| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5490 | από | [ἀπό] α-πό πρόθ. & (προφ.) απ' (πριν από φωνήεν ή γεν./αιτ. οριστικού άρθρου) & αφ' (πριν από φωνήεν δασυνόμενης (παλαιότ.) λέξης) (+ αιτ.) δηλώνει: 1. απομάκρυνση από τόπο, αποχωρισμό από πρόσωπο: Μην απομακρυνθείς ~ το σπίτι! Τους διώξανε ~ τον τόπο τους. Θα λείψει μερικές μέρες ~ το σχολείο. Κατέβηκε ~ το λεωφορείο. Πέταξε τα χρήματα ~ το μπαλκόνι. (+ επίρρ.) Φύγε ~ κοντά μου! Έπεσε/πήδηξε ~ ψηλά.|| (μτφ.) Το τελικό σχέδιο απέχει πολύ ~ το αρχικό. Είμαστε ακόμα πολύ μακριά ~ την επιτυχία!|| Θέλει να τον χωρίσει ~ τους δικούς του. 2. στέρηση, έλλειψη, απαλλαγή: προστασία ~ τον ήλιο. Θέατρο άδειο ~ κόσμο. Ορφανή ~ μητέρα. Στερημένος ~ αγάπη. Απελευθερωμένος ~ το άγχος/κάθε εξάρτηση/τις συμβάσεις/ταμπού. Δεν έχω ανάγκη ~ τίποτε. Παραιτήθηκε ~ βουλευτής. Ξέμεινε ~ μετρητά. Έχει εξαιρεθεί ~ κάθε υποχρέωση. Δεν πρόκειται να γλιτώσεις/ξεφύγεις/σωθείς ~ τα χέρια του! 3. καταγωγή ή προέλευση: Κατάγεται ~ τον Βόλο. Δεν είναι ~ 'δω/τα μέρη μας. Βαστάει/κρατάει ~ μεγάλη οικογένεια.|| Γυρνώντας ~ τη δουλειά ... Πότε επιστρέφεις ~ το εξωτερικό; Γράμματα ~ το μέτωπο. Αποσπάσματα/χωρία ~ αρχαία κείμενα. Σκηνή ~ την ταινία. Συμμετοχές ~ όλη τη χώρα. Δώρα ~ φίλους. (+ επίρρ.) Προϊόντα ~ έξω (= ξένα). Έρχομαι ~ μακριά.|| Δεν δέχτηκε/ζήτησε/πήρε χρήματα ~ τον ασθενή. Δανείστηκε ~ συγγενείς. 4. χρονικό ή τοπικό σημείο αφετηρίας, έναρξης, εκκίνησης: ~ αύριο αρχίζω δίαιτα! ~ νωρίς στα βάσανα. Δουλεύει ~ μικρός. Πέρασαν χρόνια ~ τη στιγμή/τότε που …|| Γυμνός ~ τη μέση και πάνω. Το σπίτι της είναι μερικά μέτρα/λεπτά ~ το γραφείο. (μτφ.) Βλέπει τα πράγματα ~ τη δική του γωνία/σκοπιά.|| (από ... μέχρι/ως· για χρονικό ή τοπικό διάστημα, εύρος:) ~ την αρχή ως το τέλος. ~ την ανατολή ως τη δύση. Έχεις προθεσμία ~ τις αρχές του μήνα/το πρωί ίσαμε/μέχρι/ως ... Τον κάνω ~ τριάντα μέχρι τριάντα πέντε. H διαδρομή ξεκινά ~ ... και φτάνει μέχρι/ως … Η θερμοκρασία θα κυμανθεί ~ ... μέχρι ... βαθμούς Κελσίου.|| (εμφατ.) Στην αποθήκη υπάρχουν ~ καρφιά μέχρι πριόνια (= όλα τα απαραίτητα). Γνωρίζει τους πάντες, ~ τον πιο μικρό μέχρι/ως τον πιο μεγάλο. 5. Διέλευση, κατεύθυνση: πέρασμα ~ τούνελ/φαράγγι/χαράδρα. (ΓΕΩΜ.) Η ευθεία διέρχεται ~ τα σημεία Α και Β. Ήρθε ~ άλλο δρόμο. Ο κλέφτης μπήκε ~ το παράθυρο. Περνάω την κλωστή ~ τη βελόνα. Έλα/πέρνα το βράδυ ~ εδώ/το σπίτι. Πώς (κι) ~ 'δω;|| (εμφατ.) Περάσαμε ~ πόλεις και χωριά/όρη και βουνά (= ~ παντού). (... + σε) Πήγαιναν ~ πόρτα σε πόρτα (: για να εκφραστεί ακολουθία).|| (+ γεν.) (λόγ.) Περιοχή προσβάσιμη (μόνο) ~ αέρος/θαλάσσης/ξηράς (πβ. δια μέσου, μέσω). 6. εντοπισμό στον χώρο: (μετά από τοπικά επιρρήματα) έξω/πίσω ~ το σπίτι. (~) μέσα ~ το πουκάμισο. Λάμπα πάνω ~ το τραπέζι. Πέρα ~ τον ορίζοντα. Κοιτούσε μέσα ~ τις γρίλιες.|| Κάθεται ~ μέσα/τη μέσα μεριά. 7. σημείο στήριξης, εξάρτησης: Κρέμασε το φανάρι ~ το γάντζο/(+ επίρρ.) ψηλά. Κρεμάστηκε ~ το λαιμό του. Βάστα/κράτα/πιάσε με ~ το χέρι!|| (μτφ.) Τα πάντα εξαρτώνται ~ σένα! Ανεξάρτητα ~ το αποτέλεσμα ... 8. τον δεύτερο όρο σύγκρισης: ανώτερος/ικανότερος ~ τους άλλους. Πιο έξυπνος ~ όλους. Προτιμάς αυτόν ~ εμένα; (+ επίρρ.) Eίμαι καλύτερα ~ (= παρά) ποτέ. Μου φάνηκε διαφορετικός ~ ό,τι συνήθως. Πβ. συγκριτικά με, σε σχέση με. 9. ποιητικό αίτιο: Το δουλεμπορικό καταδιώχτηκε ~ σκάφος του Λιμενικού. Η αξιολόγηση θα γίνει ~ αρμόδια επιτροπή. Πτυχίο αναγνωρισμένο ~ το κράτος. Σπίτια κατεστραμμένα ~ τη φωτιά.|| (με ρηματικά επίθετα:) Αγαπητή/αποδεκτή ~ όλους. 10. αιτία: τραυματισμός ~ πτώση (ΣΥΝ. εξαιτίας, λόγω). Κουρασμένος ~ το ταξίδι. Κέρδη ~ επενδύσεις. Πήγε ~ πνιγμό (= πνίγηκε). Δάκρυσε ~ συγκίνηση. Πέθανα ~ την ντροπή μου! Κοκκίνισε ~ το κακό του! ~ το γέλιο της κατάλαβε ότι τον ειρωνευόταν.|| (όργανο:) Nεκρός ~ μαχαίρι. 11. ύλη, περιεχόμενο: έπιπλα ~ καρυδιά. Βάζο ~ γυαλί (= γυάλινο). Φόρεμα ~ μετάξι. Κοσμήματα ~ χρυσό.|| Σταγόνες ~ αίμα (= αίματος). Σωρός ~ ξύλα. Βουνό ~ άπλυτα! Ομάδα/παρέα ~ νεαρά άτομα. 12. τρόπο ή μέσο: Έμαθαν τα νέα ~ τους γείτονες/την τηλεόραση. Τα κατάφερα ~ μόνος μου! Ζει ~ τους γονείς του (: τον συντηρούν).|| (+ γεν., λόγ.) Eπικοινωνία ~ τηλεφώνου. Πβ. μέσω. 13. αναφορά: Πώς πας ~ χρήματα/υγεία; Δεν ξέρει/σκαμπάζει (τίποτα) ~ υπολογιστές! Άσχετος ~ αυτοκίνητα. (ειρων.) ~ δουλειά άλλο τίποτα! 14. το σύνολο σε σχέση με μέρος του: ~ τους χίλιους οι εκατό/οι μισοί. Ένας ~ σας θα έρθει. Θα φάω λίγο/έχω ~ όλα. Δοκίμασε ~ το γλυκό. Ένας/κάποιοι/οι περισσότεροι ~ τους παρευρισκόμενους ... Θέλω δύο κιλά ~ αυτά τα μήλα. Δεν ισχύει τίποτε ~ αυτά που λες. Τον πήρε ~ το χέρι.|| (προφ., αφαίρεση:) Δύο ~ πέντε, τρία (: πέντε μείον/πλην δύο κάνουν τρία). 15. επιμερισμό: Έδωσαν/πήραν ~ δέκα ευρώ. Έφαγαν ~ λίγο ο καθένας. 16. (… + σε) μεταβολή: Μετέτρεψαν το δωμάτιο ~ γραφείο σε καθιστικό. ~ το γέλιο στο δάκρυ. Μέσα σε λίγο καιρό έγινε ~ υπάλληλος προϊστάμενος. 17. (κανένας άλλος/καμία άλλη/τίποτα άλλο εκτός ...) εξαίρεση: Δεν έχω κανέναν άλλο (εκτός) ~ εσένα. Δεν υπάρχει καμία άλλη λύση ~ την υποχώρηση. Δεν ξέρει τίποτα άλλο ~ τη δουλειά του. ● ΦΡ.: από κει και πέρα: από το σημείο αυτό και εξής: Άκουσα τις συμβουλές σου, ~ ~ (όμως) άσε με να αποφασίσω μόνος μου., (από) πάππου προς πάππου βλ. πάππος, (από/καλύτερα) μακριά και αγαπημένοι βλ. μακριά, (αυτό) είναι απ' τ' άγραφα! βλ. άγραφος, απ' άκρη σ' άκρη βλ. άκρη, απ' τα ψηλά στα χαμηλά (και απ' τα πολλά στα λίγα) βλ. ψηλός, απ' την καλή (κι απ' την ανάποδη) βλ. καλή, απ' το κακό στο χειρότερο βλ. κακό, από (καλό) σπίτι βλ. σπίτι, από (μεγάλο) σόι/τζάκι βλ. σόι, από (τα) πριν βλ. πριν, από άλλο ανέκδοτο βλ. ανέκδοτο, από άμβωνος βλ. άμβωνας, από αμέλεια βλ. αμέλεια, από αναβολή σε αναβολή βλ. αναβολή, από άνθρωπο σε άνθρωπο βλ. άνθρωπος, από αρχαιοτάτων χρόνων βλ. αρχαίος, από γεννησιμιού (μου/σου/του) βλ. γεννησιμιό, από δεύτερο χέρι βλ. δεύτερος, από δήμαρχος κλητήρας βλ. δήμαρχος, από δω κι από κει & εδώ κι εκεί & μια εδώ και μια εκεί βλ. εδώ, από δω παν' κι (οι) άλλοι βλ. άλλος, από δω τον είχα, από κει τον είχα βλ. έχω, από εδώ και πέρα/και στο εξής/και μπρος βλ. εδώ, από ένστικτο βλ. ένστικτο, από ευγένεια/για λόγους ευγένειας βλ. ευγένεια, από Θεού άρξασθε/άρξασθαι βλ. θεός, από κάθε άποψη βλ. άποψη, από καθέδρας βλ. καθέδρα, από καθήκον βλ. καθήκον, από καιρό σε καιρό βλ. καιρός, από καρδιάς βλ. καρδιά, από καταβολής κόσμου βλ. καταβολή, από κει που ήρθε/'ρθε βλ. εκεί, από κοινού βλ. κοινός, από κόκαλο βλ. κόκαλο, από κοντά βλ. κοντά, από κούνια βλ. κούνια, από κτίσεως κόσμου/Ρώμης βλ. κτίση, από λεπτό σε λεπτό βλ. λεπτό, από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνα βλ. Μάρτης, από μέρα σε μέρα βλ. μέρα, από μέρους (κάποιου) βλ. μέρος, από μηδενική βάση βλ. μηδενικός, από μηχανής θεός βλ. μηχανή, από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια βλ. αλήθεια, από μνήμης βλ. μνήμη, από μόνος μου/σου/του βλ. μόνος, από μπρος κι από πίσω βλ. εμπρός, από μυλωνάς δεσπότης βλ. μυλωνάς, από παιδί βλ. παιδί, από παλιά βλ. παλιά, από πάνω μέχρι/ως κάτω βλ. πάνω & επάνω, από πατέρα σε γιο βλ. πατέρας, από πού κι ως πού βλ. πού, από πού κρατά(ει)/βαστά(ει) η σκούφια του; βλ. σκούφια, από προσώπου γης/από το πρόσωπο της γης βλ. πρόσωπο, από πρώτο χέρι βλ. πρώτος, από σκοπού βλ. σκοπός, από σπίτι σε σπίτι βλ. σπίτι, από σπόντα βλ. σπόντα, από στήθους βλ. στήθος, από στιγμή σε στιγμή βλ. στιγμή, από στόμα σε στόμα βλ. στόμα, από συνήθεια βλ. συνήθεια, από τα βάθη της καρδιάς/της ψυχής (μου) βλ. βάθος, από τα γεννοφάσκια (μου/σου/του) βλ. γεννοφάσκια, από τα χείλη/διά χειλέων κάποιου βλ. χείλος, από τη μάνα του βλ. μάνα, από τη μια (πλευρά/μεριά) ..., από την άλλη (πλευρά/μεριά) βλ. πλευρά, από τη μια στιγμή/μέρα στην άλλη βλ. μέρα, από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη βλ. Σκύλλα, από τη στιγμή που βλ. στιγμή, από την άποψη/από ... άποψη/από απόψεως & από άποψης βλ. άποψη, από την αρχή ως/μέχρι το τέλος βλ. αρχή, από την κόλαση στον παράδεισο βλ. κόλαση, από την κορυφή ως τα νύχια βλ. κορυφή, από την παραγωγή στην κατανάλωση βλ. παραγωγή, από την πίσω πόρτα βλ. πόρτα, από την ώρα που βλ. ώρα, από το άλφα ως το ωμέγα βλ. άλφα, από το αποτέλεσμα βλ. αποτέλεσμα, από το γεγονός ότι βλ. γεγονός, από το ένα αυτί μπαίνει (και) από το άλλο βγαίνει βλ. αυτί, από το ένα στο άλλο βλ. άλλος, από το μηδέν βλ. μηδέν, από το στόμα μου το πήρες! βλ. στόμα, από το στόμα σου και στου Θεού τ' αυτί! βλ. στόμα, από το τίποτα βλ. τίποτα, από τον Άννα στον Καϊάφα βλ. Άννας, από τον καιρό του Νώε βλ. Νώε, από τον πρώτο ως τον τελευταίο βλ. πρώτος, από τώρα; βλ. τώρα, από υποχρέωση βλ. υποχρέωση, από χειρόγραφο βλ. χειρόγραφο, από χέρι σε χέρι βλ. χέρι, από ώρα σε ώρα βλ. ώρα, από/απ' τη μεριά (μου/σου ...) βλ. μεριά, από/απ' το πρωί ως/μέχρι το βράδυ βλ. βράδυ, από/κατά σύμπτωση βλ. σύμπτωση, από/με πρόθεση βλ. πρόθεση, αφ' εαυτού/αφεαυτού (μου/του/της) βλ. εαυτός, αφ' υψηλού βλ. υψηλός, γίναμε από δυο χωριά (χωριάτες) βλ. χωριό, εκ μέρους/από μέρους (κάποιου) βλ. μέρος, εκ πεποιθήσεως βλ. πεποίθηση, εκ/από Θεού βλ. θεός, εξ αντανακλάσεως βλ. αντανάκλαση, εξ αποστάσεως/από απόσταση βλ. απόσταση, κατά λάθος βλ. λάθος, κρέμεται από/σε μια (λεπτή) κλωστή βλ. κλωστή, κρέμομαι από τα χείλη/το στόμα κάποιου βλ. κρέμομαι, μακριά από μας/απ' εδώ βλ. μακριά, μια ανάσα από/πριν από βλ. ανάσα, πάνω απ' όλα βλ. πάνω & επάνω, πάνω απ' τον ώμο (κάποιου) βλ. ώμος, πάνω από το κεφάλι μου/τα κεφάλια μας βλ. κεφάλι, παρελθέτω/απελθέτω απ' εμού το ποτήριον τούτο βλ. ποτήριο, περνά από πολλά χέρια βλ. χέρι, περνώ (κάτι) από την τρύπα/το μάτι της βελόνας βλ. τρύπα, περνώ από (ψιλό) κόσκινο βλ. κόσκινο, περνώ από σαράντα/χίλια κύματα βλ. κύμα, το ψάρι βρομά(ει) απ' το κεφάλι βλ. βρομώ, χωρισμός από τραπέζης και κοίτης βλ. κοίτη [< αρχ. ἀπό, μεσν. απ΄, αρχ. ἀφ΄] | |
| 5736 | από κοινού | βλ. κοινός | |
| 5491 | απο- & από- & απ- & αφ- | πρόθημα που δηλώνει 1. απομάκρυνση, αφαίρεση: απο-γείωση (ΑΝΤ. προσ-)/~κέντρωση. Από-πλους.|| Απο-φλοίωση. 2. απώλεια χαρακτηριστικού, συνήθ. θετικού: απο-διοργάνωση/~δόμηση/~συντονισμός. Απ-αισιόδοξος.|| Απο-αποικιοποίηση/~ενοχοποίηση/~συμφόρηση. 3. ολοκλήρωση, λήξη: απo-γαλακτισμός/~περάτωση/~φοίτηση. Απ-εγκλωβισμός. 4. επίταση στον απόλυτο βαθμό: (με αρνητ. συνυποδ.) απο-θηριώνω/~θρασύνω/~τελειώνω. Απο-γίνομαι (πβ. παρα-). Απ-αθλίωση (πβ. εξ-).|| Aπο-δεικνύω (πβ. κατα-). 5. υστερόχρονο: απο-μεσήμερο. Από-βραδο.|| Από-γονος (πβ. επί-). 6. υπόλοιπο: απο-μεινάρι. Από-σταγμα. 7. εκτροπή κάθε έννοιας από το αληθινό της περιεχόμενο: αποπολιτικοποίηση της πολιτικής. | |
| 5492 | αποανάπτυξη | [ἀποανάπτυξη] α-πο-α-νά-πτυ-ξη ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. θεωρία που βασίζεται σε αντικαπιταλιστικές, αντικαταναλωτικές, οικολογικές ιδέες και αντιτίθεται στην τάση για συνεχή οικονομική ανάπτυξη: Μοντέλο ~ης. Κίνημα της ~ης. Βλ. οικονομ-ισμός. [< αγγλ. degrowth] | |
| 5493 | αποαποικιοποίηση | [ἀποαποικιοποίηση] α-πο-α-ποι-κι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): κατάργηση του αποικιακού καθεστώτος και δημιουργία ανεξάρτητου κράτους: ~ και αυτοδιάθεση. ΑΝΤ. αποικιοποίηση [< αγγλ. decolonization, 1938, γαλλ. décolonisation, 1952] | |
| 5494 | αποασυλοποίηση | [ἀποασυλοποίηση] α-πο-α-συ-λο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): αποϊδρυματοποίηση. ΑΝΤ. ασυλοποίηση | |
| 5495 | αποβάθρα | [ἀποβάθρα] α-πο-βά-θρα ουσ. (θηλ.): ειδικά διαμορφωμένος χώρος σε λιμάνι ή σταθμό για την επιβίβαση και αποβίβαση επιβατών και την (εκ)φόρτωση εμπορευμάτων: πλωτή ~. Το πλοίο απομακρύνεται από την/πλησιάζει στην ~. Πβ. κρηπίδωμα, προβλήτα, προκυμαία.|| (στον ηλεκτρικό) ~ ανόδου/καθόδου. Περιμένω/στέκομαι στην ~. (στο τρένο και στο μετρό) Προσοχή στο κενό μεταξύ συρμού και ~ας. Oι ~ες των λεωφορείων. Oι κεντρικές/πλευρικές ~ες στις στάσεις του τραμ. Πβ. πλατφόρμα. [< αρχ. ἀποβάθρα, γαλλ. quai] | |
| 5496 | αποβαίνει | [ἀποβαίνει] α-πο-βαί-νει ρ. (αμτβ.) {παρατ. απέβαινε, αόρ. απέβη, απέβησαν, αποβεί, αποβαίν-οντας} (λόγ.): καταλήγει σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα, συνήθ. αρνητικό: Ενέργειες που ~ουν καταστροφικές για το περιβάλλον. Άκαρπη απέβη η συνάντηση. Τα πρόσφατα γεγονότα απέβησαν καθοριστικά/μοιραία για τις εξελίξεις. Οι προσπάθειες απέβησαν μάταιες. Οι παραλείψεις απέβησαν εις βάρος της ποιότητας του έργου. (Η κίνηση αυτή) μπορεί να αποβεί μπούμερανγκ.|| Η ρύθμιση θα αποβεί σε όφελος και των δύο πλευρών. Τα μέτρα αναμένεται να αποβούν επωφελή/χρήσιμα για τις μικρές επιχειρήσεις. Πβ. απολήγει. [< αρχ. ἀποβαίνω] | |
| 5497 | αποβάλλω | [ἀποβάλλω] α-πο-βάλ-λω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παρατ. (σπάν.) απέβαλλε, αόρ. απέβαλε κ. από-βαλε, απο-βάλει, απο-βλήθηκε (λόγ. απεβλήθη, απεβλήθησαν, μτχ. απο-βληθείς, -είσα, -έν) απο-βληθεί, αποβάλλ-οντας} 1. απομακρύνω κάποιον από ομάδα ή συλλογική δραστηριότητα κυρ. για πειθαρχικούς λόγους: (κυρ. για μαθητή, επιβάλλω διακοπή της φοίτησης:) Τον απέβαλαν (διά παντός/οριστικά/προσωρινά) από το σχολείο.|| (ΑΘΛ., θέτω εκτός αγώνα:) ~βλήθηκε για αντιαθλητική συμπεριφορά/με κόκκινη κάρτα. ~βληθείς: παίκτης.|| Ο δικαστής απείλησε ότι θα ~βάλει (: βγάλει) από την αίθουσα αυτούς που θορυβούσαν. Πβ. διώχνω. 2. εκλύω, εκκρίνω: Θερμική ενέργεια που ~εται (= διοχετεύεται) προς το περιβάλλον.|| (ΙΑΤΡ. απεκκρίνω:) Βλαβερές ουσίες που ~ονται από τον οργανισμό (ΑΝΤ. προσλαμβάνω). Το σώμα ~ει τα υγρά με τα ούρα. ΑΝΤ. κατακρατώ.|| Ο οργανισμός του απέβαλε το μόσχευμα (: δεν το δέχτηκε). Πβ. απορρίπτω. 3. σταματώ, καταπολεμώ μια κακή συνήθεια: Απέβαλε τις φοβίες της. Απόβαλε, επιτέλους, το άγχος! Βλ. ξεφορτώνομαι.|| (σπανιότ. απαρνιέμαι:) Απέβαλαν την ελληνική ιθαγένεια. 4. (για έγκυο) χάνω το έμβρυο που κυοφορώ λόγω αυτόματης διακοπής της κύησης: Απέβαλε στον δεύτερο μήνα. [< αρχ. ἀποβάλλω] | |
| 5498 | απόβαρο | [ἀπόβαρο] α-πό-βα-ρο ουσ. (ουδ.): (συνήθ. για εμπόρευμα) η διαφορά μεταξύ ολικού (μικτού) και πραγματικού (καθαρού) βάρους: ~ συσκευασίας.|| (για φορτηγό όχημα:) Ελάχιστο/μέγιστο ~. Βλ. ωφέλιμο φορτίο/βάρος. ΣΥΝ. τάρα [< γαλλ. tare] | |
| 5499 | απόβαση | [ἀπόβαση] α-πό-βα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. αποβίβαση στρατευμάτων από πλοία σε ακτή στο πλαίσιο πολεμικής επιχείρησης ή άσκησης: αμφίβια/ειρηνική/συμμαχική ~. ~άσεις μονάδων καταδρομέων/πεζοναυτών. Oι εχθρικές δυνάμεις έκαναν/επιχείρησαν ~ και κατέλαβαν τα παράλια. Βλ. αερ~. 2. (μτφ.-επιτατ.) μαζική, συχνά αιφνιδιαστική, άφιξη ξένων σε ακτή, συνήθ. με σκάφος: ~ (λαθρο)μεταναστών/χιλιάδων τουριστών στα νησιά το καλοκαίρι. [< 1: αρχ. ἀπόβασις, γαλλ. débarquement] | |
| 5500 | αποβατικός | , ή, ό [ἀποβατικός] α-πο-βα-τι-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που σχετίζεται με την απόβαση: ~ός: στόλος/στρατός. ~ή: επιχείρηση (πβ. αμφίβιος). ~ό: άγημα/σκάφος/σώμα. ~ές: ασκήσεις/δυνάμεις. Βλ. αερ~. ● Ουσ.: αποβατικό (το): πολεμικό πλοίο που χρησιμοποιείται σε αμφίβιες επιχειρήσεις για μεταφορά οπλιτών, οχημάτων ή αρμάτων μάχης. Βλ. αρματ-, οπλιτ-, οχηματ-αγωγό, μεταγωγικό. [< αγγλ. landing craft] [< μτγν. ἀποβατικός 'που σχετίζεται με το αγώνισμα των ηνιόχων που πηδούσαν από άλογο, προσπαθώντας να επιβιβαστούν σε άρμα'] | |
| 5501 | αποβιβάζω | [ἀποβιβάζω] α-πο-βι-βά-ζω ρ. (μτβ.) {αποβίβα-σε, -στηκα, -σμένος, αποβιβάζ-οντας} (επίσ.) 1. κατεβάζω επιβάτες ή εμπορεύματα από μέσο μεταφοράς: ~στηκε από το αεροπλάνο/το λεωφορείο/το τραμ.|| (βγάζω στην ξηρά:) Σκάφος επιχείρησε να ~σει λαθρομετανάστες στα παράλια (βλ. ξεμπαρκάρω). ΑΝΤ. επιβιβάζω 2. ΣΤΡΑΤ. πραγματοποιώ απόβαση: Ο στόλος ~σε άγημα/άρματα/στρατεύματα. Οι κομάντος/πεζοναύτες ~στηκαν από τα πλοία. [< αρχ. ἀποβιβάζω, γαλλ. débarquer] | |
| 5502 | αποβίβαση | [ἀποβίβαση] α-πο-βί-βα-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): (για επιβάτες) η ενέργεια του αποβιβάζω: ασφαλής ~. ~ στο λιμάνι/στον σταθμό. ~ από το αεροσκάφος/λεωφορείο/πλοίο (στην ξηρά). Ράμπα/στάση ~ης. (στο μετρό/τρένο:) ~ από τη(ν) αριστερή/δεξιά αποβάθρα. ΑΝΤ. επιβίβαση [< γαλλ. débarquement] | |
| 5503 | αποβιομηχάνιση | [ἀποβιομηχάνιση] α-πο-βι-ο-μη-χά-νι-ση ουσ. (θηλ.) & αποβιομηχανοποίηση: ΟΙΚΟΝ. μείωση της βιομηχανικής δραστηριότητας: ραγδαία ~ της χώρας. Περιοχές που πλήττονται από την ~. ΑΝΤ. εκβιομηχάνιση [< αγγλ. deindustrialization, 1940, γαλλ. désindustrialisation, 1954] | |
| 5504 | αποβιταμίνωση | [ἀποβιταμίνωση] α-πο-βι-τα-μί-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αβιταμίνωση. | |
| 5505 | αποβιώνω | [ἀποβιώνω] α-πο-βι-ώ-νω ρ. (αμτβ.) {κυρ. στον αόρ. απεβίω-σε (μτχ. αποβιώ-σας, -σασα, -σαν), αποβιώ-σει} (επίσ.): πεθαίνω: ~σε πλήρης ημερών/πρόωρα/σε ηλικία ... Πβ. εκπνέω. ● Μτχ.: αποβιώσας , ασα, αν: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. νεκρός: οι κληρονόμοι/η σορός του ~σαντος. Διαγραφή ~σάντων από τα μητρώα. ΣΥΝ. (απο)θανών.|| (ως επίθ.) Ο ~ γονέας/συγγενής. ● ΦΡ.: η εγχείρηση πέτυχε, (αλλά) ο ασθενής απεβίωσε/απέθανε βλ. εγχείρηση [< μτγν. ἀποβιῶ] | |
| 5506 | αποβίωση | [ἀποβίωση] α-πο-βί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): θάνατος: ~ ασθενούς (βλ. κατάληξη). ΑΝΤ. επιβίωση.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Hμερομηνία γέννησης και ~ης ενός ατόμου. [< μτγν. ἀποβίωσις] | |
| 5507 | αποβλακώνω | [ἀποβλακώνω] α-πο-βλα-κώ-νω ρ. (μτβ.) {αποβλάκω-σε, -σει, -θηκα, -θεί, αποβλακών-οντας, αποβλακω-μένος}: αποδυναμώνω τη διανοητική και κριτική ικανότητα κάποιου, αποχαυνώνω: Ηλεκτρονικά παιχνίδια που ~ουν τα παιδιά. Πβ. αποκοιμίζω, ναρκώνω, ξεκουτιαίνω.|| ~ομαι μπροστά στην τηλεόραση (πβ. χαζεύω). Κοίταζε (σαν) ~μένος (πβ. χαμένος). ~μένο: βλέμμα (= ηλίθιο). [< γαλλ. abêtir, abrutir] | |
| 5508 | αποβλάκωση | [ἀποβλάκωση] α-πο-βλά-κω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποβλακώνω. Πβ. αποχαύνωση, χάζεμα. [< γαλλ. abêtissement, abrutissement] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ