Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [6580-6600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5649αποθηκεύσιμος, η, ο [ἀποθηκεύσιμος] α-πο-θη-κεύ-σι-μος επίθ. (λόγ.): που είναι δυνατόν να αποθηκευτεί: ~η: ενέργεια/τροφή.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Μέγιστο ~ο ποσό δεδομένων. [< αγγλ. storable]
5650αποθηκευτής[ἀποθηκευτής] α-πο-θη-κευ-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΟΙΚΟΝ. το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει εξασφαλίσει άδεια από τις αρμόδιες Αρχές να κατέχει προϊόν με σκοπό τη διάθεσή του στην αγορά: εγκεκριµένος/πιστοποιημένος ~. ~ αγαθών/εμπορευμάτων/οχημάτων. Βλ. αποθέτης. 2. ΤΕΧΝΟΛ. χώρος αποθήκευσης: ~ νερού.
5651αποθηκευτικός, ή, ό [ἀποθηκευτικός] α-πο-θη-κευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αποθήκευση: ~ός: χώρος (= αποθήκη). ~ές: εγκαταστάσεις/υπηρεσίες.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: δυνατότητα/ικανότητα (δισκέτας)/μνήμη/χωρητικότητα. ~ές: μονάδες/συσκευές. ~ά: (μαγνητικά) μέσα.
5652αποθήκευτρα[ἀποθηκεύτρα] α-πο-θή-κευ-τρα ουσ. (ουδ.) (τα) (επίσ.): ποσό που καταβάλλεται για τη φύλαξη αντικειμένων σε μη ιδιόκτητη αποθήκη: ~ αερολιμένα/ταχυδρομείων/τελωνείων. Βλ. ασφάλιστρα, δασμός, μεταφορικά, φύλακτρα.
5653αποθηκεύω[ἀποθηκεύω] α-πο-θη-κεύ-ω ρ. (μτβ.) {αποθήκευ-σα, -σει, -τηκε κ. -θηκε, -τεί κ. -θεί, -οντας, -όμενος, -μένος} 1. φυλάσσω σε αποθήκη· συσσωρεύω: ~ εμπορεύματα (πβ. στοκάρω). Επιχειρήσεις που ~ουν, συντηρούν και διακινούν τρόφιμα. ~μένα: καύσιμα/προϊόντα.|| ~ νερό σε δεξαμενές (πβ. μαζεύω, συλλέγω. ANT. εξαντλώ). (ΙΑΤΡ.) Ο οργανισμός ~ει ενέργεια/λίπος (πβ. αποταμιεύει, συγκεντρώνει. ΑΝΤ. καίει). Πβ. εν~.|| (μτφ.) Ο εγκέφαλος ~ει γνώσεις. Πβ. αποθησαυρίζω. 2. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. εγγράφω αρχείο στη μνήμη υπολογιστή ή σε αφαιρούμενο δίσκο: ~ κείμενο/τραγούδια/φωτογραφίες σε σιντί/στον σκληρό δίσκο. Οι αλλαγές δεν ~τηκαν. Πβ. σώζω.|| (διατηρώ δεδομένα:) ~ μηνύματα στο κινητό (ΑΝΤ. διαγράφω, σβήνω). ~μένοι: αριθμοί τηλεφώνου. [< 1: γαλλ. emmagasiner 2: αγγλ. save, 1961]
5654αποθήκη[ἀποθήκη] α-πο-θή-κη ουσ. (θηλ.) {αποθηκών} 1. χώρος φύλαξης εμπορευμάτων ή συγκέντρωσης, διατήρησης αγαθών και άλλων ειδών: εμπορική/φορολογική (: στην οποία φυλάσσονται προϊόντα που επιβαρύνονται με ΕΦΚ) ~. ~ εργοστασίου/καυσίμων/πρώτων υλών/τροφίμων/υλικού. Απογραφή/βιβλίο ~ης. Πβ. ντεπό.|| (Ψυχόμενη) ~ συντήρησης. Διαμέρισμα με γκαράζ και ~. Βλ. ξυλ~, οιν~, σιτ~, υδατ~, φαρμακ~, χορτ~.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ οπλισμού/πυρομαχικών.|| (μτφ.) ~ες σιδήρου (: στον ανθρώπινο οργανισμό· πβ. φερριτίνη). Βλ. -θήκη. 2. επιχείρηση που διαθέτει το εμπόρευμά της κυρ. σε τιμές χονδρικής: ~ ανταλλακτικών/επίπλων/χαρτικών. Είδη σε τιμές ~ης. Πβ. στοκ. ● Υποκ.: αποθηκούλα (η): μικρός βοηθητικός αποθηκευτικός χώρος μέσα ή έξω από το σπίτι. ● ΣΥΜΠΛ.: Γενικές Αποθήκες (επίσ.) : που ανήκουν κυρ. στο Δημόσιο και διατίθενται για αποθήκευση προϊόντων σε περισσότερους του ενός προμηθευτές έναντι καταβολής δικαιώματος. Βλ. αποθηκευτής.|| Oι ~ ~ του Στρατού/της Πολεμικής Αεροπορίας. [< 1: αρχ. ἀποθήκη· πβ. γερμ. Apotheke]
5655αποθηλασμός[ἀποθηλασμός] α-πο-θη-λα-σμός ουσ. (αρσ.): απογαλακτισμός. [< μτγν. ἀποθηλασμός ‘θηλασμός’, γαλλ. ablactation]
5656αποθησαυρίζω[ἀποθησαυρίζω] α-πο-θη-σαυ-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {αποθησαύρι-σα, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, αποθησαυρίζ-οντας} 1. συλλέγω γλωσσικό κυρ. υλικό, για να το συμπεριλάβω σε μελέτη ή κυρ. σε λεξικό: Η ελληνική γλώσσα/ο γλωσσικός πλούτος της .../η σοφία του παρελθόντος ~στηκε σε πέντε τόμους/σιντί. Οι λέξεις/όροι έχουν ~στεί από ιατρικά βιβλία. ~σμένα: κείμενα. Πβ. καταγράφω, σταχυολογώ. Βλ. αποδελτιώνω. 2. συγκεντρώνω, συσσωρεύω πολύτιμα αντικείμενα, στοιχεία: ~ πλούτη. ~ει τεράστια ποσά κάθε χρόνο (πβ. αποταμιεύω). ~σμένο: χρήμα.|| Δεκάδες χειρόγραφα έχουν ~στεί στην Εθνική Βιβλιοθήκη. ~σμένα: κειμήλια/(ιερά) λείψανα. Πβ. μαζεύω.|| (μτφ.) Έχει ~σει γνώσεις ετών. ~σμένη: εμπειρία/πείρα. ~σμένες: μνήμες. [< μτγν. ἀποθησαυρίζω, γαλλ. thésauriser]
5657αποθησαύριση[ἀποθησαύριση] α-πο-θη-σαύ-ρι-ση ουσ. (θηλ.) & αποθησαυρισμός (ο) 1. συλλογή γλωσσικού κυρ. υλικού για την εκπόνηση μελέτης ή τη σύνταξη λεξικού: ~ εκφράσεων/λέξεων/όρων. ~ μαρτυριών/παροιμιών. Πβ. καταγραφή, σταχυολόγηση. Βλ. αποδελτίωση. 2. αποταμίευση, συγκέντρωση: ~ κεφαλαίων (: μετατροπή τους σε απόθεμα)/πλούτου (πβ. συσσώρευση)/υλικών αγαθών/χρυσού.|| (μτφ.) Το έργο του αποτελεί ~ γνώσης/σοφίας. Πβ. αποθησαύρισμα. [< μεσν. αποθησαύρισις, γαλλ. thésaurisation, μτγν. ἀποθησαυρισμός 'αποθήκευση']
5658αποθησαύρισμα[ἀποθησαύρισμα] α-πο-θη-σαύ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {αποθησαυρίσμ-ατα} (λόγ.): αποθησαύριση και συνεκδ. οτιδήποτε αποθησαυρισμένο: γλωσσικό/πνευματικό ~. Ιστορικά/λαογραφικά ~ατα. Έργο που αποτελεί ~ γνώσεων/εμπειριών.
5659αποθνήσκω[ἀποθνήσκω] α-πο-θνή-σκω ρ. (αμτβ.) {απέθανε, αποθάνει, μτχ. αποθαν-ών, -ούσα, -όν} (αρχαιοπρ.): πεθαίνω. ● ΦΡ.: αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων βλ. αλλόφυλος, ο βασιλεύς απέθανε, ζήτω ο βασιλεύς! βλ. βασιλιάς [< αρχ. ἀποθνῄσκω]
5660αποθορυβοποίηση[ἀποθορυβοποίηση] α-πο-θο-ρυ-βο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. τεχνική μείωσης ή εξάλειψης του θορύβου από ηχητικό σήμα: ψηφιακή ~ εικόνας και ήχου. Βλ. -ποίηση.
5661αποθράσυνση[ἀποθράσυνση] α-πο-θρά-συν-ση ουσ. (θηλ.): το αποτέλεσμα του αποθρασύνομαι. Βλ. αποχαλίνωση, ασυδοσία, εκτραχηλισμός. ΑΝΤ. αυτοέλεγχος (1)
5662αποθρασύνω[ἀποθρασύνω] α-πο-θρα-σύ-νω ρ. (μτβ.) {αποθράσυ-νε, αποθρασύ-νθηκε, -μένος, αποθρασυν-όμενος, συνήθ. στην παθ. φωνή} (λόγ.): ωθώ κάποιον να φερθεί με θρασύτητα: Η ανοχή ~ει τους ταραξίες. ● Παθ.: αποθρασύνομαι: γίνομαι θρασύς: Έχεις ~νθεί εντελώς! Πβ. αυθαδιάζω, εκτροχιάζομαι, παραφέρομαι. [< αρχ. ἀποθρασύνομαι]
5663αποθυμιά[ἀποθυμιά] α-πο-θυ-μιά ουσ. (θηλ.) & πεθυμιά (λαϊκό-λογοτ.): έντονη επιθυμία, συνήθ. για πρόσωπο που έχει καιρό κάποιος να συναντήσει· νοσταλγία. [< μεσν. αποθυμιά]
5664αποθυμώ[ἀποθυμῶ] α-πο-θυ-μώ ρ. (μτβ.) {αποθυμ-άς ... | αποθύμ-ησα} & πεθυμώ, πεθύμ-ησα} (λαϊκό-λογοτ.): επιθυμώ πολύ, νοσταλγώ: Σ' ~ησα! [< μεσν. αποθυμώ]
5665αποϊδεολογικοποίηση[ἀποϊδεολογικοποίηση] α-πο-ϊ-δε-ο-λο-γι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποϊδεολογικοποιώ: ~ της πολιτικής. Η ~ και η αποκομματικοποίηση της παιδείας. ΑΝΤ. ιδεολογικοποίηση [< αγγλ. de-ideologization]
5666αποϊδεολογικοποιώ[ἀποϊδεολογικοποιῶ] α-πο-ϊ-δε-ο-λο-γι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {αποϊδεολογικοποιεί | αποϊδεολογικοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: απαλλάσσω από ιδεολογική χροιά: Το κόμμα ~ήθηκε. ΑΝΤ. ιδεολογικοποιώ
5667αποϊδρυματοποίηση[ἀποϊδρυματοποίηση] α-πο-ϊ-δρυ-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & αποϊδρυματισμός (ο): ΨΥΧΟΛ. αποκατάσταση και κοινωνική επανένταξη ατόμων που έχουν νοσηλευτεί για μεγάλο χρονικό διάστημα σε ιδρύματα, συνήθ. μέσω ειδικών προγραμμάτων και υπηρεσιών: ~ παιδιών με αναπηρίες/με νοητική στέρηση. ~ χρόνια πασχόντων από ψυχικά νοσήματα. ΣΥΝ. αποασυλοποίηση ΑΝΤ. ιδρυματοποίηση [< αγγλ. deinstitutionalization, 1955]
5668αποίκησηβλ. αποίκιση

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.