Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [6580-6600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5655αποθηλασμός[ἀποθηλασμός] α-πο-θη-λα-σμός ουσ. (αρσ.): απογαλακτισμός. [< μτγν. ἀποθηλασμός ‘θηλασμός’, γαλλ. ablactation]
5656αποθησαυρίζω[ἀποθησαυρίζω] α-πο-θη-σαυ-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {αποθησαύρι-σα, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, αποθησαυρίζ-οντας} 1. συλλέγω γλωσσικό κυρ. υλικό, για να το συμπεριλάβω σε μελέτη ή κυρ. σε λεξικό: Η ελληνική γλώσσα/ο γλωσσικός πλούτος της .../η σοφία του παρελθόντος ~στηκε σε πέντε τόμους/σιντί. Οι λέξεις/όροι έχουν ~στεί από ιατρικά βιβλία. ~σμένα: κείμενα. Πβ. καταγράφω, σταχυολογώ. Βλ. αποδελτιώνω. 2. συγκεντρώνω, συσσωρεύω πολύτιμα αντικείμενα, στοιχεία: ~ πλούτη. ~ει τεράστια ποσά κάθε χρόνο (πβ. αποταμιεύω). ~σμένο: χρήμα.|| Δεκάδες χειρόγραφα έχουν ~στεί στην Εθνική Βιβλιοθήκη. ~σμένα: κειμήλια/(ιερά) λείψανα. Πβ. μαζεύω.|| (μτφ.) Έχει ~σει γνώσεις ετών. ~σμένη: εμπειρία/πείρα. ~σμένες: μνήμες. [< μτγν. ἀποθησαυρίζω, γαλλ. thésauriser]
5657αποθησαύριση[ἀποθησαύριση] α-πο-θη-σαύ-ρι-ση ουσ. (θηλ.) & αποθησαυρισμός (ο) 1. συλλογή γλωσσικού κυρ. υλικού για την εκπόνηση μελέτης ή τη σύνταξη λεξικού: ~ εκφράσεων/λέξεων/όρων. ~ μαρτυριών/παροιμιών. Πβ. καταγραφή, σταχυολόγηση. Βλ. αποδελτίωση. 2. αποταμίευση, συγκέντρωση: ~ κεφαλαίων (: μετατροπή τους σε απόθεμα)/πλούτου (πβ. συσσώρευση)/υλικών αγαθών/χρυσού.|| (μτφ.) Το έργο του αποτελεί ~ γνώσης/σοφίας. Πβ. αποθησαύρισμα. [< μεσν. αποθησαύρισις, γαλλ. thésaurisation, μτγν. ἀποθησαυρισμός 'αποθήκευση']
5658αποθησαύρισμα[ἀποθησαύρισμα] α-πο-θη-σαύ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {αποθησαυρίσμ-ατα} (λόγ.): αποθησαύριση και συνεκδ. οτιδήποτε αποθησαυρισμένο: γλωσσικό/πνευματικό ~. Ιστορικά/λαογραφικά ~ατα. Έργο που αποτελεί ~ γνώσεων/εμπειριών.
5659αποθνήσκω[ἀποθνήσκω] α-πο-θνή-σκω ρ. (αμτβ.) {απέθανε, αποθάνει, μτχ. αποθαν-ών, -ούσα, -όν} (αρχαιοπρ.): πεθαίνω. ● ΦΡ.: αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων βλ. αλλόφυλος, ο βασιλεύς απέθανε, ζήτω ο βασιλεύς! βλ. βασιλιάς [< αρχ. ἀποθνῄσκω]
5660αποθορυβοποίηση[ἀποθορυβοποίηση] α-πο-θο-ρυ-βο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. τεχνική μείωσης ή εξάλειψης του θορύβου από ηχητικό σήμα: ψηφιακή ~ εικόνας και ήχου. Βλ. -ποίηση.
5661αποθράσυνση[ἀποθράσυνση] α-πο-θρά-συν-ση ουσ. (θηλ.): το αποτέλεσμα του αποθρασύνομαι. Βλ. αποχαλίνωση, ασυδοσία, εκτραχηλισμός. ΑΝΤ. αυτοέλεγχος (1)
5662αποθρασύνω[ἀποθρασύνω] α-πο-θρα-σύ-νω ρ. (μτβ.) {αποθράσυ-νε, αποθρασύ-νθηκε, -μένος, αποθρασυν-όμενος, συνήθ. στην παθ. φωνή} (λόγ.): ωθώ κάποιον να φερθεί με θρασύτητα: Η ανοχή ~ει τους ταραξίες. ● Παθ.: αποθρασύνομαι: γίνομαι θρασύς: Έχεις ~νθεί εντελώς! Πβ. αυθαδιάζω, εκτροχιάζομαι, παραφέρομαι. [< αρχ. ἀποθρασύνομαι]
5663αποθυμιά[ἀποθυμιά] α-πο-θυ-μιά ουσ. (θηλ.) & πεθυμιά (λαϊκό-λογοτ.): έντονη επιθυμία, συνήθ. για πρόσωπο που έχει καιρό κάποιος να συναντήσει· νοσταλγία. [< μεσν. αποθυμιά]
5664αποθυμώ[ἀποθυμῶ] α-πο-θυ-μώ ρ. (μτβ.) {αποθυμ-άς ... | αποθύμ-ησα} & πεθυμώ, πεθύμ-ησα} (λαϊκό-λογοτ.): επιθυμώ πολύ, νοσταλγώ: Σ' ~ησα! [< μεσν. αποθυμώ]
5665αποϊδεολογικοποίηση[ἀποϊδεολογικοποίηση] α-πο-ϊ-δε-ο-λο-γι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποϊδεολογικοποιώ: ~ της πολιτικής. Η ~ και η αποκομματικοποίηση της παιδείας. ΑΝΤ. ιδεολογικοποίηση [< αγγλ. de-ideologization]
5666αποϊδεολογικοποιώ[ἀποϊδεολογικοποιῶ] α-πο-ϊ-δε-ο-λο-γι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {αποϊδεολογικοποιεί | αποϊδεολογικοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: απαλλάσσω από ιδεολογική χροιά: Το κόμμα ~ήθηκε. ΑΝΤ. ιδεολογικοποιώ
5667αποϊδρυματοποίηση[ἀποϊδρυματοποίηση] α-πο-ϊ-δρυ-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & αποϊδρυματισμός (ο): ΨΥΧΟΛ. αποκατάσταση και κοινωνική επανένταξη ατόμων που έχουν νοσηλευτεί για μεγάλο χρονικό διάστημα σε ιδρύματα, συνήθ. μέσω ειδικών προγραμμάτων και υπηρεσιών: ~ παιδιών με αναπηρίες/με νοητική στέρηση. ~ χρόνια πασχόντων από ψυχικά νοσήματα. ΣΥΝ. αποασυλοποίηση ΑΝΤ. ιδρυματοποίηση [< αγγλ. deinstitutionalization, 1955]
5668αποίκησηβλ. αποίκιση
5669αποικία[ἀποικία] α-ποι-κί-α ουσ. (θηλ.) 1. (παλαιότ.-συχνά με κεφαλ. το αρχικό Α) χώρα που καταλαμβάνεται από άλλη ισχυρότερη και ελέγχεται από αυτή οικονομικά, πολιτικά και διοικητικά: Οι πρώην ~ες της Αγγλίας/Γαλλίας. Ο αγώνας των ~ών για ανεξαρτησία. Πβ. κτήση.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Η χώρα δεν θα μεταβληθεί σε ~ των ξένων δυνάμεων. Πβ. προτεκτοράτο. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. πόλη-κράτος που ίδρυε η μητρόπολη σε ζωτικής, συνήθ. εμπορικής, σημασίας περιοχές: δωρικές/ιωνικές ~ες. Οι ελληνικές ~ες στη Μ. Ασία. Βλ. κληρουχία, παροικία. 3. το σύνολο των ζώων ή μικροοργανισμών του ίδιου είδους που διαβιούν μαζί σε συγκεκριμένο περιβάλλον: (ΟΙΚΟΛ.) ~ ερωδιών/κοραλλιών/μελισσών/μυρμηγκιών.|| (ΒΙΟΛ.) Μικροβιακές ~ες. ~ες βακτηρίων/κυττάρων/μυκήτων. [< αρχ. ἀποικία, γαλλ. colonie]
5670αποικιακός, ή, ό [ἀποικιακός] α-ποι-κι-α-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την αποικία: ~ός: ζυγός. ~ή: διοίκηση/εξάπλωση (= αποικισμός)/κυριαρχία. ~ό: κράτος. ~οί: πόλεμοι. ~ές: δυνάμεις/χώρες. Βλ. αντι~, μητροπολιτικός. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) που δημιουργεί καθεστώς εξάρτησης και ελέγχου από ισχυρότερη χώρα: Ρύθμιση/συνθήκη/σχέσεις ~ού τύπου/χαρακτήρα. Συμφωνία με ~ούς όρους. ● Ουσ.: αποικιακά (τα) (παρωχ.): (ενν. είδη, προϊόντα) που εισάγονται από τις αποικίες (καφές, κακάο, τσάι, μπαχαρικά): (παλαιότ. σε ταμπέλες παντοπωλείων:) Εδώδιμα ~. Βλ. εξωτικός. [< γαλλ. colonial]
5671αποικίζω[ἀποικίζω] α-ποι-κί-ζω ρ. (μτβ.) {αποίκι-σε, αποικί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, σπάν. -σμένος} 1. ιδρύω αποικία: (παλαιότ.) Νησιά/παράλια που ~στηκαν (κατά την αρχαιότητα) από αιολικά/δωρικά/ιωνικά φύλα.|| (κατ’ επέκτ.) Γίνονται προσπάθειες να ~στεί το Διάστημα. Πβ. αποικώ. Βλ. επ-, μετ-οικίζω. 2. ΒΙΟΛ. (για διακριτή ομάδα μικροβίων) εγκαθίσταμαι στον οργανισμό: Βακτήρια που ~ουν τη φυσιολογική χλωρίδα του δέρματος. [< αρχ. ἀποικίζω, γαλλ. coloniser]
5672αποικιοκράτης[ἀποικιοκράτης] α-ποι-κι-ο-κρά-της ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: εκπρόσωπος του αποικιοκρατικού καθεστώτος ή γενικότ. η διοικητική Αρχή μιας αποικίας: οι παλιοί/πρώην ~ες. Bλ. έποικος, νεο~, -κράτης. [< αγγλ. colonialist]
5673αποικιοκρατία[ἀποικιοκρατία] α-ποι-κι-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): το καθεστώς της πολιτικής και οικονομικής επικυριαρχίας μιας ισχυρής χώρας σε ασθενέστερη· συνεκδ. η περίοδος κατά την οποία ίσχυσε: απελευθέρωση από την ~.|| Κατά την ~ ... Βλ. αποικιοποίηση, ιμπεριαλισμός, νεο~, -κρατία. [< αγγλ. colonialism]
5674αποικιοκρατικός, ή, ό [ἀποικιοκρατικός] α-ποι-κι-ο-κρα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αποικιοκρατία: ~ός: ζυγός. ~ό: καθεστώς. Βλ. ιμπεριαλιστικός.|| (κατ' επέκτ.-αρνητ. συνυποδ.) ~ές: συμβάσεις/συμφωνίες. Βλ. αντι~, νεο~. ● επίρρ.: αποικιοκρατικά

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.