| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5635 | αποθεραπεύω | [ἀποθεραπεύω] α-πο-θε-ρα-πεύ-ω ρ. (μτβ.) {αποθεράπευ-σα, -τηκα (λόγ. -θηκα), -μένος} : ΙΑΤΡ. θεραπεύω πλήρως: Ασκήσεις που ~ουν από τραυματισμούς. ● Παθ.: αποθεραπεύομαι: αναρρώνω εντελώς ακολουθώντας συνήθ. πρόγραμμα αποθεραπείας: Ο αθλητής ~τηκε από κάταγμα που υπέστη.|| Τραυματισμένα ζώα/πουλιά που ~τηκαν σε κέντρο περίθαλψης. [< αρχ. ἀποθεραπεύω ‘θεραπεύω, τιμώ’] | |
| 5636 | αποθερμαίνω | [ἀποθερμαίνω] α-πο-θερ-μαί-νω ρ. (μτβ.) {αποθέρμ-ανε, -άνει, -άνθηκε} 1. ΟΙΚΟΝ. οδηγώ σε αποθέρμανση: ~εται αργά, αλλά σταθερά η αγορά/η οικονομία. ~άνθηκαν απότομα οι τιμές των κατοικιών. 2. (μτφ.) μειώνω την ένταση: Η παρέμβασή του είχε σκοπό να ~άνει την αντιπαράθεση. Πβ. αμβλύνω, αποκλιμακώνω. ΑΝΤ. εντείνω [< πβ. μεσν. αποθερμαίνω 'θερμαίνω περισσότερο', αγγλ. cool down] | |
| 5637 | αποθέρμανση | [ἀποθέρμανση] α-πο-θέρ-μαν-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. μείωση του ρυθμού ανάπτυξης για την αντιμετώπιση πληθωριστικών πιέσεων: Σταδιακή ~ της αγοράς ακινήτων/του χρηματιστηρίου. Αύξηση των επιτοκίων για ~. 2. (σπάν.-μτφ.) εξασθένηση της έντασης: ~ της φιλονικίας. Πβ. αποκλιμάκωση. | |
| 5638 | απόθεση | [ἀπόθεση] α-πό-θε-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): συσσώρευση ή τοποθέτηση στο έδαφος και συνεκδ. οι αντίστοιχες συγκεντρώσεις ουσιών, υλικών: (ΓΕΩΛ.) ιζηματογενής/καταλυτική/οργανική/χημική ~. ~ άμμου/σκόνης/φερτών υλών.|| ~ αποβλήτων/λυματολάσπης/οξέων/χημικών. Χώρος ~ης απορριμμάτων.|| (στον πληθ.) Λιμναίες/παράκτιες/πελαγικές/ποτάμιες/χερσαίες ~έσεις. ~έσεις αλάτων/ηφαιστειακών πετρωμάτων. Πβ. εν~. [< αρχ. ἀπόθεσις, γαλλ. sédiment] | |
| 5639 | αποθετήριο | [ἀποθετήριο] α-πο-θε-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΟΙΚΟΝ. βεβαίωση καταχώρισης μετοχών του ΧΑΑ στο Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών και κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος τίτλος. Βλ. ενεχυρόγραφο, -τήριο. 2. ΠΛΗΡΟΦ. ψηφιακή συλλογή δεδομένων, συνήθ. της πνευματικής παραγωγής πανεπιστημίου: ακαδημαϊκό/εκπαιδευτικό ~. Διαδικτυακά/ηλεκτρονικά ~α. ● ΣΥΜΠΛ.: Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών & (προφ.) Αποθετήριο: ΟΙΚΟΝ. ανώνυμη εταιρεία η οποία έχει ως σκοπό την εκκαθάριση και τον διακανονισμό των χρηματιστηριακών συναλλαγών, την καταχώριση των αποϋλοποιημένων, εισηγμένων στο ΧΑΑ, αξιών και την παροχή διαφόρων υπηρεσιών που αφορούν οικονομικούς τίτλους (διανομή αξιογράφων ή μερισμάτων, εξόφληση τοκομεριδίων, μεταβίβαση δικαιωμάτων επί μετοχών). [< αγγλ. Central Securities Depository] , ιδρυματικό καταθετήριο/αποθετήριο βλ. καταθετήριο | |
| 5640 | αποθετήριος | , α, ο [ἀποθετήριος] α-πο-θε-τή-ρι-ος επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την καταχώριση μετοχών στο Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών: ~οι: τίτλοι. ~α: έγγραφα. Βλ. -τήριος. | |
| 5641 | αποθέτης | [ἀποθέτης] α-πο-θέ-της ουσ. (αρσ.) 1. ΟΙΚΟΝ. επιχείρηση που αναθέτει σε εταιρεία την αποθήκευση και διανομή των προϊόντων της· πελάτης εταιρείας η οποία παρέχει υπηρεσίες επιμελητείας: επιτηδευματίες ~ες. Βλ. αποθηκευτής, -θέτης. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. λάκκος για την κατάχωση ιερών αντικειμένων, κυρ. αναθημάτων που είχαν περιπέσει σε αχρηστία: ~ες αμφορέων. 3. ΤΕΧΝΟΛ. (σπάν.) μηχανή απόρριψης και επεξεργασίας των άγονων υλικών λιγνιτωρυχείου: ηλεκτροκίνητοι ~ες. Βλ. ταινιόδρομος. [< 1: γαλλ. panier de rebut] | |
| 5642 | αποθετικός | , ή, ό [ἀποθετικός] α-πο-θε-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την απόθεση. ● ΣΥΜΠΛ.: αποθετική ζημία: ΝΟΜ. διαφυγόν κέρδος λόγω βλάβης., αποθετικό ρήμα: ΓΡΑΜΜ. που έχει μορφολογία μεσοπαθητικής φωνής (κατάλ. -(ο)μαι) και ενεργητική σημασία: π.χ. έρχομαι, δέχομαι, κοιμάμαι, ονειρεύομαι. [< αρχ. ἀποτίθημι] | |
| 5643 | αποθέτω | [ἀποθέτω] α-πο-θέ-τω ρ. (μτβ.) {απέθε-σα, αποτίθ-εται ... -ενται, αποτέ-θηκε, αποτε-θεί, αποθέτ-οντας} (λόγ.) 1. αφήνω κάτι στο έδαφος ή στη θέση για την οποία προορίζεται: ~σαν στεφάνι στο μνημείο (πβ. ακουμπώ). Τα απόβλητα ~ενται σε τάφρους/χώρους υγειονομικής ταφής (πβ. ξεφορτώνονται). Κροκαλοπαγή που έχουν ~θεί ως ιζήματα στους πυθμένες των θαλασσών.|| (ΣΤΡΑΤ., ως παράγγελμα:) Αποθέσατε (όπλα)! 2. (μτφ.) βασίζω, επενδύω: Έχω αποθέσει (= στηρίξει) όλες μου τις ελπίδες πάνω σου! Πβ. εν~. [< 1: μεσν. αποθέτω, γαλλ. déposer] | |
| 5644 | αποθεώνω | [ἀποθεώνω] α-πο-θε-ώ-νω ρ. (μτβ.) {αποθέω-σε, αποθεώ-θηκε, -μένος, αποθεών-οντας} 1. εκφράζω με έντονο τρόπο τον ενθουσιασμό, τον θαυμασμό ή την επιδοκιμασία μου για κάποιον, συνήθ. καλλιτέχνη ή αθλητή: Το κοινό τον ~σε με φωνές και χειροκροτήματα. Οι παίκτες ~θηκαν από τους φιλάθλους. Πβ. επευφημώ, ζητωκραυγάζω. ΑΝΤ. αποδοκιμάζω, γιουχάρω, προπηλακίζω, χλευάζω 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) θεοποιώ: Άνθρωποι που ~ουν την ύλη/το χρήμα. Πβ. εκθειάζω.|| Αξίες/ιδανικά που ~ονται. Πβ. εξυμνώ. [< αρχ. ἀποθεῶ, γαλλ. déifier] | |
| 5645 | αποθέωση | [ἀποθέωση] α-πο-θέ-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. έκφραση μεγάλου ενθουσιασμού, θαυμασμού ή επαίνου, κυρ. προς καλλιτέχνες ή αθλητές: ~ των νικητών. Εν μέσω ~ης/(μέσα) σε κλίμα ~ης. Έφτασε στην ~. Έγινε αποδέκτης θερμής υποδοχής και ~ης. Την απόλυτη/πραγματική ~ γνώρισαν οι πρωταθλητές από τους φιλάθλους. Πβ. εγκωμι-, εκθει-ασμός.|| (εμφατ., ως χαρακτηρισμός:) Όταν έχει τα κέφια του είναι (σκέτη) ~ (= απόλαυση)! 2. (συνήθ. για κάτι αρνητ.) το αποκορύφωμα, το άκρον άωτον: η ~ του κιτς/του κυνισμού/της ξεφτίλας/του παραλόγου/της υποκρισίας. [< μτγν. ἀποθέωσις, γαλλ. apothéose, déification, αγγλ. apotheosis] | |
| 5646 | αποθεωτικός | , ή, ό [ἀποθεωτικός] α-πο-θε-ω-τι-κός επίθ.: που αποθεώνει (κάποιον): ~ή: ατμόσφαιρα. ~ές: εκδηλώσεις/σκηνές. ~ά: σχόλια (πβ. εγκωμιαστ-, εκθειαστ-ικός)/χειροκροτήματα. Του επεφύλαξαν ~ή υποδοχή (βλ. θέρμη). ~ές και διθυραμβικές κριτικές. | |
| 5647 | αποθηκάριος | [ἀποθηκάριος] α-πο-θη-κά-ρι-ος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. ο υπεύθυνος για την οργάνωση και τη διαχείριση της αποθήκης εμπορευμάτων: ~-οδηγός. Βλ. -άριος. 2. ΣΤΡΑΤ. οπλίτης ή δόκιμος που έχει την ευθύνη αποθήκης στρατοπέδου: ~ πυρομαχικών και εκρηκτικών. [< 1: μεσν. ἀποθηκάριος] | |
| 5648 | αποθήκευση | [ἀποθήκευση] α-πο-θή-κευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. φύλαξη εμπορευμάτων ή υλικών σε ειδικό χώρο· συσσώρευση: ~ αποβλήτων/καυσίμων/νερού/πρώτων υλών/χημικών. Δεξαμενή ~ης.|| ~ σιτηρών. Συνθήκες ~ης και συντήρησης τροφίμων. Πβ. εν~.|| ~ θερμότητας. Υδροηλεκτρικά συστήματα ~ης ενέργειας. Πβ. αποταμίευση, συγκέντρωση. 2. ΠΛΗΡΟΦ. εγγραφή αρχείου στη μνήμη υπολογιστή ή σε αφαιρούμενο δίσκο: ~ αλλαγών/ιστοσελίδας. ~ αντιγράφων στον σκληρό (δίσκο)/στο σιντί/στο φλασάκι. Πβ. σώσιμο.|| (σε κινητό τηλέφωνο, διατήρηση δεδομένων:) ~ αριθμού τηλεφώνου/μηνυμάτων. [< 1: γαλλ. magasinage, emmagasinage 2: αγγλ. save, 1982] | |
| 5649 | αποθηκεύσιμος | , η, ο [ἀποθηκεύσιμος] α-πο-θη-κεύ-σι-μος επίθ. (λόγ.): που είναι δυνατόν να αποθηκευτεί: ~η: ενέργεια/τροφή.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Μέγιστο ~ο ποσό δεδομένων. [< αγγλ. storable] | |
| 5650 | αποθηκευτής | [ἀποθηκευτής] α-πο-θη-κευ-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΟΙΚΟΝ. το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει εξασφαλίσει άδεια από τις αρμόδιες Αρχές να κατέχει προϊόν με σκοπό τη διάθεσή του στην αγορά: εγκεκριµένος/πιστοποιημένος ~. ~ αγαθών/εμπορευμάτων/οχημάτων. Βλ. αποθέτης. 2. ΤΕΧΝΟΛ. χώρος αποθήκευσης: ~ νερού. | |
| 5651 | αποθηκευτικός | , ή, ό [ἀποθηκευτικός] α-πο-θη-κευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αποθήκευση: ~ός: χώρος (= αποθήκη). ~ές: εγκαταστάσεις/υπηρεσίες.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: δυνατότητα/ικανότητα (δισκέτας)/μνήμη/χωρητικότητα. ~ές: μονάδες/συσκευές. ~ά: (μαγνητικά) μέσα. | |
| 5652 | αποθήκευτρα | [ἀποθηκεύτρα] α-πο-θή-κευ-τρα ουσ. (ουδ.) (τα) (επίσ.): ποσό που καταβάλλεται για τη φύλαξη αντικειμένων σε μη ιδιόκτητη αποθήκη: ~ αερολιμένα/ταχυδρομείων/τελωνείων. Βλ. ασφάλιστρα, δασμός, μεταφορικά, φύλακτρα. | |
| 5653 | αποθηκεύω | [ἀποθηκεύω] α-πο-θη-κεύ-ω ρ. (μτβ.) {αποθήκευ-σα, -σει, -τηκε κ. -θηκε, -τεί κ. -θεί, -οντας, -όμενος, -μένος} 1. φυλάσσω σε αποθήκη· συσσωρεύω: ~ εμπορεύματα (πβ. στοκάρω). Επιχειρήσεις που ~ουν, συντηρούν και διακινούν τρόφιμα. ~μένα: καύσιμα/προϊόντα.|| ~ νερό σε δεξαμενές (πβ. μαζεύω, συλλέγω. ANT. εξαντλώ). (ΙΑΤΡ.) Ο οργανισμός ~ει ενέργεια/λίπος (πβ. αποταμιεύει, συγκεντρώνει. ΑΝΤ. καίει). Πβ. εν~.|| (μτφ.) Ο εγκέφαλος ~ει γνώσεις. Πβ. αποθησαυρίζω. 2. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. εγγράφω αρχείο στη μνήμη υπολογιστή ή σε αφαιρούμενο δίσκο: ~ κείμενο/τραγούδια/φωτογραφίες σε σιντί/στον σκληρό δίσκο. Οι αλλαγές δεν ~τηκαν. Πβ. σώζω.|| (διατηρώ δεδομένα:) ~ μηνύματα στο κινητό (ΑΝΤ. διαγράφω, σβήνω). ~μένοι: αριθμοί τηλεφώνου. [< 1: γαλλ. emmagasiner 2: αγγλ. save, 1961] | |
| 5654 | αποθήκη | [ἀποθήκη] α-πο-θή-κη ουσ. (θηλ.) {αποθηκών} 1. χώρος φύλαξης εμπορευμάτων ή συγκέντρωσης, διατήρησης αγαθών και άλλων ειδών: εμπορική/φορολογική (: στην οποία φυλάσσονται προϊόντα που επιβαρύνονται με ΕΦΚ) ~. ~ εργοστασίου/καυσίμων/πρώτων υλών/τροφίμων/υλικού. Απογραφή/βιβλίο ~ης. Πβ. ντεπό.|| (Ψυχόμενη) ~ συντήρησης. Διαμέρισμα με γκαράζ και ~. Βλ. ξυλ~, οιν~, σιτ~, υδατ~, φαρμακ~, χορτ~.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ οπλισμού/πυρομαχικών.|| (μτφ.) ~ες σιδήρου (: στον ανθρώπινο οργανισμό· πβ. φερριτίνη). Βλ. -θήκη. 2. επιχείρηση που διαθέτει το εμπόρευμά της κυρ. σε τιμές χονδρικής: ~ ανταλλακτικών/επίπλων/χαρτικών. Είδη σε τιμές ~ης. Πβ. στοκ. ● Υποκ.: αποθηκούλα (η): μικρός βοηθητικός αποθηκευτικός χώρος μέσα ή έξω από το σπίτι. ● ΣΥΜΠΛ.: Γενικές Αποθήκες (επίσ.) : που ανήκουν κυρ. στο Δημόσιο και διατίθενται για αποθήκευση προϊόντων σε περισσότερους του ενός προμηθευτές έναντι καταβολής δικαιώματος. Βλ. αποθηκευτής.|| Oι ~ ~ του Στρατού/της Πολεμικής Αεροπορίας. [< 1: αρχ. ἀποθήκη· πβ. γερμ. Apotheke] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ