| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5408 | απηρχαιωμένος | , η, ο βλ. απαρχαιωμένος | |
| 5409 | απηύδησα | βλ. απαυδώ | |
| 5410 | απηύθυνα | βλ. απευθύνω | |
| 5411 | απηχεί | [ἀπηχεῖ] α-πη-χεί ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {απήχ-ησε, συνηθέστ. στον ενεστ.} (λόγ.): εκφράζει, φανερώνει μέσα από το περιεχόμενο ή τη μορφή του: Κείμενο που ~ προσωπικές απόψεις/θέσεις. Τα λόγια του ~ούν τα συναισθήματα όλων των παρευρισκομένων. Πβ. αντανακλά, αντικατοπτρίζει. [< αρχ. ἀπηχῶ, γαλλ. se faire l΄écho] | |
| 5412 | απήχημα | [ἀπήχημα] α-πή-χη-μα ουσ. (ουδ.) {απηχήμ-ατα}: ΜΟΥΣ. (στη βυζαντινή μουσική) μικρή φράση που ψάλλεται πριν από την έναρξη του κυρίως μέλους και προετοιμάζει τους ψάλτες για τον ήχο που ακολουθεί: μονοσύλλαβα/πολυσύλλαβα ~ατα. ~ατα και αντιφωνήσεις. Πβ. προήχημα. Βλ. ίσο, κατάληξη, κλίμακα, φθόγγος. [< αρχ. ἀπήχημα ‘απήχηση, ηχώ’] | |
| 5413 | απήχηση | [ἀπήχηση] α-πή-χη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) υποδοχή που επιφυλάσσει το ευρύ κοινό σε κάτι, ανταπόκριση, αντίκτυπος: εμπορική/ευρεία/ζωηρή/θετική/παγκόσμια/χαμηλή ~. ~ απόψεων/βιβλίου/ιδεών/προϊόντος. Διοργάνωση/πρόσωπο με περιορισμένη/σημαντική/τεράστια ~ στην κοινωνία. Οι ~ήσεις ενός καλλιτεχνικού ρεύματος. Τα έργα του δεν βρήκαν/δεν είχαν ~ (στην κοινή γνώμη). Πβ. αναγνώριση, αποδοχή, απόηχος, εκτόπισμα. 2. (σπάν.) αντίλαλος. Πβ. αντήχηση. ● απηχήσεις (οι): επιδράσεις, επιρροές: Οι ~ ενός κινήματος στη λογοτεχνία. Βλ. πρόσληψη. ● ΣΥΜΠΛ.: δείκτης απήχησης/επιρροής: ΣΤΑΤΙΣΤ. αριθμητικό μέγεθος που εκφράζει τον μέσο όρο των παραθέσεων άρθρων ενός περιοδικού σε άλλα περιοδικά σε δεδομένη χρονική περίοδο. [< αγγλ. impact factor, περ. 1960] [< μτγν. ἀπήχησις, γαλλ. résonance, retentissement] | |
| 5414 | απήχθη | βλ. απάγω | |
| 5415 | ΑΠΘ | (το): Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. | |
| 5416 | άπιαστος | , η, ο [ἄπιαστος] ά-πια-στος επίθ. 1. που δεν μπορεί κάποιος να τον πιάσει, να τον συλλάβει: ~ κλέφτης (= ασύλληπτος). ~ σαν τον άνεμο.|| ~ο: σουτ (: που δεν είναι δυνατόν να αποκρουστεί).|| (μτφ.) ~η: αλήθεια/γνώση/θεωρία/ιδέα (πβ. αδιανόητη, ακατανόητη). 2. (μτφ.) απραγματοποίητος, ανέφικτος: ~ος: στόχος. ~ο: όνειρο. Πβ. ανεκπλήρωτος. ΑΝΤ. εφικτός, πραγματοποιήσιμος 3. αξεπέραστος, ασύγκριτος: ~ος: τεχνίτης. ~ο: ρεκόρ. ~ στα μαθήματα/στο τραγούδι/στο χορό. ΣΥΝ. άφθαστος & άφταστος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: άπιαστο πουλί βλ. πουλί ● ΦΡ.: πιάνει τα άπιαστα (συνήθ. στον αόρ.): (για τερματοφύλακα) πραγματοποιεί καταπληκτικές αποκρούσεις., άπιαστα πουλιά, χίλια στον παρά βλ. πουλί [< μεσν. άπιαστος] | |
| 5417 | απίδι | [ἀπίδι] α-πί-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): αχλάδι. Βλ. -ίδι. ● ΦΡ.: πόσα απίδια πιάνει/χωράει/βάζει/βάνει/έχει ο σάκος (προφ.): πώς έχουν τα πράγματα στην πράξη, τι συμβαίνει στ' αλήθεια: (κυρ. απειλητ.) Θα του δείξω εγώ ~ ~!|| Ας εφαρμόσει όσα λέει, για να δούμε ~ ~! [< μεσν. απίδι(ον)] | |
| 5418 | απιδιά | [ἀπιδιά] α-πι-διά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): αχλαδιά. [< μεσν. απιδιά] | |
| 5419 | απίθανος | , η, ο [ἀπίθανος] α-πί-θα-νος επίθ. 1. που δεν φαίνεται δυνατό να συμβεί, να πραγματοποιηθεί: ~η: εκδοχή/εξέλιξη/περίπτωση. ~ο: ενδεχόμενο/λάθος. Πράγμα ~ο. Ο στόχος είναι ιδιαίτερα φιλόδοξος, αλλά όχι ~.|| (+ να) Μοιάζει/φαίνεται/φαντάζει (μάλλον) ~ο να ... (: δεν είναι αναμενόμενο, εφικτό). Το βλέπω ~ο να προλάβει το τρένο. Δεν είναι διόλου/καθόλου ~ο. Κάτι τέτοιο το θεωρώ εντελώς ~ο. ΑΝΤ. πιθανός 2. απίστευτος, εξωπραγματικός, παράξενος: ~ος: παραλληλισμός/συλλογισμός. ~η: δικαιολογία/θεωρία/ιστορία/περιπέτεια. ~ο: σενάριο. Ο ισχυρισμός της είναι εξαιρετικά ~. Έγιναν ~α πράγματα. Έχει βρεθεί στα πιο ~α σημεία του πλανήτη. ΑΝΤ. αληθοφανής 3. (οικ.-επιτατ.) πολύ ωραίος, υπέροχος, φοβερός: ~ος: τύπος. ~η: βραδιά/διαδρομή/εμπειρία (πβ. φανταστική). Σοκολατάκια σε ~α σχήματα. Κερδίστε ~α δώρα (πβ. καταπληκτικά)! ΣΥΝ. ανεπανάληπτος (1), εκπληκτικός ● επίρρ.: απίθανα: στη σημ. 3: Θα περάσουμε ~ (= καταπληκτικά). Ο ήρωας της ταινίας αναλαμβάνει ~ (= εξαιρετικά) δύσκολες αποστολές. [< αρχ. ἀπίθανος] | |
| 5420 | απιθανότητα | [ἀπιθανότητα] α-πι-θα-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): μηδενική πιθανότητα (να συμβεί κάτι): η ~ μιας κατάστασης/σύμπτωσης. Λογικές/σεναριακές ~ες. [< αρχ. ἀπιθανότης] | |
| 5421 | απιθώνω | [ἀπιθώνω] α-πι-θώ-νω ρ. (μτβ.) {απίθω-σα, σπάν. απιθώ-θηκε, -μένος, απιθών-οντας} (λαϊκό): βάζω, ακουμπώ κάτι κάτω: ~σε τα πιάτα στο τραπέζι/τις σακούλες στο πάτωμα. Πβ. αποθέτω, τοποθετώ. [< μεσν. αποθώνω] | |
| 5422 | απίκο | [ἀπίκο] α-πί-κο επίρρ. & (σπάν.) απίκου: ΝΑΥΤ. σε κατακόρυφη θέση: με την άγκυρα ~.|| Καλάμια ~ (: χωρίς μοτεράκι για ψάρεμα από σταθερό σημείο).|| (ως ουσ.) Το ~ (: τεχνική ψαρέματος). ● ΦΡ.: είμαι απίκο: είμαι σε διαρκή ετοιμότητα, εγρήγορση., κάθομαι/στέκομαι κλαρίνο/σούζα/απίκο βλ. στέκομαι [< ιταλ. a picco] | |
| 5423 | απινίδωση | [ἀπινίδωση] α-πι-νί-δω-ση ουσ. (θηλ.) & απινιδισμός (ο): ΙΑΤΡ. διαβίβαση ηλεκτρικού ρεύματος για βραχύ χρονικό διάστημα, διαμέσου ηλεκτροδίων στις κοιλίες του μυοκαρδίου, με σκοπό την αποκατάσταση της καρδιακής λειτουργίας· ηλεκτρική ανάταξη: ~ για την αντιμετώπιση ανακοπής της καρδιάς/κολπικής μαρμαρυγής. Συσκευή/σύστημα ~ης (= απινιδωτής). Βλ. ηλεκτροσόκ. [< αγγλ. defibrillation, 1940, γαλλ. défibrillation, περ. 1960] | |
| 5424 | απινιδωτής | [ἀπινιδωτής] α-πι-νι-δω-τής ουσ. (αρσ.) & απινιδιστής ΙΑΤΡ.-ΤΕΧΝΟΛ.: ηλεκτρική συσκευή με την οποία γίνεται η απινίδωση. [< αγγλ. defibrillator, 1952, γαλλ. défibrillateur, 1960] | |
| 5425 | απιοειδής | , ής, ές [ἀπιοειδής] α-πι-ο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει σχήμα αχλαδιού: (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ής: λήκυθος. ~ές: αγγείο.|| (ΑΝΑΤ.) ~ής: θώρακας/κόλπος/λοβός. Σύνδρομο ~ούς (μυός). Πβ. αχλαδόσχημος. Βλ. -ειδής. [< αρχ. ἀπιοειδής] | |
| 5426 | απιονισμένος | , η, ο [ἀπιονισμένος] α-πι-ο-νι-σμέ-νος επίθ.: που έχει υποστεί απιονισμό: ~ο και απεσταγμένο νερό. [< αγγλ. deionized, 1906] | |
| 5427 | απιονισμός | [ἀπιονισμός] α-πι-ο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ. μέθοδος επεξεργασίας του νερού, που συνίσταται στην αφαίρεση ανιόντων και κατιόντων: ~ με ρητίνες. Αφαλάτωση, αποσκλήρυνση και ~. Βλ. απονιτροποίηση. ΑΝΤ. ιονισμός [< αγγλ. deionization] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ