| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5590 | αποδομητικός | , ή, ό [ἀποδομητικός] α-πο-δο-μη-τι-κός επίθ. 1. που λειτουργεί διαλυτικά, διασπαστικά. ΑΝΤ. εποικοδομητικός 2. ΛΟΓΟΤ. που σχετίζεται με τη θεωρία της αποδόμησης: ~ός: λόγος. ~ή: ανάγνωση/κριτική. ● επίρρ.: αποδομητικά [< γαλλ. déconstructif] | |
| 5591 | αποδομώ | [ἀποδομῶ] α-πο-δο-μώ ρ. (μτβ.) {αποδομείς ... | αποδόμ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} 1. διαλύω την οργάνωση ενός συστήματος, καταστρέφω τη δομή του: ~ημένος και κατακερματισμένος κοινωνικός ιστός.|| Τον ~ησε πλήρως (: τον ξεγύμνωσε, τον αποτέλειωσε). Πβ. αποδιαρθρώνω. ΑΝΤ. ανασυνθέτω, δομώ (1) 2. ΒΙΟΛ.-ΒΙΟΧ. προκαλώ αποικοδόμηση: Οργανικά συστατικά που δύσκολα ~ούνται (από το/στο περιβάλλον). Πβ. χουμοποιώ. 3. ΛΟΓΟΤ. εφαρμόζω τη θεωρία της αποδόμησης: ~ το κείμενο. [< γαλλ. déconstruire, 1970] | |
| 5592 | απόδοση | [ἀπόδοση] α-πό-δο-ση ουσ. (θηλ.) 1. το παραγόμενο έργο σε σχέση με τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν, η αποτελεσματικότητα μιας ενέργειας με συγκεκριμένο στόχο: σχολική ~ (πβ. επίδοση). ~ υπαλλήλων στον χώρο εργασίας (πβ. παραγωγικότητα). Διατροφή και αθλητική/σωματική ~. ~ στο μάξιμουμ! Στο δεύτερο ημίχρονο έπεσε η ~ των παικτών. Πβ. αποδοτικότητα.|| (ΦΥΣ.-ΜΗΧΑΝΟΛ., η σχέση της ενέργειας που παράγεται ως προς εκείνη που καταναλώνεται από μηχανή:) Θερμική ~. Μέγιστη/μέση/συνολική (μηχανική) ~. ~ θέρμανσης/λέβητα. Αύξηση/βελτίωση της ~ης. Αξιολόγηση ~ης. Βαθμός/διάγραμμα/μετρητής/συντελεστής ~ης. Κινητήρας με ενισχυμένη/εξαιρετική/κορυφαία ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ λογισμικού/υπολογιστικών συστημάτων. 2. ΟΙΚΟΝ. κέρδος, αποδοτικότητα: αναμενόμενη/εγγυημένη/ελάχιστη/τρέχουσα/ετήσια/καθαρή/μέγιστη/μέση/πραγματική/σωρευτική ~. Μερισματική/χρηματοοικονομική ~. ~ αγοράς/κεφαλαίου/πόρων (...%). Καταθέσεις με υψηλή ~. Ομόλογα σταθερής ~ης. Καμπύλη ~όσεων. Η ~ διαμορφώνεται στο ... %. Επένδυση που αποφέρει/εξασφαλίζει ~. Ο όμιλος αύξησε/βελτίωσε τις ~όσεις του. Μετοχές με εντυπωσιακές/κακές/καλές/μέτριες/χαμηλές ~όσεις.|| (στο ποδοσφαιρικό στοίχημα:) Σύγκριση ~όσεων. Βλ. υπερ~. 3. προσδιορισμός των αιτίων, του υποκειμένου μιας ενέργειας· επίρριψη, καταλογισμός: ~ των προβλημάτων σε εξωγενείς παράγοντες (πβ. αναγωγή). Αμφισβητείται η ~ του θανάτου της σε πνευμονικό οίδημα. Πβ. πρόσδοση.|| ~ του πίνακα στον ... (: ως δημιουργό).|| ~ ευθυνών/κατηγοριών. 4. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. -ΛΟΓΙΣΤ. καταβολή ή επιστροφή οφειλόμενου ποσού: ~ δαπανών/λογαριασμού/φόρου/χρέους. ~ ΦΠΑ. (Ένταλμα πληρωμής) επί αποδόσει λογαριασμού. 5. παράδοση, παροχή: ~ του έργου στην κυκλοφορία.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) ~ ΑΦΜ. ~ κινήτρων (για επενδύσεις)/τίτλου (ειδικότητας). ~ τιμών (= απότιση) από άγημα.|| ~ της αλήθειας/δικαιοσύνης (πβ. απονομή). Βλ. αντ~. 6. αποτύπωση: άριστη ~ χρωμάτων. Ελεύθερη ~ των μορφών (πβ. απεικόνιση). Σκηνική ~ (πβ. σκηνοθεσία). 7. μετάφραση, μεταφορά: ~ ξένων όρων στην Ελληνική. ~ στη δημοτική. Έμμετρη/σημασιολογική ~.|| Επιτυχής/παραστατική ~ του νοήματος. Πβ. διατύπωση, έκφραση. 8. ερμηνεία, εκτέλεση: εμπνευσμένη ~ του ρόλου από τη μεγάλη πρωταγωνίστρια/του κομματιού από τον διάσημο πιανίστα. 9. ΓΛΩΣΣ. η κύρια πρόταση ενός ανεξάρτητου υποθετικού λόγου (σχήμα υπόθεση-απόδοση). ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργειακή απόδοση/αποδοτικότητα & ενεργειακή αποτελεσματικότητα: ΟΙΚΟΛ. εφαρμογή μέτρων και τεχνολογιών για την οικονομική χρήση των διαθέσιμων ενεργειακών πόρων: ~ ~ των κατασκευών/των κτιρίων/των (ηλεκτρικών) συσκευών. Απαιτήσεις/βελτίωση/ενίσχυση/πιστοποιητικό ~ής ~ης. Βλ. ανανεώσιμες/εναλλακτικές πηγές/μορφές ενέργειας, πράσινη χημεία. [< αγγλ. energy efficiency, 1972] , ελεύθερη μετάφραση/απόδοση βλ. μετάφραση, μερισματική απόδοση βλ. μερισματικός [< 1,2,4: γαλλ. rendement 3,6: αρχ. ἀπόδοσις 7: αγγλ. rendering 5,8,9: μτγν. ἀπόδοσις] | |
| 5593 | αποδοτικός | , ή, ό [ἀποδοτικός] α-πο-δο-τι-κός επίθ.: αποτελεσματικός, παραγωγικός, κερδοφόρος: ~ός: διάλογος (πβ. δημιουργικός, εποικοδομητικός)/τρόπος διδασκαλίας. ~ή: διαχείριση/δουλειά/επιχείρηση/καλλιέργεια/λειτουργία/συνεργασία. ~ό: διάβασμα/μοντέλο. ~ά: εργαλεία/μέσα/μέτρα/συστήματα/σχέδια. Βλ. αντ~.|| (για πρόσ.) ~ και επιμελής/εργατικός υπάλληλος.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ός: λογαριασμός. ~ό: Ταμιευτήριο. ~ές: επενδύσεις. ~ά: κεφάλαια. Πβ. επικερδής, προσοδοφόρος. ● επίρρ.: αποδοτικά [< μτγν. ἀποδοτικός, γαλλ. rentable] | |
| 5594 | αποδοτικότητα | [ἀποδοτικότητα] α-πο-δο-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα του αποδοτικού: ~ των μέτρων/υπηρεσιών. Αύξηση/μείωση της ~ας των εργαζομένων. Πβ. απόδοση, παραγωγικότητα. Βλ. αντ~. 2. ΟΙΚΟΝ. η σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και το κέρδος που αυτό αποφέρει σε μια εταιρεία: ~ των επενδύσεων/της επιχείρησης. ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργειακή απόδοση/αποδοτικότητα βλ. απόδοση [< γαλλ. rentabilité, 1926] | |
| 5595 | αποδοχές | [ἀποδοχές] α-πο-δο-χές ουσ. (θηλ.) (οι) (λόγ.): το σύνολο των χρημάτων που παίρνει κάποιος ως αμοιβή για την εργασία του: ακαθάριστες/αναδρομικές/ασφαλίσιμες/ετήσιες/καθαρές/κυμαινόμενες/μέσες/μηνιαίες/μικτές/μισθολογικές/οικονομικές/πλήρεις/πρόσθετες/συνολικές/συντάξιμες/τακτικές/τεκμαρτές ~. Ικανοποιητικές/υψηλές/χαμηλές ~. Αύξηση/εκκαθάριση/μείωση/περικοπή των ~ών. Είσπραξη/όρια/πακέτο/φόρος ~ών. Οι πραγματικές ~. Οι ~ των εργαζομένων/μισθωτών. Άδεια άνευ/μετ' ~ών. Κρατήσεις επί των ~ών. Πβ. αμοιβή, απολαβές, μισθός. Βλ. αποζημίωση. ● ΣΥΜΠΛ.: βεβαίωση αποδοχών βλ. βεβαίωση [< γαλλ. rémunération] | |
| 5596 | αποδοχή | [ἀποδοχή] α-πο-δο-χή ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ενέργεια με την οποία δέχεται ή εγκρίνει κάποιος κάτι: ~ των αιτημάτων/της αίτησης/διορισμού/δωρεάς/πρόσκλησης/προσφοράς (ΑΝΤ. απόκρουση)/χρηματικού ποσού. Δήλωση ~ής όρων (συμμετοχής, βλ. αποδεκτότητα). ~ ενός προϊόντος (από τους καταναλωτές). ~ άνευ όρων … (Παθητική/στωική) ~ της κατάστασης/της μοίρας/της πραγματικότητας. Μερική/ολική/πλήρης/ρητή/σιωπηρή ~ της απόφασης (πβ. ενστερνισμός, υιοθέτηση). Έμμεση ~ του γεγονότος/των ευθυνών (ΑΝΤ. αποποίηση). Θεωρία που δεν βρήκε/είχε ~/δεν έτυχε ~ής (πβ. ανταπόκριση, απήχηση).|| Προϋποθέσεις ~ής (υποψήφιου) σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα. ΑΝΤ. απόρριψη (1), άρνηση (1) 2. αναγνώριση, παραδοχή: γενική/διεθνής ~. ~ της διαφορετικότητας των άλλων/του εαυτού μας όπως είναι. Άτομο ευρείας/κοινής/μεγάλης/μειωμένης/πλήρους ~ής. Τυγχάνει (απόλυτης) ~ής από το κοινό/τον κόσμο. Αναζητά την ~ των άλλων. Πβ. επιδοκιμασία. ● ΣΥΜΠΛ.: αποδοχή κληρονομιάς & (λόγ.) κληρονομίας: ΝΟΜ. δικαιοπραξία με την οποία γίνεται δεκτή κληρονομιά από κληρονόμο. ● ΦΡ.: αποδοχή προϊόντων εγκλήματος: ΝΟΜ. το ποινικό αδίκημα της αγοράς ή/και κατοχής πραγμάτων που προέρχονται από εγκληματική δράση. ΣΥΝ. κλεπταποδοχή [< μτγν. ἀποδοχή, γαλλ. acceptation, adhésion | |
| 5597 | αποδραματοποίηση | [ἀποδραματοποίηση] α-πο-δρα-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποδραματοποιώ: ~ των επεισοδίων/της κατάστασης. [< γαλλ. dédramatisation, 1965] | |
| 5598 | αποδραματοποιώ | [ἀποδραματοποιῶ] α-πο-δρα-μα-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {αποδραματοποι-είς ... | αποδραματοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} : αφαιρώ την δραματική ένταση από γεγονός ή κατάσταση. ΑΝΤ. δραματοποιώ (2) [< γαλλ. dédramatiser, 1965] | |
| 5599 | απόδραση | [ἀπόδραση] α-πό-δρα-ση ουσ. (θηλ.) 1. δραπέτευση: αιματηρή/ομαδική ~. ~ φυλακισμένου από το κρατητήριο/τις φυλακές. Απόπειρα/σχέδιο ~ης. 2. (μτφ.) απομάκρυνση, φυγή από μια δυσάρεστη κατάσταση: ~ από την καθημερινότητα/την πραγματικότητα/τη ρουτίνα. Πβ. διαφυγή. ● αποδράσεις (οι) (μτφ.): ταξίδια αναψυχής: ~ από την πόλη. Καλοκαιρινές/κοντινές/ρομαντικές/χειμερινές ~ στη φύση. [< αγγλ. escapes] [< αρχ. ἀπόδρασις, γαλλ. évasion] | |
| 5600 | αποδρομή | [ἀποδρομή] α-πο-δρο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υποχώρηση, ύφεση: αυτόματη ~ της νόσου/των συμπτωμάτων (: χωρίς θεραπεία). Ίωση εν/σε ~. Το κόμμα βρίσκεται/είναι σε ~. Βλ. κάμψη. [< μτγν. ἀποδρομή ‘τρέξιμο, φυγή’, γαλλ. rémission] | |
| 5601 | αποδρώ | [ἀποδρῶ] α-πο-δρώ ρ. (αμτβ.) {απέδρα-σε, αποδρά-σει} 1. δραπετεύω: ~σε από τις φυλακές. Αποπειράθηκε να ~σει με τη βοήθεια συνεργών.|| Ζώο που ~σε από το κλουβί του. ΑΝΤ. φυλακίζομαι. 2. (μτφ.) ξεφεύγω, απομακρύνομαι από δυσάρεστη ή μονότονη κατάσταση: ~ στην εξοχή. ~άστε από το άγχος/την καθημερινότητα/τη ρουτίνα! Πβ. το σκάω. ΑΝΤ. εγκλωβίζομαι, παγιδεύομαι. [< 1: μτγν. ἀποδρῶ 2: αγγλ. escape] | |
| 5602 | αποδυναμώνω | [ἀποδυναμώνω] α-πο-δυ-να-μώ-νω ρ. (μτβ.) {αποδυνάμω-σε, -θηκε, -μένος, αποδυναμών-οντας}: περιορίζω τη δύναμη, την ένταση, την αποτελεσματικότητα, εξασθενίζω: Ιοί που ~ουν (πβ. εξαντλούν) το ανοσοποιητικό σύστημα/τον οργανισμό. Δικαιώματα/θεσμοί που έχουν ~θεί (= φθαρεί). ~μένη: εξουσία/οικονομία. ~μένο: νόμισμα. ΑΝΤ. ενδυναμώνω (1), ενισχύω (1), ισχυροποιώ [< μεσν. αποδυναμούμαι, γαλλ. affaiblir] | |
| 5603 | αποδυνάμωση | [ἀποδυνάμωση] α-πο-δυ-νά-μω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποδυναμώνω: οικονομική/πληθυσμιακή/πολιτική ~. ~ του νομίσματος (ΑΝΤ. ισχυροποίηση)/ρόλου (κάποιου). ΣΥΝ. απίσχνανση (2) ΑΝΤ. ενδυνάμωση (1) ● ΣΥΜΠΛ.: αποδυνάμωση δικαιώματος βλ. δικαίωμα [< γαλλ. affaiblissement] | |
| 5962 | αποδύομαι | [ἀποποιοῦμαι] α-πο-ποι-ού-μαι ρ. (μτβ.) {αποποι-είσαι ... | -ήθηκα, -ούμενος} (+ αιτ./εσφαλμ. γεν.) (απαιτ. λεξιλόγ.): δεν αποδέχομαι, αρνούμαι: ~είται κάθε ευθύνη/τις ευθύνες του (συχνότ. των ευθυνών του). ~ήθηκε: την εκλογή του (στο αξίωμα του ...). (ΝΟΜ.) ~ήθηκε την κατηγορία/κληρονομιά. Πβ. απορρίπτω. ΣΥΝ. απεκδύομαι ΑΝΤ. δέχομαι (2) [< μτγν. ἀποποιοῦμαι] | |
| 5604 | αποδύομαι | [ἀποδύομαι] α-πο-δύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {αποδύ-θηκε, αποδυ-θεί} (απαιτ. λεξιλόγ.): επιδίδομαι με ζήλο σε κάτι δύσκολο και επίπονο: Η οργάνωση ~θηκε σε μία έντονη προσπάθεια/μία πολυετή έρευνα/ένα τεράστιο έργο. Έχει ~θεί σε αγώνα δρόμου ... [< αρχ. ἀποδύομαι ‘ξεντύνομαι’] | |
| 5605 | αποδυτήριο | [ἀποδυτήριο] α-πο-δυ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ειδικός χώρος σε αθλητικές εγκαταστάσεις και οργανωμένες παραλίες για αλλαγή και φύλαξη ρούχων ή ντους: ~α ανδρών/γυναικών. Τα ~α του γηπέδου/του γυμναστηρίου/του κολυμβητηρίου/του σταδίου.|| ~α ακτών. Πβ. καμπίνα. Βλ. -τήριο. ● ΦΡ.: γκολ από τα αποδυτήρια βλ. γκολ [< αρχ. ἀποδυτήριον] | |
| 5606 | αποδώ | [ἀποδῶ] α-πο-δώ επίρρ. (προφ.) & (λαϊκό) απεδώ 1. (τοπ.) από αυτό το σημείο: ~ ως εκεί απέναντι. Πάμε ~. Έλα ~ να ... Είναι/κατάγεται ~ (: από αυτόν τον τόπο). ~ έχει καλύτερη θέα.|| (ως επίθ.) Η ~ μεριά/όχθη/πλευρά.|| (ως απευχή) Σ' ένα ατύχημα, έξω ~ (= χτύπα ξύλο), θα το χρειαστείς το κινητό!|| (απειλητ.) Άντε/ουστ/χάσου ~ (= από μπροστά μου)! ΑΝΤ. αποκεί 2. (χρον.) από αυτή τη στιγμή: Τι θα κάνεις ~ και μπρος/πέρα/στο εξής; 3. σε ονοματικές φράσεις με ειδική αναφορά: (σε συστάσεις) Ο κύριος ~ είναι ...|| (μειωτ.) Τι θέλει αυτή ~ και γκρινιάζει; ● ΦΡ.: αποδώ κι αποκεί (ως αόριστη δήλωση): (από) παντού: Τριγύριζει/χρωστάει ~ ~. Μη λες κουβέντες ~ ~. [< μεσν. αποδώ] | |
| 5607 | ΑΠΟΕΑ | (η): Ανωτάτη Πανελλήνιος Ομοσπονδία Εφέδρων Αξιωματικών. | |
| 5608 | απόειδα | [ἀπόειδα] α-πό-ει-δα ρ.: μόνο στη ● ΦΡ.: είδα (κι) απόειδα (εμφατ.-προφ.): κουράστηκα ψυχικά, εξαντλήθηκε η υπομονή μου. Πβ. απαυδώ. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ