| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5736 | από κοινού | βλ. κοινός | |
| 5491 | απο- & από- & απ- & αφ- | πρόθημα που δηλώνει 1. απομάκρυνση, αφαίρεση: απο-γείωση (ΑΝΤ. προσ-)/~κέντρωση. Από-πλους.|| Απο-φλοίωση. 2. απώλεια χαρακτηριστικού, συνήθ. θετικού: απο-διοργάνωση/~δόμηση/~συντονισμός. Απ-αισιόδοξος.|| Απο-αποικιοποίηση/~ενοχοποίηση/~συμφόρηση. 3. ολοκλήρωση, λήξη: απo-γαλακτισμός/~περάτωση/~φοίτηση. Απ-εγκλωβισμός. 4. επίταση στον απόλυτο βαθμό: (με αρνητ. συνυποδ.) απο-θηριώνω/~θρασύνω/~τελειώνω. Απο-γίνομαι (πβ. παρα-). Απ-αθλίωση (πβ. εξ-).|| Aπο-δεικνύω (πβ. κατα-). 5. υστερόχρονο: απο-μεσήμερο. Από-βραδο.|| Από-γονος (πβ. επί-). 6. υπόλοιπο: απο-μεινάρι. Από-σταγμα. 7. εκτροπή κάθε έννοιας από το αληθινό της περιεχόμενο: αποπολιτικοποίηση της πολιτικής. | |
| 5492 | αποανάπτυξη | [ἀποανάπτυξη] α-πο-α-νά-πτυ-ξη ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. θεωρία που βασίζεται σε αντικαπιταλιστικές, αντικαταναλωτικές, οικολογικές ιδέες και αντιτίθεται στην τάση για συνεχή οικονομική ανάπτυξη: Μοντέλο ~ης. Κίνημα της ~ης. Βλ. οικονομ-ισμός. [< αγγλ. degrowth] | |
| 5493 | αποαποικιοποίηση | [ἀποαποικιοποίηση] α-πο-α-ποι-κι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): κατάργηση του αποικιακού καθεστώτος και δημιουργία ανεξάρτητου κράτους: ~ και αυτοδιάθεση. ΑΝΤ. αποικιοποίηση [< αγγλ. decolonization, 1938, γαλλ. décolonisation, 1952] | |
| 5494 | αποασυλοποίηση | [ἀποασυλοποίηση] α-πο-α-συ-λο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): αποϊδρυματοποίηση. ΑΝΤ. ασυλοποίηση | |
| 5495 | αποβάθρα | [ἀποβάθρα] α-πο-βά-θρα ουσ. (θηλ.): ειδικά διαμορφωμένος χώρος σε λιμάνι ή σταθμό για την επιβίβαση και αποβίβαση επιβατών και την (εκ)φόρτωση εμπορευμάτων: πλωτή ~. Το πλοίο απομακρύνεται από την/πλησιάζει στην ~. Πβ. κρηπίδωμα, προβλήτα, προκυμαία.|| (στον ηλεκτρικό) ~ ανόδου/καθόδου. Περιμένω/στέκομαι στην ~. (στο τρένο και στο μετρό) Προσοχή στο κενό μεταξύ συρμού και ~ας. Oι ~ες των λεωφορείων. Oι κεντρικές/πλευρικές ~ες στις στάσεις του τραμ. Πβ. πλατφόρμα. [< αρχ. ἀποβάθρα, γαλλ. quai] | |
| 5496 | αποβαίνει | [ἀποβαίνει] α-πο-βαί-νει ρ. (αμτβ.) {παρατ. απέβαινε, αόρ. απέβη, απέβησαν, αποβεί, αποβαίν-οντας} (λόγ.): καταλήγει σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα, συνήθ. αρνητικό: Ενέργειες που ~ουν καταστροφικές για το περιβάλλον. Άκαρπη απέβη η συνάντηση. Τα πρόσφατα γεγονότα απέβησαν καθοριστικά/μοιραία για τις εξελίξεις. Οι προσπάθειες απέβησαν μάταιες. Οι παραλείψεις απέβησαν εις βάρος της ποιότητας του έργου. (Η κίνηση αυτή) μπορεί να αποβεί μπούμερανγκ.|| Η ρύθμιση θα αποβεί σε όφελος και των δύο πλευρών. Τα μέτρα αναμένεται να αποβούν επωφελή/χρήσιμα για τις μικρές επιχειρήσεις. Πβ. απολήγει. [< αρχ. ἀποβαίνω] | |
| 5497 | αποβάλλω | [ἀποβάλλω] α-πο-βάλ-λω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παρατ. (σπάν.) απέβαλλε, αόρ. απέβαλε κ. από-βαλε, απο-βάλει, απο-βλήθηκε (λόγ. απεβλήθη, απεβλήθησαν, μτχ. απο-βληθείς, -είσα, -έν) απο-βληθεί, αποβάλλ-οντας} 1. απομακρύνω κάποιον από ομάδα ή συλλογική δραστηριότητα κυρ. για πειθαρχικούς λόγους: (κυρ. για μαθητή, επιβάλλω διακοπή της φοίτησης:) Τον απέβαλαν (διά παντός/οριστικά/προσωρινά) από το σχολείο.|| (ΑΘΛ., θέτω εκτός αγώνα:) ~βλήθηκε για αντιαθλητική συμπεριφορά/με κόκκινη κάρτα. ~βληθείς: παίκτης.|| Ο δικαστής απείλησε ότι θα ~βάλει (: βγάλει) από την αίθουσα αυτούς που θορυβούσαν. Πβ. διώχνω. 2. εκλύω, εκκρίνω: Θερμική ενέργεια που ~εται (= διοχετεύεται) προς το περιβάλλον.|| (ΙΑΤΡ. απεκκρίνω:) Βλαβερές ουσίες που ~ονται από τον οργανισμό (ΑΝΤ. προσλαμβάνω). Το σώμα ~ει τα υγρά με τα ούρα. ΑΝΤ. κατακρατώ.|| Ο οργανισμός του απέβαλε το μόσχευμα (: δεν το δέχτηκε). Πβ. απορρίπτω. 3. σταματώ, καταπολεμώ μια κακή συνήθεια: Απέβαλε τις φοβίες της. Απόβαλε, επιτέλους, το άγχος! Βλ. ξεφορτώνομαι.|| (σπανιότ. απαρνιέμαι:) Απέβαλαν την ελληνική ιθαγένεια. 4. (για έγκυο) χάνω το έμβρυο που κυοφορώ λόγω αυτόματης διακοπής της κύησης: Απέβαλε στον δεύτερο μήνα. [< αρχ. ἀποβάλλω] | |
| 5498 | απόβαρο | [ἀπόβαρο] α-πό-βα-ρο ουσ. (ουδ.): (συνήθ. για εμπόρευμα) η διαφορά μεταξύ ολικού (μικτού) και πραγματικού (καθαρού) βάρους: ~ συσκευασίας.|| (για φορτηγό όχημα:) Ελάχιστο/μέγιστο ~. Βλ. ωφέλιμο φορτίο/βάρος. ΣΥΝ. τάρα [< γαλλ. tare] | |
| 5499 | απόβαση | [ἀπόβαση] α-πό-βα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. αποβίβαση στρατευμάτων από πλοία σε ακτή στο πλαίσιο πολεμικής επιχείρησης ή άσκησης: αμφίβια/ειρηνική/συμμαχική ~. ~άσεις μονάδων καταδρομέων/πεζοναυτών. Oι εχθρικές δυνάμεις έκαναν/επιχείρησαν ~ και κατέλαβαν τα παράλια. Βλ. αερ~. 2. (μτφ.-επιτατ.) μαζική, συχνά αιφνιδιαστική, άφιξη ξένων σε ακτή, συνήθ. με σκάφος: ~ (λαθρο)μεταναστών/χιλιάδων τουριστών στα νησιά το καλοκαίρι. [< 1: αρχ. ἀπόβασις, γαλλ. débarquement] | |
| 5500 | αποβατικός | , ή, ό [ἀποβατικός] α-πο-βα-τι-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που σχετίζεται με την απόβαση: ~ός: στόλος/στρατός. ~ή: επιχείρηση (πβ. αμφίβιος). ~ό: άγημα/σκάφος/σώμα. ~ές: ασκήσεις/δυνάμεις. Βλ. αερ~. ● Ουσ.: αποβατικό (το): πολεμικό πλοίο που χρησιμοποιείται σε αμφίβιες επιχειρήσεις για μεταφορά οπλιτών, οχημάτων ή αρμάτων μάχης. Βλ. αρματ-, οπλιτ-, οχηματ-αγωγό, μεταγωγικό. [< αγγλ. landing craft] [< μτγν. ἀποβατικός 'που σχετίζεται με το αγώνισμα των ηνιόχων που πηδούσαν από άλογο, προσπαθώντας να επιβιβαστούν σε άρμα'] | |
| 5501 | αποβιβάζω | [ἀποβιβάζω] α-πο-βι-βά-ζω ρ. (μτβ.) {αποβίβα-σε, -στηκα, -σμένος, αποβιβάζ-οντας} (επίσ.) 1. κατεβάζω επιβάτες ή εμπορεύματα από μέσο μεταφοράς: ~στηκε από το αεροπλάνο/το λεωφορείο/το τραμ.|| (βγάζω στην ξηρά:) Σκάφος επιχείρησε να ~σει λαθρομετανάστες στα παράλια (βλ. ξεμπαρκάρω). ΑΝΤ. επιβιβάζω 2. ΣΤΡΑΤ. πραγματοποιώ απόβαση: Ο στόλος ~σε άγημα/άρματα/στρατεύματα. Οι κομάντος/πεζοναύτες ~στηκαν από τα πλοία. [< αρχ. ἀποβιβάζω, γαλλ. débarquer] | |
| 5502 | αποβίβαση | [ἀποβίβαση] α-πο-βί-βα-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): (για επιβάτες) η ενέργεια του αποβιβάζω: ασφαλής ~. ~ στο λιμάνι/στον σταθμό. ~ από το αεροσκάφος/λεωφορείο/πλοίο (στην ξηρά). Ράμπα/στάση ~ης. (στο μετρό/τρένο:) ~ από τη(ν) αριστερή/δεξιά αποβάθρα. ΑΝΤ. επιβίβαση [< γαλλ. débarquement] | |
| 5503 | αποβιομηχάνιση | [ἀποβιομηχάνιση] α-πο-βι-ο-μη-χά-νι-ση ουσ. (θηλ.) & αποβιομηχανοποίηση: ΟΙΚΟΝ. μείωση της βιομηχανικής δραστηριότητας: ραγδαία ~ της χώρας. Περιοχές που πλήττονται από την ~. ΑΝΤ. εκβιομηχάνιση [< αγγλ. deindustrialization, 1940, γαλλ. désindustrialisation, 1954] | |
| 5504 | αποβιταμίνωση | [ἀποβιταμίνωση] α-πο-βι-τα-μί-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αβιταμίνωση. | |
| 5505 | αποβιώνω | [ἀποβιώνω] α-πο-βι-ώ-νω ρ. (αμτβ.) {κυρ. στον αόρ. απεβίω-σε (μτχ. αποβιώ-σας, -σασα, -σαν), αποβιώ-σει} (επίσ.): πεθαίνω: ~σε πλήρης ημερών/πρόωρα/σε ηλικία ... Πβ. εκπνέω. ● Μτχ.: αποβιώσας , ασα, αν: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. νεκρός: οι κληρονόμοι/η σορός του ~σαντος. Διαγραφή ~σάντων από τα μητρώα. ΣΥΝ. (απο)θανών.|| (ως επίθ.) Ο ~ γονέας/συγγενής. ● ΦΡ.: η εγχείρηση πέτυχε, (αλλά) ο ασθενής απεβίωσε/απέθανε βλ. εγχείρηση [< μτγν. ἀποβιῶ] | |
| 5506 | αποβίωση | [ἀποβίωση] α-πο-βί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): θάνατος: ~ ασθενούς (βλ. κατάληξη). ΑΝΤ. επιβίωση.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Hμερομηνία γέννησης και ~ης ενός ατόμου. [< μτγν. ἀποβίωσις] | |
| 5507 | αποβλακώνω | [ἀποβλακώνω] α-πο-βλα-κώ-νω ρ. (μτβ.) {αποβλάκω-σε, -σει, -θηκα, -θεί, αποβλακών-οντας, αποβλακω-μένος}: αποδυναμώνω τη διανοητική και κριτική ικανότητα κάποιου, αποχαυνώνω: Ηλεκτρονικά παιχνίδια που ~ουν τα παιδιά. Πβ. αποκοιμίζω, ναρκώνω, ξεκουτιαίνω.|| ~ομαι μπροστά στην τηλεόραση (πβ. χαζεύω). Κοίταζε (σαν) ~μένος (πβ. χαμένος). ~μένο: βλέμμα (= ηλίθιο). [< γαλλ. abêtir, abrutir] | |
| 5508 | αποβλάκωση | [ἀποβλάκωση] α-πο-βλά-κω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποβλακώνω. Πβ. αποχαύνωση, χάζεμα. [< γαλλ. abêtissement, abrutissement] | |
| 5509 | αποβλακωτικός | , ή, ό [ἀποβλακωτικός] α-πο-βλα-κω-τι-κός επίθ.: που προκαλεί αποβλάκωση: ~ές: εκπομπές/ταινίες. ΣΥΝ. αποχαυνωτικός [< γαλλ. abêtissant, abrutissant] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ