Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [6380-6400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5449άπληστως

, η, ο [ἄπληστος] ά-πλη-στος επίθ. 1. που χαρακτηρίζεται από απληστία: (για πρόσ.) ~ για εξουσία.|| ~η: συμπεριφορά. ~ο: βλέμμα/κυνήγι (του κέρδους). ~α: μάτια. Πβ. αδηφάγος, ανικανοποίητος, αχόρταγος, πλεονέκτης. ΑΝΤ. ολιγαρκής 2. ΠΛΗΡΟΦ. που σχετίζεται με τον άπληστο αλγόριθμο: ~η: μέθοδος. ● επίρρ.: άπληστα & (σπάν.-λόγ.) απλήστως ● ΣΥΜΠΛ.: άπληστος αλγόριθμος: ΠΛΗΡΟΦ. που βρίσκει τη βέλτιστη λύση σε προβλήματα βελτιστοποίησης. [< 1: αρχ. ἄπληστος 2: αγγλ. greedy]

5450απλίκα[ἀπλίκα] α-πλί-κα ουσ. (θηλ.): φωτιστικό στερεωμένο σε τοίχο: ~ εξωτερικού/εσωτερικού χώρου. ~ από αλουμίνιο/κρύσταλλο. Βλ. αμπαζούρ, πλαφονιέρα.|| (κατ' επέκτ.) ~ες οροφής. [< γαλλ. applique]
5451απλικατέρ[ἀπλικατέρ] α-πλι-κα-τέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: συσκευασία ή εξάρτημα με το οποίο απλώνεται ρευστή συνήθ. καλλυντική ουσία: πινέλο ~. Βαφή με ~.|| Μπουκάλι με ~ (: εξάρτημα εφαρμογής). [< γαλλ. applicateur]
5452απλικέ[ἀπλικέ] α-πλι-κέ επίθ./ουσ. {άκλ.}: διακοσμητικό σχέδιο ή αντικείμενο που ράβεται πάνω σε ύφασμα: ~ λογότυπος/μοτίβα. Ρούχο με ~ κέντημα/φιόγκο/χάντρες. [< γαλλ. appliqué]
5453απλο- & απλό-α' συνθετικό λέξεων που δηλώνει 1. απλότητα: απλο-ποιώ. 2. άνεση, γενναιοδωρία: απλό-χωρος.|| Απλο-χέρης (πβ. ανοιχτο-).
5454απλογράφηση[ἁπλογράφηση] α-πλο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. ορθογραφική απλοποίηση, κυρ. των ξένων λέξεων, βάσει του φωνητικού αλφαβήτου: π.χ. Σοσίρ, αντί Σωσσύρ < γαλλ. Saussure. Βλ. αντιστρεψιμότητα.
5455απλογραφία[ἁπλογραφία] α-πλο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΛΟΓΙΣΤ. μέθοδος λογιστικής καταχώρισης, κατά την οποία κάθε λογιστικό γεγονός εγγράφεται σε έναν μόνο αναλυτικό λογαριασμό. Βλ. διπλογραφία. 2. ΠΑΛΑΙΟΓΡ. εσφαλμένη παράλειψη ενός από δύο όμοιους φθόγγους ή μιας από δύο συνεχόμενες ίδιες συλλαβές κατά την αντιγραφή κειμένων. Βλ. -γραφία, διττογραφία. [< 1: γαλλ. comptabilité (en partie) simple 2: γερμ. Haplographie, αγγλ. haplography]
5456απλογραφικός, ή, ό [ἁπλογραφικός] α-πλο-γρα-φι-κός επίθ.: ΛΟΓΙΣΤ. που σχετίζεται με την απλογραφία: ~ός: λογαριασμός. ~ή: μέθοδος (καταγραφής). ~ό: σύστημα (εγγραφών). ~ά: βιβλία (εσόδων). Βλ. διπλογραφικός. ● επίρρ.: απλογραφικά
5457απλοειδής, ής, ές [ἁπλοειδής] α-πλο-ει-δής επίθ.: ΒΙΟΛ. για πυρήνα κυττάρου ή οργανισμό στο γενετικό υλικό του οποίου το κάθε χρωμόσωμα αντιπροσωπεύεται μία μόνο φορά: ~ής: αλληλουχία. ~ή: γονιδιώματα. Βλ. διπλοειδής, -ειδής. [< μτγν. ἁπλοειδής 'απλός', αγγλ. haploid, 1908, γαλλ. haploïde, 1911]
5458απλοελληνική[ἁπλοελληνική] α-πλο-ελ-λη-νι-κή ουσ. (θηλ.) & απλοελληνικά (τα) 1. ΓΛΩΣΣ. (κυρ. παλαιότ.) (με αναφορά στη δημοτική) απλή, κατανοητή μορφή της ελληνικής γλώσσας. Βλ. καθαρεύουσα, νεοελληνική. 2. απλουστευμένη έκφραση ως επεξήγηση σε λέξεις ή φράσεις του απαιτητικού λεξιλογίου: (ειρων.) Ποιεί την νήσσαν, στην ~ (= σε απλά ελληνικά, κοινώς, κατά το κοινώς λεγόμενο) κάνει την πάπια.
5459απλοϊκός, ή, ό [ἁπλοϊκός] α-πλο-ϊ-κός επίθ. 1. αγαθός, αφελής: (για πρόσ.) αθώος, ~ χωρικός. Πβ. αγνός, απονήρευτος.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~οί και άξεστοι/γραφικοί άνθρωποι. Πβ. ανόητος, κουτός. 2. επιφανειακός, ρηχός: ~ός: λόγος/ορισμός. ~ή: απάντηση/προσέγγιση/σκέψη. ~οί: συλλογισμοί. ~ές: απόψεις/ερμηνείες. Πβ. (υπερ)απλουστευτικός, επιπόλαιος. ● επίρρ.: απλοϊκά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. ἁπλοϊκός, γαλλ. simple]
5460απλοϊκότητα[ἁπλοϊκότητα] α-πλο-ϊ-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του απλοϊκού. Πβ. αγαθότητα, αθωότητα, αφέλεια.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ των επιχειρημάτων (: ρηχότητα). Πβ. απλότητα, υπεραπλούστευση. [< γαλλ. simplicité]
5461απλολογία[ἁπλολογία] α-πλο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. σύμπτυξη μιας λέξης με αποβολή ενός ή περισσότερων όμοιων ή παρόμοιων συνεχόμενων φθόγγων ή συλλαβών: π.χ. αθλ(ητ)ίατρος, αστρ(απ)οπελέκι. Βλ. ανομοίωση, -λογία. [< γαλλ. haplologie, 1908, γερμ. Haplologie, αγγλ. haplology]
5462απλοποίηση[ἁπλοποίηση] α-πλο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. διαδικασία κατά την οποία κάτι γίνεται απλούστερο και κατ' επέκτ. ευκολότερο και το αντίστοιχο αποτέλεσμα: ~ των εργασιών/των θεσμών/των κανόνων/της νομοθεσίας. Τεχνικές ~ης. Πβ. απλούστευση|| (MΑΘ.) ~ κλάσματος/λογικών συναρτήσεων/παράστασης.|| (ΓΡΑΜΜ.) Ορθογραφική/τονική ~. ~ των κλιτικών σχημάτων. 2. ΓΡΑΜΜ. σίγηση φθόγγου που ανήκει σε σύμπλεγμα, κυρ. για διευκόλυνση της προφοράς: π.χ. νύφη < νύμφη, απόγεμα < απόγευμα.|| Η ~ των διπλών συμφώνων στην ελληνιστική κοινή. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. simplification]
5463απλοποιητικός, ή, ό [ἁπλοποιητικός] α-πλο-ποι-η-τι-κός επίθ.: που απλοποιεί: ~ός: μηχανισμός. ~ή: μέθοδος/υπόθεση. ~ό: ερώτημα/μοντέλο/σχήμα. Βλ. -ποιητικός. ΣΥΝ. απλουστευτικός ● επίρρ.: απλοποιητικά [< γαλλ. simplificateur]
5464απλοποιώ[ἁπλοποιῶ] α-πλο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {απλοποι-είς ..., -ώντας | απλοποί-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} 1. κάνω κάτι απλούστερο και κατ' επέκτ. ευκολότερο: Υπολογιστικό πρόγραμμα που ~εί (= διευκολύνει) και επιταχύνει την εκτέλεση εργασιών. Το κείμενο ~ήθηκε και έγινε σαφέστερο. ~ημένες: διαδικασίες/έννοιες. Πβ. απλουστεύω. ΑΝΤ. περιπλέκω.|| (ΜΑΘ.) ~ημένη: παράσταση/συνάρτηση. ~ημένο: κλάσμα (βλ. ανάγωγο). Βλ. -ποιώ. 2. ΓΡΑΜΜ. {συνήθ. μεσοπαθ.} για φθόγγο ενός συμπλέγματος που σιγάται για διευκόλυνση της άρθρωσης ή της γραφής: ~ημένη ορθογραφία. [< γαλλ. simplifier]
5465απλός, ή, ό [ἁπλός] α-πλός επίθ. {απλούστ-ερος, -ατος} 1. που είναι εύκολος στην κατανόηση ή την εκτέλεση, την εφαρμογή, τη χρήση: ~ός: ορισμός/συλλογισμός. ~ή: άσκηση/εξήγηση/λύση/μέθοδος. ~ό: κείμενο (πβ. βατό, εύληπτο)/παράδειγμα/σκεπτικό (πβ. κατανοητό). ~ές: κουβέντες/οδηγίες/συμβουλές. Σε ~ά ελληνικά/με ~ά λόγια ... Με ~ά μαθηματικά ... Ένα κι ένα κάνουν δύο, ~ά πράγματα (: για κάτι προφανές, που δεν χρειάζεται πολλή σκέψη). Για τον ~ατο λόγο ότι ... ΑΝΤ. ακατανόητος.|| ~ός: μηχανισμός/τρόπος. ~ή: κατασκευή/συσκευή (πβ. εύχρηστη. ΑΝΤ. δύσχρηστη). ~ό, γρήγορο φαγητό. ~ές συνταγές μαγειρικής. Η εγκυμοσύνη δεν είναι ~ή υπόθεση. Δεν είναι ~ό πράγμα να ... Δεν είναι τόσο ~ό όσο φαίνεται! Είναι πολύ ~ό αυτό που σου ζητάω. (ως ουσ.) Μη βιάζεσαι, ξεκίνα από τα ~ά! ΑΝΤ. περίπλοκος, πολύπλοκος 2. συνηθισμένος, τυπικός, κοινός: Ο ~ άνθρωπος (πβ. του λαού, βλ. απλοϊκός)/καταναλωτής/κόσμος (πβ. ανώνυμος) δεν θα σκεφτεί έτσι (πβ. μέσος). Οι μικρές, ~ές (πβ. καθημερινές) απολαύσεις.|| (χωρίς αρμοδιότητα, εξουσία ή αξίωμα:) ~ός: παπάς/πολίτης/στρατιώτης (ΑΝΤ. αξιωματικός, βαθμοφόρος)/(ΝΟΜ.) συνεργός (βλ. αυτουργός, εγκέφαλος)/υπάλληλος/(ΔΙΑΔΙΚΤ.) χρήστης (βλ. αντμινιστρέιτορ). ~ό: μέλος. Παραμένει ~ θεατής των εξελίξεων (: δεν αντιδρά· πβ. απαθής).|| ~ή: (τηλεφωνική) γραμμή (πβ. αναλογική)/διαδρομή (ΑΝΤ. αλέ-ρετούρ)/(ιατρική) εξέταση/επέμβαση (= ρουτίνας). ~ό: γράμμα/δέμα (ΑΝΤ. εξπρές, συστημένο)/εισιτήριο (ΑΝΤ. μειωμένο, μετ' επιστροφής). Η δουλειά σου θα γίνει με μια ~ή αίτηση(/εξουσιοδότηση)/ένα ~ό τηλεφώνημα (: χωρίς ιδιαίτερες διαδικασίες). ~ή παράκληση, όχι απαίτηση ... Μην παρεξηγείσαι, είναι μόνο μια ~ή διαπίστωση/παρατήρηση/υπενθύμιση! Πρόκειται για ~ή σύμπτωση/συνωνυμία/τύχη (ΣΥΝ. καθαρή, σκέτη). Η ~ή λογική λέει ότι ... (πβ. κοινός νους). 3. στοιχειώδης, βασικός: ~ή: δομή. ~ές: (ΒΙΟΛ.) μορφές ζωής (πβ. κατώτερες, πρώτες).|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ή πρόταση (: χωρίς προσδιορισμούς). ~ές και σύνθετες λέξεις.|| ~ή: (ΔΙΑΔΙΚΤ.) αναζήτηση (ΑΝΤ. πολλαπλή)/διόρθωση κειμένου (: χωρίς επιμέλεια). ΑΝΤ. σύνθετος. 4. απέριττος, λιτός· φυσικός: ~ή: διακόσμηση (πβ. διακριτική, ΑΝΤ. βαριά). ~ό: γούστο/διαμέρισμα/ντύσιμο (βλ. μοντέρνο, σινιέ, σπορ). ~ά: ρούχα.|| ~ή: γλώσσα (πβ. άμεση)/γραφή. ~ό: ύφος. ΣΥΝ. ανεπιτήδευτος. ΑΝΤ. πομπώδης.|| ~ή: διατροφή (πβ. υγιεινή)/ζωή/συμπεριφορά. ~οί: τρόποι. (για πρόσ.) Παρά τις επιτυχίες, παραμένει ~ (πβ. αυθόρμητος, γνήσιος, σεμνός. ΑΝΤ. ακατάδεκτος, αλαζόνας). ΑΝΤ. εξεζητημένος, επιτηδευμένος 5. ΧΗΜ. που αποτελείται από ένα μόνο στοιχείο ή μία ένωση: ~ό: σώμα.|| ~ός: δεσμός (π.χ. άνθρακα-υδρογόνου. ΑΝΤ. διπλός). ● επίρρ.: απλά 1. με απλό τρόπο: Ζει/ντύνεται/συμπεριφέρεται ~. Γράφει/μιλάει ~ και κατανοητά. Βρείτε αυτό που ψάχνετε γρήγορα/εύκολα και ~! Σηκώθηκε και έφυγε, έτσι/τόσο ~! 2. (καταχρ.) μόνο: ~ νομίζω ότι … Είμαι όχι ~ ικανοποιημένος, αλλά ενθουσιασμένος. Θα ερχόμουν, ~ (= αλλά) κάτι μου έτυχε. Δεν ξέχασα να σου τηλεφωνήσω, ~ δεν πρόλαβα. Πβ. απλώς. || (εμφατ.) ~ και μόνο. ● ΣΥΜΠΛ.: απλή δυσφήμιση βλ. δυσφήμιση, απλή/σχετική πλειοψηφία βλ. πλειοψηφία ● ΦΡ.: είναι πολύ/τόσο απλό (εμφατ.): για να δηλωθεί η απλότητα, η ευκολία ενός πράγματος: ~ ~, δεν το σκέφτηκες; ΣΥΝ. αυτό είν' όλο, η απλή μέθοδος των τριών βλ. τρεις, τρεις, τρία [< μεσν. απλός 2: γαλλ.-αγγλ. simple]
5467απλότυπος[ἁπλότυπος] α-πλό-τυ-πος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύπου}: ΒΙΟΛ. κάθε σύνολο αλληλόμορφων γονιδίων· το γενετικό υλικό που κληρονομείται από τον κάθε γονέα. Βλ. γονό-, φαινό-τυπος. [< αγγλ. haplotype, 1967]
5468απλούστατα[ἁπλούστατα] α-πλού-στα-τα επίρρ. {υπερθ.} (εμφατ.): πάρα πολύ απλά: Δεν ήρθε, γιατί ~ αδιαφορεί. ● βλ. απλώς
5469απλούστερος, η, ο βλ. απλός

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.