| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5437 | απλάδι | [ἁπλάδι] α-πλά-δι ουσ. (ουδ.) 1. δίχτυ ψαρέματος, το οποίο διατηρείται στην επιφάνεια της θάλασσας ή σε ορισμένη απόσταση κάτω από αυτή με βαρίδια και φελλούς: παρασυρόμενο/στάσιμο ~. Αλιεία με σταθερό ~. Πβ. γρίπος, τράτα. 2. ΛΑΟΓΡ. μάλλινο στρωσίδι ή κλινοσκέπασμα, υφαντό. Βλ. κουβέρτα, φλοκάτη. [< μεσν. απλάδα] | |
| 5438 | απλανής | , ής, ές [ἀπλανής] α-πλα-νής επίθ. {απλαν-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): σταθερός: ~ές: βλέμμα (= αφηρημένο, ανέκφραστο). ● επίρρ.: απλανώς (λόγ.) [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: απλανής (αστέρας) βλ. αστέρας [< αρχ. ἀπλανής, γαλλ. fixe] | |
| 5439 | απλασία | [ἀπλασία] α-πλα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ατελής ανάπτυξη ιστού ή οργάνου του σώματος: δερματική/μυελική (πβ. απλαστική αναιμία)/πνευμονική/συγγενής ~. ~ των αδένων/της μήτρας. Πβ. αγενεσία. Βλ. ατροφία, δυσπλασία, υποπλασία. ΑΝΤ. υπερπλασία [< γαλλ. aplasie, αγγλ. aplasia] | |
| 5440 | απλαστικός | , ή, ό [ἀπλαστικός] α-πλα-στι-κός επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: απλαστική αναιμία: ΙΑΤΡ. αναστολή της παραγωγής ερυθρών αιμοσφαιρίων που οφείλεται σε δυσλειτουργία του μυελού: επίκτητη ~ ~. Πβ. μυελική απλασία. Βλ. αιμο-, ερυθρο-ποίηση, μυελοπάθεια. [< αγγλ. aplastic anaemia, 1952] | |
| 5441 | άπλαστος | , η, ο [ἄπλαστος] ά-πλα-στος επίθ. 1. (μτφ.) αδιαμόρφωτος: ~ος: χαρακτήρας. 2. που δεν έχει πλαστεί: ~ος: πηλός. ~ο: ζυμάρι. 3. ΘΕΟΛ. (για τον Θεό) άκτιστος. [< αρχ. ἄπλαστος] | |
| 5442 | άπλερος | , η, ο [ἄπλερος] ά-πλε-ρος επίθ. (λογοτ.) : ασχημάτιστος, που δεν έχει αναπτυχθεί πλήρως: ~ο: παιδί. Νέος και ~. Πβ. άγουρος, αδιάπλαστος.|| (μτφ.) ~η φαντασία (πβ. ανολοκλήρωτη). | |
| 5443 | άπλετος | , η, ο [ἄπλετος] ά-πλε-τος επίθ. (λόγ.): άφθονος, απεριόριστος: ~ος: φωτισμός/(ελεύθερος) χρόνος/χώρος (για ...). ~η: θέα.|| ~η: αγάπη/ελευθερία/χαρά. ~ες: γνώσεις/δυνατότητες/επιλογές. Πβ. άπειρος1, απέραντος. ● επίρρ.: άπλετα ● ΦΡ.: ρίχνω/χύνεται/πέφτει άπλετο φως (μτφ.): ξεσκεπάζω, δημοσιοποιώ, αποκαλύπτω κάτι: Θα πέσει/χυθεί ~ ~ στην υπόθεση του φόνου/στις συνθήκες του ατυχήματος. Είναι αποφασισμένος να ρίξει ~ ~ στο σκάνδαλο (ΑΝΤ. συσκοτίζω). Πβ. διαλευκαίνω, εξιχνιάζω. [< αρχ. ἄπλετος] | |
| 5444 | απληροφόρητος | , η, ο [ἀπληροφόρητος] α-πλη-ρο-φό-ρη-τος επίθ.: ανενημέρωτος: ~ο: κοινό. Επιστημονικά/πολιτικά ~ (πβ. ανίδεος). Παραμένουν εντελώς άσχετοι και ~οι για την πορεία των πραγμάτων. ΣΥΝ. ακατατόπιστος ΑΝΤ. ενήμερος (1), πληροφορημένος [< μτγν. ἀπληροφόρητος 'ανικανοποίητος', γαλλ. non informé] | |
| 5445 | απληρωσιά | [ἀπληρωσιά] α-πλη-ρω-σιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): κατάσταση κατά την οποία μένει κάποιος απλήρωτος. | |
| 5446 | απλήρωτος | , η, ο [ἀπλήρωτος] α-πλή-ρω-τος επίθ. 1. που δεν έχει εξοφληθεί: ~ος: λογαριασμός. ~η: δόση/επιταγή. ~ο: γραμμάτιο/δάνειο/ποσό/χρέος. ~α: ασφάλιστρα/πρόστιμα. Έχει ~ο το νοίκι. Η συναλλαγματική επεστράφη ~η κατά τη λήξη της. ΣΥΝ. ανεξόφλητος (1) ΑΝΤ. εξοφλημένος, πληρωμένος (1) 2. που δεν έχει πληρωθεί τα δεδουλευμένα: ~η: εργασία. ~ες: υπερωρίες. Οι εργαζόμενοι είναι/παραμένουν για μήνες ~οι. 3. (σπάν.-λόγ.) που δεν έχει συμπληρωθεί, κενός: H μία από τις δύο θέσεις παρέμεινε ~η. [< 1,2: μεσν. απλήρωτος 3: μτγν. ἀπλήρωτος] | |
| 5447 | απλησίαστος | , η, ο [ἀπλησίαστος] α-πλη-σί-α-στος επίθ. 1. απρόσιτος: (για πρόσ.) αμίλητος/αυστηρός/ψυχρός και ~. Πβ. απόμακρος.|| (για τόπο) ~η: βουνοκορφή/πλαγιά. ΑΝΤ. προσιτός (2) 2. πανάκριβος: ~α: ενοίκια. ~ες οι εξοχικές κατοικίες! Οι τιμές παραμένουν ~ες για το μέσο βαλάντιο. 3. που είναι δύσκολο να επιτευχθεί: ~ο: όνειρο. Ανέφικτος και ~ στόχος.|| ~ο: ρεκόρ. Πβ. άφθαστος. [< μτγν. ἀπλησίαστος] | |
| 5448 | απληστία | [ἀπληστία] α-πλη-στί-α ουσ. (θηλ.) 1. ακόρεστη επιθυμία, πάθος για κάτι και ειδικότ. υπερβολική και αγωνιώδης αναζήτηση οικονομικού κυρ. κέρδους: επιχειρηματική ~. Φιλαργυρία και ~. Η ~ των τραπεζών. ~ για δόξα/δύναμη/χρήματα. Πβ. αδηφαγία, πλεονεξία.|| (μτφ.) Διάβαζε με ~ όποιο βιβλίο έπεφτε στα χέρια του. Πβ. λαιμαργία. ΑΝΤ. αφιλοκέρδεια, ολιγάρκεια 2. ΠΛΗΡΟΦ. εύρεση της βέλτιστης λύσης (από αλγόριθμο). Βλ. άπληστος αλγόριθμος. [< 1: αρχ. ἀπληστία 2: αγγλ. greed] | |
| 5449 | άπληστως | , η, ο [ἄπληστος] ά-πλη-στος επίθ. 1. που χαρακτηρίζεται από απληστία: (για πρόσ.) ~ για εξουσία.|| ~η: συμπεριφορά. ~ο: βλέμμα/κυνήγι (του κέρδους). ~α: μάτια. Πβ. αδηφάγος, ανικανοποίητος, αχόρταγος, πλεονέκτης. ΑΝΤ. ολιγαρκής 2. ΠΛΗΡΟΦ. που σχετίζεται με τον άπληστο αλγόριθμο: ~η: μέθοδος. ● επίρρ.: άπληστα & (σπάν.-λόγ.) απλήστως ● ΣΥΜΠΛ.: άπληστος αλγόριθμος: ΠΛΗΡΟΦ. που βρίσκει τη βέλτιστη λύση σε προβλήματα βελτιστοποίησης. [< 1: αρχ. ἄπληστος 2: αγγλ. greedy] | |
| 5450 | απλίκα | [ἀπλίκα] α-πλί-κα ουσ. (θηλ.): φωτιστικό στερεωμένο σε τοίχο: ~ εξωτερικού/εσωτερικού χώρου. ~ από αλουμίνιο/κρύσταλλο. Βλ. αμπαζούρ, πλαφονιέρα.|| (κατ' επέκτ.) ~ες οροφής. [< γαλλ. applique] | |
| 5451 | απλικατέρ | [ἀπλικατέρ] α-πλι-κα-τέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: συσκευασία ή εξάρτημα με το οποίο απλώνεται ρευστή συνήθ. καλλυντική ουσία: πινέλο ~. Βαφή με ~.|| Μπουκάλι με ~ (: εξάρτημα εφαρμογής). [< γαλλ. applicateur] | |
| 5452 | απλικέ | [ἀπλικέ] α-πλι-κέ επίθ./ουσ. {άκλ.}: διακοσμητικό σχέδιο ή αντικείμενο που ράβεται πάνω σε ύφασμα: ~ λογότυπος/μοτίβα. Ρούχο με ~ κέντημα/φιόγκο/χάντρες. [< γαλλ. appliqué] | |
| 5453 | απλο- & απλό- | α' συνθετικό λέξεων που δηλώνει 1. απλότητα: απλο-ποιώ. 2. άνεση, γενναιοδωρία: απλό-χωρος.|| Απλο-χέρης (πβ. ανοιχτο-). | |
| 5454 | απλογράφηση | [ἁπλογράφηση] α-πλο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. ορθογραφική απλοποίηση, κυρ. των ξένων λέξεων, βάσει του φωνητικού αλφαβήτου: π.χ. Σοσίρ, αντί Σωσσύρ < γαλλ. Saussure. Βλ. αντιστρεψιμότητα. | |
| 5455 | απλογραφία | [ἁπλογραφία] α-πλο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΛΟΓΙΣΤ. μέθοδος λογιστικής καταχώρισης, κατά την οποία κάθε λογιστικό γεγονός εγγράφεται σε έναν μόνο αναλυτικό λογαριασμό. Βλ. διπλογραφία. 2. ΠΑΛΑΙΟΓΡ. εσφαλμένη παράλειψη ενός από δύο όμοιους φθόγγους ή μιας από δύο συνεχόμενες ίδιες συλλαβές κατά την αντιγραφή κειμένων. Βλ. -γραφία, διττογραφία. [< 1: γαλλ. comptabilité (en partie) simple 2: γερμ. Haplographie, αγγλ. haplography] | |
| 5456 | απλογραφικός | , ή, ό [ἁπλογραφικός] α-πλο-γρα-φι-κός επίθ.: ΛΟΓΙΣΤ. που σχετίζεται με την απλογραφία: ~ός: λογαριασμός. ~ή: μέθοδος (καταγραφής). ~ό: σύστημα (εγγραφών). ~ά: βιβλία (εσόδων). Βλ. διπλογραφικός. ● επίρρ.: απλογραφικά |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ