Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [6480-6500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5550αποδεικνύω[ἀποδεικνύω] α-πο-δει-κνύ-ω ρ. (μτβ.) {απέδει-ξε κ. απόδει-ξε, αποδεί-ξει, σποδεί-χθηκε κ. -χτηκε, (λόγ. απεδεί-χθη, απεδεί-χθησαν, μτχ. αποδει-χθείς, -χθείσα, -χθέν, αποδεδει-γμένος), αποδει-χθεί κ. -χτεί, απόδειξέ το, αποδεικνύ-οντας} & (προφ.) αποδείχνω : δείχνω με τεκμηριωμένα στοιχεία ή λογικούς συλλογισμούς ότι κάτι αληθεύει, ισχύει: ~ την αθωότητά μου/την αλήθεια. ~ κάτι με επιχειρήματα/με τη μέθοδο της εις άτοπον απαγωγής (πβ. τεκμηριώνω). Ο έλεγχος ~ξε ότι υπήρξαν σοβαρές παραλείψεις (= αποκάλυψε, κατέδειξε). Μπορείς να ~ξεις τους ισχυρισμούς σου; Τι προσπαθείς να ~ξεις με αυτή τη συμπεριφορά; Απαιτείται έγγραφο που να ~ει τη γνώση Η/Υ (πβ. βεβαιώνω, πιστοποιώ). Το ύφος του ~ει (= μαρτυρεί, φανερώνει) τη δυσαρέσκειά του. Mία φωτογραφία δεν ~ει (= λέει, σημαίνει) τίποτα! Αποδείξτε έμπρακτα την αγάπη σας στα παιδιά! ~ξε ότι είναι σε θέση να ... Δεν χρειάζεται ν' ~ξεις σε κανέναν ποιος είσαι/την αξία σου. Θα σου ~ξω ότι κάνεις λάθος. Βλ. αντ~. ● Παθ.: αποδεικνύεται: φαίνεται ή διαπιστώνεται με βάσιμα στοιχεία ότι (κάτι) πράγματι είναι: ~ εύκολα/με τον καλύτερο τρόπο/πανηγυρικά/περίτρανα ότι ... Από την έρευνα ~ ότι ... Όπως ~ από μελέτες που έγιναν, ... Δεν ~χθηκε η ενοχή του. ~χθηκε ότι είχε άδικο. Έχει ~χθεί (= επαληθευτεί) επιστημονικά/πειραματικά ότι .../η ... Κατά πόσον ήταν συνεπής, μένει να ~χτεί. Τα μέτρα ~χθηκαν ανεπαρκή. ~χθηκα (= βγήκα) σωστός τελικά! (σε μαθηματική άσκηση:) Να ~χθεί ότι τα τρίγωνα ... είναι ίσα.|| (ΝΟΜ.) ~χθείσες: παραβάσεις. ~χθέντα: (πραγματικά) περιστατικά. ● ΦΡ.: άντε να αποδείξεις ότι/πως δεν είσαι ελέφαντας βλ. ελέφαντας [< αρχ. ἀποδεικνύω, ἀποδείκνυμι]
5551αποδεικτέος, α, ο [ἀποδεικτέος] α-πο-δει-κτέ-ος επίθ. (λόγ.): που πρέπει να αποδειχθεί: ~α: θέση/σχέση. ~α: στοιχεία. Βλ. αποδείξιμος, -τέος.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο. [< αρχ. ἀποδεικτέος]
5552αποδεικτικός, ή, ό [ἀποδεικτικός] α-πο-δει-κτι-κός επίθ. 1. που έχει λειτουργία ή ισχύ απόδειξης: (ΝΟΜ.) ~ός: λόγος. ~ό: υλικό. ~οί: ισχυρισμοί/κανόνες. ~ές: απαγορεύσεις. ~ά: μέσα (: αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη, ομολογία, μάρτυρες, έγγραφα)/στοιχεία. Βλ. καταδεικτικός.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) ~ός: τίτλος (σπουδών). Πρωτότυπα ~ής αξίας.|| (ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ.) ~ή: μέθοδος. ~ές: διαδικασίες. 2. ΓΕΩΠ. για έκταση στην οποία γίνονται δοκιμαστικές καλλιέργειες: ~οί: αγροί. ● Ουσ.: αποδεικτικό (το): επίσημο έγγραφο που χρησιμοποιείται ως πιστοποίηση ή βεβαίωση: ~ αγοράς/γνώσης (ξένης γλώσσας)/είσπραξης/(φορολογικής) ενημερότητας/επίδοσης/κατάθεσης/παράδοσης-παραλαβής/σπουδών/ταυτοπροσωπίας/φοίτησης (βλ. ενδεικτικό). Προσκόμιση/χορήγηση ~ού. Απαιτείται/χρειάζεται ~. ~ά εμπειρίας. Πβ. απόδειξη, πιστοποιητικό. [< 1: αρχ. ἀποδεικτικός]
5553απόδειξη[ἀπόδειξη] α-πό-δει-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -είξεως | -είξεις, -είξεων} 1. τεκμηρίωση βάσει στοιχείων, συλλογιστική επαλήθευση: (ΝΟΜ.) άμεση/έμμεση/πλήρης ~. ~ της αθωότητας/ενοχής κάποιου. Αδυναμία ~ης συμβάντος. Το δίκαιο της ~ης. Πβ. κατάδειξη. Βλ. αντ~.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Υπεύθυνη δήλωση/υποχρέωση ~ης (εμπειρίας). Πιστοποιητικό για την ~ προϋπηρεσίας (βλ. βεβαίωση).|| (σπανιότ. αποκάλυψη:) ~ της νοθείας.|| (επιστ.) Αλγεβρική/επαγωγική/επιστημονική/κατασκευαστική/μαθηματική/πειραματική ~ (βλ. θεμελίωση). Βρίσκω/δίνω την ~ ενός θεωρήματος/μιας πρότασης. ~ διά της εις άτοπον απαγωγής/με πείραμα. Η πορεία της ~ης.|| (ΦΙΛΟΣ.) (Τελεολογική) ~ για την ύπαρξη του Θεού. 2. τεκμήριο, πειστήριο: αδιαμφισβήτητη/αδιάσειστη/αδιάψευστη/ακλόνητη/απτή (βλ. δείγμα)/ατράνταχτη/βάσιμη/έμπρακτη/ισχυρή/πειστική/σαφής/τρανή/χειροπιαστή ~. Απουσία/πληθώρα ~είξεων. Έχουμε ~είξεις και ντοκουμέντα. Είναι μόνο ενδείξεις και όχι ~είξεις. Παρέχω/παρουσιάζω/προσκομίζω (νέες) ~είξεις. Κατηγορώ κάποιον χωρίς ~είξεις. Στοιχείο που αποτελεί/συνιστά (την καλύτερη) ~ της αθωότητάς του. Αφέθηκε ελεύθερος ελλείψει ~είξεων. Σαν/ως ~ ανέφερε το γεγονός ότι ... Δεν έχω καμία ~/δεν υπάρχουν ~είξεις για την ανάμειξή του στην απάτη. Δεν έχω ανάγκη από/ζητώ/θέλω/χρειάζονται ~είξεις. Στηρίζω τις απόψεις μου με ~είξεις (βλ. επιχείρημα). 3. έντυπη βεβαίωση κυρ. χρηματικής συναλλαγής: ~ αγοράς/είσπραξης/κατάθεσης/καταβολής εισφοράς/λιανικής/παράδοσης/παραλαβής/πληρωμής/πώλησης. Αριθμός ~ης. ~είξεις ταμειακών μηχανών. Αθεώρητες/διπλότυπες/εξοφλητικές/θεωρημένες/νόμιμες ~είξεις. Βιβλίο/μπλοκ ~είξεων. Δίνω/εκδίδω/κόβω/χορηγώ ~ παροχής υπηρεσιών. Ζητώ/παίρνω ~ (για τις αγορές μου). Κρατώ/μαζεύω/φυλάω τις ~είξεις. || ~ επίδοσης. Βλ. μερισματ~, τιμολόγιο. ● ΣΥΜΠΛ.: το βάρος (της) απόδειξης & (λόγ.) αποδείξεως: ΝΟΜ. η ευθύνη ή υποχρέωση κάποιου να αποδείξει ισχυρισμό ή κατηγορία, ιδ. στο δικαστήριο: Μεταθέτω/φέρω ~ ~. [< αγγλ. burden of proof] , ζωντανό παράδειγμα βλ. παράδειγμα ● ΦΡ.: μέχρι(ς) αποδείξεως του αντιθέτου/του εναντίου: εκτός αν αποδειχθεί το αντίθετο: Ο κατηγορούμενος θεωρείται αθώος ~ ~. [< αρχ. ἀπόδειξις ‘φανέρωση, τεκμηρίωση’]
5554αποδείξιμος, η, ο [ἀποδείξιμος] α-πο-δεί-ξι-μος επίθ. (λόγ.): που είναι δυνατόν να αποδειχθεί: ~ος: (και αληθής) ισχυρισμός. ~η: θεωρία/πρόταση. ~α: γεγονότα/δεδομένα/επιχειρήματα/στοιχεία. Μη ~ες (και διαψεύσιμες) υποθέσεις. Είναι εμπειρικά/επιστημονικά/εργαστηριακά/εύκολα ~ο ότι ... Βλ. αποδεικτέος.|| (ΟΙΚΟΝ.) Φ.Π.Α. ~ο. [< γαλλ. démontrable]
5555απόδειπνοΧαίρε, αστήρ εμφαίνων τον ήλιον. Χαίρε, γαστήρ ενθέου σαρκώσεως.

[ἀπόδειπνο] α-πό-δει-πνο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -είπνου} (συνήθ. με κεφαλ. Α): ΕΚΚΛΗΣ. ιερή ακολουθία· κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: Μέγα/Μεγάλο Απόδειπνο: που τελείται σε ιερό Ναό κάθε βράδυ από Δευτέρα έως και Πέμπτη κατά την περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής μέχρι και τη Μ. Τρίτη., Μικρό Απόδειπνο: που ψάλλεται κάθε βράδυ σε ναό Μονής· σπανιότ. δέηση που διαβάζεται κατ' ιδίαν από πιστούς πριν από τον βραδινό ύπνο. [< μεσν. απόδειπνον]

5556αποδείχνωβλ. αποδεικνύω
5557αποδεκατίζω[ἀποδεκατίζω] α-πο-δε-κα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {αποδεκάτι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, αποδεκατίζ-οντας} : αφανίζω, εξοντώνω: Η πείνα ~σε τους κατοίκους της περιοχής. ~στηκαν από τις αρρώστιες/τις κακουχίες/τον πόλεμο. Πβ. εξολοθρεύω, θερίζω, ξεκληρίζω, ξεπαστρεύω, ρημάζω, τσακίζω.|| (κατ' επέκτ.) Δάση/ζώα που έχουν ~στεί/κινδυνεύουν να ~στούν.|| (σε αθλητικά κείμενα:) ~στηκε η ομάδα (: έχασε πολλούς παίκτες, κυρ. λόγω τραυματισμών)! [< μτγν. ἀποδεκατίζω, γαλλ. décimer]
5558αποδεκατισμός[ἀποδεκατισμός] α-πο-δε-κα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): εξόντωση: ~ του πληθυσμού (από ασθένειες)/μιας φυλής (πβ. αφανισμός, ξεκλήρισμα).|| ~ των στρατευμάτων/της φρουράς (πβ. εξολόθρευση, συντριβή).|| ~ ζώων (βλ. εξαφάνιση)/των κοπαδιών.|| (μτφ.) ~ ενός κλάδου (βλ. αποδυνάμωση, εξασθένηση). ~ μιας επιχείρησης/ηγεσίας/οργάνωσης. Πβ. διάλυση. Βλ. -ισμός. [< μεσν. αποδεκατισμός, γαλλ. décimation]
5559αποδέκτης[ἀποδέκτης] α-πο-δέ-κτης ουσ. (αρσ.) , αποδέκτρια (η) (επίσ.): πρόσωπο που αποδέχεται, παραλαμβάνει κάτι και κατ' επέκτ. οτιδήποτε λειτουργεί ως παραλήπτης, υποδοχέας: ο κύριος/τελικός ~. ~ αιτημάτων/του βραβείου/των δεδομένων/του δώρου/της επιστολής/παραπόνων/συναλλαγματικής (: που αναλαμβάνει την εξόφλησή της)/υπηρεσιών/χορηγίας. (σε έγγραφο:) ~ες για κοινοποίηση. Πίνακας ~ών. Βλ. συν~.|| (ως επίθ.) Αποδέκτρια Αρχή/εταιρεία/χώρα.|| (μτφ.) Η πρόταση βρήκε αρκετούς ~ες (βλ. ενδιαφερόμενους). Μήνυμα χωρίς ~η/με (σπανιότ.) προς πολλούς/πολλαπλούς ~ες. Το περιβάλλον ως ~ αποβλήτων/απορριμμάτων.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Επιφανειακοί/φυσικοί ~ες ομβρίων υδάτων (βλ. υπόνομος). [< αρχ. ἀποδέκτης, γαλλ. acceptant, αγγλ. acceptor]
5560αποδεκτός, ή, ό [ἀποδεκτός] α-πο-δε-κτός επίθ. & (προφ.) αποδεχτός: που γίνεται δεκτός ή αναγνωρίζεται ως ορθός, κατάλληλος: ~ός: τρόπος αντιμετώπισης (πβ. εγκεκριμένος). ~οί: κανόνες/όροι. ~ές: απόψεις/αρχές (πβ. παραδεδεγμένος)/θέσεις/μέθοδοι. ~ά: όρια. Μη ~οί λόγοι (απουσίας). Λύση ~ή από επιστημονική άποψη. (Δεν) έγιναν ~ές οι παραιτήσεις των ... Είναι ευρέως/καθολικά/κοινώς/ομόφωνα ~ό ότι ... Έκαναν ~ό το αίτημά του (: έγινε σεβαστό). Πβ. παραδεκτός.|| (για πρόσ.) Μη ~ από την κοινωνία/τον κύκλο του.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ός: κωδικός πρόσβασης. Πολιτική ~ής χρήσης (: για επιτρεπόμενες και μη δραστηριότητες σε δίκτυο Η/Υ).|| (ΓΛΩΣΣ.) (Μη) ~ή πρόταση (: που (δεν) είναι σύμφωνη με τους γλωσσικούς, υφολογικούς και πραγματολογικούς κανόνες μιας γλώσσας· βλ. (αντι)γραμματικός). [< μτγν. ἀποδεκτός, γαλλ.-αγγλ. acceptable]
5561αποδεκτότητα[ἀποδεκτότητα] α-πο-δε-κτό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η δυνατότητα να γίνει κάτι αποδεκτό: ~ ή μη των αποτελεσμάτων/ενός επιχειρήματος. Βλ. -ότητα. 2. ΓΛΩΣΣ. (ως κειμενική λειτουργία) η καταλληλότητα ενός εκφωνήματος, όπως προσδιορίζεται από τους φυσικούς ομιλητές με κριτήριο την περίσταση επικοινωνίας: μη ~. Γραμματικότητα και ~. Λάθη/τεστ ~ας. Βλ. αντιγραμματικότητα. [< αγγλ. acceptability, γαλλ. acceptabilité, περ. 1960]
5562αποδέλοιπος, η, ο [ἀποδέλοιπος] α-πο-δέ-λοι-πος επίθ. (λαϊκό): υπόλοιπος. [< μεσν. αποδέλοιπος]
5563αποδελτιώνω[ἀποδελτιώνω] α-πο-δελ-τι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {αποδελτίω-σα, -θηκε, -μένος, αποδελτιών-οντας} : συλλέγω στοιχεία από συγκεκριμένες πηγές και τα καταγράφω σε δελτία: ~ κείμενα/λέξεις/πληροφορίες/χειρόγραφα. ~θηκαν ιδιωματικές εκφράσεις. ~μένα: άρθρα/δημοσιεύματα/έντυπα/περιοδικά. Πβ. αποθησαυρίζω. Βλ. αρχειοθετώ, ευρετηριάζω, καταλογογραφώ. [< αγγλ. index]
5564αποδελτίωση[ἀποδελτίωση] α-πο-δελ-τί-ω-ση ουσ. (θηλ.): συλλογή και καταγραφή στοιχείων από συγκεκριμένες πηγές σε δελτία: ~ αρχείου/βιβλίων/κειμένων/γλωσσικού υλικού. Ηλεκτρονική ~ τύπου. Βλ. ευρετηρίαση. [< αγγλ. indexing]
5565αποδέσμευση[ἀποδέσμευση] α-πο-δέ-σμευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. απαλλαγή από δέσμευση, άρση περιορισμών: ~ ποδοσφαιριστή/στελέχους/υπαλλήλου (βλ. αποχωρισμός, απόλυση).|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ καταθέσεων/κεφαλαίων/κονδυλίων/λογαριασμού/περιουσίας/πιστώσεων/τιμών. Έγκριση ~ης μετοχών.|| (ΝΟΜ.) ~ από τους όρους του συμβολαίου. Ρήτρα ~ης.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ μνήμης.|| (μτφ.) ~ από δογματισμούς/από το παρελθόν/του νέου από την οικογένεια (βλ. απεξάρτηση). 2. απελευθέρωση συνήθ. ουσίας στο περιβάλλον: (ΦΥΣ.-ΧΗΜ.) ~ αέρα/(ραδι)ενέργειας. Κίνδυνος ~ης αμιάντου. Λιπάσματα αργής/βραδείας ~ης. Πβ. έκλυση, εκπομπή.|| (ΦΑΡΜΑΚ.) Δισκίο ελεγχόμενης/παρατεταμένης ~ης. [< γαλλ. dégagement, désengagement]
5566αποδεσμεύω[ἀποδεσμεύω] α-πο-δε-σμεύ-ω ρ. (μτβ.) {αποδέσμευ-σα, -θηκα κ. -τηκα, -θεί κ. -τεί, -μένος, αποδεσμεύ-οντας} ΑΝΤ. δεσμεύω 1. απαλλάσσω από δέσμευση ή περιορισμό: Η χώρα προσπάθησε να ~θεί από τη συμφωνία. (για παίκτη) ~τηκε από την ομάδα/το συμβόλαιό του. (ΟΙΚΟΝ.) Περιουσιακά στοιχεία που ~θηκαν. ~μένος: λογαριασμός. ~μένα: κεφάλαια/ποσά (: που μπορούν να διατεθούν ελεύθερα).|| (μτφ.) Πρέπει να ~τεί από την οικογένειά του (πβ. ανεξαρτητοποιούμαι)/παρωχημένες αντιλήψεις/τις υποχρεώσεις του. 2. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. απελευθερώνω, αποβάλλω: Η διάσπαση του ατόμου ~ει τεράστιες ποσότητες ενέργειας (πβ. εκλύω). ~θηκε ακτινοβολία/διοξείδιο του άνθρακα (στο περιβάλλον). [< μτγν. ἀποδεσμεύω 'δένω σφιχτά', γαλλ. dégager, désengager]
5567αποδέχομαι[ἀποδέχομαι] α-πο-δέ-χο-μαι ρ. (μτβ.) {(λόγ.) αποδέχ-θηκα (προφ. -τηκα), (λόγ. απεδέχθη, μτχ. αποδεχθείς, -θείσα, -θέν), -θεί (προφ. -τεί), -όμενος} 1. δέχομαι προσφορά, απαντώ θετικά: ~ ένα βραβείο/μια πρόσκληση. ~ τον διορισμό/μια πρόταση. ~θηκε τη θέση του Προέδρου. ΑΝΤ. απορρίπτω (1), αρνούμαι (1) 2. συμφωνώ, παραδέχομαι: ~ μια απόφαση (βλ. επιδοκιμάζω)/τους κανόνες/τους όρους (πβ. ενστερν-, συμμερ-ίζομαι, υιοθετώ, ΑΝΤ. αντιτίθεμαι, εναντιώνομαι). (στη Βουλή) Εγείρονται/σηκώνουν το χέρι οι ~όμενοι την πρόταση. Δεν ~εται τις κατηγορίες που του προσάπτουν. Η επιτροπή ~θηκε την τροπολογία (πβ. προσυπογράφω). Ο πρωθυπουργός δεν απεδέχθη (= δεν έκανε δεκτή, δεν ενέκρινε) την παραίτηση του υπουργού του. ~ τα γεγονότα/μια κατάσταση. Αρνείται/δυσκολεύεται να ~θεί ότι ... Μαθαίνω να ~ (= δέχομαι, αναγνωρίζω) τα ελαττώματά μου. ~τηκε τη μοίρα του/την πραγματικότητα (= συμβιβάστηκε μαζί της). [< αρχ. ἀποδέχομαι]
5568αποδεχτός, ή, ό βλ. αποδεκτός
5569αποδημεί[ἀποδημεῖ] α-πο-δη-μεί ρ. (μτβ.) {αποδήμ-ησε (λογιότ. απεδήμησε), (λόγ. μτχ.) -ήσας}: ΒΙΟΛ. (κυρ. για πτηνό) μετακινείται κατά την άνοιξη και το φθινόπωρο σε άλλον τόπο, κατάλληλο για την επιβίωση ή την αναπαραγωγή του. ΣΥΝ. μεταναστεύει ΑΝΤ. ενδημεί (2) ● αποδημώ (λόγ.-παλαιότ.): αφήνω την πατρίδα μου και εγκαθίσταμαι σε άλλον τόπο. Πβ. μεταναστεύω, ξενιτεύομαι. [< αρχ. ἀποδημῶ] ● ΦΡ.: απεδήμησε(ν)/αποδήμησε εις Κύριον/εις τόπο(ν) χλοερό(ν)/αποδήμησε στον άλλο κόσμο/από τον μάταιο τούτο κόσμο βλ. Κύριος [< γαλλ. migrer]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.