| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5556 | αποδείχνω | βλ. αποδεικνύω | |
| 5557 | αποδεκατίζω | [ἀποδεκατίζω] α-πο-δε-κα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {αποδεκάτι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, αποδεκατίζ-οντας} : αφανίζω, εξοντώνω: Η πείνα ~σε τους κατοίκους της περιοχής. ~στηκαν από τις αρρώστιες/τις κακουχίες/τον πόλεμο. Πβ. εξολοθρεύω, θερίζω, ξεκληρίζω, ξεπαστρεύω, ρημάζω, τσακίζω.|| (κατ' επέκτ.) Δάση/ζώα που έχουν ~στεί/κινδυνεύουν να ~στούν.|| (σε αθλητικά κείμενα:) ~στηκε η ομάδα (: έχασε πολλούς παίκτες, κυρ. λόγω τραυματισμών)! [< μτγν. ἀποδεκατίζω, γαλλ. décimer] | |
| 5558 | αποδεκατισμός | [ἀποδεκατισμός] α-πο-δε-κα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): εξόντωση: ~ του πληθυσμού (από ασθένειες)/μιας φυλής (πβ. αφανισμός, ξεκλήρισμα).|| ~ των στρατευμάτων/της φρουράς (πβ. εξολόθρευση, συντριβή).|| ~ ζώων (βλ. εξαφάνιση)/των κοπαδιών.|| (μτφ.) ~ ενός κλάδου (βλ. αποδυνάμωση, εξασθένηση). ~ μιας επιχείρησης/ηγεσίας/οργάνωσης. Πβ. διάλυση. Βλ. -ισμός. [< μεσν. αποδεκατισμός, γαλλ. décimation] | |
| 5559 | αποδέκτης | [ἀποδέκτης] α-πο-δέ-κτης ουσ. (αρσ.) , αποδέκτρια (η) (επίσ.): πρόσωπο που αποδέχεται, παραλαμβάνει κάτι και κατ' επέκτ. οτιδήποτε λειτουργεί ως παραλήπτης, υποδοχέας: ο κύριος/τελικός ~. ~ αιτημάτων/του βραβείου/των δεδομένων/του δώρου/της επιστολής/παραπόνων/συναλλαγματικής (: που αναλαμβάνει την εξόφλησή της)/υπηρεσιών/χορηγίας. (σε έγγραφο:) ~ες για κοινοποίηση. Πίνακας ~ών. Βλ. συν~.|| (ως επίθ.) Αποδέκτρια Αρχή/εταιρεία/χώρα.|| (μτφ.) Η πρόταση βρήκε αρκετούς ~ες (βλ. ενδιαφερόμενους). Μήνυμα χωρίς ~η/με (σπανιότ.) προς πολλούς/πολλαπλούς ~ες. Το περιβάλλον ως ~ αποβλήτων/απορριμμάτων.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Επιφανειακοί/φυσικοί ~ες ομβρίων υδάτων (βλ. υπόνομος). [< αρχ. ἀποδέκτης, γαλλ. acceptant, αγγλ. acceptor] | |
| 5560 | αποδεκτός | , ή, ό [ἀποδεκτός] α-πο-δε-κτός επίθ. & (προφ.) αποδεχτός: που γίνεται δεκτός ή αναγνωρίζεται ως ορθός, κατάλληλος: ~ός: τρόπος αντιμετώπισης (πβ. εγκεκριμένος). ~οί: κανόνες/όροι. ~ές: απόψεις/αρχές (πβ. παραδεδεγμένος)/θέσεις/μέθοδοι. ~ά: όρια. Μη ~οί λόγοι (απουσίας). Λύση ~ή από επιστημονική άποψη. (Δεν) έγιναν ~ές οι παραιτήσεις των ... Είναι ευρέως/καθολικά/κοινώς/ομόφωνα ~ό ότι ... Έκαναν ~ό το αίτημά του (: έγινε σεβαστό). Πβ. παραδεκτός.|| (για πρόσ.) Μη ~ από την κοινωνία/τον κύκλο του.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ός: κωδικός πρόσβασης. Πολιτική ~ής χρήσης (: για επιτρεπόμενες και μη δραστηριότητες σε δίκτυο Η/Υ).|| (ΓΛΩΣΣ.) (Μη) ~ή πρόταση (: που (δεν) είναι σύμφωνη με τους γλωσσικούς, υφολογικούς και πραγματολογικούς κανόνες μιας γλώσσας· βλ. (αντι)γραμματικός). [< μτγν. ἀποδεκτός, γαλλ.-αγγλ. acceptable] | |
| 5561 | αποδεκτότητα | [ἀποδεκτότητα] α-πο-δε-κτό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η δυνατότητα να γίνει κάτι αποδεκτό: ~ ή μη των αποτελεσμάτων/ενός επιχειρήματος. Βλ. -ότητα. 2. ΓΛΩΣΣ. (ως κειμενική λειτουργία) η καταλληλότητα ενός εκφωνήματος, όπως προσδιορίζεται από τους φυσικούς ομιλητές με κριτήριο την περίσταση επικοινωνίας: μη ~. Γραμματικότητα και ~. Λάθη/τεστ ~ας. Βλ. αντιγραμματικότητα. [< αγγλ. acceptability, γαλλ. acceptabilité, περ. 1960] | |
| 5562 | αποδέλοιπος | , η, ο [ἀποδέλοιπος] α-πο-δέ-λοι-πος επίθ. (λαϊκό): υπόλοιπος. [< μεσν. αποδέλοιπος] | |
| 5563 | αποδελτιώνω | [ἀποδελτιώνω] α-πο-δελ-τι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {αποδελτίω-σα, -θηκε, -μένος, αποδελτιών-οντας} : συλλέγω στοιχεία από συγκεκριμένες πηγές και τα καταγράφω σε δελτία: ~ κείμενα/λέξεις/πληροφορίες/χειρόγραφα. ~θηκαν ιδιωματικές εκφράσεις. ~μένα: άρθρα/δημοσιεύματα/έντυπα/περιοδικά. Πβ. αποθησαυρίζω. Βλ. αρχειοθετώ, ευρετηριάζω, καταλογογραφώ. [< αγγλ. index] | |
| 5564 | αποδελτίωση | [ἀποδελτίωση] α-πο-δελ-τί-ω-ση ουσ. (θηλ.): συλλογή και καταγραφή στοιχείων από συγκεκριμένες πηγές σε δελτία: ~ αρχείου/βιβλίων/κειμένων/γλωσσικού υλικού. Ηλεκτρονική ~ τύπου. Βλ. ευρετηρίαση. [< αγγλ. indexing] | |
| 5565 | αποδέσμευση | [ἀποδέσμευση] α-πο-δέ-σμευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. απαλλαγή από δέσμευση, άρση περιορισμών: ~ ποδοσφαιριστή/στελέχους/υπαλλήλου (βλ. αποχωρισμός, απόλυση).|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ καταθέσεων/κεφαλαίων/κονδυλίων/λογαριασμού/περιουσίας/πιστώσεων/τιμών. Έγκριση ~ης μετοχών.|| (ΝΟΜ.) ~ από τους όρους του συμβολαίου. Ρήτρα ~ης.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ μνήμης.|| (μτφ.) ~ από δογματισμούς/από το παρελθόν/του νέου από την οικογένεια (βλ. απεξάρτηση). 2. απελευθέρωση συνήθ. ουσίας στο περιβάλλον: (ΦΥΣ.-ΧΗΜ.) ~ αέρα/(ραδι)ενέργειας. Κίνδυνος ~ης αμιάντου. Λιπάσματα αργής/βραδείας ~ης. Πβ. έκλυση, εκπομπή.|| (ΦΑΡΜΑΚ.) Δισκίο ελεγχόμενης/παρατεταμένης ~ης. [< γαλλ. dégagement, désengagement] | |
| 5566 | αποδεσμεύω | [ἀποδεσμεύω] α-πο-δε-σμεύ-ω ρ. (μτβ.) {αποδέσμευ-σα, -θηκα κ. -τηκα, -θεί κ. -τεί, -μένος, αποδεσμεύ-οντας} ΑΝΤ. δεσμεύω 1. απαλλάσσω από δέσμευση ή περιορισμό: Η χώρα προσπάθησε να ~θεί από τη συμφωνία. (για παίκτη) ~τηκε από την ομάδα/το συμβόλαιό του. (ΟΙΚΟΝ.) Περιουσιακά στοιχεία που ~θηκαν. ~μένος: λογαριασμός. ~μένα: κεφάλαια/ποσά (: που μπορούν να διατεθούν ελεύθερα).|| (μτφ.) Πρέπει να ~τεί από την οικογένειά του (πβ. ανεξαρτητοποιούμαι)/παρωχημένες αντιλήψεις/τις υποχρεώσεις του. 2. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. απελευθερώνω, αποβάλλω: Η διάσπαση του ατόμου ~ει τεράστιες ποσότητες ενέργειας (πβ. εκλύω). ~θηκε ακτινοβολία/διοξείδιο του άνθρακα (στο περιβάλλον). [< μτγν. ἀποδεσμεύω 'δένω σφιχτά', γαλλ. dégager, désengager] | |
| 5567 | αποδέχομαι | [ἀποδέχομαι] α-πο-δέ-χο-μαι ρ. (μτβ.) {(λόγ.) αποδέχ-θηκα (προφ. -τηκα), (λόγ. απεδέχθη, μτχ. αποδεχθείς, -θείσα, -θέν), -θεί (προφ. -τεί), -όμενος} 1. δέχομαι προσφορά, απαντώ θετικά: ~ ένα βραβείο/μια πρόσκληση. ~ τον διορισμό/μια πρόταση. ~θηκε τη θέση του Προέδρου. ΑΝΤ. απορρίπτω (1), αρνούμαι (1) 2. συμφωνώ, παραδέχομαι: ~ μια απόφαση (βλ. επιδοκιμάζω)/τους κανόνες/τους όρους (πβ. ενστερν-, συμμερ-ίζομαι, υιοθετώ, ΑΝΤ. αντιτίθεμαι, εναντιώνομαι). (στη Βουλή) Εγείρονται/σηκώνουν το χέρι οι ~όμενοι την πρόταση. Δεν ~εται τις κατηγορίες που του προσάπτουν. Η επιτροπή ~θηκε την τροπολογία (πβ. προσυπογράφω). Ο πρωθυπουργός δεν απεδέχθη (= δεν έκανε δεκτή, δεν ενέκρινε) την παραίτηση του υπουργού του. ~ τα γεγονότα/μια κατάσταση. Αρνείται/δυσκολεύεται να ~θεί ότι ... Μαθαίνω να ~ (= δέχομαι, αναγνωρίζω) τα ελαττώματά μου. ~τηκε τη μοίρα του/την πραγματικότητα (= συμβιβάστηκε μαζί της). [< αρχ. ἀποδέχομαι] | |
| 5568 | αποδεχτός | , ή, ό βλ. αποδεκτός | |
| 5569 | αποδημεί | [ἀποδημεῖ] α-πο-δη-μεί ρ. (μτβ.) {αποδήμ-ησε (λογιότ. απεδήμησε), (λόγ. μτχ.) -ήσας}: ΒΙΟΛ. (κυρ. για πτηνό) μετακινείται κατά την άνοιξη και το φθινόπωρο σε άλλον τόπο, κατάλληλο για την επιβίωση ή την αναπαραγωγή του. ΣΥΝ. μεταναστεύει ΑΝΤ. ενδημεί (2) ● αποδημώ (λόγ.-παλαιότ.): αφήνω την πατρίδα μου και εγκαθίσταμαι σε άλλον τόπο. Πβ. μεταναστεύω, ξενιτεύομαι. [< αρχ. ἀποδημῶ] ● ΦΡ.: απεδήμησε(ν)/αποδήμησε εις Κύριον/εις τόπο(ν) χλοερό(ν)/αποδήμησε στον άλλο κόσμο/από τον μάταιο τούτο κόσμο βλ. Κύριος [< γαλλ. migrer] | |
| 5570 | αποδημητικός | , ή, ό [ἀποδημητικός] α-πο-δη-μη-τι-κός επίθ.: ΟΡΝΙΘ. (για πτηνό) που αποδημεί για την επιβίωση ή την αναπαραγωγή του: ~ά: είδη/θηράματα/πουλιά. Πβ. μεταναστευτικός. ΑΝΤ. επιδημητικός [< μτγν. ἀποδημητικός, γαλλ. migratoire] | |
| 5571 | αποδημία | [ἀποδημία] α-πο-δη-μί-α ουσ. (θηλ.) & αποδήμηση 1. (λόγ.) απομάκρυνση από την πατρίδα και εγκατάσταση σε άλλη χώρα· συνεκδ. οι κοινότητες των ομοεθνών μεταναστών, η ομογένεια: παράνομη ~. ~ προσφύγων. Πβ. μετανάστευση. Βλ. επαναπατρισμός, παλιννόστηση.|| Οι οργανώσεις της ~ας (= των αποδήμων). Βλ. διασπορά. 2. ΒΙΟΛ. εποχική μετακίνηση ορισμένων ζώων, κυρ. πτηνών, σε άλλον τόπο, κατάλληλο για την επιβίωση ή την αναπαραγωγή τους: εαρινή/φθινοπωρινή ~. ~ πουλιών/ψαριών. ΑΝΤ. ενδημία (2) ● ΣΥΜΠΛ.: απαγόρευση αποδημίας: ΝΟΜ. απαγόρευση εξόδου από τη χώρα ατόμων, εναντίον των οποίων εκκρεμεί ποινική δίωξη ή κατηγορία για ανυποταξία: Ήρθη η ~ ~ σε βάρος του ..., ιερή αποδημία: ΕΚΚΛΗΣ. ομαδικό συνήθ. προσκυνηματικό ταξίδι: ~ ~ (= προσκύνημα) στους Αγίους Τόπους. ● ΦΡ.: αποδημία εις Κύριον: ΕΚΚΛΗΣ. θάνατος: ~ ~ του μακαριστού Μητροπολίτου ... Πβ. εκδημία. [< αρχ. ἀποδημία ‘το να πηγαίνει ή να μένει κανείς στο εξωτερικό’, μτγν. ~ ‘θάνατος’, γαλλ. migration] | |
| 5572 | αποδημοκρατικοποίηση | [ἀποδημοκρατικοποίηση] α-πο-δη-μο-κρα-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): σταδιακή διαδικασία μετασχηματισμού της δημοκρατίας σε μια μορφή διακυβέρνησης πίσω από την οποία παρεμβαίνουν μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, με αποτέλεσμα να θίγεται η ουσία της δημοκρατίας που είναι η δύναμη των απλών πολιτών. Βλ. μεταδημοκρατία. [< γερμ. Entdemokratisierung, de-democratization] | |
| 5573 | απόδημος | , η, ο [ἀπόδημος] α-πό-δη-μος επίθ.: που έχει μεταναστεύσει μόνιμα στο εξωτερικό. ● Ουσ.: Απόδημοι (οι): απόδημοι Έλληνες: παλιννόστηση ~ήμων. ● ΣΥΜΠΛ.: απόδημος ελληνισμός βλ. ελληνισμός [< αρχ. ἀπόδημος] | |
| 5574 | αποδιαμορφωτής | [ἀποδιαμορφωτής] α-πο-δι-α-μορ-φω-τής ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. συσκευή που ψηφιοποιεί αναλογικό σήμα. Βλ. μόντεμ, φωρατής. [< αγγλ. demodulator, 1942, γαλλ. démodulateur, 1953] | |
| 5575 | αποδιαρθρώνω | [ἀποδιαρθρώνω] α-πο-δι-αρ-θρώ-νω ρ. (μτβ.) {αποδιάρθρω-σε, -θηκε, -μένος} (απαιτ. λεξιλόγ.): καταστρέφω τη διάρθρωση, την οργάνωση ενός συστήματος: Πολιτική που ~ει τον κοινωνικό ιστό. Η οικονομία έχει ~θεί πλήρως/τελείως. Πβ. απο-διοργανώνω, -δομώ, -ρρυθμίζω, -συντονίζω, ξεθεμελιώνω. ΑΝΤ. διαρθρώνω |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ