| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5457 | απλοειδής | , ής, ές [ἁπλοειδής] α-πλο-ει-δής επίθ.: ΒΙΟΛ. για πυρήνα κυττάρου ή οργανισμό στο γενετικό υλικό του οποίου το κάθε χρωμόσωμα αντιπροσωπεύεται μία μόνο φορά: ~ής: αλληλουχία. ~ή: γονιδιώματα. Βλ. διπλοειδής, -ειδής. [< μτγν. ἁπλοειδής 'απλός', αγγλ. haploid, 1908, γαλλ. haploïde, 1911] | |
| 5458 | απλοελληνική | [ἁπλοελληνική] α-πλο-ελ-λη-νι-κή ουσ. (θηλ.) & απλοελληνικά (τα) 1. ΓΛΩΣΣ. (κυρ. παλαιότ.) (με αναφορά στη δημοτική) απλή, κατανοητή μορφή της ελληνικής γλώσσας. Βλ. καθαρεύουσα, νεοελληνική. 2. απλουστευμένη έκφραση ως επεξήγηση σε λέξεις ή φράσεις του απαιτητικού λεξιλογίου: (ειρων.) Ποιεί την νήσσαν, στην ~ (= σε απλά ελληνικά, κοινώς, κατά το κοινώς λεγόμενο) κάνει την πάπια. | |
| 5459 | απλοϊκός | , ή, ό [ἁπλοϊκός] α-πλο-ϊ-κός επίθ. 1. αγαθός, αφελής: (για πρόσ.) αθώος, ~ χωρικός. Πβ. αγνός, απονήρευτος.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~οί και άξεστοι/γραφικοί άνθρωποι. Πβ. ανόητος, κουτός. 2. επιφανειακός, ρηχός: ~ός: λόγος/ορισμός. ~ή: απάντηση/προσέγγιση/σκέψη. ~οί: συλλογισμοί. ~ές: απόψεις/ερμηνείες. Πβ. (υπερ)απλουστευτικός, επιπόλαιος. ● επίρρ.: απλοϊκά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. ἁπλοϊκός, γαλλ. simple] | |
| 5460 | απλοϊκότητα | [ἁπλοϊκότητα] α-πλο-ϊ-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του απλοϊκού. Πβ. αγαθότητα, αθωότητα, αφέλεια.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ των επιχειρημάτων (: ρηχότητα). Πβ. απλότητα, υπεραπλούστευση. [< γαλλ. simplicité] | |
| 5461 | απλολογία | [ἁπλολογία] α-πλο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. σύμπτυξη μιας λέξης με αποβολή ενός ή περισσότερων όμοιων ή παρόμοιων συνεχόμενων φθόγγων ή συλλαβών: π.χ. αθλ(ητ)ίατρος, αστρ(απ)οπελέκι. Βλ. ανομοίωση, -λογία. [< γαλλ. haplologie, 1908, γερμ. Haplologie, αγγλ. haplology] | |
| 5462 | απλοποίηση | [ἁπλοποίηση] α-πλο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. διαδικασία κατά την οποία κάτι γίνεται απλούστερο και κατ' επέκτ. ευκολότερο και το αντίστοιχο αποτέλεσμα: ~ των εργασιών/των θεσμών/των κανόνων/της νομοθεσίας. Τεχνικές ~ης. Πβ. απλούστευση|| (MΑΘ.) ~ κλάσματος/λογικών συναρτήσεων/παράστασης.|| (ΓΡΑΜΜ.) Ορθογραφική/τονική ~. ~ των κλιτικών σχημάτων. 2. ΓΡΑΜΜ. σίγηση φθόγγου που ανήκει σε σύμπλεγμα, κυρ. για διευκόλυνση της προφοράς: π.χ. νύφη < νύμφη, απόγεμα < απόγευμα.|| Η ~ των διπλών συμφώνων στην ελληνιστική κοινή. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. simplification] | |
| 5463 | απλοποιητικός | , ή, ό [ἁπλοποιητικός] α-πλο-ποι-η-τι-κός επίθ.: που απλοποιεί: ~ός: μηχανισμός. ~ή: μέθοδος/υπόθεση. ~ό: ερώτημα/μοντέλο/σχήμα. Βλ. -ποιητικός. ΣΥΝ. απλουστευτικός ● επίρρ.: απλοποιητικά [< γαλλ. simplificateur] | |
| 5464 | απλοποιώ | [ἁπλοποιῶ] α-πλο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {απλοποι-είς ..., -ώντας | απλοποί-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} 1. κάνω κάτι απλούστερο και κατ' επέκτ. ευκολότερο: Υπολογιστικό πρόγραμμα που ~εί (= διευκολύνει) και επιταχύνει την εκτέλεση εργασιών. Το κείμενο ~ήθηκε και έγινε σαφέστερο. ~ημένες: διαδικασίες/έννοιες. Πβ. απλουστεύω. ΑΝΤ. περιπλέκω.|| (ΜΑΘ.) ~ημένη: παράσταση/συνάρτηση. ~ημένο: κλάσμα (βλ. ανάγωγο). Βλ. -ποιώ. 2. ΓΡΑΜΜ. {συνήθ. μεσοπαθ.} για φθόγγο ενός συμπλέγματος που σιγάται για διευκόλυνση της άρθρωσης ή της γραφής: ~ημένη ορθογραφία. [< γαλλ. simplifier] | |
| 5465 | απλός | , ή, ό [ἁπλός] α-πλός επίθ. {απλούστ-ερος, -ατος} 1. που είναι εύκολος στην κατανόηση ή την εκτέλεση, την εφαρμογή, τη χρήση: ~ός: ορισμός/συλλογισμός. ~ή: άσκηση/εξήγηση/λύση/μέθοδος. ~ό: κείμενο (πβ. βατό, εύληπτο)/παράδειγμα/σκεπτικό (πβ. κατανοητό). ~ές: κουβέντες/οδηγίες/συμβουλές. Σε ~ά ελληνικά/με ~ά λόγια ... Με ~ά μαθηματικά ... Ένα κι ένα κάνουν δύο, ~ά πράγματα (: για κάτι προφανές, που δεν χρειάζεται πολλή σκέψη). Για τον ~ατο λόγο ότι ... ΑΝΤ. ακατανόητος.|| ~ός: μηχανισμός/τρόπος. ~ή: κατασκευή/συσκευή (πβ. εύχρηστη. ΑΝΤ. δύσχρηστη). ~ό, γρήγορο φαγητό. ~ές συνταγές μαγειρικής. Η εγκυμοσύνη δεν είναι ~ή υπόθεση. Δεν είναι ~ό πράγμα να ... Δεν είναι τόσο ~ό όσο φαίνεται! Είναι πολύ ~ό αυτό που σου ζητάω. (ως ουσ.) Μη βιάζεσαι, ξεκίνα από τα ~ά! ΑΝΤ. περίπλοκος, πολύπλοκος 2. συνηθισμένος, τυπικός, κοινός: Ο ~ άνθρωπος (πβ. του λαού, βλ. απλοϊκός)/καταναλωτής/κόσμος (πβ. ανώνυμος) δεν θα σκεφτεί έτσι (πβ. μέσος). Οι μικρές, ~ές (πβ. καθημερινές) απολαύσεις.|| (χωρίς αρμοδιότητα, εξουσία ή αξίωμα:) ~ός: παπάς/πολίτης/στρατιώτης (ΑΝΤ. αξιωματικός, βαθμοφόρος)/(ΝΟΜ.) συνεργός (βλ. αυτουργός, εγκέφαλος)/υπάλληλος/(ΔΙΑΔΙΚΤ.) χρήστης (βλ. αντμινιστρέιτορ). ~ό: μέλος. Παραμένει ~ θεατής των εξελίξεων (: δεν αντιδρά· πβ. απαθής).|| ~ή: (τηλεφωνική) γραμμή (πβ. αναλογική)/διαδρομή (ΑΝΤ. αλέ-ρετούρ)/(ιατρική) εξέταση/επέμβαση (= ρουτίνας). ~ό: γράμμα/δέμα (ΑΝΤ. εξπρές, συστημένο)/εισιτήριο (ΑΝΤ. μειωμένο, μετ' επιστροφής). Η δουλειά σου θα γίνει με μια ~ή αίτηση(/εξουσιοδότηση)/ένα ~ό τηλεφώνημα (: χωρίς ιδιαίτερες διαδικασίες). ~ή παράκληση, όχι απαίτηση ... Μην παρεξηγείσαι, είναι μόνο μια ~ή διαπίστωση/παρατήρηση/υπενθύμιση! Πρόκειται για ~ή σύμπτωση/συνωνυμία/τύχη (ΣΥΝ. καθαρή, σκέτη). Η ~ή λογική λέει ότι ... (πβ. κοινός νους). 3. στοιχειώδης, βασικός: ~ή: δομή. ~ές: (ΒΙΟΛ.) μορφές ζωής (πβ. κατώτερες, πρώτες).|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ή πρόταση (: χωρίς προσδιορισμούς). ~ές και σύνθετες λέξεις.|| ~ή: (ΔΙΑΔΙΚΤ.) αναζήτηση (ΑΝΤ. πολλαπλή)/διόρθωση κειμένου (: χωρίς επιμέλεια). ΑΝΤ. σύνθετος. 4. απέριττος, λιτός· φυσικός: ~ή: διακόσμηση (πβ. διακριτική, ΑΝΤ. βαριά). ~ό: γούστο/διαμέρισμα/ντύσιμο (βλ. μοντέρνο, σινιέ, σπορ). ~ά: ρούχα.|| ~ή: γλώσσα (πβ. άμεση)/γραφή. ~ό: ύφος. ΣΥΝ. ανεπιτήδευτος. ΑΝΤ. πομπώδης.|| ~ή: διατροφή (πβ. υγιεινή)/ζωή/συμπεριφορά. ~οί: τρόποι. (για πρόσ.) Παρά τις επιτυχίες, παραμένει ~ (πβ. αυθόρμητος, γνήσιος, σεμνός. ΑΝΤ. ακατάδεκτος, αλαζόνας). ΑΝΤ. εξεζητημένος, επιτηδευμένος 5. ΧΗΜ. που αποτελείται από ένα μόνο στοιχείο ή μία ένωση: ~ό: σώμα.|| ~ός: δεσμός (π.χ. άνθρακα-υδρογόνου. ΑΝΤ. διπλός). ● επίρρ.: απλά 1. με απλό τρόπο: Ζει/ντύνεται/συμπεριφέρεται ~. Γράφει/μιλάει ~ και κατανοητά. Βρείτε αυτό που ψάχνετε γρήγορα/εύκολα και ~! Σηκώθηκε και έφυγε, έτσι/τόσο ~! 2. (καταχρ.) μόνο: ~ νομίζω ότι … Είμαι όχι ~ ικανοποιημένος, αλλά ενθουσιασμένος. Θα ερχόμουν, ~ (= αλλά) κάτι μου έτυχε. Δεν ξέχασα να σου τηλεφωνήσω, ~ δεν πρόλαβα. Πβ. απλώς. || (εμφατ.) ~ και μόνο. ● ΣΥΜΠΛ.: απλή δυσφήμιση βλ. δυσφήμιση, απλή/σχετική πλειοψηφία βλ. πλειοψηφία ● ΦΡ.: είναι πολύ/τόσο απλό (εμφατ.): για να δηλωθεί η απλότητα, η ευκολία ενός πράγματος: ~ ~, δεν το σκέφτηκες; ΣΥΝ. αυτό είν' όλο, η απλή μέθοδος των τριών βλ. τρεις, τρεις, τρία [< μεσν. απλός 2: γαλλ.-αγγλ. simple] | |
| 5466 | απλότητα | [ἁπλότητα] α-πλό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ευκολία στην κατανόηση ή τον χειρισμό: ~ και σαφήνεια εννοιών.|| ~ της δομής/κατασκευής. ~ και λειτουργικότητα στην εφαρμογή/χρήση. ΑΝΤ. περιπλοκότητα, πολυπλοκότητα (2) 2. μέτρο, φυσικότητα: ~ στην αρχιτεκτονική (βλ. μεγαλοπρέπεια)/στη διακόσμηση (πβ. μινιμαλισμός)/στο ντύσιμο (ΑΝΤ. εκζήτηση, υπερβολή)/στον σχεδιασμό.|| ~ στη ζωή (βλ. επιδεικτικότητα)/στη συμπεριφορά (πβ. αυθορμητισμός)/στους τρόπους. Το μεγαλείο της ~ας. Η ~ των εκφραστικών μέσων (πβ. λιτότητα)/του ύφους (πβ. αμεσότητα). Μιλά με (ανεπιτήδευτη) ~, χωρίς επιτήδευση. Βλ. -ότητα. [< αρχ. ἁπλότης, γαλλ. simplicité] | |
| 5467 | απλότυπος | [ἁπλότυπος] α-πλό-τυ-πος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύπου}: ΒΙΟΛ. κάθε σύνολο αλληλόμορφων γονιδίων· το γενετικό υλικό που κληρονομείται από τον κάθε γονέα. Βλ. γονό-, φαινό-τυπος. [< αγγλ. haplotype, 1967] | |
| 5468 | απλούστατα | [ἁπλούστατα] α-πλού-στα-τα επίρρ. {υπερθ.} (εμφατ.): πάρα πολύ απλά: Δεν ήρθε, γιατί ~ αδιαφορεί. ● βλ. απλώς | |
| 5469 | απλούστερος | , η, ο βλ. απλός | |
| 5470 | απλούστευση | [ἁπλούστευση] α-πλού-στευ-ση ουσ. (θηλ.) : απλοποίηση: (κυρ. επίσ.) ~ των διατάξεων/των διατυπώσεων/των συναλλαγών. ~ και διασαφήνιση του κειμένου/επίσπευση των διαδικασιών. Προσπάθεια ~ης των κανόνων.|| (ΓΡΑΜΜ.) Ορθογραφικές ~εύσεις.|| (στον πληθ., συνήθ. με αρνητ. συνυποδ.) Επικίνδυνες/λαϊκίστικες ~εύσεις. Κάνεις ~εύσεις (βλ. γενικεύσεις). Πβ. υπερ~. [< γαλλ. simplification] | |
| 5471 | απλουστευτικός | , ή, ό [ἁπλουστευτικός] α-πλου-στευ-τι-κός επίθ.: που παρουσιάζει ένα περίπλοκο θέμα με επιφανειακό τρόπο ή σπανιότ. που καθιστά κάτι πιο απλό: (αρνητ. συνυποδ.) ~ή: ανάλυση/απάντηση/εικόνα/θεώρηση/λογική/προσέγγιση. ~ό: επιχείρημα. ~ές: γενικεύσεις/ερμηνείες. ~ά: παραδείγματα/συμπεράσματα. Εξαιρετικά ~οί και παραπλανητικοί ισχυρισμοί. Πβ. σχηματικός, υπερ~.|| ~ές: διαδικασίες. Πβ. απλοποιητικός. ● επίρρ.: απλουστευτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. simplificateur] | |
| 5472 | απλουστεύω | [ἁπλουστεύω] α-πλου-στεύ-ω ρ. (μτβ.) {απλούστευ-σα, -σει, -θηκε κ. -τηκε, -θεί κ. -τεί, -οντας, -μένος}: καθιστώ κάτι απλούστερο, απλοποιώ: Συσκευές που ~ουν (= διευκολύνουν) τη ζωή.|| ~μένη: γλώσσα (πβ. απλή, κατανοητή). Κείμενο σε ~μένη μορφή. Πβ. εκλαϊκεύω. Βλ. υπερ~. ΑΝΤ. δυσκολεύω (1) [< γαλλ. simplifier] | |
| 5473 | απλοχέρης | [ἁπλοχέρης] α-πλο-χέ-ρης επίθ./ουσ. {απλοχέρ-ηδες | σπανιότ. θηλ. απλοχέρα} (προφ.) 1. που ξοδεύει με γενναιοδωρία, ανοιχτοχέρης. ΣΥΝ. απλόχερος, χουβαρντάς ΑΝΤ. σφιχτοχέρης, τσιγκούνης, τσιφούτης 2. (αρνητ. συνυποδ.) που έχει την τάση να κλέβει. ΣΥΝ. μακρυχέρης (1) [< μεσν. απλοχέρης] | |
| 5474 | απλοχεριά | [ἁπλοχεριά] α-πλο-χε-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.): η ιδιότητα του απλοχέρη· γενναιοδωρία: Δίνει/προσφέρει στους άλλους με ~. (ειρων.) Μοίρασαν τις επιχορηγήσεις με περισσή ~. ΣΥΝ. γαλαντομία, χουβαρνταλίκι [< μεσν. απλοχεριά] | |
| 5475 | απλόχερος | , η, ο [ἁπλόχερος] α-πλό-χε-ρος επίθ. : που χαρακτηρίζεται από απλοχεριά, γενναιόδωρος: (για πρόσ.) ~ με όλους. (ειρων.) ~ στις υποσχέσεις. Πβ. κιμπάρης. ΑΝΤ. τσιγκούνης, τσιφούτης.|| ~η: βοήθεια/προσφορά/φιλοξενία. ~o: χαμόγελο/χειροκρότημα (ΑΝΤ. χλιαρό). Η φύση υπήρξε/φάνηκε ~η μαζί της. (ειρων.) ~ες: παροχές (ΑΝΤ. φειδωλές). ● επίρρ.: απλόχερα: Δίνει/χαρίζει την αγάπη του ~. ΣΥΝ. αβέρτα (1), αφειδώς | |
| 5476 | απλοχωριά | [ἁπλοχωριά] α-πλο-χω-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.-λογοτ.): άνεση χώρου, ευρυχωρία. Πβ. άπλα, απλωσιά. [< μεσν. ἁπλοχωριά] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ