Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [6360-6380]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5428απίστευτος

, η, ο [ἀπίστευτος] α-πί-στευ-τος επίθ. 1. που δύσκολα γίνεται πιστευτός, αδιανόητος: ~η: ιστορία. ~ο: λάθος. ~α και ανεξήγητα γεγονότα.|| (επιφων.) ~ο! ~ο κι όμως αληθινό (αυτό που συνέβη)! ~ο (το) τι μπορεί να πάθει κανείς! Όσα μου διηγήθηκε ήταν ~α. Πβ. ανήκουστος, ασύλληπτος, πρωτάκουστος. 2. (προφ.-εμφατ., με θετ. ή αρνητ. συνυποδ.) εξαιρετικά ευχάριστος ή δυσάρεστος, καλός ή κακός· ασυνήθιστος, εκπληκτικός: ~ος: πόνος. ~η: θέα/καθυστέρηση/καταστροφή/κούραση/ταλαιπωρία/ταχύτητα. ~ο: θάρρος/θράσος/κρύο/χιούμορ. ~οι: συνδυασμοί (πβ. απίθανοι, καταπληκτικοί). ~ες: ατάκες/προσφορές/τιμές. Κάνει ~ο θόρυβο. Τοπία ~ης ομορφιάς (πβ. μοναδικός).|| (για πρόσ.) ~ο το άτομο (πβ. απαράδεκτο)! Είναι πραγματικά ~! Πβ. τρομ-, φοβ-ερός. ● επίρρ.: απίστευτα (εμφατ.) [< μεσν. απίστευτος, γαλλ. incroyable]

5429απιστία[ἀπιστία] α-πι-στί-α ουσ. (θηλ.) 1. απουσία πίστης και αφοσίωσης (σε γάμο ή δεσμό), ερωτική προδοσία και ειδικότ. μοιχεία: σεξουαλική/συζυγική/συναισθηματική ~. ~ες και εφήμερες σχέσεις. Πβ. κέρατο. 2. ΝΟΜ. κατάχρηση ή υπεξαίρεση περιουσίας από τον νόμιμο επιμελητή ή διαχειριστή της (συνήθ. για δημόσιο λειτουργό): ~ και απάτη/παράβαση καθήκοντος/πλαστογραφία. ~ κατ' εξακολούθηση. Πράξεις ~ας. Παραπέμφθηκε για ~ περί την υπηρεσία. ~ σε βαθμό κακουργήματος. 3. απουσία θρησκευτικής πίστης: Δείχνει ~ (= απιστεί). Βλ. αθεΐα, αθρησκία. ● ΣΥΜΠΛ.: απιστία δικηγόρου: ΝΟΜ. αδίκημα κατά το οποίο ο δικηγόρος βλάπτει εκ προθέσεως τα συμφέροντα του πελάτη του ή παρέχει νομική βοήθεια και στους δύο αντιδίκους παράλληλα ή διαδοχικά. ● ΦΡ.: (μου) κάνει απιστίες (προφ.): (μου) είναι άπιστος: Της/του κάνει ~ (: την/τον απατά, κερατώνει). [< αρχ. ἀπιστία, γαλλ. infidélité]
5430απίστομα[ἀπίστομα] α-πί-στο-μα επίρρ. & πίστομα (λαϊκό): μπρούμυτα: Γύρισε/έπεσε/κοιμάται (τ') ~. Πβ. πρηνηδόν. ΑΝΤ. ανάσκελα [< μεσν. επίστομα]
5431άπιστος, η, ο [ἄπιστος] ά-πι-στος επίθ. 1. (μειωτ.) που δεν πιστεύει σε κάποια θρησκεία και ειδικότ. που έχει διαφορετικό θρήσκευμα: (ως ουσ.) Πόλεμος εναντίον των απίστων. Πβ. αλλόθρησκος. Βλ. άθεος. ΑΝΤ. πιστός (1) 2. που διαπράττει απιστία: ~ος: άντρας/σύζυγος (πβ. μουρντάρης). ~η: γυναίκα. Της ήταν ~. Υπήρξε ~ στον γάμο/στη σχέση τους. Πβ. μοιχός.|| (μτφ.) ~η: καρδιά. 3. που δεν πείθεται εύκολα, δύσπιστος, καχύποπτος. ΑΝΤ. εύπιστος 4. (σπάν.) ανάξιος εμπιστοσύνης: ~ος: φίλος. ● επίρρ.: άπιστα & (λογ.) απίστως ● ΣΥΜΠΛ.: άπιστος Θωμάς βλ. Θωμάς [< αρχ. ἄπιστος]
5432απιστώ[ἀπιστῶ] α-πι-στώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {απιστ-είς ... | απίστ-ησε} (λόγ.) 1. κάνω απιστίες σε ερωτική ή συζυγική σχέση. Πβ. απατώ, κερατώνω, μοιχεύω. 2. δεν είμαι πιστός σε κάτι, προδίδω: ~ησαν στον όρκο που έδωσαν. Πβ. αθετώ. 3. δεν πιστεύω (συνήθ. στον Θεό). [< αρχ. ἀπιστῶ]
5433απίσχνανση[ἀπίσχνανση] α-πί-σχναν-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. σοβαρή απώλεια σωματικού βάρους λόγω ασθένειας ή υποσιτισμού: ~ λόγω νευρικής ανορεξίας. ~ και καχεξία. Πβ. αδυνάτισμα, αποστέωση. 2. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) μείωση, αποδυνάμωση: δημογραφική ~. Πβ. εξασθένηση, συρρίκνωση. [< γαλλ. émaciation]
5434απισχναντικός, ή, ό [ἀπισχναντικός] α-πι-σχνα-ντι-κός επίθ. (επιστ.): που προκαλεί μείωση του σωματικού βάρους: ~ή: δίαιτα. Σκεύασμα με ~ή δράση. Πβ. αδυνατιστ-, υποθερμιδ-ικός. ΑΝΤ. παχυντικός [< γαλλ. amaigrissant]
5435άπλα[ἅπλα] ά-πλα ουσ. (θηλ.) (προφ.): άνεση χώρου: Θέλω την ~ μου! Το σπίτι τους έχει ~ και ησυχία! Πβ. απλοχωριά, ευρυχωρία.
5436απλά βλ. απλώς
5437απλάδι[ἁπλάδι] α-πλά-δι ουσ. (ουδ.) 1. δίχτυ ψαρέματος, το οποίο διατηρείται στην επιφάνεια της θάλασσας ή σε ορισμένη απόσταση κάτω από αυτή με βαρίδια και φελλούς: παρασυρόμενο/στάσιμο ~. Αλιεία με σταθερό ~. Πβ. γρίπος, τράτα. 2. ΛΑΟΓΡ. μάλλινο στρωσίδι ή κλινοσκέπασμα, υφαντό. Βλ. κουβέρτα, φλοκάτη. [< μεσν. απλάδα]
5438απλανής, ής, ές [ἀπλανής] α-πλα-νής επίθ. {απλαν-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): σταθερός: ~ές: βλέμμα (= αφηρημένο, ανέκφραστο). ● επίρρ.: απλανώς (λόγ.) [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: απλανής (αστέρας) βλ. αστέρας [< αρχ. ἀπλανής, γαλλ. fixe]
5439απλασία[ἀπλασία] α-πλα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ατελής ανάπτυξη ιστού ή οργάνου του σώματος: δερματική/μυελική (πβ. απλαστική αναιμία)/πνευμονική/συγγενής ~. ~ των αδένων/της μήτρας. Πβ. αγενεσία. Βλ. ατροφία, δυσπλασία, υποπλασία. ΑΝΤ. υπερπλασία [< γαλλ. aplasie, αγγλ. aplasia]
5440απλαστικός, ή, ό [ἀπλαστικός] α-πλα-στι-κός επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: απλαστική αναιμία: ΙΑΤΡ. αναστολή της παραγωγής ερυθρών αιμοσφαιρίων που οφείλεται σε δυσλειτουργία του μυελού: επίκτητη ~ ~. Πβ. μυελική απλασία. Βλ. αιμο-, ερυθρο-ποίηση, μυελοπάθεια. [< αγγλ. aplastic anaemia, 1952]
5441άπλαστος, η, ο [ἄπλαστος] ά-πλα-στος επίθ. 1. (μτφ.) αδιαμόρφωτος: ~ος: χαρακτήρας. 2. που δεν έχει πλαστεί: ~ος: πηλός. ~ο: ζυμάρι. 3. ΘΕΟΛ. (για τον Θεό) άκτιστος. [< αρχ. ἄπλαστος]
5442άπλερος, η, ο [ἄπλερος] ά-πλε-ρος επίθ. (λογοτ.) : ασχημάτιστος, που δεν έχει αναπτυχθεί πλήρως: ~ο: παιδί. Νέος και ~. Πβ. άγουρος, αδιάπλαστος.|| (μτφ.) ~η φαντασία (πβ. ανολοκλήρωτη).
5443άπλετος, η, ο [ἄπλετος] ά-πλε-τος επίθ. (λόγ.): άφθονος, απεριόριστος: ~ος: φωτισμός/(ελεύθερος) χρόνος/χώρος (για ...). ~η: θέα.|| ~η: αγάπη/ελευθερία/χαρά. ~ες: γνώσεις/δυνατότητες/επιλογές. Πβ. άπειρος1, απέραντος. ● επίρρ.: άπλετα ● ΦΡ.: ρίχνω/χύνεται/πέφτει άπλετο φως (μτφ.): ξεσκεπάζω, δημοσιοποιώ, αποκαλύπτω κάτι: Θα πέσει/χυθεί ~ ~ στην υπόθεση του φόνου/στις συνθήκες του ατυχήματος. Είναι αποφασισμένος να ρίξει ~ ~ στο σκάνδαλο (ΑΝΤ. συσκοτίζω). Πβ. διαλευκαίνω, εξιχνιάζω. [< αρχ. ἄπλετος]
5444απληροφόρητος, η, ο [ἀπληροφόρητος] α-πλη-ρο-φό-ρη-τος επίθ.: ανενημέρωτος: ~ο: κοινό. Επιστημονικά/πολιτικά ~ (πβ. ανίδεος). Παραμένουν εντελώς άσχετοι και ~οι για την πορεία των πραγμάτων. ΣΥΝ. ακατατόπιστος ΑΝΤ. ενήμερος (1), πληροφορημένος [< μτγν. ἀπληροφόρητος 'ανικανοποίητος', γαλλ. non informé]
5445απληρωσιά[ἀπληρωσιά] α-πλη-ρω-σιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): κατάσταση κατά την οποία μένει κάποιος απλήρωτος.
5446απλήρωτος, η, ο [ἀπλήρωτος] α-πλή-ρω-τος επίθ. 1. που δεν έχει εξοφληθεί: ~ος: λογαριασμός. ~η: δόση/επιταγή. ~ο: γραμμάτιο/δάνειο/ποσό/χρέος. ~α: ασφάλιστρα/πρόστιμα. Έχει ~ο το νοίκι. Η συναλλαγματική επεστράφη ~η κατά τη λήξη της. ΣΥΝ. ανεξόφλητος (1) ΑΝΤ. εξοφλημένος, πληρωμένος (1) 2. που δεν έχει πληρωθεί τα δεδουλευμένα: ~η: εργασία. ~ες: υπερωρίες. Οι εργαζόμενοι είναι/παραμένουν για μήνες ~οι. 3. (σπάν.-λόγ.) που δεν έχει συμπληρωθεί, κενός: H μία από τις δύο θέσεις παρέμεινε ~η. [< 1,2: μεσν. απλήρωτος 3: μτγν. ἀπλήρωτος]
5447απλησίαστος, η, ο [ἀπλησίαστος] α-πλη-σί-α-στος επίθ. 1. απρόσιτος: (για πρόσ.) αμίλητος/αυστηρός/ψυχρός και ~. Πβ. απόμακρος.|| (για τόπο) ~η: βουνοκορφή/πλαγιά. ΑΝΤ. προσιτός (2) 2. πανάκριβος: ~α: ενοίκια. ~ες οι εξοχικές κατοικίες! Οι τιμές παραμένουν ~ες για το μέσο βαλάντιο. 3. που είναι δύσκολο να επιτευχθεί: ~ο: όνειρο. Ανέφικτος και ~ στόχος.|| ~ο: ρεκόρ. Πβ. άφθαστος. [< μτγν. ἀπλησίαστος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.