| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5510 | αποβλέπω | [ἀποβλέπω] α-πο-βλέ-πω ρ. (αμτβ.) {απέβλε-ψα, αποβλέ-ψει, αποβλέπ-οντας} (+ σε): έχω ως στόχο: Μέτρα που ~ουν στην αντιμετώπιση της κρίσης. Δεν ~ σε προσωπικό όφελος/σε τίποτα. Πβ. επιδιώκω, προσβλέπω, στοχεύω. ΣΥΝ. αποσκοπώ [< αρχ. ἀποβλέπω] | |
| 5511 | αποβλήθηκα | βλ. αποβάλλω | |
| 5512 | απόβλητα | [ἀπόβλητα] α-πό-βλη-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων κ. -ήτων | σπανιότ. στον εν. απόβλητο} (επίσ.): άχρηστα υπολείμματα προερχόμενα από βιομηχανικές, αγροτικές ή οικιακές εγκαταστάσεις, συνήθ. ρυπογόνα, που απορρίπτονται στο περιβάλλον ή ανακυκλώνονται: αδρανή/αέρια/αστικά/βιοαποικοδομήσιμα/βιοδιασπάσιμα/βιολογικά (= βιοαπόβλητα)/βιομηχανικά/γεωργικά/δημοτικά/εξορυκτικά/ επικίνδυνα/ζωικά/θερμικά/ιατρικά/νοσοκομειακά (: που παράγονται σε υγειονομικές μονάδες, συνήθ. μολυσματικά)/μεταλλευτικά/οικοδομικά/οργανικά/τοξικά/υγρά (= λύματα)/φυτικά/χημικά ~. Θαλάσσια ~. Ανακύκλωση/αποτέφρωση ~ων. Πβ. απορρίμματα, σκουπίδια. ● ΣΥΜΠΛ.: επεξεργασία αποβλήτων & απορριμμάτων: ΤΕΧΝΟΛ. οι φυσικές, θερμικές, χημικές ή βιολογικές διεργασίες, συμπεριλαμβανομένης της διαλογής, που μεταβάλλουν τα χαρακτηριστικά των αποβλήτων, προκειμένου να περιοριστούν ο όγκος ή οι επικίνδυνες ιδιότητές τους, να διευκολυνθεί η διακίνησή τους ή να βελτιωθεί η ανάκτηση χρήσιμων υλών: θερμική ~ ~ (= αποτέφρωση). ~ ~ βυρσοδεψείων/ελαιουργείων/χαρτοποιίας. ~ ~ τροφίμων. [< αγγλ. waste treatment] , ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά απόβλητα: ΤΕΧΝΟΛ. παλιές ή/και χαλασμένες ηλεκτρικές και ιδ. ηλεκτρονικές συσκευές που καταλήγουν στα σκουπίδια: ανακύκλωση ~ών και ~ών ~ων. [< αγγλ. e-waste, 1999] , μηδενικά απόβλητα/απορρίμματα: ΟΙΚΟΛ. περιορισμός των αποβλήτων στην ελάχιστη δυνατή ποσότητα. [< αγγλ. zero waste, 1970, γαλλ. zéro déchet] , διαχείριση αποβλήτων/απορριμμάτων βλ. διαχείριση, ραδιενεργά/πυρηνικά απόβλητα βλ. ραδιενεργός, στερεά απόβλητα/απορρίμματα βλ. στερεός [< γαλλ. déchets, αγγλ. waste] | |
| 5513 | αποβλητέος | , α, ο [ἀποβλητέος] α-πο-βλη-τέ-ος επίθ. (λόγ.): που πρέπει να αποβληθεί: ~οι από την κοινωνία.|| Άποψη επικίνδυνη και ~α (πβ. καταδικαστέα). Πβ. απορριπτέος. Βλ. -τέος. [< αρχ. ἀποβλητέος] | |
| 5514 | απόβλητος | , η, ο [ἀπόβλητος] α-πό-βλη-τος επίθ./ουσ. (αρνητ. συνυποδ.) 1. που αποβάλλεται, απομακρύνεται από μία ομάδα λόγω παραπτώματος ή μη συμμόρφωσης: ~ από το κόμμα/την παράταξη. ~οι και περιθωριοποιημένοι (: κοινωνικά αποκλεισμένοι).|| (ως ουσ.) Οι ~οι/(μειωτ.) τα ~α της κοινωνίας. Πβ. απόκληρος, αποσυνάγωγος, παρίας. 2. που έχει αποβληθεί στο περιβάλλον: ~η: θερμότητα/λάσπη. ~α: νερά. [< αρχ. ἀπόβλητος ‘που μπορεί να πεταχτεί’] | |
| 5515 | αποβολή | [ἀποβολή] α-πο-βο-λή ουσ. (θηλ.) 1. απομάκρυνση ατόμου από ομάδα ή χώρο για πειθαρχικούς λόγους, διώξιμο: ομαδική/οριστική/προσωρινή/ωριαία ~ από το μάθημα/την τάξη. ~ από το σχολείο (: διακοπή φοίτησης). Της έδωσε ~. Πήρε/(νεαν. αργκό) έφαγε (τρεις μέρες) ~. Οι ταραξίες τιμωρήθηκαν με πενθήμερη ~.|| (ΑΘΛ.) ~ από τον αγώνα.|| ~ μελών από τον σύλλογο. Η Γενική Συνέλευση επιβάλλει ~ και διαγραφή. Πβ. αποπομπή.|| (ΝΟΜ.) Διοικητική ~ καταπατητών από δημοτική έκταση. ~ από νομή (ακινήτου). 2. ΙΑΤΡ. ακούσια διακοπή της κύησης και απώλεια του εμβρύου: ατελής (ΑΝΤ. πλήρης)/αυτόματη/επαπειλούμενη/πρώιμη ~. Καθ' έξιν ~ές (= συνεχόμενες). ~ στον τρίτο μήνα. Κίνδυνος ~ής. Είχε ~. Βλ. έκτρωση. 3. (μτφ.-για πρόσ.) εξάλειψη κακής συνήθειας ή αρνητικού χαρακτηριστικού, συνήθ. με συνειδητή προσπάθεια: ~ του άγχους (πβ. απαλλαγή)/της ντροπής/του φόβου (πβ. καταπολέμηση). 4. ΓΡΑΜΜ. σίγηση φωνήεντος ή συμφώνου κατά την εκφορά του λόγου (π.χ. γράψ’ το αντί γράψε το): ~ φθόγγου. Βλ. αποκοπή, αφαίρεση. [< αρχ. ἀποβολή 1: γαλλ. expulsion 2: μεσν. αποβολή, γαλλ. avortement] | |
| 5516 | αποβουτυρωμένος | , η, ο [ἀποβουτυρωμένος] α-πο-βου-τυ-ρω-μέ-νος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. (για γάλα) που έχει υποστεί αποβουτύρωση, δεν περιέχει λιπαρά: Σκόνη μερικώς ~ου γάλακτος.|| ~ο: τυρί. Πλήρως ~o γιαούρτι (= άπαχο, ελαφρύ). Πβ. αποκορυφωμένος. Βλ. ημι~. [< γαλλ. écrémé] | |
| 5517 | αποβουτύρωση | [ἀποβουτύρωση] α-πο-βου-τύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αφαίρεση των λιπαρών ουσιών από το γάλα: μερική/πλήρης ~. Πβ. αποκορύφωση. Βλ. ομογενοποίηση, παστερίωση. [< γαλλ. écrémage] | |
| 5518 | αποβραδίς | [ἀποβραδίς] α-πο-βρα-δίς επίρρ. (λαϊκό): από το προηγούμενο βράδυ. Βλ. -ίς. [< μεσν. αποβραδύς] | |
| 5519 | απόβραδο | [ἀπόβραδο] α-πό-βρα-δο ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): το διάστημα μετά τη δύση του ηλίου και μέχρι να σκοτεινιάσει. Βλ. απομεσήμερο. | |
| 5520 | απόβρασμα | [ἀπόβρασμα] α-πό-βρα-σμα ουσ. (ουδ.) {αποβράσμ-ατος | -ατα} (υβριστ.): άνθρωπος του υποκόσμου, άθλιος, ελεεινός: ~ατα της κοινωνίας (πβ. απόβλητα). Πβ. αλήτης, κάθαρμα, καθίκι, κανάγιας, κατακάθι, παλιάνθρωπος, ρεμάλι, τομάρι, χαμένο κορμί. Βλ. υπόκοσμος. [< μτγν. ἀπόβρασμα ‘αυτό που πετιέται έξω’, γαλλ. écume] | |
| 5521 | απόβροχο | [ἀπόβροχο] α-πό-βρο-χο ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): υγρός καιρός, ψύχρα μετά τη βροχή. | |
| 5522 | απογαλακτίζω | [ἀπογαλακτίζω] α-πο-γα-λα-κτί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {απογαλάκτι-σε, -στηκε (λόγ. -σθηκε), -σμένος} (λόγ.): διακόπτω τον θηλασμό, προσθέτοντας σταδιακά στερεές τροφές στη βρεφική διατροφή: ~ το μωρό. Βλ. γαλουχώ.|| (για ζώα:) Aμνοερίφια που ~ουν/~ονται πρόωρα. ΣΥΝ. αποκόπτω (4) ● Παθ.: απογαλακτίζομαι (μτφ.): αποδεσμεύομαι από εξάρτηση ή επιρροή, ανεξαρτητοποιούμαι: Είσαι μεγάλη πια, πρέπει να ~στείς από τους γονείς σου. [< μτγν. ἀπογαλακτίζω] | |
| 5523 | απογαλακτισμός | [ἀπογαλακτισμός] α-πο-γα-λα-κτι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. η ενέργεια του απογαλακτίζω: πρόωρος/σταδιακός ~ του βρέφους. Τροφές ~oύ.|| Ο ~ των αρνιών. ΑΝΤ. γαλούχηση (2) 2. (μτφ.) αποδέσμευση από εξάρτηση, ανεξαρτητοποίηση: ~ των νέων από τους γονείς τους. Βλ. ενηλικίωση, ωρίμανση.|| Iδεολογικός ~. Το σχέδιο προβλέπει πλήρη ~ό του οργανισμού από το Δημόσιο. Βλ. -ισμός. [< 1: αρχ. ἀπογαλακτισμός, γαλλ. ablactation] | |
| 5524 | απόγειο | [ἀπόγειο] α-πό-γει-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -είου} 1. (μτφ.) μέγιστο σημείο, ύψιστος βαθμός: στο ~ της ακμής/δόξας/επιτυχίας (πβ. μεσουράνημα). Έφτασε στο ~ της δύναμής του/της καλλιτεχνικής του δημιουργίας/της καριέρας του (ΑΝΤ. στο ναδίρ). Η τουριστική κίνηση βρίσκεται/είναι στο ~ό της. Περίοδος που αποτέλεσε το ~ των γραμμάτων/των τεχνών. Στο ~ό τους οι εκδηλώσεις για ... (ειρων.) Ο κυνισμός στο ~ό του (πβ. το άκρον άωτον)! Πβ. αποκορύφωμα, ζενίθ, κολοφώνας, πικ. 2. ΑΣΤΡΟΝ. το πιο απομακρυσμένο σημείο της τροχιάς ουράνιου σώματος ή τεχνητού δορυφόρου από τη Γη: Η Σελήνη βρίσκεται κοντά στο ~. ΑΝΤ. περίγειο [< 1: γαλλ. apogée, αγγλ. apogee 2: μτγν. ἀπόγειον] | |
| 5525 | απόγειος | , α/ος, ο [ἀπόγειος] α-πό-γει-ος επίθ.: (για άνεμο) που πνέει από τη στεριά προς τη θάλασσα: ~α/ος: αύρα. Πβ. στεριανός. Βλ. -γειος. [< αρχ. ἀπόγειος, ἀπoγεία (ἡ) ‘το στεριανό αεράκι’] | |
| 42859 | απογείωση | προ-σα-πο-γεί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): προσγείωση και απογείωση: διάδρομος ~ώσεων αεροσκαφών. | |
| 5527 | απογείωση | [ἀπογείωση] α-πο-γεί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. προοδευτική ανύψωση ιπτάμενου μέσου από το έδαφος και έναρξη της πτήσης: ομαλή ~ αεροπλάνου/ελικοπτέρου. Άδεια/διάδρομος/πίστα ~ης. Αεροσκάφη κάθετης ~ης. Τροχοδρόμηση για ~. Έτοιμοι για ~!|| ~ διαστημικού λεωφορείου (= εκτόξευση, ΑΝΤ. προσεδάφιση). Βλ. προσ~. ΑΝΤ. προσγείωση 2. (μτφ.) ξαφνική άνοδος, αύξηση: ~ των κερδών/τιμών (ΑΝΤ. κατρακύλα). Οικονομική ~ (= ανάπτυξη).|| Μουσική ~. ~ στον έβδομο ουρανό! Πβ. έκσταση. [< γαλλ. décollage, αγγλ. take off] | |
| 5528 | απόγευμα | [ἀπόγευμα] α-πό-γευ-μα ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) απόγεμα & απόγιομα: το διάστημα από το μεσημέρι μέχρι τη δύση του ήλιου: Κατά το ~. Τον περιμένουμε αργά/αύριο/νωρίς το ~. Βλ. απόβραδο, απομεσήμερο, δειλινό. ● Υποκ.: απογευματάκι (το): οι πρώτες απογευματινές ώρες. [< μεσν. απόγευμα] | |
| 5529 | απογευματιάτικος | , η, ο [ἀπογευματιάτικος] α-πο-γευ-μα-τιά-τι-κος επίθ. (προφ.): απογευματινός. Βλ. -ιάτικος. ● επίρρ.: απογευματιάτικα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ