Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [6400-6420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5469απλούστερος, η, ο βλ. απλός
5470απλούστευση[ἁπλούστευση] α-πλού-στευ-ση ουσ. (θηλ.) : απλοποίηση: (κυρ. επίσ.) ~ των διατάξεων/των διατυπώσεων/των συναλλαγών. ~ και διασαφήνιση του κειμένου/επίσπευση των διαδικασιών. Προσπάθεια ~ης των κανόνων.|| (ΓΡΑΜΜ.) Ορθογραφικές ~εύσεις.|| (στον πληθ., συνήθ. με αρνητ. συνυποδ.) Επικίνδυνες/λαϊκίστικες ~εύσεις. Κάνεις ~εύσεις (βλ. γενικεύσεις). Πβ. υπερ~. [< γαλλ. simplification]
5471απλουστευτικός, ή, ό [ἁπλουστευτικός] α-πλου-στευ-τι-κός επίθ.: που παρουσιάζει ένα περίπλοκο θέμα με επιφανειακό τρόπο ή σπανιότ. που καθιστά κάτι πιο απλό: (αρνητ. συνυποδ.) ~ή: ανάλυση/απάντηση/εικόνα/θεώρηση/λογική/προσέγγιση. ~ό: επιχείρημα. ~ές: γενικεύσεις/ερμηνείες. ~ά: παραδείγματα/συμπεράσματα. Εξαιρετικά ~οί και παραπλανητικοί ισχυρισμοί. Πβ. σχηματικός, υπερ~.|| ~ές: διαδικασίες. Πβ. απλοποιητικός. ● επίρρ.: απλουστευτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. simplificateur]
5472απλουστεύω[ἁπλουστεύω] α-πλου-στεύ-ω ρ. (μτβ.) {απλούστευ-σα, -σει, -θηκε κ. -τηκε, -θεί κ. -τεί, -οντας, -μένος}: καθιστώ κάτι απλούστερο, απλοποιώ: Συσκευές που ~ουν (= διευκολύνουν) τη ζωή.|| ~μένη: γλώσσα (πβ. απλή, κατανοητή). Κείμενο σε ~μένη μορφή. Πβ. εκλαϊκεύω. Βλ. υπερ~. ΑΝΤ. δυσκολεύω (1) [< γαλλ. simplifier]
5473απλοχέρης[ἁπλοχέρης] α-πλο-χέ-ρης επίθ./ουσ. {απλοχέρ-ηδες | σπανιότ. θηλ. απλοχέρα} (προφ.) 1. που ξοδεύει με γενναιοδωρία, ανοιχτοχέρης. ΣΥΝ. απλόχερος, χουβαρντάς ΑΝΤ. σφιχτοχέρης, τσιγκούνης, τσιφούτης 2. (αρνητ. συνυποδ.) που έχει την τάση να κλέβει. ΣΥΝ. μακρυχέρης (1) [< μεσν. απλοχέρης]
5474απλοχεριά[ἁπλοχεριά] α-πλο-χε-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.): η ιδιότητα του απλοχέρη· γενναιοδωρία: Δίνει/προσφέρει στους άλλους με ~. (ειρων.) Μοίρασαν τις επιχορηγήσεις με περισσή ~. ΣΥΝ. γαλαντομία, χουβαρνταλίκι [< μεσν. απλοχεριά]
5475απλόχερος, η, ο [ἁπλόχερος] α-πλό-χε-ρος επίθ. : που χαρακτηρίζεται από απλοχεριά, γενναιόδωρος: (για πρόσ.) ~ με όλους. (ειρων.) ~ στις υποσχέσεις. Πβ. κιμπάρης. ΑΝΤ. τσιγκούνης, τσιφούτης.|| ~η: βοήθεια/προσφορά/φιλοξενία. ~o: χαμόγελο/χειροκρότημα (ΑΝΤ. χλιαρό). Η φύση υπήρξε/φάνηκε ~η μαζί της. (ειρων.) ~ες: παροχές (ΑΝΤ. φειδωλές). ● επίρρ.: απλόχερα: Δίνει/χαρίζει την αγάπη του ~. ΣΥΝ. αβέρτα (1), αφειδώς
5476απλοχωριά[ἁπλοχωριά] α-πλο-χω-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.-λογοτ.): άνεση χώρου, ευρυχωρία. Πβ. άπλα, απλωσιά. [< μεσν. ἁπλοχωριά]
5477απλόχωρος, η, ο [ἁπλόχωρος] α-πλό-χω-ρος επίθ. (προφ.-λογοτ.): που έχει άνεση χώρου, άπλα: ~η: αίθουσα/πλατεία. Άνετα/μεγάλα και ~α δωμάτια. Πβ. ευρύχωρος. ΑΝΤ. στενόχωρος (1) ● επίρρ.: απλόχωρα [< μεσν. απλόχωρος]
5478απλυσιά[ἀπλυσιά] α-πλυ-σιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): η ιδιότητα του άπλυτου: μπόχα και ~. Βλ. μπίχλα. [< μτγν. ἀπλυσία]
5479άπλυτος, η, ο [ἄπλυτος] ά-πλυ-τος επίθ.: που δεν έχει πλυθεί· κατ' επέκτ. βρόμικος: (για πρόσ.) ~ και αξύριστος/αχτένιστος.|| ~α: πιάτα/ποτήρια/ρούχα. Μαλλιά ~α και μπερδεμένα. Μην τρως με ~α χέρια! ΑΝΤ. πλυμένος ● Ουσ.: άπλυτα (τα): ρούχα για πλύσιμο: καλάθι των απλύτων/για τα ~. Βάζω τα ~ στο πλυντήριο. ● ΦΡ.: βγάζω/βγαίνουν (τα άπλυτα κάποιου) στη φόρα βλ. φόρα2 [< αρχ. ἄπλυτος]
5480άπλωμα[ἅπλωμα] ά-πλω-μα ουσ. (ουδ.) {απλώμ-ατος} (προφ.) 1. η διαδικασία του απλώνω: ~ της μπουγάδας/των ρούχων. Σχοινί ~ατος.|| ~ της σταφίδας/του τραχανά (στον ήλιο).|| ~ των διχτυών (ΑΝΤ. μάζεμα). ~ του σεντονιού (πβ. ξεδίπλωμα)/τραπεζομάντιλου (πβ. στρώσιμο).|| ~ της κρέμας/πούδρας (στο πρόσωπο). Πβ. επάλειψη.|| Μπορείς να το πιάσεις μ' ένα ~ του χεριού (πβ. τέντωμα). 2. (μτφ.) επέκταση, διεύρυνση: ~ των κινητοποιήσεων (βλ. κλιμάκωση). 3. ανοιχτή έκταση: πόλη χτισμένη σε ~. Πβ. απλωσιά, πλάτωμα. [< μτγν. ἅπλωμα]
5481απλώνω[ἁπλώνω] α-πλώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {άπλω-σα, απλώ-θηκα, -μένος, απλών-οντας} 1. ανοίγω, ξεδιπλώνω, τεντώνω, τοποθετώ δίπλα δίπλα, στρώνω: ~ την πετσέτα/ψάθα στην αμμουδιά. ~ το τραπεζομάντιλο στο τραπέζι. ~ τον χάρτη πάνω στο γραφείο.|| ~ τα πόδια μου να ξεμουδιάσουν. ~σε το χέρι (: για χειραψία, για βοήθεια). Έτρεξε να μ' αγκαλιάσει με ~μένα χέρια. Το δέντρο ~ει τις ρίζες του στο έδαφος.|| ~ το εμπόρευμα/την πραμάτεια (στο πεζοδρόμιο). Βλ. αραδιάζω. ΑΝΤ. μαζεύω.|| ~ βούτυρο/μαρμελάδα στη φρυγανιά/στο ψωμί (= αλείφω). Να ~ετε ομοιόμορφα την κρέμα στο πρόσωπο (πβ. επαλείφω). 2. αφήνω κάτι στον ήλιο ή στον αέρα, για να στεγνώσει ή να ξεραθεί: ~ (την) μπουγάδα.|| ~ουν τα σύκα. ● Παθ.: απλώνεται 1. (επ)εκτείνεται: Ο κάμπος ~ (= ξανοίγεται) μπροστά μας. Η πόλη ~θηκε προς τη θάλασσα.|| Ο καπνός/η μυρωδιά/η ομίχλη/η φωτιά ~θηκε (= εξαπλώθηκε) σ' όλη την περιοχή.|| Ο λεκές/το μελάνι ~θηκε στο ρούχο/στο ύφασμα/στο χαρτί.|| Η επιχείρησή του ~θηκε και στις γειτονικές χώρες.|| (μτφ.) Η ζωή ~ (= ανοίγεται) μπροστά σου. Μόλις έμαθαν το νέο, ~θηκε (= έπεσε) σιωπή ανάμεσά τους. 2. διαδίδεται: Η φήμη του ~θηκε παντού. ● ΦΡ.: απλώνω χέρι (προφ.) 1. κλέβω, παίρνω κάτι που δεν επιτρέπεται: ~σε ~ στις εισπράξεις. Πβ. βουτώ, σουφρώνω.|| Ποιο παιδί ~σε ~ στο γλυκό; 2. χτυπώ κάποιον: Αν ~σεις ~ πάνω μου, χάθηκες! Πβ. σηκώνω χέρι. 3. αγγίζω κάποιον με ερωτική διάθεση χωρίς τη θέλησή του: Δεν έχω ~σει ~ πάνω της. Πβ. βάζω χέρι, πασπατεύω, χουφτώνω., ανοίγω/απλώνω (τα) φτερά (μου) βλ. φτερό, απλώνω τα πόδια μου μέχρι/ως εκεί που φτάνει το πάπλωμά μου βλ. πάπλωμα, απλώνω/τεντώνω την αρίδα/τις αρίδες μου βλ. αρίδα, έχει απλωμένο τραχανά βλ. τραχανάς [< μεσν. απλώνω]
5482απλώς[ἁπλῶς] α-πλώς επίρρ. (λόγ.) 1. μόνο: Το γεγονός ήταν ~ η αφορμή. ~ πιστεύω ότι … Μην εκνευρίζεσαι, ~ μια ερώτηση έκανα! Ό,τι έγινε ήταν μελετημένο, όχι ~ και ως έτυχε! (εμφατ.) Είναι ~ υπέροχος!|| (επιδοτικά:) Όχι ~ καλά, πολύ καλά! Δεν πρόκειται ~ για επιστήμονα, αλλά για ιδιοφυΐα!|| (επεξηγηματικά:) Δεν ερμηνεύω, ~ παραθέτω τα στοιχεία. Δεν συνέβη τίποτε σοβαρό· ~ μια παρεξήγηση. 2. (ως αντιθετικός σύνδ.) μόνο (που), όμως, αλλά: Δεν είπα ψέματα, ~ δεν είπα όλη την αλήθεια. Θα του μιλούσα, ~ δεν έτυχε να τον συναντήσω. Πβ. απλά. ● ΦΡ.: απλώς/απλά και μόνο/αποκλειστικά και μόνο/μόνο και μόνο βλ. μόνο, απλώς/εική και ως έτυχε βλ. τυγχάνω ● βλ. απλούστατα [< αρχ. ἁπλῶς, γαλλ. simplement]
5483απλωσιά[ἁπλωσιά] α-πλω-σιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. ανοιχτή έκταση· ευρυχωρία: λόφοι/πεδιάδες και ~ιές. Πβ. πλάτωμα.|| H ~ της αμμουδιάς. Αυλή με μεγάλη ~. Πβ. άπλα, απλοχωριά. 2. (σπάν.-περιληπτ.) απλωμένα ρούχα. [< μεσν. απλωσία]
5484απλώστρα[ἁπλώστρα] α-πλώ-στρα ουσ. (θηλ.) : ειδική κατασκευή, πτυσσόμενη ή σταθερή, με τεντωμένα σχοινιά ή λεπτά σύρματα πάνω σε στηρίγματα για το στέγνωμα ρούχων: θερμαινόμενη/μεταλλική ~. ~ (με σκελετό) αλουμινίου. ~ καλοριφέρ/μπαλκονιού/τοίχου. Τα μανταλάκια της ~ας.
5485απλωτή[ἁπλωτή] α-πλω-τή ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: κολυμβητική κίνηση κατά την οποία κάθε χέρι είναι τεντωμένο σε έκταση, διαγράφοντας τροχιά παράλληλη με το σώμα: Κάνω ~ές. Κολυμπώ με ~ές. Με δύο γρήγορες/μεγάλες ~ές βγήκε στην ακτή. Πβ. χεριά. [< μεσν. απλωτός]
5487απνευστί[ἀπνευστί] α-πνευ-στί επίρρ. (αρχαιοπρ.-συνήθ. μτφ.): χωρίς ανάσα: απαγγελία ~. Ήπιε την τσικουδιά του ~ (πβ. μονοκοπανιά, μονορούφι).|| Το διάβασα ~ (: χωρίς διακοπή). Πβ. με τη μία, μία κι έξω, μονομιάς. [< αρχ. ἀπνευστί]
5488άπνοια1[ἄπνοια] ά-πνοι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. σύντομη συνήθ. διακοπή της αναπνοής: ~ λόγω πνευμονικής ανεπάρκειας.|| (στην ελεύθερη κατάδυση:) Δυναμική/στατική ~. Βλ. βραδύ-, ταχύ-, υπέρ-, υπό-πνοια. ● ΣΥΜΠΛ.: υπνική άπνοια/άπνοια του ύπνου: βραχεία και επαναλαμβανόμενη διακοπή της αναπνοής κατά τη διάρκεια του ύπνου: αποφρακτική ~ ~. Σύνδρομο ~ής ~ας (= υπνοαπνοϊκό σύνδρομο). Βλ. ροχαλητό. [< μτγν. ἄπνοια, γαλλ. apnée, αγγλ. apnoea]
5489άπνοια2[ἄπνοια] ά-πνοι-α ουσ. (θηλ.) 1. έλλειψη ανέμου: πλήρης ~. ~ και αίθριος καιρός/ζέστη/μπουνάτσα/υγρασία. Επικρατεί/έχει (σχετική) ~. Βλ. καύσωνας. ΣΥΝ. απανεμιά, νηνεμία (1) 2. (μτφ.) απουσία κινητικότητας, αδράνεια: Περίοδος αναπτυξιακής/επενδυτικής ~ας. [< αρχ. ἄπνοια]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.