορώ)/πρόταση (= προτείνω)/σύσταση (= συνιστώ)/υπόδειξη (= υποδεικνύω)/χαιρετισμό (= χαιρετίζω). Ο πρωθυπουργός ~νε διάγγελμα στον ελληνικό λαό. ~ τον λόγο (: μιλώ σε κάποιον, του δίνω τον λόγο).|| ~ αίτηση/έγγραφο/επιστολή/μήνυμα/πρόσκληση. Tο υπουργείο απηύθυνε εγκύκλιο προς όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες. Πβ. στέλνω. ● Παθ.: απευθύνομαι 1. στρέφομαι σε κάποιον, αποτείνομαι: ~ στον συνομιλητή μου. ~ στο αστυνομικό τμήμα/στη γραμματεία/στο δικαστήριο (πβ. προσφεύγω). Σε ποιον υπάλληλο θα πρέπει να ~νθώ; Η επιστολή/ερώτηση ~εται στην υπουργό. Η συγγραφέας, χρησιμοποιώντας δεύτερο πρόσωπο, ~εται άμεσα στον αναγνώστη. Για περισσότερες πληροφορίες ~νθείτε ... ~όμενος στο ακροατήριο είπε: ... 2. (μτφ.) αναφέρομαι σε: Το πρόγραμμα ~εται (= αφορά το) στο ευρύ κοινό. Το βιβλίο ~εται σε παιδιά σχολικής ηλικίας.|| ~ στην ανθρωπιά/στη λογική/στο συναίσθημα (κάποιου). Πβ. αγγίζω. [< αρχ. ἀπευθύνω, ‘ισιώνω, διευθύνω, διορθώνω’, γαλλ. (s΄)adresser]
5392απευθυσμένο[ἀπευθυσμένο] α-πευ-θυ-σμέ-νο ουσ. (ουδ.): ΑΝΑΤ. το κατώτερο τμήμα του παχέος εντέρου, το ορθό: κόλον και ~. [< μτγν. ἀπευθυσμένον (ἔντερον)]
5393απευκταίος, α, ο [ἀπευκταῖος] α-πευ-κταί-ος επίθ. (λόγ.): που απεύχεται κάποιος να γίνει: ~ος: διχασμός. ~α: κατάσταση. ~ο: αποτέλεσμα/γεγονός/ενδεχόμενο. ~ες: αλλαγές/καθυστερήσεις/συγκρούσεις. Ο πόλεμος είναι πάντα ~. Σε περίπτωση που ..., πράγμα ~ο (πβ. ο μη γένοιτο), τι θα κάνουμε; Πβ. ανεπιθύμητος. ΑΝΤ. ευκταίος ● Ουσ.: απευκταίο (το): το χειρότερο που μπορεί να συμβεί, συνήθ. ατύχημα, θάνατος ή άλλη δυσάρεστη εξέλιξη: προς αποφυγή(ν) του ~ου. Δεν απέτρεψαν το ~. Με την ελπίδα ότι θα αποφευχθεί το απευκταίο. < αρχ. ἀπευκταῖος]
5394απευχή[ἀπευχή] α-πευ-χή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ευχή, συνήθ. στερεότυπη έκφραση, που χρησιμοποιείται για να αποτραπεί κάτι δυσάρεστο: Κατάρες και ~ές. Βλ. Θεός φυλάξοι, χτύπα ξύλο. [< μτγν. ἀπευχή]
5395απεύχομαι[ἀπεύχομαι] α-πεύ-χο-μαι ρ. (μτβ.) {συνήθ. στο ενεστ. θ. | σπάν. απευχ-ήθηκε, -όμενος} (λόγ.): εύχομαι να μη συμβεί κάτι: ~ τις δυσάρεστες εκπλήξεις/το ενδεχόμενο του πολέμου. ~ να βρεθείς στη θέση μου. Αν και το ~, θα πρέπει να ... Φοβούνται και ~ονται γενίκευση της σύγκρουσης/τα χειρότερα. ΑΝΤ. προσδοκώ [< αρχ. ἀπεύχομαι]
5396απεχθάνομαι[ἀπεχθάνομαι] α-πε-χθά-νο-μαι ρ. (μτβ.) {συνήθ. στον ενεστ. κ. σπάν. στον παρατ., απεχθαν-όμουν, απεχθάν-ονταν, -όμενος} (απαιτ. λεξιλόγ.): αντιπαθώ, αποστρέφομαι κάτι ή κάποιον: ~ την ακαταστασία/την ασυνέπεια/την αχαριστία/τη βία/τους συναισθηματισμούς/τις τυπικότητες/την υποκρισία/το ψέμα. ~εται να του κάνουν υποδείξεις. Τον ~. Πβ. μισώ, μου κάθεται στο λαιμό/στο στομάχι, σιχαίνομαι. ΑΝΤ. αγαπώ (1), συμπαθώ (1) [< μτγν. ἀπεχθάνομαι]
5397απέχθεια[ἀπέχθεια] α-πέ-χθει-α ουσ. (θηλ.): συναίσθημα έντονης αντιπάθειας για κάποιον ή κάτι: προσωπική ~. (Συν)αισθήματα/έκφραση ~ας. Αισθάνεται/νιώθει ~ για/προς ... Η συμπεριφορά του μου προκαλεί ~. Τον αντιμετώπισε/κοίταξε με ~. Προτιμήσεις και ~ες (: ό,τι αποστρέφεται κάποιος). Πβ. αηδία, απαρέσκεια, αποστροφή, απώθηση, μίσος, σιχαμάρα. ΑΝΤ. αγάπη (1), συμπάθεια (1) [< αρχ. ἀπέχθεια]
21564απέχθεια

[ἰσλαμοφοβία] ι-σλα-μο-φο-βί-α ουσ. (θηλ.): παράλογος φόβος και απέχθεια που νιώθει κάποιος για το ισλάμ και γενιότ. τους μουσουλμάνους: ακροδεξιά/φιλελεύθερη ~. [< γαλλ. islamophobia, 1910, αγγλ. ~, 1923]

5398απεχθής, ής, ές [ἀπεχθής] α-πε-χθής επίθ. {απεχθ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· απεχθέστ-ερος, -ατος} (απαιτ. λεξιλόγ.): απαίσιος, αποτρόπαιος, αποκρουστικός: ~ής: δολοφόνος. ~ής: πράξη/συμπεριφορά. ~ές: θέαμα. ~ή και βδελυρά/ειδεχθή/φρικτά εγκλήματα. Πβ. αντιπαθητ-, απωθητ-ικός, μισητός. ● επίρρ.: απεχθώς [-ῶς] (λόγ.) ● ΣΥΜΠΛ.: απεχθές χρέος βλ. χρέος [< αρχ. ἀπεχθής]
5399απέχω[ἀπέχω] α-πέ-χω ρ. (αμτβ.) {παρατ. κ. ως αόρ. απείχα, (σπάν.-λόγ. αόρ. απέσχε, απόσχει, μτχ. απέχ-ων, -ουσα, -ον), απέχ-οντας} 1. αποφεύγω να κάνω κάτι, δεν συμμετέχω σε μια δραστηριότητα: ~ει από τις διασκεδάσεις. ~ει επιδεικτικά/συνειδητά από την ενεργό δράση. ~ουν από τα καθήκοντά τους. Αποφάσισε να απόσχει από τα μαθήματα (= να κάνει αποχή)/την πολιτική/τη συζήτηση.|| (λόγ., + γεν.) Ο παίκτης απείχε της διοργάνωσης/της προπόνησης (: δεν έλαβε μέρος). Απείχαν της συζήτησης/της ψηφοφορίας (σε ένδειξη διαμαρτυρίας). Ασθένεια που τον ανάγκασε να απόσχει της εργασίας του. Οι ~οντες από τα καθήκοντά τους καθηγητές. 2. δεν καταναλώνω, κρατιέμαι μακριά: Νηστεύω και ~ από το κρέας. ~ει από το τσιγάρο. 3. {συνήθ. στο γ' πρόσ.} (μτφ.) αποκλίνω, διαφέρω: Ισχυρισμοί που ~ουν κατά πολύ από την πραγματικότητα. Χώρα που ~ει ακόμα πολύ (= υπολείπεται) σε επίπεδο ανάπτυξης από τις όμορές της. Δεν απείχαμε και πολύ ηλικιακά. Θεωρίες που απείχαν αισθητά από την πράξη/μεταξύ τους. ΑΝΤ. πλησιάζω (5), προσεγγίζω (1) ● απέχει: είναι μακριά, έχει συγκεκριμένη απόσταση από κάποιο δεδομένο (τοπικό ή χρονικό) σημείο: Πόσο ~ η μια περιοχή από την άλλη/το χωριό απ' το σημείο που βρισκόμαστε; ~ δυο βήματα. ~ δέκα χλμ./μία ώρα (: με το αυτοκίνητο/τα πόδια). ~ εξίσου (= ισ~). Πλανήτες που ~ουν από τη Γη χιλιάδες έτη φωτός. Το σπίτι απείχε ελάχιστα από τη θάλασσα. ● ΦΡ.: απέχει παρασάγγας/παρασάγγες βλ. παρασάγγης, κυάμων απέχεσθαι βλ. κύαμος, όσο απέχει ο ουρανός από τη γη βλ. γη, πόρρω απέχει βλ. πόρρω [< αρχ. ἀπέχω]
5400απήγαγαβλ. απάγω
5401απήγανος[ἀπήγανος] α-πή-γα-νος ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) απήγανο (το): ΒΟΤ. αυτοφυές πολυετές φυτό (επιστ. ονομασ. Ruta graveolens) με πικρή γεύση, βαριά μυρωδιά, όρθιο και λείο βλαστό, κίτρινα άνθη, το υπέργειο τμήμα του οποίου συλλέγεται κυρ. για φαρμακευτική και μαγειρική χρήση. Βλ. ρουτίνη. ΣΥΝ. σιδερόχορτο ● ΦΡ.: ξορκίζω με τον απήγανο (λαϊκό): ως απευχή, προκειμένου να αποφύγει κάποιος το κακό ή να μην προσβληθεί από αυτό: ~ει ~ την κακία (και τη ζήλια) του κόσμου. Ξορκισμένη (να 'ναι) ~ η γρουσουζιά (: μακριά από μας/απ' εδώ)! [< μεσν. απήγανον]
5402απήγγειλα, απήγγελλαβλ. απαγγέλλω
5403απήλθαβλ. απέρχομαι
5404απηλιώτης[ἀπηλιώτης] α-πη-λιώ-της ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. ανατολικός άνεμος. Βλ. ζέφυρος, μαΐστρος, σιρόκος. ΣΥΝ. λεβάντες [< αρχ. ἀπηλιώτης]
5405απήλλαξαβλ. απαλλάσσω
5406απηνής, ής, ές [ἀπηνής] α-πη-νής επίθ. {απην-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): που επιδεικνύει παντελή έλλειψη ευσπλαχνίας, αμείλικτος: (για πρόσ.) ~ής: διώκτης/πολέμιος.|| ~ής: ανταγωνισμός/διωγμός. ~ής: καταδίωξη. ~είς: βαρβαρότητες/βομβαρδισμοί. Το ~ές πρόσωπο της εξουσίας. Πβ. ανελέητος, σκληρός. ● επίρρ.: απηνώς [-ῶς] [< αρχ. ἀπηνής ‘σκληρός, τραχύς, ανάρμοστος’]
5407απήργησαβλ. απεργώ

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.