Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [6540-6560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5615απόζευξη[ἀπόζευξη] α-πό-ζευ-ξη ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. ζεύξη 1. ΗΛΕΚΤΡ. διακοπή της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος με αποσύνδεση κυκλώματος, για λόγους ασφαλείας: άμεση/αυτόματη ~. Διακόπτης/διάταξη/πυκνωτής ~ης. Πηνίο ~ης για προστασία από βραχυκύκλωμα. Βλ. γείωση. 2. ΜΗΧΑΝΟΛ. απομόνωση κινητήριων μηχανών ή οχημάτων: ~ βαγονιών/συρμού. Πβ. απεμπλοκή. [< μτγν. ἀπόζευξις ‘λυσιμο από το ζυγό’, γαλλ. découplage, περ. 1950]
5616αποζημιώνω[ἀποζημιώνω] α-πο-ζη-μι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {αποζημίω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, αποζημιών-οντας, αποζημιω-μένος} 1. καταβάλλω χρηματικό ποσό για ζημία που προκάλεσα: Η εταιρεία οφείλει να ~σει τους πελάτες της για την ελαττωματική συσκευή/τη φθορά. ~θηκαν με το ποσό των ... ~θηκε από την ασφαλιστική για το τροχαίο. 2. (μτφ.) ανταμείβω συνήθ. ηθικά κάποιον ως αντιστάθμισμα για δοκιμασία που υπέστη: Μπορεί να κουραστήκαμε, αλλά το αποτέλεσμα μας ~σε (πβ. μας δικαίωσε). ~θηκε για τις θυσίες/τους κόπους του (βλ. επιβραβεύω). [< μεσν. αποζημιούμαι, γαλλ. dédommager]
5617αποζημίωση[ἀποζημίωση] α-πο-ζη-μί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. χρηματική αποκατάσταση ζημίας: άμεση/αντισταθμιστική/γενική/ελάχιστη/εξισωτική/μερική/νόμιμη/οικονομική/πάγια/πλήρης/προσωρινή ~. ~ εργάτη για ατύχημα. ~ για ψυχική οδύνη. ~ λόγω απαλλοτρίωσης/απόλυσης. ~ από ασφαλιστική εταιρεία/το Δημόσιο. ~ στο ακέραιο. Παροχή/χορήγηση ~ης. ~ώσεις παραγωγών για τις καταστροφές των καλλιεργειών. Απαιτώ/διεκδικώ/δικαιούμαι/δίνω/ζητώ/καταβάλλω/λαμβάνω/παίρνω/πληρώνω ~. Το δικαστήριο όρισε ~ ύψους ... ευρώ.|| (για κάλυψη εξόδων παράστασης) Χιλιομετρική ~ υπαλλήλων μετακινούμενων εκτός έδρας. 2. (μτφ.) ανταμοιβή, συνήθ. ηθική, ως αντιστάθμισμα για δοκιμασία: Η αναγνώριση του έργου μας ήταν η καλύτερη ~ για τις θυσίες/τους κόπους μας. Πβ. αμοιβή, δικαίωση, επιβράβευση, ικανοποίηση. ● ΣΥΜΠΛ.: βουλευτική αποζημίωση: ποσό που καταβάλλεται μηνιαίως στους βουλευτές έναντι μισθού., ηθική αποζημίωση: ΝΟΜ. που δίνεται για ηθική βλάβη: ~ ~ για δυσφήμιση/προσβολή της προσωπικότητας/συκοφαντία. Βλ. υλική αποζημίωση., πολεμικές αποζημιώσεις & πολεμικές επανορθώσεις: ποσό που καταβάλλεται μετά το τέλος του πολέμου από την πλευρά του ηττημένου στον νικητή για τις προκληθείσες ζημίες, υλικές και ηθικές: δυσβάσταχτες/τεράστιες/υπέρογκες ~ ~. [< γαλλ. réparations de guerre] ● ΦΡ.: αποζημίωση εκτός έδρας: χρηματικό ποσό που καταβάλλεται σε κάποιον, όταν για υπηρεσιακούς ή επαγγελματικούς λόγους αναγκάζεται να βρεθεί εκτός της περιοχής όπου μένει και εργάζεται: (ημερήσια) ~ ~ στρατιωτικού προσωπικού/υπαλλήλων του Δημοσίου. Βλ. οδοιπορικά. [< γαλλ. dédommagement]
5618αποζητώ[ἀποζητῶ] α-πο-ζη-τώ ρ. (μτβ.) {αποζητ-άς κ. -είς | αποζήτ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ώντας} & αποζητάω (προφ.-λογοτ.): λαχταρώ κάτι που μου λείπει, επιδιώκω: ~ λίγη ηρεμία/ξεκούραση. Πβ. νοσταλγώ.|| (σε αγαπημένο πρόσ.) Σε ~ (βλ. πεθύμησα)! Ένα βλέμμα/χαμόγελό σου ~ (βλ. περιμένω) μόνο!|| Μάταια ~ούν (πβ. αναζητούν, γυρεύουν) λύσεις! ~ά(ει) διαρκώς την επιβεβαίωση/το θαυμασμό/την προσοχή. Πβ. επιζητώ. [< μεσν. αποζητώ]
5619απόηχος[ἀπόηχος] α-πό-η-χος ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) οι εντυπώσεις που προκαλούνται από ένα συμβάν, η επίδραση συντελεσμένου γεγονότος: ο ~ των δηλώσεων/της είδησης/της ήττας/της καταστροφής/του σκανδάλου/της συνάντησης. Στον ~ο των εορτών/των επεισοδίων. Πβ. αντίκτυπος, απήχηση.|| Ο ~ μιας εποχής. ~οι από το παρελθόν. 2. μακρινός αντίλαλος: ο ~ της έκρηξης.
5620αποθαίνω[ἀποθαίνω] α-πο-θαί-νω ρ. {μτχ. αποθαμένος} (λαϊκό-λογοτ.): πεθαίνω. [< μεσν. αποθαίνω]
5621αποθαλάσσωση[ἀποθαλάσσωση] α-πο-θα-λάσ-σω-ση ουσ. (θηλ.): ανύψωση υδροπλάνου από την επιφάνεια της θάλασσας: διάδρομος/πλατφόρμα ~ης (βλ. υδατοδρόμιο). ΑΝΤ. προσθαλάσσωση
5622αποθανατίζωβλ. απαθανατίζω
5623αποθανάτισηβλ. απαθανάτιση
5624αποθάνειβλ. αποθνήσκω
5625αποθανών, ούσα, όν [ἀποθανών] α-πο-θα-νών επίθ./ουσ. {αποθαν-όντος (θηλ. -ούσης), -όντα | -όντες (ουδ. -όντα), -όντων} (επίσ.): πεθαμένος, νεκρός: ο ~ πρόεδρος. ~όντες: γονείς.|| (ως ουσ.) Η οικογένεια του ~όντος (= εκλιπόντος, μεταστάντος). Εις μνήμην των ~όντων (= τεθνεώτων· βλ. πεσόντων). Πβ. θανών. ● ΦΡ.: ο νεκρός/ο αποθανών δεδικαίωται βλ. δεδικαίωται [< μτχ. αορ. β’ του ρ. ἀποθνῄσκω]
5626αποθάρρυνση[ἀποθάρρυνση] α-πο-θάρ-ρυν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) ΑΝΤ. ενθάρρυνση 1. απώλεια του θάρρους. Πβ. απογοήτευση, αποκαρδίωση. 2. αποτροπή, παρεμπόδιση: ~ των επενδύσεων (εξαιτίας της κρίσης)/της επιχειρηματικότητας. Μέτρα/πολιτική ~ης της χρήσης ΙΧ στο κέντρο της πόλης. [< γαλλ. découragement]
5627αποθαρρυντικός, ή, ό [ἀποθαρρυντικός] α-πο-θαρ-ρυ-ντι-κός επίθ.: που προκαλεί αποθάρρυνση: ~ή: εικόνα/κατάσταση. ~ό: κλίμα. ~ά: μηνύματα/στοιχεία. ΣΥΝ. απογοητευτικός, αποκαρδιωτικός ΑΝΤ. εμψυχωτικός, ενθαρρυντικός, παροτρυντικός ● επίρρ.: αποθαρρυντικά [< γαλλ. décourageant]
5628αποθαρρύνω[ἀποθαρρύνω] α-πο-θαρ-ρύ-νω ρ. (μτβ.) {αποθάρρυ-να, -νθηκα, -μένος (σπανιότ.) αποθαρρημένος, αποθαρρύν-οντας} ΑΝΤ. ενθαρρύνω 1. κάνω κάποιον να χάσει το θάρρος, τον ενθουσιασμό του: Η σκληρή κριτική χωρίς έπαινο ~ει τους μαθητές. ΣΥΝ. απογοητεύω, αποκαρδιώνω ΑΝΤ. εμψυχώνω (1), παροτρύνω 2. αποτρέπω, εμποδίζω: Μέτρα που ~ουν την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας (ΑΝΤ. ευνοώ). Το αυστηρό της ύφος ~ει τους άλλους. ● Παθ.: αποθαρρύνομαι: χάνω το θάρρος μου: Με τις φωνές ~εται. ~εται εύκολα από τις δυσκολίες. ΑΝΤ. αναθαρρώ & αναθαρρεύω, ξεθαρρεύω [< μτγν. ἀποθαρρύνομαι 'ενθαρρύνομαι', γαλλ. décourager]
5629αποθείωση[ἀποθείωση] α-πο-θεί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. ειδική κατεργασία, κυρ. προϊόντων του πετρελαίου, για την απομάκρυνση των προσμείξεων του θείου: υγρή/φυσική ~. ~ καυσαερίων. [< πβ. μτγν. ἀποθείωσις 'αποθέωση', γαλλ. désulfuration]
5630απόθεμα[ἀπόθεμα] α-πό-θε-μα ουσ. (ουδ.) {αποθέμ-ατα, -άτων} 1. {συνήθ. στον πληθ.} αγαθά, πρώτες ύλες, υποδομές που υφίστανται και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για κάλυψη αναγκών: ~ τροφίμων/φαρμάκων.|| Πλεονάζοντα/υδάτινα/φυσικά ~ατα. Αύξηση/διάθεση/εκμετάλλευση/έλλειψη/εξάντληση/(αν)επάρκεια (εγχώριων/παγκόσμιων) ~άτων. Περιοχή που έχει/διαθέτει πλούσια ~ατα σε μεταλλεύματα (πβ. κοιτάσματα). Τα ~ατα νερού/πετρελαίου/χρυσού έχουν αρχίσει να εξαντλούνται/λιγοστεύουν/τελειώνουν. Βλ. ιχθυαποθέματα.|| (ΙΑΤΡ.) Ενεργειακό ~. ~ατα λίπους/σιδήρου στον οργανισμό.|| Το (γηρασμένο) κτιριακό/οικιστικό ~ μιας περιοχής (: το σύνολο των κατοικιών). Το (πλούσιο) οικολογικό/πολιτιστικό ~ μιας χώρας (πβ. παρακαταθήκη).|| (μτφ.) Ψυχικά ~ατα. Ανεξάντλητα ~ατα αντοχής/δυνάμεων/υπομονής. 2. ΟΙΚΟΝ. αποθηκευμένα διαθέσιμα εμπορεύματα μιας επιχείρησης: έλλειψη/επάρκεια ~ατος. Απογραφή/αποτίμηση/αύξηση/εκποίηση/μείωση/πώληση ~άτων. Εξαντλήθηκε/τελείωσε το ~. Πβ. ντεπό, στοκ. Βλ. εφεδρεία, καβάντζα, ρεζέρβα.|| (για κεφάλαιο:) ~ ασφαλείας. Εθνικό/συναλλαγματικό ~. ~ τραπεζογραμματίων/χρυσού. Η αξία/το ύψος του ~ατος. ~ατα των τραπεζών. [< γαλλ. dépôt, réserve, stock]
5631αποθεματικό[ἀποθεματικό] α-πο-θε-μα-τι-κό ουσ. (ουδ.) : ΟΙΚΟΝ. (για επιχείρηση ή το Δημόσιο) κεφάλαιο που λειτουργεί ως απόθεμα ασφαλείας: αρνητικό/γενικό/ειδικό/ελάχιστο/συνολικό ~. ~ αναπροσαρμογής/εξισορρόπησης/ρευστότητας. Αφανή-φανερά/γνήσια-καταχρηστικά/έκτακτα-τακτικά/υποχρεωτικά-προαιρετικά ~ά. ~ά των τραπεζών. ~ για αντιμετώπιση ενδεχόμενων ζημιών/διοικητικές δαπάνες.|| ~ (της) πολυκατοικίας. ● ΣΥΜΠΛ.: αποθεματικό επίδοσης: ποσοστό επί των πιστώσεων υποχρεώσεων, το οποίο ανακατανέμεται (από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή) στα επιτυχή επιχειρησιακά προγράμματα., αποθεματικό προγραμματισμού: ποσοστό επί των πιστώσεων υποχρεώσεων το οποίο κατανέμεται (σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή) και στοχεύει στην ικανή ανταπόκριση σε απρόβλεπτες εξελίξεις που αφορούν τα επιχειρησιακά προγράμματα. [< γαλλ. réserve, αγγλ. reserve]
5632αποθεματικός, ή, ό [ἀποθεματικός] α-πο-θε-μα-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με το απόθεμα: ~ός: λογαριασμός. ~ή: τράπεζα. ~ά: κεφάλαια. ● ΣΥΜΠΛ.: αποθεματικό νόμισμα: το ισχυρό νόμισμα στο οποίο τηρούνται τα συναλλαγματικά αποθέματα των κρατών και των διεθνών χρηματοοικονομικών οργανισμών. [< αγγλ. reserve currency]
5633αποθεματοποίηση[ἀποθεματοποίηση] α-πο-θε-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): δημιουργία αποθέματος: ~ γεωργικών/κτηνοτροφικών προϊόντων. ~ καυσίμων. Πβ. στοκάρισμα2. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. storage, stocking]
5634αποθεραπεία[ἀποθεραπεία] α-πο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. το τελευταίο στάδιο μιας θεραπείας που οδηγεί στην ολοκλήρωση της ανάρρωσης: ~ ασθενών/τοξικομανών. Ασκήσεις/Κέντρο ~ας. Πρόγραμμα ~ας αθλητών (από τραυματισμούς). Πβ. αποκατάσταση, ίαση. Βλ. -θεραπεία. 2. ΑΘΛ. (μετά τη γυμναστική) προοδευτική μείωση της έντασης και επαναφορά στην αρχική κατάσταση με ήπιες διατατικές ασκήσεις: χαλάρωμα και ~. Βλ. ζέσταμα, προθέρμανση. [< μτγν. ἀποθεραπεία ‘περιποίηση του σώματος (μετά από φυσικές ασκήσεις)’, πβ. γαλλ. postcure, 1948]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.