Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [6440-6460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5516αποβουτυρωμένος, η, ο [ἀποβουτυρωμένος] α-πο-βου-τυ-ρω-μέ-νος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. (για γάλα) που έχει υποστεί αποβουτύρωση, δεν περιέχει λιπαρά: Σκόνη μερικώς ~ου γάλακτος.|| ~ο: τυρί. Πλήρως ~o γιαούρτι (= άπαχο, ελαφρύ). Πβ. αποκορυφωμένος. Βλ. ημι~. [< γαλλ. écrémé]
5517αποβουτύρωση[ἀποβουτύρωση] α-πο-βου-τύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αφαίρεση των λιπαρών ουσιών από το γάλα: μερική/πλήρης ~. Πβ. αποκορύφωση. Βλ. ομογενοποίηση, παστερίωση. [< γαλλ. écrémage]
5518αποβραδίς[ἀποβραδίς] α-πο-βρα-δίς επίρρ. (λαϊκό): από το προηγούμενο βράδυ. Βλ. -ίς. [< μεσν. αποβραδύς]
5519απόβραδο[ἀπόβραδο] α-πό-βρα-δο ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): το διάστημα μετά τη δύση του ηλίου και μέχρι να σκοτεινιάσει. Βλ. απομεσήμερο.
5520απόβρασμα[ἀπόβρασμα] α-πό-βρα-σμα ουσ. (ουδ.) {αποβράσμ-ατος | -ατα} (υβριστ.): άνθρωπος του υποκόσμου, άθλιος, ελεεινός: ~ατα της κοινωνίας (πβ. απόβλητα). Πβ. αλήτης, κάθαρμα, καθίκι, κανάγιας, κατακάθι, παλιάνθρωπος, ρεμάλι, τομάρι, χαμένο κορμί. Βλ. υπόκοσμος. [< μτγν. ἀπόβρασμα ‘αυτό που πετιέται έξω’, γαλλ. écume]
5521απόβροχο[ἀπόβροχο] α-πό-βρο-χο ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): υγρός καιρός, ψύχρα μετά τη βροχή.
5522απογαλακτίζω[ἀπογαλακτίζω] α-πο-γα-λα-κτί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {απογαλάκτι-σε, -στηκε (λόγ. -σθηκε), -σμένος} (λόγ.): διακόπτω τον θηλασμό, προσθέτοντας σταδιακά στερεές τροφές στη βρεφική διατροφή: ~ το μωρό. Βλ. γαλουχώ.|| (για ζώα:) Aμνοερίφια που ~ουν/~ονται πρόωρα. ΣΥΝ. αποκόπτω (4) ● Παθ.: απογαλακτίζομαι (μτφ.): αποδεσμεύομαι από εξάρτηση ή επιρροή, ανεξαρτητοποιούμαι: Είσαι μεγάλη πια, πρέπει να ~στείς από τους γονείς σου. [< μτγν. ἀπογαλακτίζω]
5523απογαλακτισμός[ἀπογαλακτισμός] α-πο-γα-λα-κτι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. η ενέργεια του απογαλακτίζω: πρόωρος/σταδιακός ~ του βρέφους. Τροφές ~oύ.|| Ο ~ των αρνιών. ΑΝΤ. γαλούχηση (2) 2. (μτφ.) αποδέσμευση από εξάρτηση, ανεξαρτητοποίηση: ~ των νέων από τους γονείς τους. Βλ. ενηλικίωση, ωρίμανση.|| Iδεολογικός ~. Το σχέδιο προβλέπει πλήρη ~ό του οργανισμού από το Δημόσιο. Βλ. -ισμός. [< 1: αρχ. ἀπογαλακτισμός, γαλλ. ablactation]
5524απόγειο[ἀπόγειο] α-πό-γει-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -είου} 1. (μτφ.) μέγιστο σημείο, ύψιστος βαθμός: στο ~ της ακμής/δόξας/επιτυχίας (πβ. μεσουράνημα). Έφτασε στο ~ της δύναμής του/της καλλιτεχνικής του δημιουργίας/της καριέρας του (ΑΝΤ. στο ναδίρ). Η τουριστική κίνηση βρίσκεται/είναι στο ~ό της. Περίοδος που αποτέλεσε το ~ των γραμμάτων/των τεχνών. Στο ~ό τους οι εκδηλώσεις για ... (ειρων.) Ο κυνισμός στο ~ό του (πβ. το άκρον άωτον)! Πβ. αποκορύφωμα, ζενίθ, κολοφώνας, πικ. 2. ΑΣΤΡΟΝ. το πιο απομακρυσμένο σημείο της τροχιάς ουράνιου σώματος ή τεχνητού δορυφόρου από τη Γη: Η Σελήνη βρίσκεται κοντά στο ~. ΑΝΤ. περίγειο [< 1: γαλλ. apogée, αγγλ. apogee 2: μτγν. ἀπόγειον]
5525απόγειος, α/ος, ο [ἀπόγειος] α-πό-γει-ος επίθ.: (για άνεμο) που πνέει από τη στεριά προς τη θάλασσα: ~α/ος: αύρα. Πβ. στεριανός. Βλ. -γειος. [< αρχ. ἀπόγειος, ἀπoγεία (ἡ) ‘το στεριανό αεράκι’]
42859απογείωση

προ-σα-πο-γεί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): προσγείωση και απογείωση: διάδρομος ~ώσεων αεροσκαφών.

5527απογείωση[ἀπογείωση] α-πο-γεί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. προοδευτική ανύψωση ιπτάμενου μέσου από το έδαφος και έναρξη της πτήσης: ομαλή ~ αεροπλάνου/ελικοπτέρου. Άδεια/διάδρομος/πίστα ~ης. Αεροσκάφη κάθετης ~ης. Τροχοδρόμηση για ~. Έτοιμοι για ~!|| ~ διαστημικού λεωφορείου (= εκτόξευση, ΑΝΤ. προσεδάφιση). Βλ. προσ~. ΑΝΤ. προσγείωση 2. (μτφ.) ξαφνική άνοδος, αύξηση: ~ των κερδών/τιμών (ΑΝΤ. κατρακύλα). Οικονομική ~ (= ανάπτυξη).|| Μουσική ~. ~ στον έβδομο ουρανό! Πβ. έκσταση. [< γαλλ. décollage, αγγλ. take off]
5528απόγευμα[ἀπόγευμα] α-πό-γευ-μα ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) απόγεμα & απόγιομα: το διάστημα από το μεσημέρι μέχρι τη δύση του ήλιου: Κατά το ~. Τον περιμένουμε αργά/αύριο/νωρίς το ~. Βλ. απόβραδο, απομεσήμερο, δειλινό. ● Υποκ.: απογευματάκι (το): οι πρώτες απογευματινές ώρες. [< μεσν. απόγευμα]
5529απογευματιάτικος, η, ο [ἀπογευματιάτικος] α-πο-γευ-μα-τιά-τι-κος επίθ. (προφ.): απογευματινός. Βλ. -ιάτικος. ● επίρρ.: απογευματιάτικα
5530απογευματινός, ή, ό [ἀπογευματινός] α-πο-γευ-μα-τι-νός επίθ. & (λαϊκό) απογεματινός: που συμβαίνει ή έχει σχέση με το απόγευμα: ~ός: ύπνος. ~ή: βάρδια. ~ές: εφημερίδες. ~ά: ιατρεία. Πβ. μεταμεσημβρινός. Βλ. βραδ-, νυχτερ-, πρω-ινός. ● Ουσ.: απογευματινή (η): κινηματογραφική συνήθ. προβολή που πραγματοποιείται τις συγκεκριμένες ώρες. Βλ. βραδινή., απογευματινό (το) 1. πρόχειρο γεύμα κατά τις απογευματινές ώρες: ~ με φρούτα και πορτοκαλάδα. Βλ. πρωινό, δεκατιανό, κολατσιό, μεσημεριανό, βραδινό. 2. δρομολόγιο συνήθ. λεωφορείου ή τρένου που γίνεται απόγευμα: Θα έρθω με το ~., απογευματινός, απογευματινή (ο/η): που εργάζεται ή έχει μάθημα στο σχολείο το απόγευμα: Σήμερα είμαι ~. ● ΣΥΜΠΛ.: λαϊκή απογευματινή: απογευματινή θεατρική παράσταση σε ορισμένη μέρα της εβδομάδας με μειωμένο συνήθ. εισιτήριο. Βλ. βραδινή. [< μεσν. απογευματινός]
5531απογίνομαι[ἀπογίνομαι] α-πο-γί-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {κυρ. στον αόρ. απέγινα (λαϊκό) απόγινα}: (συνήθ. σε ερωτήσεις) έχω συγκεκριμένη κατάληξη, συνήθ. αρνητική, φτάνω σε ορισμένο αποτέλεσμα: Τι θ' απογίνει, η άμοιρη/έρμη; Και τώρα, τι θ' απογίνουμε χωρίς ...;|| Τι να 'χουν απογίνει, αλήθεια, οι παλιοί μου συμμαθητές;|| Τι απέγινε με το ζήτημα που μου έλεγες; Πβ. γίνομαι, καταλήγω, καταντώ. ● ΦΡ.: παράγινε/έχει παραγίνει το κακό βλ. κακό [< αρχ. ἀπογί(γ)νομαι]
5532απόγιομαβλ. απόγευμα
5533απόγνωση[ἀπόγνωση] α-πό-γνω-ση ουσ. (θηλ.): πλήρης απογοήτευση, μεγάλη απελπισία: έκφραση/κραυγή ~ης. Τα προβλήματα τους έφεραν σε ~/στα όρια της ~ης. Βρίσκεται/είναι σε κατάσταση ~ης, δεν ξέρει τι να κάνει. [< μτγν. ἀπόγνωσις]
5534απογοήτευση[ἀπογοήτευση] α-πο-γο-ή-τευ-ση ουσ. (θηλ.) {απογοητ-εύσεις}: αίσθημα θλίψης, ματαιότητας λόγω διάψευσης των ελπίδων και των προσδοκιών και συνεκδ. ό,τι προκαλεί τέτοια ψυχολογία: απόλυτη/βαθιά/γενική/πλήρης ~ (πβ. αποθάρρυνση, αποκαρδίωση). Δοκίμασα φοβερή ~ (μετά) από ... Μ' έπιασε ~ με ... Εκφράζω την ~ή μου για ... Προς μεγάλη μου ~ διαπίστωσα ότι ... Βλ. απαισιοδοξία, απελπισία, απόγνωση, στενοχώρια.|| Είχε μια ερωτική ~. Οι ~εύσεις της ζωής.|| (ως χαρακτηρισμός-μειωτ.) Σκέτη ~ η ομάδα στον χθεσινό αγώνα! [< γαλλ. désenchantement]
5535απογοητευτικός, ή, ό [ἀπογοητευτικός] α-πο-γο-η-τευ-τι-κός επίθ.: που προκαλεί απογοήτευση: ~ή: εικόνα/κατάσταση. ~οί: βαθμοί. ~ές: επιδόσεις. ~ά: νούμερα/(στατιστικά) στοιχεία. ~ή εμφάνιση (αθλητή ή ομάδας). Πβ. απο-θαρρυντικός, -καρδιωτικός. ● επίρρ.: απογοητευτικά

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.