| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5477 | απλόχωρος | , η, ο [ἁπλόχωρος] α-πλό-χω-ρος επίθ. (προφ.-λογοτ.): που έχει άνεση χώρου, άπλα: ~η: αίθουσα/πλατεία. Άνετα/μεγάλα και ~α δωμάτια. Πβ. ευρύχωρος. ΑΝΤ. στενόχωρος (1) ● επίρρ.: απλόχωρα [< μεσν. απλόχωρος] | |
| 5478 | απλυσιά | [ἀπλυσιά] α-πλυ-σιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): η ιδιότητα του άπλυτου: μπόχα και ~. Βλ. μπίχλα. [< μτγν. ἀπλυσία] | |
| 5479 | άπλυτος | , η, ο [ἄπλυτος] ά-πλυ-τος επίθ.: που δεν έχει πλυθεί· κατ' επέκτ. βρόμικος: (για πρόσ.) ~ και αξύριστος/αχτένιστος.|| ~α: πιάτα/ποτήρια/ρούχα. Μαλλιά ~α και μπερδεμένα. Μην τρως με ~α χέρια! ΑΝΤ. πλυμένος ● Ουσ.: άπλυτα (τα): ρούχα για πλύσιμο: καλάθι των απλύτων/για τα ~. Βάζω τα ~ στο πλυντήριο. ● ΦΡ.: βγάζω/βγαίνουν (τα άπλυτα κάποιου) στη φόρα βλ. φόρα2 [< αρχ. ἄπλυτος] | |
| 5480 | άπλωμα | [ἅπλωμα] ά-πλω-μα ουσ. (ουδ.) {απλώμ-ατος} (προφ.) 1. η διαδικασία του απλώνω: ~ της μπουγάδας/των ρούχων. Σχοινί ~ατος.|| ~ της σταφίδας/του τραχανά (στον ήλιο).|| ~ των διχτυών (ΑΝΤ. μάζεμα). ~ του σεντονιού (πβ. ξεδίπλωμα)/τραπεζομάντιλου (πβ. στρώσιμο).|| ~ της κρέμας/πούδρας (στο πρόσωπο). Πβ. επάλειψη.|| Μπορείς να το πιάσεις μ' ένα ~ του χεριού (πβ. τέντωμα). 2. (μτφ.) επέκταση, διεύρυνση: ~ των κινητοποιήσεων (βλ. κλιμάκωση). 3. ανοιχτή έκταση: πόλη χτισμένη σε ~. Πβ. απλωσιά, πλάτωμα. [< μτγν. ἅπλωμα] | |
| 5481 | απλώνω | [ἁπλώνω] α-πλώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {άπλω-σα, απλώ-θηκα, -μένος, απλών-οντας} 1. ανοίγω, ξεδιπλώνω, τεντώνω, τοποθετώ δίπλα δίπλα, στρώνω: ~ την πετσέτα/ψάθα στην αμμουδιά. ~ το τραπεζομάντιλο στο τραπέζι. ~ τον χάρτη πάνω στο γραφείο.|| ~ τα πόδια μου να ξεμουδιάσουν. ~σε το χέρι (: για χειραψία, για βοήθεια). Έτρεξε να μ' αγκαλιάσει με ~μένα χέρια. Το δέντρο ~ει τις ρίζες του στο έδαφος.|| ~ το εμπόρευμα/την πραμάτεια (στο πεζοδρόμιο). Βλ. αραδιάζω. ΑΝΤ. μαζεύω.|| ~ βούτυρο/μαρμελάδα στη φρυγανιά/στο ψωμί (= αλείφω). Να ~ετε ομοιόμορφα την κρέμα στο πρόσωπο (πβ. επαλείφω). 2. αφήνω κάτι στον ήλιο ή στον αέρα, για να στεγνώσει ή να ξεραθεί: ~ (την) μπουγάδα.|| ~ουν τα σύκα. ● Παθ.: απλώνεται 1. (επ)εκτείνεται: Ο κάμπος ~ (= ξανοίγεται) μπροστά μας. Η πόλη ~θηκε προς τη θάλασσα.|| Ο καπνός/η μυρωδιά/η ομίχλη/η φωτιά ~θηκε (= εξαπλώθηκε) σ' όλη την περιοχή.|| Ο λεκές/το μελάνι ~θηκε στο ρούχο/στο ύφασμα/στο χαρτί.|| Η επιχείρησή του ~θηκε και στις γειτονικές χώρες.|| (μτφ.) Η ζωή ~ (= ανοίγεται) μπροστά σου. Μόλις έμαθαν το νέο, ~θηκε (= έπεσε) σιωπή ανάμεσά τους. 2. διαδίδεται: Η φήμη του ~θηκε παντού. ● ΦΡ.: απλώνω χέρι (προφ.) 1. κλέβω, παίρνω κάτι που δεν επιτρέπεται: ~σε ~ στις εισπράξεις. Πβ. βουτώ, σουφρώνω.|| Ποιο παιδί ~σε ~ στο γλυκό; 2. χτυπώ κάποιον: Αν ~σεις ~ πάνω μου, χάθηκες! Πβ. σηκώνω χέρι. 3. αγγίζω κάποιον με ερωτική διάθεση χωρίς τη θέλησή του: Δεν έχω ~σει ~ πάνω της. Πβ. βάζω χέρι, πασπατεύω, χουφτώνω., ανοίγω/απλώνω (τα) φτερά (μου) βλ. φτερό, απλώνω τα πόδια μου μέχρι/ως εκεί που φτάνει το πάπλωμά μου βλ. πάπλωμα, απλώνω/τεντώνω την αρίδα/τις αρίδες μου βλ. αρίδα, έχει απλωμένο τραχανά βλ. τραχανάς [< μεσν. απλώνω] | |
| 5482 | απλώς | [ἁπλῶς] α-πλώς επίρρ. (λόγ.) 1. μόνο: Το γεγονός ήταν ~ η αφορμή. ~ πιστεύω ότι … Μην εκνευρίζεσαι, ~ μια ερώτηση έκανα! Ό,τι έγινε ήταν μελετημένο, όχι ~ και ως έτυχε! (εμφατ.) Είναι ~ υπέροχος!|| (επιδοτικά:) Όχι ~ καλά, πολύ καλά! Δεν πρόκειται ~ για επιστήμονα, αλλά για ιδιοφυΐα!|| (επεξηγηματικά:) Δεν ερμηνεύω, ~ παραθέτω τα στοιχεία. Δεν συνέβη τίποτε σοβαρό· ~ μια παρεξήγηση. 2. (ως αντιθετικός σύνδ.) μόνο (που), όμως, αλλά: Δεν είπα ψέματα, ~ δεν είπα όλη την αλήθεια. Θα του μιλούσα, ~ δεν έτυχε να τον συναντήσω. Πβ. απλά. ● ΦΡ.: απλώς/απλά και μόνο/αποκλειστικά και μόνο/μόνο και μόνο βλ. μόνο, απλώς/εική και ως έτυχε βλ. τυγχάνω ● βλ. απλούστατα [< αρχ. ἁπλῶς, γαλλ. simplement] | |
| 5483 | απλωσιά | [ἁπλωσιά] α-πλω-σιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. ανοιχτή έκταση· ευρυχωρία: λόφοι/πεδιάδες και ~ιές. Πβ. πλάτωμα.|| H ~ της αμμουδιάς. Αυλή με μεγάλη ~. Πβ. άπλα, απλοχωριά. 2. (σπάν.-περιληπτ.) απλωμένα ρούχα. [< μεσν. απλωσία] | |
| 5484 | απλώστρα | [ἁπλώστρα] α-πλώ-στρα ουσ. (θηλ.) : ειδική κατασκευή, πτυσσόμενη ή σταθερή, με τεντωμένα σχοινιά ή λεπτά σύρματα πάνω σε στηρίγματα για το στέγνωμα ρούχων: θερμαινόμενη/μεταλλική ~. ~ (με σκελετό) αλουμινίου. ~ καλοριφέρ/μπαλκονιού/τοίχου. Τα μανταλάκια της ~ας. | |
| 5485 | απλωτή | [ἁπλωτή] α-πλω-τή ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: κολυμβητική κίνηση κατά την οποία κάθε χέρι είναι τεντωμένο σε έκταση, διαγράφοντας τροχιά παράλληλη με το σώμα: Κάνω ~ές. Κολυμπώ με ~ές. Με δύο γρήγορες/μεγάλες ~ές βγήκε στην ακτή. Πβ. χεριά. [< μεσν. απλωτός] | |
| 5486 | απλωτός | , ή, ό [ἁπλωτός] α-πλω-τός επίθ. (προφ.): απλωμένος· πλατύς, ανοιχτός: ~ή: αμμουδιά/παραλία.|| ~ή: κατσαρόλα. ● επίρρ.: απλωτά: Έβαλε τα βιβλία ~ πάνω στο τραπέζι. [< μεσν. απλωτός] | |
| 5487 | απνευστί | [ἀπνευστί] α-πνευ-στί επίρρ. (αρχαιοπρ.-συνήθ. μτφ.): χωρίς ανάσα: απαγγελία ~. Ήπιε την τσικουδιά του ~ (πβ. μονοκοπανιά, μονορούφι).|| Το διάβασα ~ (: χωρίς διακοπή). Πβ. με τη μία, μία κι έξω, μονομιάς. [< αρχ. ἀπνευστί] | |
| 5488 | άπνοια1 | [ἄπνοια] ά-πνοι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. σύντομη συνήθ. διακοπή της αναπνοής: ~ λόγω πνευμονικής ανεπάρκειας.|| (στην ελεύθερη κατάδυση:) Δυναμική/στατική ~. Βλ. βραδύ-, ταχύ-, υπέρ-, υπό-πνοια. ● ΣΥΜΠΛ.: υπνική άπνοια/άπνοια του ύπνου: βραχεία και επαναλαμβανόμενη διακοπή της αναπνοής κατά τη διάρκεια του ύπνου: αποφρακτική ~ ~. Σύνδρομο ~ής ~ας (= υπνοαπνοϊκό σύνδρομο). Βλ. ροχαλητό. [< μτγν. ἄπνοια, γαλλ. apnée, αγγλ. apnoea] | |
| 5489 | άπνοια2 | [ἄπνοια] ά-πνοι-α ουσ. (θηλ.) 1. έλλειψη ανέμου: πλήρης ~. ~ και αίθριος καιρός/ζέστη/μπουνάτσα/υγρασία. Επικρατεί/έχει (σχετική) ~. Βλ. καύσωνας. ΣΥΝ. απανεμιά, νηνεμία (1) 2. (μτφ.) απουσία κινητικότητας, αδράνεια: Περίοδος αναπτυξιακής/επενδυτικής ~ας. [< αρχ. ἄπνοια] | |
| 5490 | από | [ἀπό] α-πό πρόθ. & (προφ.) απ' (πριν από φωνήεν ή γεν./αιτ. οριστικού άρθρου) & αφ' (πριν από φωνήεν δασυνόμενης (παλαιότ.) λέξης) (+ αιτ.) δηλώνει: 1. απομάκρυνση από τόπο, αποχωρισμό από πρόσωπο: Μην απομακρυνθείς ~ το σπίτι! Τους διώξανε ~ τον τόπο τους. Θα λείψει μερικές μέρες ~ το σχολείο. Κατέβηκε ~ το λεωφορείο. Πέταξε τα χρήματα ~ το μπαλκόνι. (+ επίρρ.) Φύγε ~ κοντά μου! Έπεσε/πήδηξε ~ ψηλά.|| (μτφ.) Το τελικό σχέδιο απέχει πολύ ~ το αρχικό. Είμαστε ακόμα πολύ μακριά ~ την επιτυχία!|| Θέλει να τον χωρίσει ~ τους δικούς του. 2. στέρηση, έλλειψη, απαλλαγή: προστασία ~ τον ήλιο. Θέατρο άδειο ~ κόσμο. Ορφανή ~ μητέρα. Στερημένος ~ αγάπη. Απελευθερωμένος ~ το άγχος/κάθε εξάρτηση/τις συμβάσεις/ταμπού. Δεν έχω ανάγκη ~ τίποτε. Παραιτήθηκε ~ βουλευτής. Ξέμεινε ~ μετρητά. Έχει εξαιρεθεί ~ κάθε υποχρέωση. Δεν πρόκειται να γλιτώσεις/ξεφύγεις/σωθείς ~ τα χέρια του! 3. καταγωγή ή προέλευση: Κατάγεται ~ τον Βόλο. Δεν είναι ~ 'δω/τα μέρη μας. Βαστάει/κρατάει ~ μεγάλη οικογένεια.|| Γυρνώντας ~ τη δουλειά ... Πότε επιστρέφεις ~ το εξωτερικό; Γράμματα ~ το μέτωπο. Αποσπάσματα/χωρία ~ αρχαία κείμενα. Σκηνή ~ την ταινία. Συμμετοχές ~ όλη τη χώρα. Δώρα ~ φίλους. (+ επίρρ.) Προϊόντα ~ έξω (= ξένα). Έρχομαι ~ μακριά.|| Δεν δέχτηκε/ζήτησε/πήρε χρήματα ~ τον ασθενή. Δανείστηκε ~ συγγενείς. 4. χρονικό ή τοπικό σημείο αφετηρίας, έναρξης, εκκίνησης: ~ αύριο αρχίζω δίαιτα! ~ νωρίς στα βάσανα. Δουλεύει ~ μικρός. Πέρασαν χρόνια ~ τη στιγμή/τότε που …|| Γυμνός ~ τη μέση και πάνω. Το σπίτι της είναι μερικά μέτρα/λεπτά ~ το γραφείο. (μτφ.) Βλέπει τα πράγματα ~ τη δική του γωνία/σκοπιά.|| (από ... μέχρι/ως· για χρονικό ή τοπικό διάστημα, εύρος:) ~ την αρχή ως το τέλος. ~ την ανατολή ως τη δύση. Έχεις προθεσμία ~ τις αρχές του μήνα/το πρωί ίσαμε/μέχρι/ως ... Τον κάνω ~ τριάντα μέχρι τριάντα πέντε. H διαδρομή ξεκινά ~ ... και φτάνει μέχρι/ως … Η θερμοκρασία θα κυμανθεί ~ ... μέχρι ... βαθμούς Κελσίου.|| (εμφατ.) Στην αποθήκη υπάρχουν ~ καρφιά μέχρι πριόνια (= όλα τα απαραίτητα). Γνωρίζει τους πάντες, ~ τον πιο μικρό μέχρι/ως τον πιο μεγάλο. 5. Διέλευση, κατεύθυνση: πέρασμα ~ τούνελ/φαράγγι/χαράδρα. (ΓΕΩΜ.) Η ευθεία διέρχεται ~ τα σημεία Α και Β. Ήρθε ~ άλλο δρόμο. Ο κλέφτης μπήκε ~ το παράθυρο. Περνάω την κλωστή ~ τη βελόνα. Έλα/πέρνα το βράδυ ~ εδώ/το σπίτι. Πώς (κι) ~ 'δω;|| (εμφατ.) Περάσαμε ~ πόλεις και χωριά/όρη και βουνά (= ~ παντού). (... + σε) Πήγαιναν ~ πόρτα σε πόρτα (: για να εκφραστεί ακολουθία).|| (+ γεν.) (λόγ.) Περιοχή προσβάσιμη (μόνο) ~ αέρος/θαλάσσης/ξηράς (πβ. δια μέσου, μέσω). 6. εντοπισμό στον χώρο: (μετά από τοπικά επιρρήματα) έξω/πίσω ~ το σπίτι. (~) μέσα ~ το πουκάμισο. Λάμπα πάνω ~ το τραπέζι. Πέρα ~ τον ορίζοντα. Κοιτούσε μέσα ~ τις γρίλιες.|| Κάθεται ~ μέσα/τη μέσα μεριά. 7. σημείο στήριξης, εξάρτησης: Κρέμασε το φανάρι ~ το γάντζο/(+ επίρρ.) ψηλά. Κρεμάστηκε ~ το λαιμό του. Βάστα/κράτα/πιάσε με ~ το χέρι!|| (μτφ.) Τα πάντα εξαρτώνται ~ σένα! Ανεξάρτητα ~ το αποτέλεσμα ... 8. τον δεύτερο όρο σύγκρισης: ανώτερος/ικανότερος ~ τους άλλους. Πιο έξυπνος ~ όλους. Προτιμάς αυτόν ~ εμένα; (+ επίρρ.) Eίμαι καλύτερα ~ (= παρά) ποτέ. Μου φάνηκε διαφορετικός ~ ό,τι συνήθως. Πβ. συγκριτικά με, σε σχέση με. 9. ποιητικό αίτιο: Το δουλεμπορικό καταδιώχτηκε ~ σκάφος του Λιμενικού. Η αξιολόγηση θα γίνει ~ αρμόδια επιτροπή. Πτυχίο αναγνωρισμένο ~ το κράτος. Σπίτια κατεστραμμένα ~ τη φωτιά.|| (με ρηματικά επίθετα:) Αγαπητή/αποδεκτή ~ όλους. 10. αιτία: τραυματισμός ~ πτώση (ΣΥΝ. εξαιτίας, λόγω). Κουρασμένος ~ το ταξίδι. Κέρδη ~ επενδύσεις. Πήγε ~ πνιγμό (= πνίγηκε). Δάκρυσε ~ συγκίνηση. Πέθανα ~ την ντροπή μου! Κοκκίνισε ~ το κακό του! ~ το γέλιο της κατάλαβε ότι τον ειρωνευόταν.|| (όργανο:) Nεκρός ~ μαχαίρι. 11. ύλη, περιεχόμενο: έπιπλα ~ καρυδιά. Βάζο ~ γυαλί (= γυάλινο). Φόρεμα ~ μετάξι. Κοσμήματα ~ χρυσό.|| Σταγόνες ~ αίμα (= αίματος). Σωρός ~ ξύλα. Βουνό ~ άπλυτα! Ομάδα/παρέα ~ νεαρά άτομα. 12. τρόπο ή μέσο: Έμαθαν τα νέα ~ τους γείτονες/την τηλεόραση. Τα κατάφερα ~ μόνος μου! Ζει ~ τους γονείς του (: τον συντηρούν).|| (+ γεν., λόγ.) Eπικοινωνία ~ τηλεφώνου. Πβ. μέσω. 13. αναφορά: Πώς πας ~ χρήματα/υγεία; Δεν ξέρει/σκαμπάζει (τίποτα) ~ υπολογιστές! Άσχετος ~ αυτοκίνητα. (ειρων.) ~ δουλειά άλλο τίποτα! 14. το σύνολο σε σχέση με μέρος του: ~ τους χίλιους οι εκατό/οι μισοί. Ένας ~ σας θα έρθει. Θα φάω λίγο/έχω ~ όλα. Δοκίμασε ~ το γλυκό. Ένας/κάποιοι/οι περισσότεροι ~ τους παρευρισκόμενους ... Θέλω δύο κιλά ~ αυτά τα μήλα. Δεν ισχύει τίποτε ~ αυτά που λες. Τον πήρε ~ το χέρι.|| (προφ., αφαίρεση:) Δύο ~ πέντε, τρία (: πέντε μείον/πλην δύο κάνουν τρία). 15. επιμερισμό: Έδωσαν/πήραν ~ δέκα ευρώ. Έφαγαν ~ λίγο ο καθένας. 16. (… + σε) μεταβολή: Μετέτρεψαν το δωμάτιο ~ γραφείο σε καθιστικό. ~ το γέλιο στο δάκρυ. Μέσα σε λίγο καιρό έγινε ~ υπάλληλος προϊστάμενος. 17. (κανένας άλλος/καμία άλλη/τίποτα άλλο εκτός ...) εξαίρεση: Δεν έχω κανέναν άλλο (εκτός) ~ εσένα. Δεν υπάρχει καμία άλλη λύση ~ την υποχώρηση. Δεν ξέρει τίποτα άλλο ~ τη δουλειά του. ● ΦΡ.: από κει και πέρα: από το σημείο αυτό και εξής: Άκουσα τις συμβουλές σου, ~ ~ (όμως) άσε με να αποφασίσω μόνος μου., (από) πάππου προς πάππου βλ. πάππος, (από/καλύτερα) μακριά και αγαπημένοι βλ. μακριά, (αυτό) είναι απ' τ' άγραφα! βλ. άγραφος, απ' άκρη σ' άκρη βλ. άκρη, απ' τα ψηλά στα χαμηλά (και απ' τα πολλά στα λίγα) βλ. ψηλός, απ' την καλή (κι απ' την ανάποδη) βλ. καλή, απ' το κακό στο χειρότερο βλ. κακό, από (καλό) σπίτι βλ. σπίτι, από (μεγάλο) σόι/τζάκι βλ. σόι, από (τα) πριν βλ. πριν, από άλλο ανέκδοτο βλ. ανέκδοτο, από άμβωνος βλ. άμβωνας, από αμέλεια βλ. αμέλεια, από αναβολή σε αναβολή βλ. αναβολή, από άνθρωπο σε άνθρωπο βλ. άνθρωπος, από αρχαιοτάτων χρόνων βλ. αρχαίος, από γεννησιμιού (μου/σου/του) βλ. γεννησιμιό, από δεύτερο χέρι βλ. δεύτερος, από δήμαρχος κλητήρας βλ. δήμαρχος, από δω κι από κει & εδώ κι εκεί & μια εδώ και μια εκεί βλ. εδώ, από δω παν' κι (οι) άλλοι βλ. άλλος, από δω τον είχα, από κει τον είχα βλ. έχω, από εδώ και πέρα/και στο εξής/και μπρος βλ. εδώ, από ένστικτο βλ. ένστικτο, από ευγένεια/για λόγους ευγένειας βλ. ευγένεια, από Θεού άρξασθε/άρξασθαι βλ. θεός, από κάθε άποψη βλ. άποψη, από καθέδρας βλ. καθέδρα, από καθήκον βλ. καθήκον, από καιρό σε καιρό βλ. καιρός, από καρδιάς βλ. καρδιά, από καταβολής κόσμου βλ. καταβολή, από κει που ήρθε/'ρθε βλ. εκεί, από κοινού βλ. κοινός, από κόκαλο βλ. κόκαλο, από κοντά βλ. κοντά, από κούνια βλ. κούνια, από κτίσεως κόσμου/Ρώμης βλ. κτίση, από λεπτό σε λεπτό βλ. λεπτό, από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνα βλ. Μάρτης, από μέρα σε μέρα βλ. μέρα, από μέρους (κάποιου) βλ. μέρος, από μηδενική βάση βλ. μηδενικός, από μηχανής θεός βλ. μηχανή, από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια βλ. αλήθεια, από μνήμης βλ. μνήμη, από μόνος μου/σου/του βλ. μόνος, από μπρος κι από πίσω βλ. εμπρός, από μυλωνάς δεσπότης βλ. μυλωνάς, από παιδί βλ. παιδί, από παλιά βλ. παλιά, από πάνω μέχρι/ως κάτω βλ. πάνω & επάνω, από πατέρα σε γιο βλ. πατέρας, από πού κι ως πού βλ. πού, από πού κρατά(ει)/βαστά(ει) η σκούφια του; βλ. σκούφια, από προσώπου γης/από το πρόσωπο της γης βλ. πρόσωπο, από πρώτο χέρι βλ. πρώτος, από σκοπού βλ. σκοπός, από σπίτι σε σπίτι βλ. σπίτι, από σπόντα βλ. σπόντα, από στήθους βλ. στήθος, από στιγμή σε στιγμή βλ. στιγμή, από στόμα σε στόμα βλ. στόμα, από συνήθεια βλ. συνήθεια, από τα βάθη της καρδιάς/της ψυχής (μου) βλ. βάθος, από τα γεννοφάσκια (μου/σου/του) βλ. γεννοφάσκια, από τα χείλη/διά χειλέων κάποιου βλ. χείλος, από τη μάνα του βλ. μάνα, από τη μια (πλευρά/μεριά) ..., από την άλλη (πλευρά/μεριά) βλ. πλευρά, από τη μια στιγμή/μέρα στην άλλη βλ. μέρα, από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη βλ. Σκύλλα, από τη στιγμή που βλ. στιγμή, από την άποψη/από ... άποψη/από απόψεως & από άποψης βλ. άποψη, από την αρχή ως/μέχρι το τέλος βλ. αρχή, από την κόλαση στον παράδεισο βλ. κόλαση, από την κορυφή ως τα νύχια βλ. κορυφή, από την παραγωγή στην κατανάλωση βλ. παραγωγή, από την πίσω πόρτα βλ. πόρτα, από την ώρα που βλ. ώρα, από το άλφα ως το ωμέγα βλ. άλφα, από το αποτέλεσμα βλ. αποτέλεσμα, από το γεγονός ότι βλ. γεγονός, από το ένα αυτί μπαίνει (και) από το άλλο βγαίνει βλ. αυτί, από το ένα στο άλλο βλ. άλλος, από το μηδέν βλ. μηδέν, από το στόμα μου το πήρες! βλ. στόμα, από το στόμα σου και στου Θεού τ' αυτί! βλ. στόμα, από το τίποτα βλ. τίποτα, από τον Άννα στον Καϊάφα βλ. Άννας, από τον καιρό του Νώε βλ. Νώε, από τον πρώτο ως τον τελευταίο βλ. πρώτος, από τώρα; βλ. τώρα, από υποχρέωση βλ. υποχρέωση, από χειρόγραφο βλ. χειρόγραφο, από χέρι σε χέρι βλ. χέρι, από ώρα σε ώρα βλ. ώρα, από/απ' τη μεριά (μου/σου ...) βλ. μεριά, από/απ' το πρωί ως/μέχρι το βράδυ βλ. βράδυ, από/κατά σύμπτωση βλ. σύμπτωση, από/με πρόθεση βλ. πρόθεση, αφ' εαυτού/αφεαυτού (μου/του/της) βλ. εαυτός, αφ' υψηλού βλ. υψηλός, γίναμε από δυο χωριά (χωριάτες) βλ. χωριό, εκ μέρους/από μέρους (κάποιου) βλ. μέρος, εκ πεποιθήσεως βλ. πεποίθηση, εκ/από Θεού βλ. θεός, εξ αντανακλάσεως βλ. αντανάκλαση, εξ αποστάσεως/από απόσταση βλ. απόσταση, κατά λάθος βλ. λάθος, κρέμεται από/σε μια (λεπτή) κλωστή βλ. κλωστή, κρέμομαι από τα χείλη/το στόμα κάποιου βλ. κρέμομαι, μακριά από μας/απ' εδώ βλ. μακριά, μια ανάσα από/πριν από βλ. ανάσα, πάνω απ' όλα βλ. πάνω & επάνω, πάνω απ' τον ώμο (κάποιου) βλ. ώμος, πάνω από το κεφάλι μου/τα κεφάλια μας βλ. κεφάλι, παρελθέτω/απελθέτω απ' εμού το ποτήριον τούτο βλ. ποτήριο, περνά από πολλά χέρια βλ. χέρι, περνώ (κάτι) από την τρύπα/το μάτι της βελόνας βλ. τρύπα, περνώ από (ψιλό) κόσκινο βλ. κόσκινο, περνώ από σαράντα/χίλια κύματα βλ. κύμα, το ψάρι βρομά(ει) απ' το κεφάλι βλ. βρομώ, χωρισμός από τραπέζης και κοίτης βλ. κοίτη [< αρχ. ἀπό, μεσν. απ΄, αρχ. ἀφ΄] | |
| 5736 | από κοινού | βλ. κοινός | |
| 5491 | απο- & από- & απ- & αφ- | πρόθημα που δηλώνει 1. απομάκρυνση, αφαίρεση: απο-γείωση (ΑΝΤ. προσ-)/~κέντρωση. Από-πλους.|| Απο-φλοίωση. 2. απώλεια χαρακτηριστικού, συνήθ. θετικού: απο-διοργάνωση/~δόμηση/~συντονισμός. Απ-αισιόδοξος.|| Απο-αποικιοποίηση/~ενοχοποίηση/~συμφόρηση. 3. ολοκλήρωση, λήξη: απo-γαλακτισμός/~περάτωση/~φοίτηση. Απ-εγκλωβισμός. 4. επίταση στον απόλυτο βαθμό: (με αρνητ. συνυποδ.) απο-θηριώνω/~θρασύνω/~τελειώνω. Απο-γίνομαι (πβ. παρα-). Απ-αθλίωση (πβ. εξ-).|| Aπο-δεικνύω (πβ. κατα-). 5. υστερόχρονο: απο-μεσήμερο. Από-βραδο.|| Από-γονος (πβ. επί-). 6. υπόλοιπο: απο-μεινάρι. Από-σταγμα. 7. εκτροπή κάθε έννοιας από το αληθινό της περιεχόμενο: αποπολιτικοποίηση της πολιτικής. | |
| 5492 | αποανάπτυξη | [ἀποανάπτυξη] α-πο-α-νά-πτυ-ξη ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. θεωρία που βασίζεται σε αντικαπιταλιστικές, αντικαταναλωτικές, οικολογικές ιδέες και αντιτίθεται στην τάση για συνεχή οικονομική ανάπτυξη: Μοντέλο ~ης. Κίνημα της ~ης. Βλ. οικονομ-ισμός. [< αγγλ. degrowth] | |
| 5493 | αποαποικιοποίηση | [ἀποαποικιοποίηση] α-πο-α-ποι-κι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): κατάργηση του αποικιακού καθεστώτος και δημιουργία ανεξάρτητου κράτους: ~ και αυτοδιάθεση. ΑΝΤ. αποικιοποίηση [< αγγλ. decolonization, 1938, γαλλ. décolonisation, 1952] | |
| 5494 | αποασυλοποίηση | [ἀποασυλοποίηση] α-πο-α-συ-λο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): αποϊδρυματοποίηση. ΑΝΤ. ασυλοποίηση | |
| 5495 | αποβάθρα | [ἀποβάθρα] α-πο-βά-θρα ουσ. (θηλ.): ειδικά διαμορφωμένος χώρος σε λιμάνι ή σταθμό για την επιβίβαση και αποβίβαση επιβατών και την (εκ)φόρτωση εμπορευμάτων: πλωτή ~. Το πλοίο απομακρύνεται από την/πλησιάζει στην ~. Πβ. κρηπίδωμα, προβλήτα, προκυμαία.|| (στον ηλεκτρικό) ~ ανόδου/καθόδου. Περιμένω/στέκομαι στην ~. (στο τρένο και στο μετρό) Προσοχή στο κενό μεταξύ συρμού και ~ας. Oι ~ες των λεωφορείων. Oι κεντρικές/πλευρικές ~ες στις στάσεις του τραμ. Πβ. πλατφόρμα. [< αρχ. ἀποβάθρα, γαλλ. quai] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ