Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [6520-6540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5596αποδοχή[ἀποδοχή] α-πο-δο-χή ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ενέργεια με την οποία δέχεται ή εγκρίνει κάποιος κάτι: ~ των αιτημάτων/της αίτησης/διορισμού/δωρεάς/πρόσκλησης/προσφοράς (ΑΝΤ. απόκρουση)/χρηματικού ποσού. Δήλωση ~ής όρων (συμμετοχής, βλ. αποδεκτότητα). ~ ενός προϊόντος (από τους καταναλωτές). ~ άνευ όρων … (Παθητική/στωική) ~ της κατάστασης/της μοίρας/της πραγματικότητας. Μερική/ολική/πλήρης/ρητή/σιωπηρή ~ της απόφασης (πβ. ενστερνισμός, υιοθέτηση). Έμμεση ~ του γεγονότος/των ευθυνών (ΑΝΤ. αποποίηση). Θεωρία που δεν βρήκε/είχε ~/δεν έτυχε ~ής (πβ. ανταπόκριση, απήχηση).|| Προϋποθέσεις ~ής (υποψήφιου) σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα. ΑΝΤ. απόρριψη (1), άρνηση (1) 2. αναγνώριση, παραδοχή: γενική/διεθνής ~. ~ της διαφορετικότητας των άλλων/του εαυτού μας όπως είναι. Άτομο ευρείας/κοινής/μεγάλης/μειωμένης/πλήρους ~ής. Τυγχάνει (απόλυτης) ~ής από το κοινό/τον κόσμο. Αναζητά την ~ των άλλων. Πβ. επιδοκιμασία. ● ΣΥΜΠΛ.: αποδοχή κληρονομιάς & (λόγ.) κληρονομίας: ΝΟΜ. δικαιοπραξία με την οποία γίνεται δεκτή κληρονομιά από κληρονόμο. ● ΦΡ.: αποδοχή προϊόντων εγκλήματος: ΝΟΜ. το ποινικό αδίκημα της αγοράς ή/και κατοχής πραγμάτων που προέρχονται από εγκληματική δράση. ΣΥΝ. κλεπταποδοχή [< μτγν. ἀποδοχή, γαλλ. acceptation, adhésion
5597αποδραματοποίηση[ἀποδραματοποίηση] α-πο-δρα-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποδραματοποιώ: ~ των επεισοδίων/της κατάστασης. [< γαλλ. dédramatisation, 1965]
5598αποδραματοποιώ[ἀποδραματοποιῶ] α-πο-δρα-μα-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {αποδραματοποι-είς ... | αποδραματοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} : αφαιρώ την δραματική ένταση από γεγονός ή κατάσταση. ΑΝΤ. δραματοποιώ (2) [< γαλλ. dédramatiser, 1965]
5599απόδραση[ἀπόδραση] α-πό-δρα-ση ουσ. (θηλ.) 1. δραπέτευση: αιματηρή/ομαδική ~. ~ φυλακισμένου από το κρατητήριο/τις φυλακές. Απόπειρα/σχέδιο ~ης. 2. (μτφ.) απομάκρυνση, φυγή από μια δυσάρεστη κατάσταση: ~ από την καθημερινότητα/την πραγματικότητα/τη ρουτίνα. Πβ. διαφυγή.αποδράσεις (οι) (μτφ.): ταξίδια αναψυχής: ~ από την πόλη. Καλοκαιρινές/κοντινές/ρομαντικές/χειμερινές ~ στη φύση. [< αγγλ. escapes] [< αρχ. ἀπόδρασις, γαλλ. évasion]
5600αποδρομή[ἀποδρομή] α-πο-δρο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υποχώρηση, ύφεση: αυτόματη ~ της νόσου/των συμπτωμάτων (: χωρίς θεραπεία). Ίωση εν/σε ~. Το κόμμα βρίσκεται/είναι σε ~. Βλ. κάμψη. [< μτγν. ἀποδρομή ‘τρέξιμο, φυγή’, γαλλ. rémission]
5601αποδρώ[ἀποδρῶ] α-πο-δρώ ρ. (αμτβ.) {απέδρα-σε, αποδρά-σει} 1. δραπετεύω: ~σε από τις φυλακές. Αποπειράθηκε να ~σει με τη βοήθεια συνεργών.|| Ζώο που ~σε από το κλουβί του. ΑΝΤ. φυλακίζομαι. 2. (μτφ.) ξεφεύγω, απομακρύνομαι από δυσάρεστη ή μονότονη κατάσταση: ~ στην εξοχή. ~άστε από το άγχος/την καθημερινότητα/τη ρουτίνα! Πβ. το σκάω. ΑΝΤ. εγκλωβίζομαι, παγιδεύομαι. [< 1: μτγν. ἀποδρῶ 2: αγγλ. escape]
5602αποδυναμώνω[ἀποδυναμώνω] α-πο-δυ-να-μώ-νω ρ. (μτβ.) {αποδυνάμω-σε, -θηκε, -μένος, αποδυναμών-οντας}: περιορίζω τη δύναμη, την ένταση, την αποτελεσματικότητα, εξασθενίζω: Ιοί που ~ουν (πβ. εξαντλούν) το ανοσοποιητικό σύστημα/τον οργανισμό. Δικαιώματα/θεσμοί που έχουν ~θεί (= φθαρεί). ~μένη: εξουσία/οικονομία. ~μένο: νόμισμα. ΑΝΤ. ενδυναμώνω (1), ενισχύω (1), ισχυροποιώ [< μεσν. αποδυναμούμαι, γαλλ. affaiblir]
5603αποδυνάμωση[ἀποδυνάμωση] α-πο-δυ-νά-μω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποδυναμώνω: οικονομική/πληθυσμιακή/πολιτική ~. ~ του νομίσματος (ΑΝΤ. ισχυροποίηση)/ρόλου (κάποιου). ΣΥΝ. απίσχνανση (2) ΑΝΤ. ενδυνάμωση (1) ● ΣΥΜΠΛ.: αποδυνάμωση δικαιώματος βλ. δικαίωμα [< γαλλ. affaiblissement]
5962αποδύομαι

[ἀποποιοῦμαι] α-πο-ποι-ού-μαι ρ. (μτβ.) {αποποι-είσαι ... | -ήθηκα, -ούμενος} (+ αιτ./εσφαλμ. γεν.) (απαιτ. λεξιλόγ.): δεν αποδέχομαι, αρνούμαι: ~είται κάθε ευθύνη/τις ευθύνες του (συχνότ. των ευθυνών του). ~ήθηκε: την εκλογή του (στο αξίωμα του ...). (ΝΟΜ.) ~ήθηκε την κατηγορία/κληρονομιά. Πβ. απορρίπτω. ΣΥΝ. απεκδύομαι ΑΝΤ. δέχομαι (2) [< μτγν. ἀποποιοῦμαι]

5604αποδύομαι[ἀποδύομαι] α-πο-δύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {αποδύ-θηκε, αποδυ-θεί} (απαιτ. λεξιλόγ.): επιδίδομαι με ζήλο σε κάτι δύσκολο και επίπονο: Η οργάνωση ~θηκε σε μία έντονη προσπάθεια/μία πολυετή έρευνα/ένα τεράστιο έργο. Έχει ~θεί σε αγώνα δρόμου ... [< αρχ. ἀποδύομαι ‘ξεντύνομαι’]
5605αποδυτήριο[ἀποδυτήριο] α-πο-δυ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ειδικός χώρος σε αθλητικές εγκαταστάσεις και οργανωμένες παραλίες για αλλαγή και φύλαξη ρούχων ή ντους: ~α ανδρών/γυναικών. Τα ~α του γηπέδου/του γυμναστηρίου/του κολυμβητηρίου/του σταδίου.|| ~α ακτών. Πβ. καμπίνα. Βλ. -τήριο. ● ΦΡ.: γκολ από τα αποδυτήρια βλ. γκολ [< αρχ. ἀποδυτήριον]
5606αποδώ[ἀποδῶ] α-πο-δώ επίρρ. (προφ.) & (λαϊκό) απεδώ 1. (τοπ.) από αυτό το σημείο: ~ ως εκεί απέναντι. Πάμε ~. Έλα ~ να ... Είναι/κατάγεται ~ (: από αυτόν τον τόπο). ~ έχει καλύτερη θέα.|| (ως επίθ.) Η ~ μεριά/όχθη/πλευρά.|| (ως απευχή) Σ' ένα ατύχημα, έξω ~ (= χτύπα ξύλο), θα το χρειαστείς το κινητό!|| (απειλητ.) Άντε/ουστ/χάσου ~ (= από μπροστά μου)! ΑΝΤ. αποκεί 2. (χρον.) από αυτή τη στιγμή: Τι θα κάνεις ~ και μπρος/πέρα/στο εξής; 3. σε ονοματικές φράσεις με ειδική αναφορά: (σε συστάσεις) Ο κύριος ~ είναι ...|| (μειωτ.) Τι θέλει αυτή ~ και γκρινιάζει; ● ΦΡ.: αποδώ κι αποκεί (ως αόριστη δήλωση): (από) παντού: Τριγύριζει/χρωστάει ~ ~. Μη λες κουβέντες ~ ~. [< μεσν. αποδώ]
5607ΑΠΟΕΑ(η): Ανωτάτη Πανελλήνιος Ομοσπονδία Εφέδρων Αξιωματικών.
5608απόειδα[ἀπόειδα] α-πό-ει-δα ρ.: μόνο στη ● ΦΡ.: είδα (κι) απόειδα (εμφατ.-προφ.): κουράστηκα ψυχικά, εξαντλήθηκε η υπομονή μου. Πβ. απαυδώ.
5609αποένζυμο[ἀποένζυμο] α-πο-έν-ζυ-μο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΧ. το πρωτεϊνικό τμήμα ενός ενζύμου. Βλ. ισο-, ολο-, προ-, συν-ένζυμο. [< αγγλ. apoenzyme, 1936, γαλλ. ~, 1944]
5610αποενοχοποίησηβλ. απενοχοποίηση
5611αποεπένδυση[ἀποεπένδυση] α-πο-ε-πέν-δυ-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. κατανάλωση, ρευστοποίηση ή μείωση κεφαλαίου που έχει επενδυθεί: μερική/πλήρης/συνεχής ~. Μέθοδοι (: εξαγορές, χρηματιστήριο)/στρατηγική/χρόνος ~ης. ~ της εταιρείας από μη κερδοφόρες συμμετοχές. [< γαλλ. désinvestissement]
5612αποεπιβίβαση[ἀποεπιβίβαση] α-πο-ε-πι-βί-βα-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ταυτόχρονη αποβίβαση και επιβίβαση επιβατών και οχημάτων (συνήθ. από ή σε πλοίο).
5613αποεπιλέγω[ἀποεπιλέγω] α-πο-ε-πι-λέ-γω ρ. (μτβ.): ΠΛΗΡΟΦ. ακυρώνω επιλογή αφαιρώντας το σημάδι από το επιλεγμένο κουτάκι: Αποεπιλέξτε τη ρύθμιση ... Πβ. ξεμαρκάρω. ΑΝΤ. επιλέγω. [< αγγλ. unselect]
5614αποζεύκτης[ἀποζεύκτης] α-πο-ζεύ-κτης ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡ. μηχανισμός απόζευξης, διακόπτης ισχύος: μονοπολικός/τριπολικός ~. ~ες αέρα/κυκλώματος. Βλ. αλεξικέραυνο. [< αγγλ. disconnector]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.