| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21564 | απέχθεια | [ἰσλαμοφοβία] ι-σλα-μο-φο-βί-α ουσ. (θηλ.): παράλογος φόβος και απέχθεια που νιώθει κάποιος για το ισλάμ και γενιότ. τους μουσουλμάνους: ακροδεξιά/φιλελεύθερη ~. [< γαλλ. islamophobia, 1910, αγγλ. ~, 1923] | |
| 5398 | απεχθής | , ής, ές [ἀπεχθής] α-πε-χθής επίθ. {απεχθ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· απεχθέστ-ερος, -ατος} (απαιτ. λεξιλόγ.): απαίσιος, αποτρόπαιος, αποκρουστικός: ~ής: δολοφόνος. ~ής: πράξη/συμπεριφορά. ~ές: θέαμα. ~ή και βδελυρά/ειδεχθή/φρικτά εγκλήματα. Πβ. αντιπαθητ-, απωθητ-ικός, μισητός. ● επίρρ.: απεχθώς [-ῶς] (λόγ.) ● ΣΥΜΠΛ.: απεχθές χρέος βλ. χρέος [< αρχ. ἀπεχθής] | |
| 5399 | απέχω | [ἀπέχω] α-πέ-χω ρ. (αμτβ.) {παρατ. κ. ως αόρ. απείχα, (σπάν.-λόγ. αόρ. απέσχε, απόσχει, μτχ. απέχ-ων, -ουσα, -ον), απέχ-οντας} 1. αποφεύγω να κάνω κάτι, δεν συμμετέχω σε μια δραστηριότητα: ~ει από τις διασκεδάσεις. ~ει επιδεικτικά/συνειδητά από την ενεργό δράση. ~ουν από τα καθήκοντά τους. Αποφάσισε να απόσχει από τα μαθήματα (= να κάνει αποχή)/την πολιτική/τη συζήτηση.|| (λόγ., + γεν.) Ο παίκτης απείχε της διοργάνωσης/της προπόνησης (: δεν έλαβε μέρος). Απείχαν της συζήτησης/της ψηφοφορίας (σε ένδειξη διαμαρτυρίας). Ασθένεια που τον ανάγκασε να απόσχει της εργασίας του. Οι ~οντες από τα καθήκοντά τους καθηγητές. 2. δεν καταναλώνω, κρατιέμαι μακριά: Νηστεύω και ~ από το κρέας. ~ει από το τσιγάρο. 3. {συνήθ. στο γ' πρόσ.} (μτφ.) αποκλίνω, διαφέρω: Ισχυρισμοί που ~ουν κατά πολύ από την πραγματικότητα. Χώρα που ~ει ακόμα πολύ (= υπολείπεται) σε επίπεδο ανάπτυξης από τις όμορές της. Δεν απείχαμε και πολύ ηλικιακά. Θεωρίες που απείχαν αισθητά από την πράξη/μεταξύ τους. ΑΝΤ. πλησιάζω (5), προσεγγίζω (1) ● απέχει: είναι μακριά, έχει συγκεκριμένη απόσταση από κάποιο δεδομένο (τοπικό ή χρονικό) σημείο: Πόσο ~ η μια περιοχή από την άλλη/το χωριό απ' το σημείο που βρισκόμαστε; ~ δυο βήματα. ~ δέκα χλμ./μία ώρα (: με το αυτοκίνητο/τα πόδια). ~ εξίσου (= ισ~). Πλανήτες που ~ουν από τη Γη χιλιάδες έτη φωτός. Το σπίτι απείχε ελάχιστα από τη θάλασσα. ● ΦΡ.: απέχει παρασάγγας/παρασάγγες βλ. παρασάγγης, κυάμων απέχεσθαι βλ. κύαμος, όσο απέχει ο ουρανός από τη γη βλ. γη, πόρρω απέχει βλ. πόρρω [< αρχ. ἀπέχω] | |
| 5400 | απήγαγα | βλ. απάγω | |
| 5401 | απήγανος | [ἀπήγανος] α-πή-γα-νος ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) απήγανο (το): ΒΟΤ. αυτοφυές πολυετές φυτό (επιστ. ονομασ. Ruta graveolens) με πικρή γεύση, βαριά μυρωδιά, όρθιο και λείο βλαστό, κίτρινα άνθη, το υπέργειο τμήμα του οποίου συλλέγεται κυρ. για φαρμακευτική και μαγειρική χρήση. Βλ. ρουτίνη. ΣΥΝ. σιδερόχορτο ● ΦΡ.: ξορκίζω με τον απήγανο (λαϊκό): ως απευχή, προκειμένου να αποφύγει κάποιος το κακό ή να μην προσβληθεί από αυτό: ~ει ~ την κακία (και τη ζήλια) του κόσμου. Ξορκισμένη (να 'ναι) ~ η γρουσουζιά (: μακριά από μας/απ' εδώ)! [< μεσν. απήγανον] | |
| 5402 | απήγγειλα, απήγγελλα | βλ. απαγγέλλω | |
| 5403 | απήλθα | βλ. απέρχομαι | |
| 5404 | απηλιώτης | [ἀπηλιώτης] α-πη-λιώ-της ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. ανατολικός άνεμος. Βλ. ζέφυρος, μαΐστρος, σιρόκος. ΣΥΝ. λεβάντες [< αρχ. ἀπηλιώτης] | |
| 5405 | απήλλαξα | βλ. απαλλάσσω | |
| 5406 | απηνής | , ής, ές [ἀπηνής] α-πη-νής επίθ. {απην-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): που επιδεικνύει παντελή έλλειψη ευσπλαχνίας, αμείλικτος: (για πρόσ.) ~ής: διώκτης/πολέμιος.|| ~ής: ανταγωνισμός/διωγμός. ~ής: καταδίωξη. ~είς: βαρβαρότητες/βομβαρδισμοί. Το ~ές πρόσωπο της εξουσίας. Πβ. ανελέητος, σκληρός. ● επίρρ.: απηνώς [-ῶς] [< αρχ. ἀπηνής ‘σκληρός, τραχύς, ανάρμοστος’] | |
| 5407 | απήργησα | βλ. απεργώ | |
| 5408 | απηρχαιωμένος | , η, ο βλ. απαρχαιωμένος | |
| 5409 | απηύδησα | βλ. απαυδώ | |
| 5410 | απηύθυνα | βλ. απευθύνω | |
| 5411 | απηχεί | [ἀπηχεῖ] α-πη-χεί ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {απήχ-ησε, συνηθέστ. στον ενεστ.} (λόγ.): εκφράζει, φανερώνει μέσα από το περιεχόμενο ή τη μορφή του: Κείμενο που ~ προσωπικές απόψεις/θέσεις. Τα λόγια του ~ούν τα συναισθήματα όλων των παρευρισκομένων. Πβ. αντανακλά, αντικατοπτρίζει. [< αρχ. ἀπηχῶ, γαλλ. se faire l΄écho] | |
| 5412 | απήχημα | [ἀπήχημα] α-πή-χη-μα ουσ. (ουδ.) {απηχήμ-ατα}: ΜΟΥΣ. (στη βυζαντινή μουσική) μικρή φράση που ψάλλεται πριν από την έναρξη του κυρίως μέλους και προετοιμάζει τους ψάλτες για τον ήχο που ακολουθεί: μονοσύλλαβα/πολυσύλλαβα ~ατα. ~ατα και αντιφωνήσεις. Πβ. προήχημα. Βλ. ίσο, κατάληξη, κλίμακα, φθόγγος. [< αρχ. ἀπήχημα ‘απήχηση, ηχώ’] | |
| 5413 | απήχηση | [ἀπήχηση] α-πή-χη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) υποδοχή που επιφυλάσσει το ευρύ κοινό σε κάτι, ανταπόκριση, αντίκτυπος: εμπορική/ευρεία/ζωηρή/θετική/παγκόσμια/χαμηλή ~. ~ απόψεων/βιβλίου/ιδεών/προϊόντος. Διοργάνωση/πρόσωπο με περιορισμένη/σημαντική/τεράστια ~ στην κοινωνία. Οι ~ήσεις ενός καλλιτεχνικού ρεύματος. Τα έργα του δεν βρήκαν/δεν είχαν ~ (στην κοινή γνώμη). Πβ. αναγνώριση, αποδοχή, απόηχος, εκτόπισμα. 2. (σπάν.) αντίλαλος. Πβ. αντήχηση. ● απηχήσεις (οι): επιδράσεις, επιρροές: Οι ~ ενός κινήματος στη λογοτεχνία. Βλ. πρόσληψη. ● ΣΥΜΠΛ.: δείκτης απήχησης/επιρροής: ΣΤΑΤΙΣΤ. αριθμητικό μέγεθος που εκφράζει τον μέσο όρο των παραθέσεων άρθρων ενός περιοδικού σε άλλα περιοδικά σε δεδομένη χρονική περίοδο. [< αγγλ. impact factor, περ. 1960] [< μτγν. ἀπήχησις, γαλλ. résonance, retentissement] | |
| 5414 | απήχθη | βλ. απάγω | |
| 5415 | ΑΠΘ | (το): Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. | |
| 5416 | άπιαστος | , η, ο [ἄπιαστος] ά-πια-στος επίθ. 1. που δεν μπορεί κάποιος να τον πιάσει, να τον συλλάβει: ~ κλέφτης (= ασύλληπτος). ~ σαν τον άνεμο.|| ~ο: σουτ (: που δεν είναι δυνατόν να αποκρουστεί).|| (μτφ.) ~η: αλήθεια/γνώση/θεωρία/ιδέα (πβ. αδιανόητη, ακατανόητη). 2. (μτφ.) απραγματοποίητος, ανέφικτος: ~ος: στόχος. ~ο: όνειρο. Πβ. ανεκπλήρωτος. ΑΝΤ. εφικτός, πραγματοποιήσιμος 3. αξεπέραστος, ασύγκριτος: ~ος: τεχνίτης. ~ο: ρεκόρ. ~ στα μαθήματα/στο τραγούδι/στο χορό. ΣΥΝ. άφθαστος & άφταστος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: άπιαστο πουλί βλ. πουλί ● ΦΡ.: πιάνει τα άπιαστα (συνήθ. στον αόρ.): (για τερματοφύλακα) πραγματοποιεί καταπληκτικές αποκρούσεις., άπιαστα πουλιά, χίλια στον παρά βλ. πουλί [< μεσν. άπιαστος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ