Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [6460-6480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5530απογευματινός, ή, ό [ἀπογευματινός] α-πο-γευ-μα-τι-νός επίθ. & (λαϊκό) απογεματινός: που συμβαίνει ή έχει σχέση με το απόγευμα: ~ός: ύπνος. ~ή: βάρδια. ~ές: εφημερίδες. ~ά: ιατρεία. Πβ. μεταμεσημβρινός. Βλ. βραδ-, νυχτερ-, πρω-ινός. ● Ουσ.: απογευματινή (η): κινηματογραφική συνήθ. προβολή που πραγματοποιείται τις συγκεκριμένες ώρες. Βλ. βραδινή., απογευματινό (το) 1. πρόχειρο γεύμα κατά τις απογευματινές ώρες: ~ με φρούτα και πορτοκαλάδα. Βλ. πρωινό, δεκατιανό, κολατσιό, μεσημεριανό, βραδινό. 2. δρομολόγιο συνήθ. λεωφορείου ή τρένου που γίνεται απόγευμα: Θα έρθω με το ~., απογευματινός, απογευματινή (ο/η): που εργάζεται ή έχει μάθημα στο σχολείο το απόγευμα: Σήμερα είμαι ~. ● ΣΥΜΠΛ.: λαϊκή απογευματινή: απογευματινή θεατρική παράσταση σε ορισμένη μέρα της εβδομάδας με μειωμένο συνήθ. εισιτήριο. Βλ. βραδινή. [< μεσν. απογευματινός]
5531απογίνομαι[ἀπογίνομαι] α-πο-γί-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {κυρ. στον αόρ. απέγινα (λαϊκό) απόγινα}: (συνήθ. σε ερωτήσεις) έχω συγκεκριμένη κατάληξη, συνήθ. αρνητική, φτάνω σε ορισμένο αποτέλεσμα: Τι θ' απογίνει, η άμοιρη/έρμη; Και τώρα, τι θ' απογίνουμε χωρίς ...;|| Τι να 'χουν απογίνει, αλήθεια, οι παλιοί μου συμμαθητές;|| Τι απέγινε με το ζήτημα που μου έλεγες; Πβ. γίνομαι, καταλήγω, καταντώ. ● ΦΡ.: παράγινε/έχει παραγίνει το κακό βλ. κακό [< αρχ. ἀπογί(γ)νομαι]
5532απόγιομαβλ. απόγευμα
5533απόγνωση[ἀπόγνωση] α-πό-γνω-ση ουσ. (θηλ.): πλήρης απογοήτευση, μεγάλη απελπισία: έκφραση/κραυγή ~ης. Τα προβλήματα τους έφεραν σε ~/στα όρια της ~ης. Βρίσκεται/είναι σε κατάσταση ~ης, δεν ξέρει τι να κάνει. [< μτγν. ἀπόγνωσις]
5534απογοήτευση[ἀπογοήτευση] α-πο-γο-ή-τευ-ση ουσ. (θηλ.) {απογοητ-εύσεις}: αίσθημα θλίψης, ματαιότητας λόγω διάψευσης των ελπίδων και των προσδοκιών και συνεκδ. ό,τι προκαλεί τέτοια ψυχολογία: απόλυτη/βαθιά/γενική/πλήρης ~ (πβ. αποθάρρυνση, αποκαρδίωση). Δοκίμασα φοβερή ~ (μετά) από ... Μ' έπιασε ~ με ... Εκφράζω την ~ή μου για ... Προς μεγάλη μου ~ διαπίστωσα ότι ... Βλ. απαισιοδοξία, απελπισία, απόγνωση, στενοχώρια.|| Είχε μια ερωτική ~. Οι ~εύσεις της ζωής.|| (ως χαρακτηρισμός-μειωτ.) Σκέτη ~ η ομάδα στον χθεσινό αγώνα! [< γαλλ. désenchantement]
5535απογοητευτικός, ή, ό [ἀπογοητευτικός] α-πο-γο-η-τευ-τι-κός επίθ.: που προκαλεί απογοήτευση: ~ή: εικόνα/κατάσταση. ~οί: βαθμοί. ~ές: επιδόσεις. ~ά: νούμερα/(στατιστικά) στοιχεία. ~ή εμφάνιση (αθλητή ή ομάδας). Πβ. απο-θαρρυντικός, -καρδιωτικός. ● επίρρ.: απογοητευτικά
5536απογοητεύω[ἀπογοητεύω] α-πο-γο-η-τεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {απογοήτευ-σα, -σει, -τηκα κ. -θηκα, -τεί κ. -θεί, -οντας, -μένος}: προκαλώ απογοήτευση, δυσαρεστώ: Αυτό που με ~ει είναι ... Το κόμμα ~σε τους ψηφοφόρους του. Μη με ~σεις (πβ. διαψεύδω). Πβ. αποθαρρύνω, αποκαρδιώνω.|| Λυπάμαι που θα σε ~σω, αλλά ... Πβ. θλίβω, στενοχωρώ.|| Οι παίκτες ~σαν με την εμφάνισή τους (ΑΝΤ. εντυπωσίασαν)! ● Παθ.: απογοητεύομαι: χάνω το κουράγιο μου, απελπίζομαι: Έχει ~θεί από τις συνεχείς απορρίψεις/τις δυσκολίες/την κατάσταση/τους φίλους του. Ο κόσμος έχει ~θεί. ~τηκα που δεν ήρθες. ~τηκε και τα παράτησε. Δεν δείχνει να ~τηκε ιδιαίτερα με το αποτέλεσμα. Φανερά ~μένος μετά την ήττα της ομάδας του. Είμαι πολύ ~μένος από τις επιδόσεις σου (πβ. δυσαρεστημένος)! ΑΝΤ. αισιοδοξώ [< γαλλ. désenchanter]
5537απόγονος[ἀπόγονος] α-πό-γο-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {απογόν-ου | -ων, -ους} (λόγ.) 1. πρόσωπο που ακολουθεί κάποιον άλλο σε μια γενεαλογική σειρά: (για πρόσ.) πρώτος (: ο γιος)/δεύτερος (: o εγγονός)/τρίτος (: o δισέγγονος) ~. Άμεσοι/κατευθείαν/μακρινοί/φυσικοί ~οι. Οι εν ζωή/πραγματικοί/τελευταίοι ~οι της γενιάς των ... Δεν απέκτησε/δεν άφησε/δεν έφερε στον κόσμο ~ους (: δεν έκανε παιδιά). Πβ. γόνος. ΑΝΤ. πρόγονος.|| (στον πληθ. με άρθρο, οι μεταγενέστεροι). Πβ. οι κατιόντες. ΑΝΤ. οι παλ(α)ιοί.|| (ΒΟΤ.) Η διασταύρωση ειδών και τα χαρακτηριστικά των ~ων.|| (ZΩΟΛ.) ~οι πρώτης γενιάς ζώων. Βλ. -γονος. 2. (μτφ.) συνεχιστής: Οι ~οι των αρχαίων Ελλήνων/μιας δυναστείας (πβ. διάδοχοι, επίγονοι)/μιας κληρονομιάς/ενός πολιτισμού. Άξιος/γνήσιος ~ μιας παράδοσης (βλ. εκφραστής). (για εμπορικό προϊόν:) Το νέο μοντέλο είναι ~ του θρυλικού ... ● ΦΡ.: καλούς απογόνους!: ευχή σε νεόνυμφους να αποκτήσουν παιδιά: Να ζήσετε και ~ ~! [< αρχ. ἀπόγονος, γαλλ. descendant]
5538απογραφέας[ἀπογραφέας] α-πο-γρα-φέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. υπάλληλος υπηρεσίας που διενεργεί απογραφή πληθυσμού ή στατιστική έρευνα βάσει ερωτηματολογίου: ~είς της ΕΛ.ΣΤΑΤ. Βλ. καταγραφέας. 2. πρόσωπο που καταμετρά και καταγράφει αποθηκευμένο εμπόρευμα. [< 1: μτγν. ἀπογραφεύς, γαλλ. recenseur]
5539απογραφή[ἀπογραφή] α-πο-γρα-φή ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΑΤΙΣΤ. συλλογή στατιστικών στοιχείων από ειδικό υπάλληλο με χρήση ερωτηματολογίου για την καταγραφή ενός συνόλου (συνήθ. των κατοίκων μιας χώρας): επίσημη ~. Διενέργεια/έντυπο ~ής. Διεξήχθη/έγινε/πραγματοποιήθηκε ~. (Γενική) ~ πληθυσμού. Βλ. δημογραφία.|| ~ ανέργων/μελών (κόμματος)/στρατευσίμων. Εθνική ~ ασφαλισμένων.|| Βιομηχανική/γεωργική ~. ~ εκπομπών αερίων/υγροτόπων. ~ και ταξινόμηση οχημάτων. 2. ΟΙΚΟΝ.-ΛΟΓΙΣΤ. λεπτομερής καταγραφή των αξιών, των απαιτήσεων και των οφειλών μιας επιχείρησης για τον προσδιορισμό της οικονομικής της κατάστασης: δημοσιονομική ~. ~-αποτίμηση. Μητρώο ~ής. Βιβλίο ~ών και ισολογισμών. Κάνω ~. Βλ. ενεργητ-, παθητ-ικό.|| ~ αποθεμάτων/εμπορευμάτων. Ετήσια ~ αποθήκης.|| ~ περιουσιακών στοιχείων. [< αρχ. ἀπογραφή 1: γαλλ. recensement 2: γαλλ. inventaire]
5540απογραφικός, ή, ό [ἀπογραφικός] α-πο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την απογραφή: ~ός: έλεγχος/κατάλογος/πίνακας. ~ή: δήλωση/έρευνα. ~ό: δελτίο. [< μτγν. ἀπογραφικός]
5541απόγραφο[ἀπόγραφο] α-πό-γρα-φο ουσ. (ουδ.) {απογράφ-ου} 1. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. επικυρωμένο αντίγραφο εκτελεστού τίτλου: έκδοση/τέλος ~ου. 2. ΦΙΛΟΛ. το πρώτο σωζόμενο αντίγραφο από πρωτότυπο χειρόγραφο. [< 1: μτγν. ἀπόγραφον 2: γαλλ. transcrit]
5542απογράφω[ἀπογράφω] α-πο-γρά-φω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {απέγρα-ψε, απογρά-φ(τ)ηκε, απογρα-φ(τ)εί, απογεγρα-μμένος}: κάνω απογραφή· καταγράφω και καταμετρώ: ~φηκε ο πληθυσμός της χώρας. ~μμένοι: κάτοικοι.|| Οχήματα που έχουν ~φεί. ~μμένες (= εγγεγραμμένες, γραμμένες) στο ΙΚΑ επιχειρήσεις. [< αρχ. ἀπογράφω, γαλλ. recenser, inventorier]
5543απογυμνώνω[ἀπογυμνώνω] α-πο-γυ-μνώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {απογύμνω-σα, -θηκε, -μένος, απογυμνών-οντας} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) : στερώ κάτι από κάποιον: Η ύπαιθρος ~εται (= ερημώνεται). To βουνό ~θηκε από τα δέντρα/την πυρκαγιά (βλ. αποψιλώνω).|| (κατ' επέκτ.) Ο αντίλογος ~σε (: αποδυνάμωσε) τα επιχειρήματά τους. Έχει ~θεί ιδεολογικά/πνευματικά. Με τις δηλώσεις του ~θηκε (= αποκαλύφτηκε, ξεμπροστιάστηκε). Ψυχή ~μένη από συναισθήματα. Βλ. ξεγυμνώνω. [< αρχ. ἀπογυμνῶ, γαλλ. dénuder]
5544απογύμνωση[ἀπογύμνωση] α-πο-γύ-μνω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του απογυμνώνω: ~ καλωδίου (: αφαίρεση του περιβλήματος).|| ~ του εδάφους (πβ. αποψίλωση).|| Πληθυσμιακή ~ της επαρχίας (πβ. ερήμωση).|| ~ της υπηρεσίας από προσωπικό (βλ. αποστέρηση). [< μτγν. ἀπογύμνωσις, γαλλ. dénudation]
5545απογυμνωτής[ἀπογυμνωτής] α-πο-γυ-μνω-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο με μορφή λαβίδας για την απογύμνωση καλωδίων: μονωμένος ~. ~ συρμάτων. Βλ. κόφτης, πένσα. 2. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. δοχείο για την απομάκρυνση πτητικών ή αέριων ενώσεων από υγρό. [< 1: αγγλ. stripper 2: αγγλ. denuder]
5546άποδα[ἄποδα] ά-πο-δα ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. αμφίβια, ψάρια, ερπετά και ασπόνδυλα χωρίς προεξέχοντα σωματικά μέλη (πόδια, πτερύγια, κεραίες): Το χέλι ανήκει στα ~. Βλ. άνουρα, ουροδελή. [< γαλλ. apodes, αγγλ. apoda]
5547αποδαιμονοποίηση[ἀποδαιμονοποίηση] α-πο-δαι-μο-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): αφαίρεση όλων εκείνων των στοιχείων που καθιστούν κάποιον ή κάτι δαιμονικό, σατανικό, επικίνδυνο και γενικότ. απαλλαγή από αντίστοιχες αντιλήψεις: ~ του ίντερνετ/της τεχνολογίας. Βλ. απομυθοποίηση. ΑΝΤ. δαιμονοποίηση
5548αποδάσωση[ἀποδάσωση] α-πο-δά-σω-ση ουσ. (θηλ.): καταστροφή, κόψιμο των δέντρων ενός δάσους: απώλεια της βιοποικιλότητας/διάβρωση των εδαφών/κατολισθήσεις/κλιματολογικές αλλαγές/πλημμύρες εξαιτίας της ~ης. Παράνομες ~ώσεις. Πβ. αποψίλωση. Βλ. ερημο-, οικοπεδο-ποίηση. ΑΝΤ. αναδάσωση [< γαλλ. déforestation, deboisement, αμερικ. deforestation]
5549αποδεδειγμένος, η, ο [ἀποδεδειγμένος] α-πο-δε-δειγ-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που έχει αποδειχτεί, εξακριβωθεί: ~η: αξία/(επαγγελματική) εμπειρία/προϋπηρεσία (βλ. πιστοποιημένος). ~ο: γεγονός/λάθος/ψέμα (πβ. αναμφίβολο, ολοφάνερο). ~οι: ισχυρισμοί. Μέτρα ~ης αποτελεσματικότητας. Δοκιμασμένες και ~ες λύσεις (: σίγουρες). ~α και αναμφισβήτητα στοιχεία (πβ. επιβεβαιωμένος). Είναι εμπειρικά/επιστημονικά/ιστορικά/μαθηματικά/στατιστικά ~ο (= διαπιστωμένο) ότι ... Πβ. τεκμηριωμένος. ΑΝΤ. αναπόδεικτος ● επίρρ.: αποδεδειγμένα & (λόγ.) -ως [< αρχ. ἀποδεδειγμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. ἀποδεικνύω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.