| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5576 | αποδιάρθρωση | [ἀποδιάρθρωση] α-πο-δι-άρ-θρω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποδιαρθρώνω: βιομηχανική/κοινωνική/οικονομική/πολιτική ~ (πβ. απο-διοργάνωση, -δόμηση). ~ των εργασιακών σχέσεων/του κράτους (πβ. διάλυση). ΑΝΤ. διάρθρωση (1) | |
| 5577 | αποδιαρθρωτικός | , ή, ό [ἀποδιαρθρωτικός] α-πο-δι-αρ-θρω-τι-κός επίθ.: που συντελεί στην αποδιάρθρωση: ~ές: αλλαγές. ~ά: μέτρα. Πβ. αποδομητικός. ΑΝΤ. διαρθρωτικός ● επίρρ.: αποδιαρθρωτικά | |
| 5578 | αποδιαφοροποίηση | [ἀποδιαφοροποίηση] α-πο-δι-α-φο-ρο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. μερική ή ολική απώλεια των χαρακτηριστικών που αποκτήθηκαν μέσω κυτταρικής διαφοροποίησης: ιστολογική ~ (καρκίνου/όγκου). ΑΝΤ. διαφοροποίηση (3) 2. εξάλειψη των διαφοροποιητικών χαρακτηριστικών: κοινωνική ~. ~ του ρόλου μεταξύ άνδρα και γυναίκας (βλ. εξομοίωση). [< γαλλ. dédifférenciation, 1922] | |
| 5579 | αποδίδω | [ἀποδίδω] α-πο-δί-δω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {απέδιδα, απέδω-σα, αποδώ-σει, αποδό-θηκε (λόγ.) απεδόθη, -θεί, (λόγ. μτχ. αποδο-θείς, -θείσα, -θέν), αποδίδ-οντας· στην ενεργ. φωνή συνήθ. στο γ' πρόσ., στην παθ. φωνή μόνο στο γ΄πρόσ.} (επίσ.) & αποδίνω 1. δίνω: Μην ~εις και τόσο μεγάλη αξία/βαρύτητα/σημασία στα λεγόμενά του (: μην τα θεωρείς τόσο αξιόλογα, σημαντικά ...)! Του ~ονται ιδιότητες που δεν διαθέτει (πβ. προσδίδω). Δίκαια του ~θηκε η προσωνυμία ...|| Η δημοτική Αρχή ~σε λογαριασμό για το κόστος των έργων. Του ~θηκαν οι δέουσες τιμές/τα εύσημα. Να ~θεί δικαιοσύνη για τα θύματα (πβ. απονέμω). ~σαν φόρο τιμής στους πεσόντες (= απέτισαν). 2. καταλογίζω, επιρρίπτω, προσάπτω: Της ~ουν πρόθεση για τον τραυματισμό του συζύγου της. Μη μου ~εις (= μη μου βάζεις στο στόμα) λόγια που δεν είπα! Απαιτούν να ~θούν (άμεσα/στο ακέραιο) ευθύνες εκεί που πρέπει. Οι ~θείσες σε βάρος του κατηγορίες αποδείχθηκαν αναληθείς. 3. (κυρ. αρνητ. συνυποδ.) θεωρώ κάτι ως αιτία ή κάποιον ως το υποκείμενο μιας ενέργειας ή τον δημιουργό ενός έργου: Πού ~εις την αποτυχία της; ~σαν την καθυστέρηση σε πρόβλημα που παρουσιάστηκε. Η πυρκαγιά ~εται (πβ. οφείλεται) σε εμπρησμό. Ο θάνατός του ~θηκε σε φυσικά αίτια.|| Αντιδράσεις προκάλεσε η ~θείσα στον ... δήλωση.|| Ο πίνακας ~εται στο μεγάλο ζωγράφο. 4. καταβάλλω ή επιστρέφω οφειλόμενο ποσό: Εισφορά που ~εται κάθε μήνα. Το επίδομα θα ~θεί σύντομα στους δικαιούχους. Αρνούνται να του ~σουν τα ποσοστά του. Μη ~θείς Φ.Π.Α. Πβ. πληρώνω. 5. παράγω έργο, έχω απόδοση: Ο κινητήρας ~ει ισχύ εκατόν εβδομήντα ίππων.|| ~ καλύτερα υπό πίεση. Ο υπάλληλος δεν ~ει (καθόλου). 6. διατυπώνω, μεταφέρω: Ο όρος ~εται (= μεταφράζεται) στα Ελληνικά ως ...|| Αποδώστε (= εκφράστε) το νόημα ελεύθερα/με δικά σας λόγια! 7. αναπαριστώ, αποτυπώνω: Στο βιβλίο του έχει ~σει (= έχει μεταφέρει, περάσει) με ζωντάνια/παραστατικά/πιστά το κλίμα της εποχής.|| Η έκφραση του προσώπου έχει ~θεί με μεγάλη επιτυχία στο γλυπτό. Πβ. απεικονίζω. 8. ερμηνεύω, υποδύομαι: ~ει θαυμάσια τον ρόλο του (= ενσαρκώνει, παίζει). Η ηθοποιός ~σε το ποίημα με σπάνια ευαισθησία. Η χορωδία ~σε εξαιρετικά τους ύμνους. ● αποδίδει 1. έχει θετική έκβαση, τελεσφορεί: Το σχέδιο ~σε (= ευοδώθηκε) τελικά. Η πολιτική του δεν φαίνεται να ~. Τα νέα μέτρα έχουν αρχίσει να ~ουν. Η προσπάθειά τους δεν ~σε αποτελέσματα. Πβ. πιάνω τόπο. 2. αποφέρει: Επενδύσεις που ~ουν. Οι μετοχές ~σαν ...%. Οι πωλήσεις έχουν ~σει (= δώσει, αφήσει) έσοδα/κέρδη ύψους ... ευρώ. Βλ. υπερ~. ● ΦΡ.: αποδίδω τα μέγιστα: έχω, επιτυγχάνω τη μέγιστη δυνατή απόδοση: Οι παίκτες ~σαν ~ στον αγώνα. Η συνεργασία τους έχει ~σει ~., (αποδίδω) τα του Καίσαρος τω Καίσαρι βλ. καίσαρας, ανταποδίδω/αποδίδω τα ίσα βλ. ανταποδίδω, αποδίδει καρπούς βλ. καρπός, δεν αποδίδει τα αναμενόμενα βλ. αναμενόμενος [< αρχ. ἀποδίδωμι, μεσν. αποδίδω] | |
| 5580 | αποδιέγερση | [ἀποδιέγερση] α-πο-δι-έ-γερ-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. μετάβαση ενός διεγερμένου ηλεκτρονίου σε στάθμη μικρότερης ενέργειας ή στη θεμελιώδη: ~ ραδιοϊσοτόπων. ~ με εκπομπή ακτινοβολίας. Bλ. ιονισμός. ΑΝΤ. διέγερση (2) [< γαλλ. désexcitation, 1959] | |
| 5581 | αποδιοπομπαίος | , α, ο [ἀποδιοπομπαῖος] α-πο-δι-ο-πο-μπαί-ος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αποδιοπομπαίος τράγος: χαρακτηρισμός ατόμου που παρουσιάζεται ως o βασικός ή αποκλειστικός υπεύθυνος κάποιας δυσάρεστης εξέλιξης, για να επωμιστεί συλλογική ευθύνη. Πβ. εξιλαστήριο θύμα. [< μεσν. αποδιοπομπώ, αρχ. ἀποδιοπομποῦμαι] | |
| 5582 | αποδιοργανώνω | [ἀποδιοργανώνω] α-πο-δι-ορ-γα-νώ-νω ρ. (μτβ.) {αποδιοργάνω-σα, -θηκα, -μένος}: καταστρέφω την οργάνωση ενός συστήματος: Προβλήματα που ~ουν τον κρατικό μηχανισμό/την οικονομία (πβ. αποδιαρθρώνω, διαλύω. ΑΝΤ. αναδιοργανώνω). ~μένες: υπηρεσίες. Η ομάδα ~θηκε μετά το γκολ. Η ζέστη με ~ει. Πβ. απο-ρρυθμίζω, -συντονίζω.|| (ΨΥΧΙΑΤΡ., κυρ. στη σχιζοφρένεια) ~μένη: σκέψη/συμπεριφορά. ΑΝΤ. οργανώνω (2) [< γαλλ. désorganiser] | |
| 5583 | αποδιοργάνωση | [ἀποδιοργάνωση] α-πο-δι-ορ-γά-νω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποδιοργανώνω: κοινωνική/οικονομική/πολιτική ~. Πβ. απο-διάρθρωση, -συντονισμός, διάλυση, παράλυση. ΑΝΤ. αναδιοργάνωση.|| (ΑΡΧΙΤ.) ~ σκυροδέματος/υλικού (λόγω σεισμού).|| (ΒΙΟΛ.) ~ του βιολογικού κύκλου/των λειτουργιών του οργανισμού. Πβ. απορρύθμιση. [< γαλλ. désorganisation] | |
| 5584 | αποδίπλα & απόδιπλα | [ἀποδίπλα] α-πο-δί-πλα επίρρ.: κοντά, από κοντά: Ερχόταν κι αυτός ~. Μίλησε στον ~ του (: σ' αυτόν που καθόταν δίπλα του).|| (ως επίθ.) Στο ~ σπίτι. Βλ. παραδίπλα. | |
| 5585 | αποδιώχνω | [ἀποδιώχνω] α-πο-διώ-χνω ρ. (μτβ.) {απόδιω-ξα, αποδιώ-χτηκα, -γμένος} (προφ.-λογοτ.): διώχνω μακριά, απομακρύνω: Αγωνίζονται να ~ξουν τον κατακτητή. Έφυγε ~γμένος και κυνηγημένος. Οι ~γμένοι από την κοινωνία (πβ. απόκληρος).|| (μτφ.) ~ξε (= απέβαλε) τους φόβους του. Πβ. απωθώ. [< μεσν. αποδιώχνω] | |
| 5586 | αποδοκιμάζω | [ἀποδοκιμάζω] α-πο-δο-κι-μά-ζω ρ. (μτβ.) {αποδοκίμα-σα, -στηκα κ. -σθηκα, -σμένος, αποδοκιμάζ-οντας}: εκφράζω ανοιχτά την αντίθεση ή την απογοήτευσή μου, απορρίπτω με λόγια ή πράξεις: Η κυβέρνηση ~σε τη βία (πβ. αποκηρύσσω)/τον πόλεμο/την τρομοκρατική επίθεση. Οι πράξεις ~στηκαν από την κοινή γνώμη. Η πρόταση ~στηκε δημόσια/έντονα/ομόφωνα (από την επιτροπή). Πβ. επικρίνω, κατακρίνω, καταδικάζω. ΑΝΤ. ασπάζομαι, εγκρίνω, επικροτώ.|| Ο δράστης ~στηκε από το πλήθος. Οι παίκτες ~στηκαν με φωνές και υβριστικά συνθήματα (πβ. γιουχάρω, κράζω, σφυρίζω. ΑΝΤ. επευφημώ, ζητωκραυγάζω). ΑΝΤ. επιδοκιμάζω [< αρχ. ἀποδοκιμάζω, γαλλ. désapprouver] | |
| 5587 | αποδοκιμασία | [ἀποδοκιμασία] α-πο-δο-κι-μα-σί-α ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποδοκιμάζω: δημόσια/καθολική/κοινωνική/μαζική ~. ~ των ενεργειών/της συμπεριφοράς (κάποιου). Αγανάκτηση/οργή και ~. Βλέμμα/γκριμάτσα/δηλώσεις/έκφραση/ψήφος ~ας. Αποδέκτης ~ών. Με συγκέντρωση διαμαρτυρίας εξέφρασαν την ~ τους για ... Πβ. επίκριση, καταδίκη.|| Επιφωνήματα/φωνές ~ας. Ο αγώνας ξεκίνησε εν μέσω ~ών και σφυριγμάτων (πβ. γιουχάισμα, κράξιμο. ΑΝΤ. επευφημία, ζητωκραυγή). ΑΝΤ. επιδοκιμασία [< μεσν. αποδοκιμασία, γαλλ. désapprobation] | |
| 5588 | αποδοκιμαστικός | , ή, ό [ἀποδοκιμαστικός] α-πο-δο-κι-μα-στι-κός επίθ. (λόγ.): που εκφράζει αποδοκιμασία: ~ή: στάση. ~ό: βλέμμα/ύφος. ~ά: συνθήματα/σφυρίγματα. Σχόλια ~ά για την παράσταση. Πβ. επικριτ-, επιτιμητ-ικός. ΑΝΤ. επιδοκιμαστικός ● επίρρ.: αποδοκιμαστικά [< μτγν. ἀποδοκιμαστικός, γαλλ. désapprobateur] | |
| 5589 | αποδόμηση | [ἀποδόμηση] α-πο-δό-μη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ. -ΒΙΟΧ. αποικοδόμηση: αερόβια ~. ~ αποβλήτων/οργανικών ουσιών/(βιομηχανικών) υπολειμμάτων. Πβ. χουμοποίηση. Βλ. βιο~.|| ~ γλυκογόνου/λιπιδίων/πρωτεϊνών. ~ των οστών. ~ στους ιστούς. Βλ. σύνθεση. 2. (μτφ.) διάλυση, διάσπαση της δομής ενός συστήματος: κοινωνική ~. ~ και αποσάθρωση των ελεγκτικών μηχανισμών (πβ. παράλυση). Πβ. αποσύνθεση. ΑΝΤ. αναδόμηση, δόμηση (2) 3. ΛΟΓΟΤ. θεωρία και πρακτική ανάγνωσης, σύμφωνα με την οποία σε ένα κείμενο λειτουργούν αντικρουόμενες δυνάμεις που υπονομεύουν την υποτιθέμενη οριστικότητα της δομής και του νοήματός του, με αποτέλεσμα να αναδεικνύεται η αοριστία των πολλαπλών και ασύμβατων δυνατοτήτων νοηματοδότησής του. Βλ. μεταδομισμός. [< 2,3: γαλλ. déconstruction, περ. 1965] | |
| 5590 | αποδομητικός | , ή, ό [ἀποδομητικός] α-πο-δο-μη-τι-κός επίθ. 1. που λειτουργεί διαλυτικά, διασπαστικά. ΑΝΤ. εποικοδομητικός 2. ΛΟΓΟΤ. που σχετίζεται με τη θεωρία της αποδόμησης: ~ός: λόγος. ~ή: ανάγνωση/κριτική. ● επίρρ.: αποδομητικά [< γαλλ. déconstructif] | |
| 5591 | αποδομώ | [ἀποδομῶ] α-πο-δο-μώ ρ. (μτβ.) {αποδομείς ... | αποδόμ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} 1. διαλύω την οργάνωση ενός συστήματος, καταστρέφω τη δομή του: ~ημένος και κατακερματισμένος κοινωνικός ιστός.|| Τον ~ησε πλήρως (: τον ξεγύμνωσε, τον αποτέλειωσε). Πβ. αποδιαρθρώνω. ΑΝΤ. ανασυνθέτω, δομώ (1) 2. ΒΙΟΛ.-ΒΙΟΧ. προκαλώ αποικοδόμηση: Οργανικά συστατικά που δύσκολα ~ούνται (από το/στο περιβάλλον). Πβ. χουμοποιώ. 3. ΛΟΓΟΤ. εφαρμόζω τη θεωρία της αποδόμησης: ~ το κείμενο. [< γαλλ. déconstruire, 1970] | |
| 5592 | απόδοση | [ἀπόδοση] α-πό-δο-ση ουσ. (θηλ.) 1. το παραγόμενο έργο σε σχέση με τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν, η αποτελεσματικότητα μιας ενέργειας με συγκεκριμένο στόχο: σχολική ~ (πβ. επίδοση). ~ υπαλλήλων στον χώρο εργασίας (πβ. παραγωγικότητα). Διατροφή και αθλητική/σωματική ~. ~ στο μάξιμουμ! Στο δεύτερο ημίχρονο έπεσε η ~ των παικτών. Πβ. αποδοτικότητα.|| (ΦΥΣ.-ΜΗΧΑΝΟΛ., η σχέση της ενέργειας που παράγεται ως προς εκείνη που καταναλώνεται από μηχανή:) Θερμική ~. Μέγιστη/μέση/συνολική (μηχανική) ~. ~ θέρμανσης/λέβητα. Αύξηση/βελτίωση της ~ης. Αξιολόγηση ~ης. Βαθμός/διάγραμμα/μετρητής/συντελεστής ~ης. Κινητήρας με ενισχυμένη/εξαιρετική/κορυφαία ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ λογισμικού/υπολογιστικών συστημάτων. 2. ΟΙΚΟΝ. κέρδος, αποδοτικότητα: αναμενόμενη/εγγυημένη/ελάχιστη/τρέχουσα/ετήσια/καθαρή/μέγιστη/μέση/πραγματική/σωρευτική ~. Μερισματική/χρηματοοικονομική ~. ~ αγοράς/κεφαλαίου/πόρων (...%). Καταθέσεις με υψηλή ~. Ομόλογα σταθερής ~ης. Καμπύλη ~όσεων. Η ~ διαμορφώνεται στο ... %. Επένδυση που αποφέρει/εξασφαλίζει ~. Ο όμιλος αύξησε/βελτίωσε τις ~όσεις του. Μετοχές με εντυπωσιακές/κακές/καλές/μέτριες/χαμηλές ~όσεις.|| (στο ποδοσφαιρικό στοίχημα:) Σύγκριση ~όσεων. Βλ. υπερ~. 3. προσδιορισμός των αιτίων, του υποκειμένου μιας ενέργειας· επίρριψη, καταλογισμός: ~ των προβλημάτων σε εξωγενείς παράγοντες (πβ. αναγωγή). Αμφισβητείται η ~ του θανάτου της σε πνευμονικό οίδημα. Πβ. πρόσδοση.|| ~ του πίνακα στον ... (: ως δημιουργό).|| ~ ευθυνών/κατηγοριών. 4. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. -ΛΟΓΙΣΤ. καταβολή ή επιστροφή οφειλόμενου ποσού: ~ δαπανών/λογαριασμού/φόρου/χρέους. ~ ΦΠΑ. (Ένταλμα πληρωμής) επί αποδόσει λογαριασμού. 5. παράδοση, παροχή: ~ του έργου στην κυκλοφορία.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) ~ ΑΦΜ. ~ κινήτρων (για επενδύσεις)/τίτλου (ειδικότητας). ~ τιμών (= απότιση) από άγημα.|| ~ της αλήθειας/δικαιοσύνης (πβ. απονομή). Βλ. αντ~. 6. αποτύπωση: άριστη ~ χρωμάτων. Ελεύθερη ~ των μορφών (πβ. απεικόνιση). Σκηνική ~ (πβ. σκηνοθεσία). 7. μετάφραση, μεταφορά: ~ ξένων όρων στην Ελληνική. ~ στη δημοτική. Έμμετρη/σημασιολογική ~.|| Επιτυχής/παραστατική ~ του νοήματος. Πβ. διατύπωση, έκφραση. 8. ερμηνεία, εκτέλεση: εμπνευσμένη ~ του ρόλου από τη μεγάλη πρωταγωνίστρια/του κομματιού από τον διάσημο πιανίστα. 9. ΓΛΩΣΣ. η κύρια πρόταση ενός ανεξάρτητου υποθετικού λόγου (σχήμα υπόθεση-απόδοση). ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργειακή απόδοση/αποδοτικότητα & ενεργειακή αποτελεσματικότητα: ΟΙΚΟΛ. εφαρμογή μέτρων και τεχνολογιών για την οικονομική χρήση των διαθέσιμων ενεργειακών πόρων: ~ ~ των κατασκευών/των κτιρίων/των (ηλεκτρικών) συσκευών. Απαιτήσεις/βελτίωση/ενίσχυση/πιστοποιητικό ~ής ~ης. Βλ. ανανεώσιμες/εναλλακτικές πηγές/μορφές ενέργειας, πράσινη χημεία. [< αγγλ. energy efficiency, 1972] , ελεύθερη μετάφραση/απόδοση βλ. μετάφραση, μερισματική απόδοση βλ. μερισματικός [< 1,2,4: γαλλ. rendement 3,6: αρχ. ἀπόδοσις 7: αγγλ. rendering 5,8,9: μτγν. ἀπόδοσις] | |
| 5593 | αποδοτικός | , ή, ό [ἀποδοτικός] α-πο-δο-τι-κός επίθ.: αποτελεσματικός, παραγωγικός, κερδοφόρος: ~ός: διάλογος (πβ. δημιουργικός, εποικοδομητικός)/τρόπος διδασκαλίας. ~ή: διαχείριση/δουλειά/επιχείρηση/καλλιέργεια/λειτουργία/συνεργασία. ~ό: διάβασμα/μοντέλο. ~ά: εργαλεία/μέσα/μέτρα/συστήματα/σχέδια. Βλ. αντ~.|| (για πρόσ.) ~ και επιμελής/εργατικός υπάλληλος.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ός: λογαριασμός. ~ό: Ταμιευτήριο. ~ές: επενδύσεις. ~ά: κεφάλαια. Πβ. επικερδής, προσοδοφόρος. ● επίρρ.: αποδοτικά [< μτγν. ἀποδοτικός, γαλλ. rentable] | |
| 5594 | αποδοτικότητα | [ἀποδοτικότητα] α-πο-δο-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα του αποδοτικού: ~ των μέτρων/υπηρεσιών. Αύξηση/μείωση της ~ας των εργαζομένων. Πβ. απόδοση, παραγωγικότητα. Βλ. αντ~. 2. ΟΙΚΟΝ. η σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και το κέρδος που αυτό αποφέρει σε μια εταιρεία: ~ των επενδύσεων/της επιχείρησης. ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργειακή απόδοση/αποδοτικότητα βλ. απόδοση [< γαλλ. rentabilité, 1926] | |
| 5595 | αποδοχές | [ἀποδοχές] α-πο-δο-χές ουσ. (θηλ.) (οι) (λόγ.): το σύνολο των χρημάτων που παίρνει κάποιος ως αμοιβή για την εργασία του: ακαθάριστες/αναδρομικές/ασφαλίσιμες/ετήσιες/καθαρές/κυμαινόμενες/μέσες/μηνιαίες/μικτές/μισθολογικές/οικονομικές/πλήρεις/πρόσθετες/συνολικές/συντάξιμες/τακτικές/τεκμαρτές ~. Ικανοποιητικές/υψηλές/χαμηλές ~. Αύξηση/εκκαθάριση/μείωση/περικοπή των ~ών. Είσπραξη/όρια/πακέτο/φόρος ~ών. Οι πραγματικές ~. Οι ~ των εργαζομένων/μισθωτών. Άδεια άνευ/μετ' ~ών. Κρατήσεις επί των ~ών. Πβ. αμοιβή, απολαβές, μισθός. Βλ. αποζημίωση. ● ΣΥΜΠΛ.: βεβαίωση αποδοχών βλ. βεβαίωση [< γαλλ. rémunération] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ