| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5570 | αποδημητικός | , ή, ό [ἀποδημητικός] α-πο-δη-μη-τι-κός επίθ.: ΟΡΝΙΘ. (για πτηνό) που αποδημεί για την επιβίωση ή την αναπαραγωγή του: ~ά: είδη/θηράματα/πουλιά. Πβ. μεταναστευτικός. ΑΝΤ. επιδημητικός [< μτγν. ἀποδημητικός, γαλλ. migratoire] | |
| 5571 | αποδημία | [ἀποδημία] α-πο-δη-μί-α ουσ. (θηλ.) & αποδήμηση 1. (λόγ.) απομάκρυνση από την πατρίδα και εγκατάσταση σε άλλη χώρα· συνεκδ. οι κοινότητες των ομοεθνών μεταναστών, η ομογένεια: παράνομη ~. ~ προσφύγων. Πβ. μετανάστευση. Βλ. επαναπατρισμός, παλιννόστηση.|| Οι οργανώσεις της ~ας (= των αποδήμων). Βλ. διασπορά. 2. ΒΙΟΛ. εποχική μετακίνηση ορισμένων ζώων, κυρ. πτηνών, σε άλλον τόπο, κατάλληλο για την επιβίωση ή την αναπαραγωγή τους: εαρινή/φθινοπωρινή ~. ~ πουλιών/ψαριών. ΑΝΤ. ενδημία (2) ● ΣΥΜΠΛ.: απαγόρευση αποδημίας: ΝΟΜ. απαγόρευση εξόδου από τη χώρα ατόμων, εναντίον των οποίων εκκρεμεί ποινική δίωξη ή κατηγορία για ανυποταξία: Ήρθη η ~ ~ σε βάρος του ..., ιερή αποδημία: ΕΚΚΛΗΣ. ομαδικό συνήθ. προσκυνηματικό ταξίδι: ~ ~ (= προσκύνημα) στους Αγίους Τόπους. ● ΦΡ.: αποδημία εις Κύριον: ΕΚΚΛΗΣ. θάνατος: ~ ~ του μακαριστού Μητροπολίτου ... Πβ. εκδημία. [< αρχ. ἀποδημία ‘το να πηγαίνει ή να μένει κανείς στο εξωτερικό’, μτγν. ~ ‘θάνατος’, γαλλ. migration] | |
| 5572 | αποδημοκρατικοποίηση | [ἀποδημοκρατικοποίηση] α-πο-δη-μο-κρα-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): σταδιακή διαδικασία μετασχηματισμού της δημοκρατίας σε μια μορφή διακυβέρνησης πίσω από την οποία παρεμβαίνουν μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, με αποτέλεσμα να θίγεται η ουσία της δημοκρατίας που είναι η δύναμη των απλών πολιτών. Βλ. μεταδημοκρατία. [< γερμ. Entdemokratisierung, de-democratization] | |
| 5573 | απόδημος | , η, ο [ἀπόδημος] α-πό-δη-μος επίθ.: που έχει μεταναστεύσει μόνιμα στο εξωτερικό. ● Ουσ.: Απόδημοι (οι): απόδημοι Έλληνες: παλιννόστηση ~ήμων. ● ΣΥΜΠΛ.: απόδημος ελληνισμός βλ. ελληνισμός [< αρχ. ἀπόδημος] | |
| 5574 | αποδιαμορφωτής | [ἀποδιαμορφωτής] α-πο-δι-α-μορ-φω-τής ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. συσκευή που ψηφιοποιεί αναλογικό σήμα. Βλ. μόντεμ, φωρατής. [< αγγλ. demodulator, 1942, γαλλ. démodulateur, 1953] | |
| 5575 | αποδιαρθρώνω | [ἀποδιαρθρώνω] α-πο-δι-αρ-θρώ-νω ρ. (μτβ.) {αποδιάρθρω-σε, -θηκε, -μένος} (απαιτ. λεξιλόγ.): καταστρέφω τη διάρθρωση, την οργάνωση ενός συστήματος: Πολιτική που ~ει τον κοινωνικό ιστό. Η οικονομία έχει ~θεί πλήρως/τελείως. Πβ. απο-διοργανώνω, -δομώ, -ρρυθμίζω, -συντονίζω, ξεθεμελιώνω. ΑΝΤ. διαρθρώνω | |
| 5576 | αποδιάρθρωση | [ἀποδιάρθρωση] α-πο-δι-άρ-θρω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποδιαρθρώνω: βιομηχανική/κοινωνική/οικονομική/πολιτική ~ (πβ. απο-διοργάνωση, -δόμηση). ~ των εργασιακών σχέσεων/του κράτους (πβ. διάλυση). ΑΝΤ. διάρθρωση (1) | |
| 5577 | αποδιαρθρωτικός | , ή, ό [ἀποδιαρθρωτικός] α-πο-δι-αρ-θρω-τι-κός επίθ.: που συντελεί στην αποδιάρθρωση: ~ές: αλλαγές. ~ά: μέτρα. Πβ. αποδομητικός. ΑΝΤ. διαρθρωτικός ● επίρρ.: αποδιαρθρωτικά | |
| 5578 | αποδιαφοροποίηση | [ἀποδιαφοροποίηση] α-πο-δι-α-φο-ρο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. μερική ή ολική απώλεια των χαρακτηριστικών που αποκτήθηκαν μέσω κυτταρικής διαφοροποίησης: ιστολογική ~ (καρκίνου/όγκου). ΑΝΤ. διαφοροποίηση (3) 2. εξάλειψη των διαφοροποιητικών χαρακτηριστικών: κοινωνική ~. ~ του ρόλου μεταξύ άνδρα και γυναίκας (βλ. εξομοίωση). [< γαλλ. dédifférenciation, 1922] | |
| 5579 | αποδίδω | [ἀποδίδω] α-πο-δί-δω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {απέδιδα, απέδω-σα, αποδώ-σει, αποδό-θηκε (λόγ.) απεδόθη, -θεί, (λόγ. μτχ. αποδο-θείς, -θείσα, -θέν), αποδίδ-οντας· στην ενεργ. φωνή συνήθ. στο γ' πρόσ., στην παθ. φωνή μόνο στο γ΄πρόσ.} (επίσ.) & αποδίνω 1. δίνω: Μην ~εις και τόσο μεγάλη αξία/βαρύτητα/σημασία στα λεγόμενά του (: μην τα θεωρείς τόσο αξιόλογα, σημαντικά ...)! Του ~ονται ιδιότητες που δεν διαθέτει (πβ. προσδίδω). Δίκαια του ~θηκε η προσωνυμία ...|| Η δημοτική Αρχή ~σε λογαριασμό για το κόστος των έργων. Του ~θηκαν οι δέουσες τιμές/τα εύσημα. Να ~θεί δικαιοσύνη για τα θύματα (πβ. απονέμω). ~σαν φόρο τιμής στους πεσόντες (= απέτισαν). 2. καταλογίζω, επιρρίπτω, προσάπτω: Της ~ουν πρόθεση για τον τραυματισμό του συζύγου της. Μη μου ~εις (= μη μου βάζεις στο στόμα) λόγια που δεν είπα! Απαιτούν να ~θούν (άμεσα/στο ακέραιο) ευθύνες εκεί που πρέπει. Οι ~θείσες σε βάρος του κατηγορίες αποδείχθηκαν αναληθείς. 3. (κυρ. αρνητ. συνυποδ.) θεωρώ κάτι ως αιτία ή κάποιον ως το υποκείμενο μιας ενέργειας ή τον δημιουργό ενός έργου: Πού ~εις την αποτυχία της; ~σαν την καθυστέρηση σε πρόβλημα που παρουσιάστηκε. Η πυρκαγιά ~εται (πβ. οφείλεται) σε εμπρησμό. Ο θάνατός του ~θηκε σε φυσικά αίτια.|| Αντιδράσεις προκάλεσε η ~θείσα στον ... δήλωση.|| Ο πίνακας ~εται στο μεγάλο ζωγράφο. 4. καταβάλλω ή επιστρέφω οφειλόμενο ποσό: Εισφορά που ~εται κάθε μήνα. Το επίδομα θα ~θεί σύντομα στους δικαιούχους. Αρνούνται να του ~σουν τα ποσοστά του. Μη ~θείς Φ.Π.Α. Πβ. πληρώνω. 5. παράγω έργο, έχω απόδοση: Ο κινητήρας ~ει ισχύ εκατόν εβδομήντα ίππων.|| ~ καλύτερα υπό πίεση. Ο υπάλληλος δεν ~ει (καθόλου). 6. διατυπώνω, μεταφέρω: Ο όρος ~εται (= μεταφράζεται) στα Ελληνικά ως ...|| Αποδώστε (= εκφράστε) το νόημα ελεύθερα/με δικά σας λόγια! 7. αναπαριστώ, αποτυπώνω: Στο βιβλίο του έχει ~σει (= έχει μεταφέρει, περάσει) με ζωντάνια/παραστατικά/πιστά το κλίμα της εποχής.|| Η έκφραση του προσώπου έχει ~θεί με μεγάλη επιτυχία στο γλυπτό. Πβ. απεικονίζω. 8. ερμηνεύω, υποδύομαι: ~ει θαυμάσια τον ρόλο του (= ενσαρκώνει, παίζει). Η ηθοποιός ~σε το ποίημα με σπάνια ευαισθησία. Η χορωδία ~σε εξαιρετικά τους ύμνους. ● αποδίδει 1. έχει θετική έκβαση, τελεσφορεί: Το σχέδιο ~σε (= ευοδώθηκε) τελικά. Η πολιτική του δεν φαίνεται να ~. Τα νέα μέτρα έχουν αρχίσει να ~ουν. Η προσπάθειά τους δεν ~σε αποτελέσματα. Πβ. πιάνω τόπο. 2. αποφέρει: Επενδύσεις που ~ουν. Οι μετοχές ~σαν ...%. Οι πωλήσεις έχουν ~σει (= δώσει, αφήσει) έσοδα/κέρδη ύψους ... ευρώ. Βλ. υπερ~. ● ΦΡ.: αποδίδω τα μέγιστα: έχω, επιτυγχάνω τη μέγιστη δυνατή απόδοση: Οι παίκτες ~σαν ~ στον αγώνα. Η συνεργασία τους έχει ~σει ~., (αποδίδω) τα του Καίσαρος τω Καίσαρι βλ. καίσαρας, ανταποδίδω/αποδίδω τα ίσα βλ. ανταποδίδω, αποδίδει καρπούς βλ. καρπός, δεν αποδίδει τα αναμενόμενα βλ. αναμενόμενος [< αρχ. ἀποδίδωμι, μεσν. αποδίδω] | |
| 5580 | αποδιέγερση | [ἀποδιέγερση] α-πο-δι-έ-γερ-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. μετάβαση ενός διεγερμένου ηλεκτρονίου σε στάθμη μικρότερης ενέργειας ή στη θεμελιώδη: ~ ραδιοϊσοτόπων. ~ με εκπομπή ακτινοβολίας. Bλ. ιονισμός. ΑΝΤ. διέγερση (2) [< γαλλ. désexcitation, 1959] | |
| 5581 | αποδιοπομπαίος | , α, ο [ἀποδιοπομπαῖος] α-πο-δι-ο-πο-μπαί-ος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αποδιοπομπαίος τράγος: χαρακτηρισμός ατόμου που παρουσιάζεται ως o βασικός ή αποκλειστικός υπεύθυνος κάποιας δυσάρεστης εξέλιξης, για να επωμιστεί συλλογική ευθύνη. Πβ. εξιλαστήριο θύμα. [< μεσν. αποδιοπομπώ, αρχ. ἀποδιοπομποῦμαι] | |
| 5582 | αποδιοργανώνω | [ἀποδιοργανώνω] α-πο-δι-ορ-γα-νώ-νω ρ. (μτβ.) {αποδιοργάνω-σα, -θηκα, -μένος}: καταστρέφω την οργάνωση ενός συστήματος: Προβλήματα που ~ουν τον κρατικό μηχανισμό/την οικονομία (πβ. αποδιαρθρώνω, διαλύω. ΑΝΤ. αναδιοργανώνω). ~μένες: υπηρεσίες. Η ομάδα ~θηκε μετά το γκολ. Η ζέστη με ~ει. Πβ. απο-ρρυθμίζω, -συντονίζω.|| (ΨΥΧΙΑΤΡ., κυρ. στη σχιζοφρένεια) ~μένη: σκέψη/συμπεριφορά. ΑΝΤ. οργανώνω (2) [< γαλλ. désorganiser] | |
| 5583 | αποδιοργάνωση | [ἀποδιοργάνωση] α-πο-δι-ορ-γά-νω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποδιοργανώνω: κοινωνική/οικονομική/πολιτική ~. Πβ. απο-διάρθρωση, -συντονισμός, διάλυση, παράλυση. ΑΝΤ. αναδιοργάνωση.|| (ΑΡΧΙΤ.) ~ σκυροδέματος/υλικού (λόγω σεισμού).|| (ΒΙΟΛ.) ~ του βιολογικού κύκλου/των λειτουργιών του οργανισμού. Πβ. απορρύθμιση. [< γαλλ. désorganisation] | |
| 5584 | αποδίπλα & απόδιπλα | [ἀποδίπλα] α-πο-δί-πλα επίρρ.: κοντά, από κοντά: Ερχόταν κι αυτός ~. Μίλησε στον ~ του (: σ' αυτόν που καθόταν δίπλα του).|| (ως επίθ.) Στο ~ σπίτι. Βλ. παραδίπλα. | |
| 5585 | αποδιώχνω | [ἀποδιώχνω] α-πο-διώ-χνω ρ. (μτβ.) {απόδιω-ξα, αποδιώ-χτηκα, -γμένος} (προφ.-λογοτ.): διώχνω μακριά, απομακρύνω: Αγωνίζονται να ~ξουν τον κατακτητή. Έφυγε ~γμένος και κυνηγημένος. Οι ~γμένοι από την κοινωνία (πβ. απόκληρος).|| (μτφ.) ~ξε (= απέβαλε) τους φόβους του. Πβ. απωθώ. [< μεσν. αποδιώχνω] | |
| 5586 | αποδοκιμάζω | [ἀποδοκιμάζω] α-πο-δο-κι-μά-ζω ρ. (μτβ.) {αποδοκίμα-σα, -στηκα κ. -σθηκα, -σμένος, αποδοκιμάζ-οντας}: εκφράζω ανοιχτά την αντίθεση ή την απογοήτευσή μου, απορρίπτω με λόγια ή πράξεις: Η κυβέρνηση ~σε τη βία (πβ. αποκηρύσσω)/τον πόλεμο/την τρομοκρατική επίθεση. Οι πράξεις ~στηκαν από την κοινή γνώμη. Η πρόταση ~στηκε δημόσια/έντονα/ομόφωνα (από την επιτροπή). Πβ. επικρίνω, κατακρίνω, καταδικάζω. ΑΝΤ. ασπάζομαι, εγκρίνω, επικροτώ.|| Ο δράστης ~στηκε από το πλήθος. Οι παίκτες ~στηκαν με φωνές και υβριστικά συνθήματα (πβ. γιουχάρω, κράζω, σφυρίζω. ΑΝΤ. επευφημώ, ζητωκραυγάζω). ΑΝΤ. επιδοκιμάζω [< αρχ. ἀποδοκιμάζω, γαλλ. désapprouver] | |
| 5587 | αποδοκιμασία | [ἀποδοκιμασία] α-πο-δο-κι-μα-σί-α ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποδοκιμάζω: δημόσια/καθολική/κοινωνική/μαζική ~. ~ των ενεργειών/της συμπεριφοράς (κάποιου). Αγανάκτηση/οργή και ~. Βλέμμα/γκριμάτσα/δηλώσεις/έκφραση/ψήφος ~ας. Αποδέκτης ~ών. Με συγκέντρωση διαμαρτυρίας εξέφρασαν την ~ τους για ... Πβ. επίκριση, καταδίκη.|| Επιφωνήματα/φωνές ~ας. Ο αγώνας ξεκίνησε εν μέσω ~ών και σφυριγμάτων (πβ. γιουχάισμα, κράξιμο. ΑΝΤ. επευφημία, ζητωκραυγή). ΑΝΤ. επιδοκιμασία [< μεσν. αποδοκιμασία, γαλλ. désapprobation] | |
| 5588 | αποδοκιμαστικός | , ή, ό [ἀποδοκιμαστικός] α-πο-δο-κι-μα-στι-κός επίθ. (λόγ.): που εκφράζει αποδοκιμασία: ~ή: στάση. ~ό: βλέμμα/ύφος. ~ά: συνθήματα/σφυρίγματα. Σχόλια ~ά για την παράσταση. Πβ. επικριτ-, επιτιμητ-ικός. ΑΝΤ. επιδοκιμαστικός ● επίρρ.: αποδοκιμαστικά [< μτγν. ἀποδοκιμαστικός, γαλλ. désapprobateur] | |
| 5589 | αποδόμηση | [ἀποδόμηση] α-πο-δό-μη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΛ. -ΒΙΟΧ. αποικοδόμηση: αερόβια ~. ~ αποβλήτων/οργανικών ουσιών/(βιομηχανικών) υπολειμμάτων. Πβ. χουμοποίηση. Βλ. βιο~.|| ~ γλυκογόνου/λιπιδίων/πρωτεϊνών. ~ των οστών. ~ στους ιστούς. Βλ. σύνθεση. 2. (μτφ.) διάλυση, διάσπαση της δομής ενός συστήματος: κοινωνική ~. ~ και αποσάθρωση των ελεγκτικών μηχανισμών (πβ. παράλυση). Πβ. αποσύνθεση. ΑΝΤ. αναδόμηση, δόμηση (2) 3. ΛΟΓΟΤ. θεωρία και πρακτική ανάγνωσης, σύμφωνα με την οποία σε ένα κείμενο λειτουργούν αντικρουόμενες δυνάμεις που υπονομεύουν την υποτιθέμενη οριστικότητα της δομής και του νοήματός του, με αποτέλεσμα να αναδεικνύεται η αοριστία των πολλαπλών και ασύμβατων δυνατοτήτων νοηματοδότησής του. Βλ. μεταδομισμός. [< 2,3: γαλλ. déconstruction, περ. 1965] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ