Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [6340-6360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5417απίδι[ἀπίδι] α-πί-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): αχλάδι. Βλ. -ίδι. ● ΦΡ.: πόσα απίδια πιάνει/χωράει/βάζει/βάνει/έχει ο σάκος (προφ.): πώς έχουν τα πράγματα στην πράξη, τι συμβαίνει στ' αλήθεια: (κυρ. απειλητ.) Θα του δείξω εγώ ~ ~!|| Ας εφαρμόσει όσα λέει, για να δούμε ~ ~! [< μεσν. απίδι(ον)]
5418απιδιά[ἀπιδιά] α-πι-διά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): αχλαδιά. [< μεσν. απιδιά]
5419απίθανος, η, ο [ἀπίθανος] α-πί-θα-νος επίθ. 1. που δεν φαίνεται δυνατό να συμβεί, να πραγματοποιηθεί: ~η: εκδοχή/εξέλιξη/περίπτωση. ~ο: ενδεχόμενο/λάθος. Πράγμα ~ο. Ο στόχος είναι ιδιαίτερα φιλόδοξος, αλλά όχι ~.|| (+ να) Μοιάζει/φαίνεται/φαντάζει (μάλλον) ~ο να ... (: δεν είναι αναμενόμενο, εφικτό). Το βλέπω ~ο να προλάβει το τρένο. Δεν είναι διόλου/καθόλου ~ο. Κάτι τέτοιο το θεωρώ εντελώς ~ο. ΑΝΤ. πιθανός 2. απίστευτος, εξωπραγματικός, παράξενος: ~ος: παραλληλισμός/συλλογισμός. ~η: δικαιολογία/θεωρία/ιστορία/περιπέτεια. ~ο: σενάριο. Ο ισχυρισμός της είναι εξαιρετικά ~. Έγιναν ~α πράγματα. Έχει βρεθεί στα πιο ~α σημεία του πλανήτη. ΑΝΤ. αληθοφανής 3. (οικ.-επιτατ.) πολύ ωραίος, υπέροχος, φοβερός: ~ος: τύπος. ~η: βραδιά/διαδρομή/εμπειρία (πβ. φανταστική). Σοκολατάκια σε ~α σχήματα. Κερδίστε ~α δώρα (πβ. καταπληκτικά)! ΣΥΝ. ανεπανάληπτος (1), εκπληκτικός ● επίρρ.: απίθανα: στη σημ. 3: Θα περάσουμε ~ (= καταπληκτικά). Ο ήρωας της ταινίας αναλαμβάνει ~ (= εξαιρετικά) δύσκολες αποστολές. [< αρχ. ἀπίθανος]
5420απιθανότητα[ἀπιθανότητα] α-πι-θα-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): μηδενική πιθανότητα (να συμβεί κάτι): η ~ μιας κατάστασης/σύμπτωσης. Λογικές/σεναριακές ~ες. [< αρχ. ἀπιθανότης]
5421απιθώνω[ἀπιθώνω] α-πι-θώ-νω ρ. (μτβ.) {απίθω-σα, σπάν. απιθώ-θηκε, -μένος, απιθών-οντας} (λαϊκό): βάζω, ακουμπώ κάτι κάτω: ~σε τα πιάτα στο τραπέζι/τις σακούλες στο πάτωμα. Πβ. αποθέτω, τοποθετώ. [< μεσν. αποθώνω]
5422απίκο[ἀπίκο] α-πί-κο επίρρ. & (σπάν.) απίκου: ΝΑΥΤ. σε κατακόρυφη θέση: με την άγκυρα ~.|| Καλάμια ~ (: χωρίς μοτεράκι για ψάρεμα από σταθερό σημείο).|| (ως ουσ.) Το ~ (: τεχνική ψαρέματος). ● ΦΡ.: είμαι απίκο: είμαι σε διαρκή ετοιμότητα, εγρήγορση., κάθομαι/στέκομαι κλαρίνο/σούζα/απίκο βλ. στέκομαι [< ιταλ. a picco]
5423απινίδωση[ἀπινίδωση] α-πι-νί-δω-ση ουσ. (θηλ.) & απινιδισμός (ο): ΙΑΤΡ. διαβίβαση ηλεκτρικού ρεύματος για βραχύ χρονικό διάστημα, διαμέσου ηλεκτροδίων στις κοιλίες του μυοκαρδίου, με σκοπό την αποκατάσταση της καρδιακής λειτουργίας· ηλεκτρική ανάταξη: ~ για την αντιμετώπιση ανακοπής της καρδιάς/κολπικής μαρμαρυγής. Συσκευή/σύστημα ~ης (= απινιδωτής). Βλ. ηλεκτροσόκ. [< αγγλ. defibrillation, 1940, γαλλ. défibrillation, περ. 1960]
5424απινιδωτής[ἀπινιδωτής] α-πι-νι-δω-τής ουσ. (αρσ.) & απινιδιστής ΙΑΤΡ.-ΤΕΧΝΟΛ.: ηλεκτρική συσκευή με την οποία γίνεται η απινίδωση. [< αγγλ. defibrillator, 1952, γαλλ. défibrillateur, 1960]
5425απιοειδής, ής, ές [ἀπιοειδής] α-πι-ο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει σχήμα αχλαδιού: (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ής: λήκυθος. ~ές: αγγείο.|| (ΑΝΑΤ.) ~ής: θώρακας/κόλπος/λοβός. Σύνδρομο ~ούς (μυός). Πβ. αχλαδόσχημος. Βλ. -ειδής. [< αρχ. ἀπιοειδής]
5426απιονισμένος, η, ο [ἀπιονισμένος] α-πι-ο-νι-σμέ-νος επίθ.: που έχει υποστεί απιονισμό: ~ο και απεσταγμένο νερό. [< αγγλ. deionized, 1906]
5427απιονισμός[ἀπιονισμός] α-πι-ο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ. μέθοδος επεξεργασίας του νερού, που συνίσταται στην αφαίρεση ανιόντων και κατιόντων: ~ με ρητίνες. Αφαλάτωση, αποσκλήρυνση και ~. Βλ. απονιτροποίηση. ΑΝΤ. ιονισμός [< αγγλ. deionization]
5428απίστευτος, η, ο [ἀπίστευτος] α-πί-στευ-τος επίθ. 1. που δύσκολα γίνεται πιστευτός, αδιανόητος: ~η: ιστορία. ~ο: λάθος. ~α και ανεξήγητα γεγονότα.|| (επιφων.) ~ο! ~ο κι όμως αληθινό (αυτό που συνέβη)! ~ο (το) τι μπορεί να πάθει κανείς! Όσα μου διηγήθηκε ήταν ~α. Πβ. ανήκουστος, ασύλληπτος, πρωτάκουστος. 2. (προφ.-εμφατ., με θετ. ή αρνητ. συνυποδ.) εξαιρετικά ευχάριστος ή δυσάρεστος, καλός ή κακός· ασυνήθιστος, εκπληκτικός: ~ος: πόνος. ~η: θέα/καθυστέρηση/καταστροφή/κούραση/ταλαιπωρία/ταχύτητα. ~ο: θάρρος/θράσος/κρύο/χιούμορ. ~οι: συνδυασμοί (πβ. απίθανοι, καταπληκτικοί). ~ες: ατάκες/προσφορές/τιμές. Κάνει ~ο θόρυβο. Τοπία ~ης ομορφιάς (πβ. μοναδικός).|| (για πρόσ.) ~ο το άτομο (πβ. απαράδεκτο)! Είναι πραγματικά ~! Πβ. τρομ-, φοβ-ερός. ● επίρρ.: απίστευτα (εμφατ.) [< μεσν. απίστευτος, γαλλ. incroyable]
5429απιστία[ἀπιστία] α-πι-στί-α ουσ. (θηλ.) 1. απουσία πίστης και αφοσίωσης (σε γάμο ή δεσμό), ερωτική προδοσία και ειδικότ. μοιχεία: σεξουαλική/συζυγική/συναισθηματική ~. ~ες και εφήμερες σχέσεις. Πβ. κέρατο. 2. ΝΟΜ. κατάχρηση ή υπεξαίρεση περιουσίας από τον νόμιμο επιμελητή ή διαχειριστή της (συνήθ. για δημόσιο λειτουργό): ~ και απάτη/παράβαση καθήκοντος/πλαστογραφία. ~ κατ' εξακολούθηση. Πράξεις ~ας. Παραπέμφθηκε για ~ περί την υπηρεσία. ~ σε βαθμό κακουργήματος. 3. απουσία θρησκευτικής πίστης: Δείχνει ~ (= απιστεί). Βλ. αθεΐα, αθρησκία. ● ΣΥΜΠΛ.: απιστία δικηγόρου: ΝΟΜ. αδίκημα κατά το οποίο ο δικηγόρος βλάπτει εκ προθέσεως τα συμφέροντα του πελάτη του ή παρέχει νομική βοήθεια και στους δύο αντιδίκους παράλληλα ή διαδοχικά. ● ΦΡ.: (μου) κάνει απιστίες (προφ.): (μου) είναι άπιστος: Της/του κάνει ~ (: την/τον απατά, κερατώνει). [< αρχ. ἀπιστία, γαλλ. infidélité]
5430απίστομα[ἀπίστομα] α-πί-στο-μα επίρρ. & πίστομα (λαϊκό): μπρούμυτα: Γύρισε/έπεσε/κοιμάται (τ') ~. Πβ. πρηνηδόν. ΑΝΤ. ανάσκελα [< μεσν. επίστομα]
5431άπιστος, η, ο [ἄπιστος] ά-πι-στος επίθ. 1. (μειωτ.) που δεν πιστεύει σε κάποια θρησκεία και ειδικότ. που έχει διαφορετικό θρήσκευμα: (ως ουσ.) Πόλεμος εναντίον των απίστων. Πβ. αλλόθρησκος. Βλ. άθεος. ΑΝΤ. πιστός (1) 2. που διαπράττει απιστία: ~ος: άντρας/σύζυγος (πβ. μουρντάρης). ~η: γυναίκα. Της ήταν ~. Υπήρξε ~ στον γάμο/στη σχέση τους. Πβ. μοιχός.|| (μτφ.) ~η: καρδιά. 3. που δεν πείθεται εύκολα, δύσπιστος, καχύποπτος. ΑΝΤ. εύπιστος 4. (σπάν.) ανάξιος εμπιστοσύνης: ~ος: φίλος. ● επίρρ.: άπιστα & (λογ.) απίστως ● ΣΥΜΠΛ.: άπιστος Θωμάς βλ. Θωμάς [< αρχ. ἄπιστος]
5432απιστώ[ἀπιστῶ] α-πι-στώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {απιστ-είς ... | απίστ-ησε} (λόγ.) 1. κάνω απιστίες σε ερωτική ή συζυγική σχέση. Πβ. απατώ, κερατώνω, μοιχεύω. 2. δεν είμαι πιστός σε κάτι, προδίδω: ~ησαν στον όρκο που έδωσαν. Πβ. αθετώ. 3. δεν πιστεύω (συνήθ. στον Θεό). [< αρχ. ἀπιστῶ]
5433απίσχνανση[ἀπίσχνανση] α-πί-σχναν-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. σοβαρή απώλεια σωματικού βάρους λόγω ασθένειας ή υποσιτισμού: ~ λόγω νευρικής ανορεξίας. ~ και καχεξία. Πβ. αδυνάτισμα, αποστέωση. 2. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) μείωση, αποδυνάμωση: δημογραφική ~. Πβ. εξασθένηση, συρρίκνωση. [< γαλλ. émaciation]
5434απισχναντικός, ή, ό [ἀπισχναντικός] α-πι-σχνα-ντι-κός επίθ. (επιστ.): που προκαλεί μείωση του σωματικού βάρους: ~ή: δίαιτα. Σκεύασμα με ~ή δράση. Πβ. αδυνατιστ-, υποθερμιδ-ικός. ΑΝΤ. παχυντικός [< γαλλ. amaigrissant]
5435άπλα[ἅπλα] ά-πλα ουσ. (θηλ.) (προφ.): άνεση χώρου: Θέλω την ~ μου! Το σπίτι τους έχει ~ και ησυχία! Πβ. απλοχωριά, ευρυχωρία.
5436απλά βλ. απλώς

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.