Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [6460-6480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5536απογοητεύω[ἀπογοητεύω] α-πο-γο-η-τεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {απογοήτευ-σα, -σει, -τηκα κ. -θηκα, -τεί κ. -θεί, -οντας, -μένος}: προκαλώ απογοήτευση, δυσαρεστώ: Αυτό που με ~ει είναι ... Το κόμμα ~σε τους ψηφοφόρους του. Μη με ~σεις (πβ. διαψεύδω). Πβ. αποθαρρύνω, αποκαρδιώνω.|| Λυπάμαι που θα σε ~σω, αλλά ... Πβ. θλίβω, στενοχωρώ.|| Οι παίκτες ~σαν με την εμφάνισή τους (ΑΝΤ. εντυπωσίασαν)! ● Παθ.: απογοητεύομαι: χάνω το κουράγιο μου, απελπίζομαι: Έχει ~θεί από τις συνεχείς απορρίψεις/τις δυσκολίες/την κατάσταση/τους φίλους του. Ο κόσμος έχει ~θεί. ~τηκα που δεν ήρθες. ~τηκε και τα παράτησε. Δεν δείχνει να ~τηκε ιδιαίτερα με το αποτέλεσμα. Φανερά ~μένος μετά την ήττα της ομάδας του. Είμαι πολύ ~μένος από τις επιδόσεις σου (πβ. δυσαρεστημένος)! ΑΝΤ. αισιοδοξώ [< γαλλ. désenchanter]
5537απόγονος[ἀπόγονος] α-πό-γο-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {απογόν-ου | -ων, -ους} (λόγ.) 1. πρόσωπο που ακολουθεί κάποιον άλλο σε μια γενεαλογική σειρά: (για πρόσ.) πρώτος (: ο γιος)/δεύτερος (: o εγγονός)/τρίτος (: o δισέγγονος) ~. Άμεσοι/κατευθείαν/μακρινοί/φυσικοί ~οι. Οι εν ζωή/πραγματικοί/τελευταίοι ~οι της γενιάς των ... Δεν απέκτησε/δεν άφησε/δεν έφερε στον κόσμο ~ους (: δεν έκανε παιδιά). Πβ. γόνος. ΑΝΤ. πρόγονος.|| (στον πληθ. με άρθρο, οι μεταγενέστεροι). Πβ. οι κατιόντες. ΑΝΤ. οι παλ(α)ιοί.|| (ΒΟΤ.) Η διασταύρωση ειδών και τα χαρακτηριστικά των ~ων.|| (ZΩΟΛ.) ~οι πρώτης γενιάς ζώων. Βλ. -γονος. 2. (μτφ.) συνεχιστής: Οι ~οι των αρχαίων Ελλήνων/μιας δυναστείας (πβ. διάδοχοι, επίγονοι)/μιας κληρονομιάς/ενός πολιτισμού. Άξιος/γνήσιος ~ μιας παράδοσης (βλ. εκφραστής). (για εμπορικό προϊόν:) Το νέο μοντέλο είναι ~ του θρυλικού ... ● ΦΡ.: καλούς απογόνους!: ευχή σε νεόνυμφους να αποκτήσουν παιδιά: Να ζήσετε και ~ ~! [< αρχ. ἀπόγονος, γαλλ. descendant]
5538απογραφέας[ἀπογραφέας] α-πο-γρα-φέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. υπάλληλος υπηρεσίας που διενεργεί απογραφή πληθυσμού ή στατιστική έρευνα βάσει ερωτηματολογίου: ~είς της ΕΛ.ΣΤΑΤ. Βλ. καταγραφέας. 2. πρόσωπο που καταμετρά και καταγράφει αποθηκευμένο εμπόρευμα. [< 1: μτγν. ἀπογραφεύς, γαλλ. recenseur]
5539απογραφή[ἀπογραφή] α-πο-γρα-φή ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΑΤΙΣΤ. συλλογή στατιστικών στοιχείων από ειδικό υπάλληλο με χρήση ερωτηματολογίου για την καταγραφή ενός συνόλου (συνήθ. των κατοίκων μιας χώρας): επίσημη ~. Διενέργεια/έντυπο ~ής. Διεξήχθη/έγινε/πραγματοποιήθηκε ~. (Γενική) ~ πληθυσμού. Βλ. δημογραφία.|| ~ ανέργων/μελών (κόμματος)/στρατευσίμων. Εθνική ~ ασφαλισμένων.|| Βιομηχανική/γεωργική ~. ~ εκπομπών αερίων/υγροτόπων. ~ και ταξινόμηση οχημάτων. 2. ΟΙΚΟΝ.-ΛΟΓΙΣΤ. λεπτομερής καταγραφή των αξιών, των απαιτήσεων και των οφειλών μιας επιχείρησης για τον προσδιορισμό της οικονομικής της κατάστασης: δημοσιονομική ~. ~-αποτίμηση. Μητρώο ~ής. Βιβλίο ~ών και ισολογισμών. Κάνω ~. Βλ. ενεργητ-, παθητ-ικό.|| ~ αποθεμάτων/εμπορευμάτων. Ετήσια ~ αποθήκης.|| ~ περιουσιακών στοιχείων. [< αρχ. ἀπογραφή 1: γαλλ. recensement 2: γαλλ. inventaire]
5540απογραφικός, ή, ό [ἀπογραφικός] α-πο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την απογραφή: ~ός: έλεγχος/κατάλογος/πίνακας. ~ή: δήλωση/έρευνα. ~ό: δελτίο. [< μτγν. ἀπογραφικός]
5541απόγραφο[ἀπόγραφο] α-πό-γρα-φο ουσ. (ουδ.) {απογράφ-ου} 1. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. επικυρωμένο αντίγραφο εκτελεστού τίτλου: έκδοση/τέλος ~ου. 2. ΦΙΛΟΛ. το πρώτο σωζόμενο αντίγραφο από πρωτότυπο χειρόγραφο. [< 1: μτγν. ἀπόγραφον 2: γαλλ. transcrit]
5542απογράφω[ἀπογράφω] α-πο-γρά-φω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {απέγρα-ψε, απογρά-φ(τ)ηκε, απογρα-φ(τ)εί, απογεγρα-μμένος}: κάνω απογραφή· καταγράφω και καταμετρώ: ~φηκε ο πληθυσμός της χώρας. ~μμένοι: κάτοικοι.|| Οχήματα που έχουν ~φεί. ~μμένες (= εγγεγραμμένες, γραμμένες) στο ΙΚΑ επιχειρήσεις. [< αρχ. ἀπογράφω, γαλλ. recenser, inventorier]
5543απογυμνώνω[ἀπογυμνώνω] α-πο-γυ-μνώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {απογύμνω-σα, -θηκε, -μένος, απογυμνών-οντας} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) : στερώ κάτι από κάποιον: Η ύπαιθρος ~εται (= ερημώνεται). To βουνό ~θηκε από τα δέντρα/την πυρκαγιά (βλ. αποψιλώνω).|| (κατ' επέκτ.) Ο αντίλογος ~σε (: αποδυνάμωσε) τα επιχειρήματά τους. Έχει ~θεί ιδεολογικά/πνευματικά. Με τις δηλώσεις του ~θηκε (= αποκαλύφτηκε, ξεμπροστιάστηκε). Ψυχή ~μένη από συναισθήματα. Βλ. ξεγυμνώνω. [< αρχ. ἀπογυμνῶ, γαλλ. dénuder]
5544απογύμνωση[ἀπογύμνωση] α-πο-γύ-μνω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του απογυμνώνω: ~ καλωδίου (: αφαίρεση του περιβλήματος).|| ~ του εδάφους (πβ. αποψίλωση).|| Πληθυσμιακή ~ της επαρχίας (πβ. ερήμωση).|| ~ της υπηρεσίας από προσωπικό (βλ. αποστέρηση). [< μτγν. ἀπογύμνωσις, γαλλ. dénudation]
5545απογυμνωτής[ἀπογυμνωτής] α-πο-γυ-μνω-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο με μορφή λαβίδας για την απογύμνωση καλωδίων: μονωμένος ~. ~ συρμάτων. Βλ. κόφτης, πένσα. 2. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. δοχείο για την απομάκρυνση πτητικών ή αέριων ενώσεων από υγρό. [< 1: αγγλ. stripper 2: αγγλ. denuder]
5546άποδα[ἄποδα] ά-πο-δα ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. αμφίβια, ψάρια, ερπετά και ασπόνδυλα χωρίς προεξέχοντα σωματικά μέλη (πόδια, πτερύγια, κεραίες): Το χέλι ανήκει στα ~. Βλ. άνουρα, ουροδελή. [< γαλλ. apodes, αγγλ. apoda]
5547αποδαιμονοποίηση[ἀποδαιμονοποίηση] α-πο-δαι-μο-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): αφαίρεση όλων εκείνων των στοιχείων που καθιστούν κάποιον ή κάτι δαιμονικό, σατανικό, επικίνδυνο και γενικότ. απαλλαγή από αντίστοιχες αντιλήψεις: ~ του ίντερνετ/της τεχνολογίας. Βλ. απομυθοποίηση. ΑΝΤ. δαιμονοποίηση
5548αποδάσωση[ἀποδάσωση] α-πο-δά-σω-ση ουσ. (θηλ.): καταστροφή, κόψιμο των δέντρων ενός δάσους: απώλεια της βιοποικιλότητας/διάβρωση των εδαφών/κατολισθήσεις/κλιματολογικές αλλαγές/πλημμύρες εξαιτίας της ~ης. Παράνομες ~ώσεις. Πβ. αποψίλωση. Βλ. ερημο-, οικοπεδο-ποίηση. ΑΝΤ. αναδάσωση [< γαλλ. déforestation, deboisement, αμερικ. deforestation]
5549αποδεδειγμένος, η, ο [ἀποδεδειγμένος] α-πο-δε-δειγ-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που έχει αποδειχτεί, εξακριβωθεί: ~η: αξία/(επαγγελματική) εμπειρία/προϋπηρεσία (βλ. πιστοποιημένος). ~ο: γεγονός/λάθος/ψέμα (πβ. αναμφίβολο, ολοφάνερο). ~οι: ισχυρισμοί. Μέτρα ~ης αποτελεσματικότητας. Δοκιμασμένες και ~ες λύσεις (: σίγουρες). ~α και αναμφισβήτητα στοιχεία (πβ. επιβεβαιωμένος). Είναι εμπειρικά/επιστημονικά/ιστορικά/μαθηματικά/στατιστικά ~ο (= διαπιστωμένο) ότι ... Πβ. τεκμηριωμένος. ΑΝΤ. αναπόδεικτος ● επίρρ.: αποδεδειγμένα & (λόγ.) -ως [< αρχ. ἀποδεδειγμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. ἀποδεικνύω]
5550αποδεικνύω[ἀποδεικνύω] α-πο-δει-κνύ-ω ρ. (μτβ.) {απέδει-ξε κ. απόδει-ξε, αποδεί-ξει, σποδεί-χθηκε κ. -χτηκε, (λόγ. απεδεί-χθη, απεδεί-χθησαν, μτχ. αποδει-χθείς, -χθείσα, -χθέν, αποδεδει-γμένος), αποδει-χθεί κ. -χτεί, απόδειξέ το, αποδεικνύ-οντας} & (προφ.) αποδείχνω : δείχνω με τεκμηριωμένα στοιχεία ή λογικούς συλλογισμούς ότι κάτι αληθεύει, ισχύει: ~ την αθωότητά μου/την αλήθεια. ~ κάτι με επιχειρήματα/με τη μέθοδο της εις άτοπον απαγωγής (πβ. τεκμηριώνω). Ο έλεγχος ~ξε ότι υπήρξαν σοβαρές παραλείψεις (= αποκάλυψε, κατέδειξε). Μπορείς να ~ξεις τους ισχυρισμούς σου; Τι προσπαθείς να ~ξεις με αυτή τη συμπεριφορά; Απαιτείται έγγραφο που να ~ει τη γνώση Η/Υ (πβ. βεβαιώνω, πιστοποιώ). Το ύφος του ~ει (= μαρτυρεί, φανερώνει) τη δυσαρέσκειά του. Mία φωτογραφία δεν ~ει (= λέει, σημαίνει) τίποτα! Αποδείξτε έμπρακτα την αγάπη σας στα παιδιά! ~ξε ότι είναι σε θέση να ... Δεν χρειάζεται ν' ~ξεις σε κανέναν ποιος είσαι/την αξία σου. Θα σου ~ξω ότι κάνεις λάθος. Βλ. αντ~. ● Παθ.: αποδεικνύεται: φαίνεται ή διαπιστώνεται με βάσιμα στοιχεία ότι (κάτι) πράγματι είναι: ~ εύκολα/με τον καλύτερο τρόπο/πανηγυρικά/περίτρανα ότι ... Από την έρευνα ~ ότι ... Όπως ~ από μελέτες που έγιναν, ... Δεν ~χθηκε η ενοχή του. ~χθηκε ότι είχε άδικο. Έχει ~χθεί (= επαληθευτεί) επιστημονικά/πειραματικά ότι .../η ... Κατά πόσον ήταν συνεπής, μένει να ~χτεί. Τα μέτρα ~χθηκαν ανεπαρκή. ~χθηκα (= βγήκα) σωστός τελικά! (σε μαθηματική άσκηση:) Να ~χθεί ότι τα τρίγωνα ... είναι ίσα.|| (ΝΟΜ.) ~χθείσες: παραβάσεις. ~χθέντα: (πραγματικά) περιστατικά. ● ΦΡ.: άντε να αποδείξεις ότι/πως δεν είσαι ελέφαντας βλ. ελέφαντας [< αρχ. ἀποδεικνύω, ἀποδείκνυμι]
5551αποδεικτέος, α, ο [ἀποδεικτέος] α-πο-δει-κτέ-ος επίθ. (λόγ.): που πρέπει να αποδειχθεί: ~α: θέση/σχέση. ~α: στοιχεία. Βλ. αποδείξιμος, -τέος.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο. [< αρχ. ἀποδεικτέος]
5552αποδεικτικός, ή, ό [ἀποδεικτικός] α-πο-δει-κτι-κός επίθ. 1. που έχει λειτουργία ή ισχύ απόδειξης: (ΝΟΜ.) ~ός: λόγος. ~ό: υλικό. ~οί: ισχυρισμοί/κανόνες. ~ές: απαγορεύσεις. ~ά: μέσα (: αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη, ομολογία, μάρτυρες, έγγραφα)/στοιχεία. Βλ. καταδεικτικός.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) ~ός: τίτλος (σπουδών). Πρωτότυπα ~ής αξίας.|| (ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ.) ~ή: μέθοδος. ~ές: διαδικασίες. 2. ΓΕΩΠ. για έκταση στην οποία γίνονται δοκιμαστικές καλλιέργειες: ~οί: αγροί. ● Ουσ.: αποδεικτικό (το): επίσημο έγγραφο που χρησιμοποιείται ως πιστοποίηση ή βεβαίωση: ~ αγοράς/γνώσης (ξένης γλώσσας)/είσπραξης/(φορολογικής) ενημερότητας/επίδοσης/κατάθεσης/παράδοσης-παραλαβής/σπουδών/ταυτοπροσωπίας/φοίτησης (βλ. ενδεικτικό). Προσκόμιση/χορήγηση ~ού. Απαιτείται/χρειάζεται ~. ~ά εμπειρίας. Πβ. απόδειξη, πιστοποιητικό. [< 1: αρχ. ἀποδεικτικός]
5553απόδειξη[ἀπόδειξη] α-πό-δει-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -είξεως | -είξεις, -είξεων} 1. τεκμηρίωση βάσει στοιχείων, συλλογιστική επαλήθευση: (ΝΟΜ.) άμεση/έμμεση/πλήρης ~. ~ της αθωότητας/ενοχής κάποιου. Αδυναμία ~ης συμβάντος. Το δίκαιο της ~ης. Πβ. κατάδειξη. Βλ. αντ~.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Υπεύθυνη δήλωση/υποχρέωση ~ης (εμπειρίας). Πιστοποιητικό για την ~ προϋπηρεσίας (βλ. βεβαίωση).|| (σπανιότ. αποκάλυψη:) ~ της νοθείας.|| (επιστ.) Αλγεβρική/επαγωγική/επιστημονική/κατασκευαστική/μαθηματική/πειραματική ~ (βλ. θεμελίωση). Βρίσκω/δίνω την ~ ενός θεωρήματος/μιας πρότασης. ~ διά της εις άτοπον απαγωγής/με πείραμα. Η πορεία της ~ης.|| (ΦΙΛΟΣ.) (Τελεολογική) ~ για την ύπαρξη του Θεού. 2. τεκμήριο, πειστήριο: αδιαμφισβήτητη/αδιάσειστη/αδιάψευστη/ακλόνητη/απτή (βλ. δείγμα)/ατράνταχτη/βάσιμη/έμπρακτη/ισχυρή/πειστική/σαφής/τρανή/χειροπιαστή ~. Απουσία/πληθώρα ~είξεων. Έχουμε ~είξεις και ντοκουμέντα. Είναι μόνο ενδείξεις και όχι ~είξεις. Παρέχω/παρουσιάζω/προσκομίζω (νέες) ~είξεις. Κατηγορώ κάποιον χωρίς ~είξεις. Στοιχείο που αποτελεί/συνιστά (την καλύτερη) ~ της αθωότητάς του. Αφέθηκε ελεύθερος ελλείψει ~είξεων. Σαν/ως ~ ανέφερε το γεγονός ότι ... Δεν έχω καμία ~/δεν υπάρχουν ~είξεις για την ανάμειξή του στην απάτη. Δεν έχω ανάγκη από/ζητώ/θέλω/χρειάζονται ~είξεις. Στηρίζω τις απόψεις μου με ~είξεις (βλ. επιχείρημα). 3. έντυπη βεβαίωση κυρ. χρηματικής συναλλαγής: ~ αγοράς/είσπραξης/κατάθεσης/καταβολής εισφοράς/λιανικής/παράδοσης/παραλαβής/πληρωμής/πώλησης. Αριθμός ~ης. ~είξεις ταμειακών μηχανών. Αθεώρητες/διπλότυπες/εξοφλητικές/θεωρημένες/νόμιμες ~είξεις. Βιβλίο/μπλοκ ~είξεων. Δίνω/εκδίδω/κόβω/χορηγώ ~ παροχής υπηρεσιών. Ζητώ/παίρνω ~ (για τις αγορές μου). Κρατώ/μαζεύω/φυλάω τις ~είξεις. || ~ επίδοσης. Βλ. μερισματ~, τιμολόγιο. ● ΣΥΜΠΛ.: το βάρος (της) απόδειξης & (λόγ.) αποδείξεως: ΝΟΜ. η ευθύνη ή υποχρέωση κάποιου να αποδείξει ισχυρισμό ή κατηγορία, ιδ. στο δικαστήριο: Μεταθέτω/φέρω ~ ~. [< αγγλ. burden of proof] , ζωντανό παράδειγμα βλ. παράδειγμα ● ΦΡ.: μέχρι(ς) αποδείξεως του αντιθέτου/του εναντίου: εκτός αν αποδειχθεί το αντίθετο: Ο κατηγορούμενος θεωρείται αθώος ~ ~. [< αρχ. ἀπόδειξις ‘φανέρωση, τεκμηρίωση’]
5554αποδείξιμος, η, ο [ἀποδείξιμος] α-πο-δεί-ξι-μος επίθ. (λόγ.): που είναι δυνατόν να αποδειχθεί: ~ος: (και αληθής) ισχυρισμός. ~η: θεωρία/πρόταση. ~α: γεγονότα/δεδομένα/επιχειρήματα/στοιχεία. Μη ~ες (και διαψεύσιμες) υποθέσεις. Είναι εμπειρικά/επιστημονικά/εργαστηριακά/εύκολα ~ο ότι ... Βλ. αποδεικτέος.|| (ΟΙΚΟΝ.) Φ.Π.Α. ~ο. [< γαλλ. démontrable]
5555απόδειπνοΧαίρε, αστήρ εμφαίνων τον ήλιον. Χαίρε, γαστήρ ενθέου σαρκώσεως.

[ἀπόδειπνο] α-πό-δει-πνο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -είπνου} (συνήθ. με κεφαλ. Α): ΕΚΚΛΗΣ. ιερή ακολουθία· κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: Μέγα/Μεγάλο Απόδειπνο: που τελείται σε ιερό Ναό κάθε βράδυ από Δευτέρα έως και Πέμπτη κατά την περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής μέχρι και τη Μ. Τρίτη., Μικρό Απόδειπνο: που ψάλλεται κάθε βράδυ σε ναό Μονής· σπανιότ. δέηση που διαβάζεται κατ' ιδίαν από πιστούς πριν από τον βραδινό ύπνο. [< μεσν. απόδειπνον]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.