| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5675 | αποικιοποίηση | [ἀποικιοποίηση] α-ποι-κι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): επιβολή αποικιοκρατικού καθεστώτος από ισχυρότερη χώρα σε ασθενέστερη: αγώνας ενάντια στην ~. Βλ. ιμπεριαλισμός, -ποίηση. ΑΝΤ. αποαποικιοποίηση [< γαλλ. colonisation] | |
| 5676 | αποίκιση | [ἀποίκιση] α-ποί-κι-ση ουσ. (θηλ.) & αποίκηση 1. ίδρυση αποικίας: ~ νησιών.|| (κατ' επέκτ.) ~ του Άρη. ΣΥΝ. αποικισμός 2. ΒΙΟΛ. (για ομάδα μικροβίων) εγκατάσταση στον οργανισμό: βακτηριακή ~. [< 1: μτγν. ἀποίκησις 2: γαλλ. colonisation] | |
| 5677 | αποικισμός | [ἀποικισμός] α-ποι-κι-σμός ουσ. (αρσ.): αποίκιση. Βλ. -ισμός. [< αρχ. ἀποικισμός] | |
| 5678 | αποικιστής | [ἀποικιστής] α-ποι-κι-στής ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} 1. (για άτομο ή κράτος) ιδρυτής αποικίας. Βλ. έποικος. 2. ΒΙΟΛ. κάθε μικρόβιο διακριτής ομάδας μικροοργανισμών: ~ές του γαστρεντερικού συστήματος. [< 1: μτγν. ἀποικιστής, γαλλ. colonisateur 2: αγγλ. colonist] | |
| 5679 | αποικιστικός | , ή, ό [ἀποικιστικός] α-ποι-κι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αποίκιση: ~ή: αποστολή/εξάπλωση. ~ά: κέντρα. [< γαλλ. colonisateur] | |
| 5680 | αποικοδόμηση | [ἀποικοδόμηση] α-ποι-κο-δό-μη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΧ. χημική διάσπαση των σύνθετων μορίων οργανικής ύλης σε απλούστερα (συνήθ. από βακτήρια και μύκητες): θερμική ~. ~ οργανικών ρύπων/πλαστικών/των υδατανθράκων. Υλικά ανθεκτικά στην ~. Πβ. απο-δόμηση, -σύνθεση, κομποστο-, λιπασματο-, χουμο-ποίηση. Βλ. βιο~. 2. ΧΗΜ. χημική αντίδραση κατά την οποία το μόριο μιας οργανικής ένωσης διασπάται σε μόρια με λιγότερα άτομα άνθρακα: ~ των αμινοξέων/των πρωτεϊνών/της χιτίνης. Σύνθεση και ~ του γλυκογόνου. Πβ. αποδόμηση. [< γερμ. Abbau] | |
| 5681 | αποικοδομήσιμος | , η, ο [ἀποικοδομήσιμος] α-ποι-κο-δο-μή-σι-μος επίθ.: ΒΙΟΧ. που μπορεί να υποστεί αποικοδόμηση: ~ες: ενώσεις/ουσίες. ~α: πολυμερή. Βραδέως/δύσκολα/εύκολα/μη ~α υλικά. Βλ. βιο~. [< γερμ. abbaubar] | |
| 5682 | αποικοδομητής | [ἀποικοδομητής] α-ποι-κο-δο-μη-τής ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ. μικροοργανισμός, βακτήριο ή μύκητας, που προκαλεί αποικοδόμηση. [< αγγλ. decomposer] | |
| 5683 | αποικοδομώ | [ἀποικοδομῶ] α-ποι-κο-δο-μώ ρ. (μτβ.) {αποικοδομ-εί ..., αποικοδόμ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: προκαλώ αποικοδόμηση: (ΒΙΟΧ.) Βακτήρια/μικροοργανισμοί/μύκητες που ~ούν κάθε νεκρή οργανική ύλη. Πλαστικά που δεν ~ούνται.|| (ΧΗΜ.) Οξέα/ουσίες/πρωτεΐνες που ~ούνται σε ... (από ένζυμα). [< αρχ. ἀποικοδομῶ 'εμποδίζω την έξοδο με τοίχο', γερμ. abbauen] | |
| 5684 | άποικος | [ἄποικος] ά-ποι-κος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {αποίκ-ου | -ων, συνήθ. στον πληθ.} 1. αυτός που ζει σε αποικία ή μετέχει σε αποικιστική αποστολή: (ΙΣΤ.) Οι πρώτοι Έλληνες ~οι που εγκαταστάθηκαν στη Σικελία. Βλ. αποικιοκράτης, έποικος. 2. ΒΙΟΛ. αποικιστής: ~οι του ανώτερου αναπνευστικού/του εντερικού σωλήνα. [< 1: αρχ. ἄποικος] | |
| 5685 | αποικώ | [ἀποικῶ] α-ποι-κώ ρ. (μτβ.) {αποικ-είς ... | αποίκ-ησα, -είται, -ήθηκε}: αποικίζω. [< αρχ. ἀποικῶ] | |
| 5686 | άποιος | [ἄποιος] ά-ποι-ος επίθ.: ΙΑΤΡ. μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: άποιος διαβήτης: διαταραχή στον άξονα υπόφυση-νεφροί που χαρακτηρίζεται από αδυναμία του οργανισμού να ελέγχει το επίπεδο υγρών, κυρ. ύδατος, στο αίμα και στα ούρα, πολυδιψία και πολυουρία. Βλ. σακχαρώδης διαβήτης. [< αγγλ. diabetes insipidus] [< αρχ. ἄποιος] | |
| 5687 | αποκαθαίρω | [ἀποκαθαίρω] α-πο-κα-θαί-ρω ρ. (μτβ.) {αποκαθ-ήρε, -άρει, -άρθηκε, -αρθεί, -αρμένος} (λόγ.): καθαρίζω κάτι εντελώς, το απαλλάσσω από αρνητικά στοιχεία: Η νηστεία έχει σκοπό να ~άρει το σώμα και το πνεύμα (πβ. εξαγνίζω). Τα λόγια του ~ουν την ψυχή (πβ. λυτρώνω). Επιλογές που ~ουν το πολιτικό σύστημα (βλ. εξυγιαίνω). Λιτός τρόπος γραφής ~αρμένος (= απαλλαγμένος) από την υπερβολή. ΑΝΤ. μολύνω (3) [< αρχ. ἀποκαθαίρω] | |
| 5688 | αποκάθαρση | [ἀποκάθαρση] α-πο-κά-θαρ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πλήρης απομάκρυνση αρνητικών στοιχείων, εξαγνισμός: σωματική/ψυχική ~. ~ του δημόσιου βίου/των θεσμών/του κόμματος από αναχρονιστικά στοιχεία. [< αρχ. ἀποκάθαρσις] | |
| 5689 | αποκαθηλώνω | [ἀποκαθηλώνω] α-πο-κα-θη-λώ-νω ρ. (μτβ.) {αποκαθήλω-σε, αποκαθηλώ-θηκε, -μένος, αποκαθηλών-οντας} (λόγ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) 1. (μτφ.) καθαιρώ, αποπέμπω και κατ' επέκτ. απαξιώνω, απομυθοποιώ: ~θηκε (= ξηλώθηκε) από την ηγεσία του κόμματος.|| Τα σύμβολα του πολιτισμού ~ονται, αντί να διαφυλάσσονται. Πρώτα κατασκευάζουν είδωλα και μετά τα ~ουν. ANT. εξιδανικεύω, θεο-, μυθο-ποιώ. 2. ξεκρεμώ, ξεκαρφώνω, κατεβάζω: Το γλυπτό/ο πίνακας ~θηκε εν μία νυκτί λόγω των αντιδράσεων που προκάλεσε.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Το σώμα του Χριστού ~θηκε από τον Σταυρό. [< μτγν. ἀποκαθηλῶ] | |
| 5690 | αποκαθήλωση | [ἀποκαθήλωση] α-πο-κα-θή-λω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Α) το κατέβασμα του νεκρού σώματος του Χριστού από τον σταυρό· η σχετική τελετή το πρωί της Μ. Παρασκευής· συνεκδ. η αναπαράσταση του συγκεκριμένου γεγονότος στην τέχνη: η Αγία ~. Η ~ του Εσταυρωμένου/Κυρίου.|| Η ακολουθία/αναπαράσταση της ~ης.|| "~", έργο του μεγάλου ζωγράφου ... Βλ. πιετά. 2. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) καθαίρεση, αποπομπή· κατ' επέκτ. απαξίωση, απομυθοποίηση: ~ από την ηγεσία του κόμματος. Πβ. ξήλωμα.|| ~ ειδώλων/ηρώων. 3. (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.) ξεκρέμασμα, κατέβασμα: ~ κεραίας/πίνακα (από έκθεση). [< μεσν. αποκαθήλωσις] | |
| 5691 | αποκαθιστώ | [ἀποκαθιστῶ] α-πο-κα-θι-στώ ρ. (μτβ.) {αποκαθιστ-άς ... | αποκατέστη-σε κ. αποκατάστη-σε, αποκαταστή-σει, αποκαθίστ-αται, αποκαταστά-θηκα (λόγ.) απεκαταστάθη, αποκαταστα-θεί, μτχ. αποκατεστη-μένος κ. αποκαταστημένος, αποκαθιστ-ώντας} 1. επαναφέρω σε λειτουργία· επισκευάζω, επιδιορθώνω: Η βλάβη/η επικοινωνία/η ζημιά/η κυκλοφορία/η συγκοινωνία (: επανήλθε στην κανονική ροή)/η σύνδεση/το πρόβλημα ~ηκε άμεσα/μερικώς/σταδιακά.|| (για κτίσμα ή μνημείο) ~ την πρόσοψη κτιρίου (πβ. ανακαινίζω). ~ηκε η μονή (= αναστηλώθηκε)/ο πίνακας (= αναπαλαιώθηκε). 2. φέρνω στην αρχική ομαλή ή συνήθη κατάσταση: (μτφ.) ~θηκε η αλήθεια/η δημοκρατία (ΑΝΤ. βλάπτω)/η ειρήνη/το κύρος της εταιρείας (ΑΝΤ. πλήττω, τραυματίζω)/η τάξη (ΑΝΤ. διασαλεύω). ~θηκαν οι σχέσεις των δύο χωρών (ΑΝΤ. διαταράσσω). ~ώντας τη νομιμότητα/την πραγματικότητα. Κοιτάζει να ~ήσει την τιμή και την υπόληψή του (βλ. περισώσει).|| Δεν ~θηκε ακόμα η ακοή/η υγεία του (= δεν ανάρρωσε, δεν θεραπεύτηκε).|| (ΦΙΛΟΛ.) ~ ένα κείμενο/χειρόγραφο (: στην πρώτη του μορφή, προτού υποστεί φθορές, αλλοιώσεις). 3. (μτφ.) παρέχω υλική ή κοινωνική εξασφάλιση: Ζήτησαν από την κυβέρνηση να ~σει τα θύματα της καταστροφής (: να τα αποζημιώσει).|| Τελειώνουν τη σχολή και προσπαθούν να ~θούν επαγγελματικά (: να βρουν δουλειά).|| Δεν έχει ακόμα ~σει τα παιδιά/τις κόρες του (: τακτοποιήσει επαγγελματικά ή παντρέψει).|| (παρωχ. για άνδρα που διατηρεί σχέση με γυναίκα:) Πρέπει να την ~σεις/να ~σεις την τιμή της (: να την παντρευτείς)! ● βλ. αποκατεστημένος [< μτγν. ἀποκαθιστῶ, γαλλ. restaurer, rétablir] | |
| 5692 | αποκαΐδι | [ἀποκαΐδι] α-πο-κα-ΐ-δι ουσ. (ουδ.) {αποκαΐδ-ια, κυρ. στον πληθ.}: ό,τι έχει μείνει κυρ. από καμένο ξύλο ή άλλα υλικά: τα ~ια της φωτιάς.|| (μτφ.) Τα ~ια μιας ζωής. Πβ. απομεινάρι. ● ΦΡ.: στάχτες/στάχτη κι αποκαΐδια: για πλήρη καταστροφή, συνήθ. από φωτιά: Η πύρινη λαίλαπα άφησε πίσω της μόνο ~ ~. | |
| 5693 | αποκαλυπτήρια | [ἀποκαλυπτήρια] α-πο-κα-λυ-πτή-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {αποκαλυπτηρί-ων} 1. επίσημη εκδήλωση για την αποκάλυψη μνημείου ή έργου τέχνης· κατ' επέκτ. παρουσίαση νέου προϊόντος: τελετή ~ων προτομής. Έγιναν τα ~ του αγάλματος.|| ~ για το νέο μοντέλο αυτοκινήτου. 2. (μτφ.-ειρων.) δημοσιοποίηση μυστικού, ανήθικης πράξης ή υποκριτικής συμπεριφοράς: τα ~ του σκανδάλου. Οι μάσκες έπεσαν και έγιναν τα ~. Πβ. ξεσκέπασμα. [< γαλλ. dévoilement] | |
| 5694 | αποκαλυπτικός | , ή, ό [ἀποκαλυπτικός] α-πο-κα-λυ-πτι-κός επίθ. 1. που φέρνει στο φως άγνωστα στοιχεία ή μυστικές πληροφορίες: ~ός: διάλογος. ~ή: έρευνα/κατάθεση/μελέτη. ~ό: άρθρο/βιβλίο/βίντεο/δελτίο (ειδήσεων)/δημοσίευμα/ρεπορτάζ. ~ές: δηλώσεις/συζητήσεις/φωτογραφίες. ~ά: έγγραφα/ντοκουμέντα/στοιχεία. Κείμενο ~ό για τις προθέσεις/(λόγ.) των σκέψεων του συγγραφέα. Βλ. δηλωτικός, διαφωτιστικός.|| (για πρόσ.) Ήταν ~ και εξομολογητικός στην τελευταία του συνέντευξη. 2. (για γυναικείο συνήθ. ένδυμα) που αφήνει ακάλυπτα μέρη του σώματος: ~ό: μίνι/μπλουζάκι/ντεκολτέ (πβ. ανοιχτό)/ντύσιμο. Πβ. προκλητικός, τολμηρός. Βλ. άσεμνος, σκανδαλιστικός. 3. ΘΕΟΛ. που έχει σχέση με κείμενα που κάνουν λόγο για το τέλος του κόσμου και ειδικότ. την Αποκάλυψη του Ιωάννη: η (ιουδαϊκή/χριστιανική) ~ή γραμματεία/φιλολογία. Βλ. προφητικός. ● επίρρ.: αποκαλυπτικά [< μτγν. ἀποκαλυπτικός 2: αγγλ. revealing 3: αγγλ. apocalyptic, γαλλ. apocalyptique] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ