| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5629 | αποθείωση | [ἀποθείωση] α-πο-θεί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. ειδική κατεργασία, κυρ. προϊόντων του πετρελαίου, για την απομάκρυνση των προσμείξεων του θείου: υγρή/φυσική ~. ~ καυσαερίων. [< πβ. μτγν. ἀποθείωσις 'αποθέωση', γαλλ. désulfuration] | |
| 5630 | απόθεμα | [ἀπόθεμα] α-πό-θε-μα ουσ. (ουδ.) {αποθέμ-ατα, -άτων} 1. {συνήθ. στον πληθ.} αγαθά, πρώτες ύλες, υποδομές που υφίστανται και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για κάλυψη αναγκών: ~ τροφίμων/φαρμάκων.|| Πλεονάζοντα/υδάτινα/φυσικά ~ατα. Αύξηση/διάθεση/εκμετάλλευση/έλλειψη/εξάντληση/(αν)επάρκεια (εγχώριων/παγκόσμιων) ~άτων. Περιοχή που έχει/διαθέτει πλούσια ~ατα σε μεταλλεύματα (πβ. κοιτάσματα). Τα ~ατα νερού/πετρελαίου/χρυσού έχουν αρχίσει να εξαντλούνται/λιγοστεύουν/τελειώνουν. Βλ. ιχθυαποθέματα.|| (ΙΑΤΡ.) Ενεργειακό ~. ~ατα λίπους/σιδήρου στον οργανισμό.|| Το (γηρασμένο) κτιριακό/οικιστικό ~ μιας περιοχής (: το σύνολο των κατοικιών). Το (πλούσιο) οικολογικό/πολιτιστικό ~ μιας χώρας (πβ. παρακαταθήκη).|| (μτφ.) Ψυχικά ~ατα. Ανεξάντλητα ~ατα αντοχής/δυνάμεων/υπομονής. 2. ΟΙΚΟΝ. αποθηκευμένα διαθέσιμα εμπορεύματα μιας επιχείρησης: έλλειψη/επάρκεια ~ατος. Απογραφή/αποτίμηση/αύξηση/εκποίηση/μείωση/πώληση ~άτων. Εξαντλήθηκε/τελείωσε το ~. Πβ. ντεπό, στοκ. Βλ. εφεδρεία, καβάντζα, ρεζέρβα.|| (για κεφάλαιο:) ~ ασφαλείας. Εθνικό/συναλλαγματικό ~. ~ τραπεζογραμματίων/χρυσού. Η αξία/το ύψος του ~ατος. ~ατα των τραπεζών. [< γαλλ. dépôt, réserve, stock] | |
| 5631 | αποθεματικό | [ἀποθεματικό] α-πο-θε-μα-τι-κό ουσ. (ουδ.) : ΟΙΚΟΝ. (για επιχείρηση ή το Δημόσιο) κεφάλαιο που λειτουργεί ως απόθεμα ασφαλείας: αρνητικό/γενικό/ειδικό/ελάχιστο/συνολικό ~. ~ αναπροσαρμογής/εξισορρόπησης/ρευστότητας. Αφανή-φανερά/γνήσια-καταχρηστικά/έκτακτα-τακτικά/υποχρεωτικά-προαιρετικά ~ά. ~ά των τραπεζών. ~ για αντιμετώπιση ενδεχόμενων ζημιών/διοικητικές δαπάνες.|| ~ (της) πολυκατοικίας. ● ΣΥΜΠΛ.: αποθεματικό επίδοσης: ποσοστό επί των πιστώσεων υποχρεώσεων, το οποίο ανακατανέμεται (από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή) στα επιτυχή επιχειρησιακά προγράμματα., αποθεματικό προγραμματισμού: ποσοστό επί των πιστώσεων υποχρεώσεων το οποίο κατανέμεται (σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή) και στοχεύει στην ικανή ανταπόκριση σε απρόβλεπτες εξελίξεις που αφορούν τα επιχειρησιακά προγράμματα. [< γαλλ. réserve, αγγλ. reserve] | |
| 5632 | αποθεματικός | , ή, ό [ἀποθεματικός] α-πο-θε-μα-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με το απόθεμα: ~ός: λογαριασμός. ~ή: τράπεζα. ~ά: κεφάλαια. ● ΣΥΜΠΛ.: αποθεματικό νόμισμα: το ισχυρό νόμισμα στο οποίο τηρούνται τα συναλλαγματικά αποθέματα των κρατών και των διεθνών χρηματοοικονομικών οργανισμών. [< αγγλ. reserve currency] | |
| 5633 | αποθεματοποίηση | [ἀποθεματοποίηση] α-πο-θε-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): δημιουργία αποθέματος: ~ γεωργικών/κτηνοτροφικών προϊόντων. ~ καυσίμων. Πβ. στοκάρισμα2. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. storage, stocking] | |
| 5634 | αποθεραπεία | [ἀποθεραπεία] α-πο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. το τελευταίο στάδιο μιας θεραπείας που οδηγεί στην ολοκλήρωση της ανάρρωσης: ~ ασθενών/τοξικομανών. Ασκήσεις/Κέντρο ~ας. Πρόγραμμα ~ας αθλητών (από τραυματισμούς). Πβ. αποκατάσταση, ίαση. Βλ. -θεραπεία. 2. ΑΘΛ. (μετά τη γυμναστική) προοδευτική μείωση της έντασης και επαναφορά στην αρχική κατάσταση με ήπιες διατατικές ασκήσεις: χαλάρωμα και ~. Βλ. ζέσταμα, προθέρμανση. [< μτγν. ἀποθεραπεία ‘περιποίηση του σώματος (μετά από φυσικές ασκήσεις)’, πβ. γαλλ. postcure, 1948] | |
| 5635 | αποθεραπεύω | [ἀποθεραπεύω] α-πο-θε-ρα-πεύ-ω ρ. (μτβ.) {αποθεράπευ-σα, -τηκα (λόγ. -θηκα), -μένος} : ΙΑΤΡ. θεραπεύω πλήρως: Ασκήσεις που ~ουν από τραυματισμούς. ● Παθ.: αποθεραπεύομαι: αναρρώνω εντελώς ακολουθώντας συνήθ. πρόγραμμα αποθεραπείας: Ο αθλητής ~τηκε από κάταγμα που υπέστη.|| Τραυματισμένα ζώα/πουλιά που ~τηκαν σε κέντρο περίθαλψης. [< αρχ. ἀποθεραπεύω ‘θεραπεύω, τιμώ’] | |
| 5636 | αποθερμαίνω | [ἀποθερμαίνω] α-πο-θερ-μαί-νω ρ. (μτβ.) {αποθέρμ-ανε, -άνει, -άνθηκε} 1. ΟΙΚΟΝ. οδηγώ σε αποθέρμανση: ~εται αργά, αλλά σταθερά η αγορά/η οικονομία. ~άνθηκαν απότομα οι τιμές των κατοικιών. 2. (μτφ.) μειώνω την ένταση: Η παρέμβασή του είχε σκοπό να ~άνει την αντιπαράθεση. Πβ. αμβλύνω, αποκλιμακώνω. ΑΝΤ. εντείνω [< πβ. μεσν. αποθερμαίνω 'θερμαίνω περισσότερο', αγγλ. cool down] | |
| 5637 | αποθέρμανση | [ἀποθέρμανση] α-πο-θέρ-μαν-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. μείωση του ρυθμού ανάπτυξης για την αντιμετώπιση πληθωριστικών πιέσεων: Σταδιακή ~ της αγοράς ακινήτων/του χρηματιστηρίου. Αύξηση των επιτοκίων για ~. 2. (σπάν.-μτφ.) εξασθένηση της έντασης: ~ της φιλονικίας. Πβ. αποκλιμάκωση. | |
| 5638 | απόθεση | [ἀπόθεση] α-πό-θε-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): συσσώρευση ή τοποθέτηση στο έδαφος και συνεκδ. οι αντίστοιχες συγκεντρώσεις ουσιών, υλικών: (ΓΕΩΛ.) ιζηματογενής/καταλυτική/οργανική/χημική ~. ~ άμμου/σκόνης/φερτών υλών.|| ~ αποβλήτων/λυματολάσπης/οξέων/χημικών. Χώρος ~ης απορριμμάτων.|| (στον πληθ.) Λιμναίες/παράκτιες/πελαγικές/ποτάμιες/χερσαίες ~έσεις. ~έσεις αλάτων/ηφαιστειακών πετρωμάτων. Πβ. εν~. [< αρχ. ἀπόθεσις, γαλλ. sédiment] | |
| 5639 | αποθετήριο | [ἀποθετήριο] α-πο-θε-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΟΙΚΟΝ. βεβαίωση καταχώρισης μετοχών του ΧΑΑ στο Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών και κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος τίτλος. Βλ. ενεχυρόγραφο, -τήριο. 2. ΠΛΗΡΟΦ. ψηφιακή συλλογή δεδομένων, συνήθ. της πνευματικής παραγωγής πανεπιστημίου: ακαδημαϊκό/εκπαιδευτικό ~. Διαδικτυακά/ηλεκτρονικά ~α. ● ΣΥΜΠΛ.: Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών & (προφ.) Αποθετήριο: ΟΙΚΟΝ. ανώνυμη εταιρεία η οποία έχει ως σκοπό την εκκαθάριση και τον διακανονισμό των χρηματιστηριακών συναλλαγών, την καταχώριση των αποϋλοποιημένων, εισηγμένων στο ΧΑΑ, αξιών και την παροχή διαφόρων υπηρεσιών που αφορούν οικονομικούς τίτλους (διανομή αξιογράφων ή μερισμάτων, εξόφληση τοκομεριδίων, μεταβίβαση δικαιωμάτων επί μετοχών). [< αγγλ. Central Securities Depository] , ιδρυματικό καταθετήριο/αποθετήριο βλ. καταθετήριο | |
| 5640 | αποθετήριος | , α, ο [ἀποθετήριος] α-πο-θε-τή-ρι-ος επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την καταχώριση μετοχών στο Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών: ~οι: τίτλοι. ~α: έγγραφα. Βλ. -τήριος. | |
| 5641 | αποθέτης | [ἀποθέτης] α-πο-θέ-της ουσ. (αρσ.) 1. ΟΙΚΟΝ. επιχείρηση που αναθέτει σε εταιρεία την αποθήκευση και διανομή των προϊόντων της· πελάτης εταιρείας η οποία παρέχει υπηρεσίες επιμελητείας: επιτηδευματίες ~ες. Βλ. αποθηκευτής, -θέτης. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. λάκκος για την κατάχωση ιερών αντικειμένων, κυρ. αναθημάτων που είχαν περιπέσει σε αχρηστία: ~ες αμφορέων. 3. ΤΕΧΝΟΛ. (σπάν.) μηχανή απόρριψης και επεξεργασίας των άγονων υλικών λιγνιτωρυχείου: ηλεκτροκίνητοι ~ες. Βλ. ταινιόδρομος. [< 1: γαλλ. panier de rebut] | |
| 5642 | αποθετικός | , ή, ό [ἀποθετικός] α-πο-θε-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την απόθεση. ● ΣΥΜΠΛ.: αποθετική ζημία: ΝΟΜ. διαφυγόν κέρδος λόγω βλάβης., αποθετικό ρήμα: ΓΡΑΜΜ. που έχει μορφολογία μεσοπαθητικής φωνής (κατάλ. -(ο)μαι) και ενεργητική σημασία: π.χ. έρχομαι, δέχομαι, κοιμάμαι, ονειρεύομαι. [< αρχ. ἀποτίθημι] | |
| 5643 | αποθέτω | [ἀποθέτω] α-πο-θέ-τω ρ. (μτβ.) {απέθε-σα, αποτίθ-εται ... -ενται, αποτέ-θηκε, αποτε-θεί, αποθέτ-οντας} (λόγ.) 1. αφήνω κάτι στο έδαφος ή στη θέση για την οποία προορίζεται: ~σαν στεφάνι στο μνημείο (πβ. ακουμπώ). Τα απόβλητα ~ενται σε τάφρους/χώρους υγειονομικής ταφής (πβ. ξεφορτώνονται). Κροκαλοπαγή που έχουν ~θεί ως ιζήματα στους πυθμένες των θαλασσών.|| (ΣΤΡΑΤ., ως παράγγελμα:) Αποθέσατε (όπλα)! 2. (μτφ.) βασίζω, επενδύω: Έχω αποθέσει (= στηρίξει) όλες μου τις ελπίδες πάνω σου! Πβ. εν~. [< 1: μεσν. αποθέτω, γαλλ. déposer] | |
| 5644 | αποθεώνω | [ἀποθεώνω] α-πο-θε-ώ-νω ρ. (μτβ.) {αποθέω-σε, αποθεώ-θηκε, -μένος, αποθεών-οντας} 1. εκφράζω με έντονο τρόπο τον ενθουσιασμό, τον θαυμασμό ή την επιδοκιμασία μου για κάποιον, συνήθ. καλλιτέχνη ή αθλητή: Το κοινό τον ~σε με φωνές και χειροκροτήματα. Οι παίκτες ~θηκαν από τους φιλάθλους. Πβ. επευφημώ, ζητωκραυγάζω. ΑΝΤ. αποδοκιμάζω, γιουχάρω, προπηλακίζω, χλευάζω 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) θεοποιώ: Άνθρωποι που ~ουν την ύλη/το χρήμα. Πβ. εκθειάζω.|| Αξίες/ιδανικά που ~ονται. Πβ. εξυμνώ. [< αρχ. ἀποθεῶ, γαλλ. déifier] | |
| 5645 | αποθέωση | [ἀποθέωση] α-πο-θέ-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. έκφραση μεγάλου ενθουσιασμού, θαυμασμού ή επαίνου, κυρ. προς καλλιτέχνες ή αθλητές: ~ των νικητών. Εν μέσω ~ης/(μέσα) σε κλίμα ~ης. Έφτασε στην ~. Έγινε αποδέκτης θερμής υποδοχής και ~ης. Την απόλυτη/πραγματική ~ γνώρισαν οι πρωταθλητές από τους φιλάθλους. Πβ. εγκωμι-, εκθει-ασμός.|| (εμφατ., ως χαρακτηρισμός:) Όταν έχει τα κέφια του είναι (σκέτη) ~ (= απόλαυση)! 2. (συνήθ. για κάτι αρνητ.) το αποκορύφωμα, το άκρον άωτον: η ~ του κιτς/του κυνισμού/της ξεφτίλας/του παραλόγου/της υποκρισίας. [< μτγν. ἀποθέωσις, γαλλ. apothéose, déification, αγγλ. apotheosis] | |
| 5646 | αποθεωτικός | , ή, ό [ἀποθεωτικός] α-πο-θε-ω-τι-κός επίθ.: που αποθεώνει (κάποιον): ~ή: ατμόσφαιρα. ~ές: εκδηλώσεις/σκηνές. ~ά: σχόλια (πβ. εγκωμιαστ-, εκθειαστ-ικός)/χειροκροτήματα. Του επεφύλαξαν ~ή υποδοχή (βλ. θέρμη). ~ές και διθυραμβικές κριτικές. | |
| 5647 | αποθηκάριος | [ἀποθηκάριος] α-πο-θη-κά-ρι-ος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. ο υπεύθυνος για την οργάνωση και τη διαχείριση της αποθήκης εμπορευμάτων: ~-οδηγός. Βλ. -άριος. 2. ΣΤΡΑΤ. οπλίτης ή δόκιμος που έχει την ευθύνη αποθήκης στρατοπέδου: ~ πυρομαχικών και εκρηκτικών. [< 1: μεσν. ἀποθηκάριος] | |
| 5648 | αποθήκευση | [ἀποθήκευση] α-πο-θή-κευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. φύλαξη εμπορευμάτων ή υλικών σε ειδικό χώρο· συσσώρευση: ~ αποβλήτων/καυσίμων/νερού/πρώτων υλών/χημικών. Δεξαμενή ~ης.|| ~ σιτηρών. Συνθήκες ~ης και συντήρησης τροφίμων. Πβ. εν~.|| ~ θερμότητας. Υδροηλεκτρικά συστήματα ~ης ενέργειας. Πβ. αποταμίευση, συγκέντρωση. 2. ΠΛΗΡΟΦ. εγγραφή αρχείου στη μνήμη υπολογιστή ή σε αφαιρούμενο δίσκο: ~ αλλαγών/ιστοσελίδας. ~ αντιγράφων στον σκληρό (δίσκο)/στο σιντί/στο φλασάκι. Πβ. σώσιμο.|| (σε κινητό τηλέφωνο, διατήρηση δεδομένων:) ~ αριθμού τηλεφώνου/μηνυμάτων. [< 1: γαλλ. magasinage, emmagasinage 2: αγγλ. save, 1982] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ