| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5669 | αποικία | [ἀποικία] α-ποι-κί-α ουσ. (θηλ.) 1. (παλαιότ.-συχνά με κεφαλ. το αρχικό Α) χώρα που καταλαμβάνεται από άλλη ισχυρότερη και ελέγχεται από αυτή οικονομικά, πολιτικά και διοικητικά: Οι πρώην ~ες της Αγγλίας/Γαλλίας. Ο αγώνας των ~ών για ανεξαρτησία. Πβ. κτήση.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Η χώρα δεν θα μεταβληθεί σε ~ των ξένων δυνάμεων. Πβ. προτεκτοράτο. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. πόλη-κράτος που ίδρυε η μητρόπολη σε ζωτικής, συνήθ. εμπορικής, σημασίας περιοχές: δωρικές/ιωνικές ~ες. Οι ελληνικές ~ες στη Μ. Ασία. Βλ. κληρουχία, παροικία. 3. το σύνολο των ζώων ή μικροοργανισμών του ίδιου είδους που διαβιούν μαζί σε συγκεκριμένο περιβάλλον: (ΟΙΚΟΛ.) ~ ερωδιών/κοραλλιών/μελισσών/μυρμηγκιών.|| (ΒΙΟΛ.) Μικροβιακές ~ες. ~ες βακτηρίων/κυττάρων/μυκήτων. [< αρχ. ἀποικία, γαλλ. colonie] | |
| 5670 | αποικιακός | , ή, ό [ἀποικιακός] α-ποι-κι-α-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την αποικία: ~ός: ζυγός. ~ή: διοίκηση/εξάπλωση (= αποικισμός)/κυριαρχία. ~ό: κράτος. ~οί: πόλεμοι. ~ές: δυνάμεις/χώρες. Βλ. αντι~, μητροπολιτικός. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) που δημιουργεί καθεστώς εξάρτησης και ελέγχου από ισχυρότερη χώρα: Ρύθμιση/συνθήκη/σχέσεις ~ού τύπου/χαρακτήρα. Συμφωνία με ~ούς όρους. ● Ουσ.: αποικιακά (τα) (παρωχ.): (ενν. είδη, προϊόντα) που εισάγονται από τις αποικίες (καφές, κακάο, τσάι, μπαχαρικά): (παλαιότ. σε ταμπέλες παντοπωλείων:) Εδώδιμα ~. Βλ. εξωτικός. [< γαλλ. colonial] | |
| 5671 | αποικίζω | [ἀποικίζω] α-ποι-κί-ζω ρ. (μτβ.) {αποίκι-σε, αποικί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, σπάν. -σμένος} 1. ιδρύω αποικία: (παλαιότ.) Νησιά/παράλια που ~στηκαν (κατά την αρχαιότητα) από αιολικά/δωρικά/ιωνικά φύλα.|| (κατ’ επέκτ.) Γίνονται προσπάθειες να ~στεί το Διάστημα. Πβ. αποικώ. Βλ. επ-, μετ-οικίζω. 2. ΒΙΟΛ. (για διακριτή ομάδα μικροβίων) εγκαθίσταμαι στον οργανισμό: Βακτήρια που ~ουν τη φυσιολογική χλωρίδα του δέρματος. [< αρχ. ἀποικίζω, γαλλ. coloniser] | |
| 5672 | αποικιοκράτης | [ἀποικιοκράτης] α-ποι-κι-ο-κρά-της ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: εκπρόσωπος του αποικιοκρατικού καθεστώτος ή γενικότ. η διοικητική Αρχή μιας αποικίας: οι παλιοί/πρώην ~ες. Bλ. έποικος, νεο~, -κράτης. [< αγγλ. colonialist] | |
| 5673 | αποικιοκρατία | [ἀποικιοκρατία] α-ποι-κι-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): το καθεστώς της πολιτικής και οικονομικής επικυριαρχίας μιας ισχυρής χώρας σε ασθενέστερη· συνεκδ. η περίοδος κατά την οποία ίσχυσε: απελευθέρωση από την ~.|| Κατά την ~ ... Βλ. αποικιοποίηση, ιμπεριαλισμός, νεο~, -κρατία. [< αγγλ. colonialism] | |
| 5674 | αποικιοκρατικός | , ή, ό [ἀποικιοκρατικός] α-ποι-κι-ο-κρα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αποικιοκρατία: ~ός: ζυγός. ~ό: καθεστώς. Βλ. ιμπεριαλιστικός.|| (κατ' επέκτ.-αρνητ. συνυποδ.) ~ές: συμβάσεις/συμφωνίες. Βλ. αντι~, νεο~. ● επίρρ.: αποικιοκρατικά | |
| 5675 | αποικιοποίηση | [ἀποικιοποίηση] α-ποι-κι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): επιβολή αποικιοκρατικού καθεστώτος από ισχυρότερη χώρα σε ασθενέστερη: αγώνας ενάντια στην ~. Βλ. ιμπεριαλισμός, -ποίηση. ΑΝΤ. αποαποικιοποίηση [< γαλλ. colonisation] | |
| 5676 | αποίκιση | [ἀποίκιση] α-ποί-κι-ση ουσ. (θηλ.) & αποίκηση 1. ίδρυση αποικίας: ~ νησιών.|| (κατ' επέκτ.) ~ του Άρη. ΣΥΝ. αποικισμός 2. ΒΙΟΛ. (για ομάδα μικροβίων) εγκατάσταση στον οργανισμό: βακτηριακή ~. [< 1: μτγν. ἀποίκησις 2: γαλλ. colonisation] | |
| 5677 | αποικισμός | [ἀποικισμός] α-ποι-κι-σμός ουσ. (αρσ.): αποίκιση. Βλ. -ισμός. [< αρχ. ἀποικισμός] | |
| 5678 | αποικιστής | [ἀποικιστής] α-ποι-κι-στής ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} 1. (για άτομο ή κράτος) ιδρυτής αποικίας. Βλ. έποικος. 2. ΒΙΟΛ. κάθε μικρόβιο διακριτής ομάδας μικροοργανισμών: ~ές του γαστρεντερικού συστήματος. [< 1: μτγν. ἀποικιστής, γαλλ. colonisateur 2: αγγλ. colonist] | |
| 5679 | αποικιστικός | , ή, ό [ἀποικιστικός] α-ποι-κι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αποίκιση: ~ή: αποστολή/εξάπλωση. ~ά: κέντρα. [< γαλλ. colonisateur] | |
| 5680 | αποικοδόμηση | [ἀποικοδόμηση] α-ποι-κο-δό-μη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΒΙΟΧ. χημική διάσπαση των σύνθετων μορίων οργανικής ύλης σε απλούστερα (συνήθ. από βακτήρια και μύκητες): θερμική ~. ~ οργανικών ρύπων/πλαστικών/των υδατανθράκων. Υλικά ανθεκτικά στην ~. Πβ. απο-δόμηση, -σύνθεση, κομποστο-, λιπασματο-, χουμο-ποίηση. Βλ. βιο~. 2. ΧΗΜ. χημική αντίδραση κατά την οποία το μόριο μιας οργανικής ένωσης διασπάται σε μόρια με λιγότερα άτομα άνθρακα: ~ των αμινοξέων/των πρωτεϊνών/της χιτίνης. Σύνθεση και ~ του γλυκογόνου. Πβ. αποδόμηση. [< γερμ. Abbau] | |
| 5681 | αποικοδομήσιμος | , η, ο [ἀποικοδομήσιμος] α-ποι-κο-δο-μή-σι-μος επίθ.: ΒΙΟΧ. που μπορεί να υποστεί αποικοδόμηση: ~ες: ενώσεις/ουσίες. ~α: πολυμερή. Βραδέως/δύσκολα/εύκολα/μη ~α υλικά. Βλ. βιο~. [< γερμ. abbaubar] | |
| 5682 | αποικοδομητής | [ἀποικοδομητής] α-ποι-κο-δο-μη-τής ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ. μικροοργανισμός, βακτήριο ή μύκητας, που προκαλεί αποικοδόμηση. [< αγγλ. decomposer] | |
| 5683 | αποικοδομώ | [ἀποικοδομῶ] α-ποι-κο-δο-μώ ρ. (μτβ.) {αποικοδομ-εί ..., αποικοδόμ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: προκαλώ αποικοδόμηση: (ΒΙΟΧ.) Βακτήρια/μικροοργανισμοί/μύκητες που ~ούν κάθε νεκρή οργανική ύλη. Πλαστικά που δεν ~ούνται.|| (ΧΗΜ.) Οξέα/ουσίες/πρωτεΐνες που ~ούνται σε ... (από ένζυμα). [< αρχ. ἀποικοδομῶ 'εμποδίζω την έξοδο με τοίχο', γερμ. abbauen] | |
| 5684 | άποικος | [ἄποικος] ά-ποι-κος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {αποίκ-ου | -ων, συνήθ. στον πληθ.} 1. αυτός που ζει σε αποικία ή μετέχει σε αποικιστική αποστολή: (ΙΣΤ.) Οι πρώτοι Έλληνες ~οι που εγκαταστάθηκαν στη Σικελία. Βλ. αποικιοκράτης, έποικος. 2. ΒΙΟΛ. αποικιστής: ~οι του ανώτερου αναπνευστικού/του εντερικού σωλήνα. [< 1: αρχ. ἄποικος] | |
| 5685 | αποικώ | [ἀποικῶ] α-ποι-κώ ρ. (μτβ.) {αποικ-είς ... | αποίκ-ησα, -είται, -ήθηκε}: αποικίζω. [< αρχ. ἀποικῶ] | |
| 5686 | άποιος | [ἄποιος] ά-ποι-ος επίθ.: ΙΑΤΡ. μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: άποιος διαβήτης: διαταραχή στον άξονα υπόφυση-νεφροί που χαρακτηρίζεται από αδυναμία του οργανισμού να ελέγχει το επίπεδο υγρών, κυρ. ύδατος, στο αίμα και στα ούρα, πολυδιψία και πολυουρία. Βλ. σακχαρώδης διαβήτης. [< αγγλ. diabetes insipidus] [< αρχ. ἄποιος] | |
| 5687 | αποκαθαίρω | [ἀποκαθαίρω] α-πο-κα-θαί-ρω ρ. (μτβ.) {αποκαθ-ήρε, -άρει, -άρθηκε, -αρθεί, -αρμένος} (λόγ.): καθαρίζω κάτι εντελώς, το απαλλάσσω από αρνητικά στοιχεία: Η νηστεία έχει σκοπό να ~άρει το σώμα και το πνεύμα (πβ. εξαγνίζω). Τα λόγια του ~ουν την ψυχή (πβ. λυτρώνω). Επιλογές που ~ουν το πολιτικό σύστημα (βλ. εξυγιαίνω). Λιτός τρόπος γραφής ~αρμένος (= απαλλαγμένος) από την υπερβολή. ΑΝΤ. μολύνω (3) [< αρχ. ἀποκαθαίρω] | |
| 5688 | αποκάθαρση | [ἀποκάθαρση] α-πο-κά-θαρ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πλήρης απομάκρυνση αρνητικών στοιχείων, εξαγνισμός: σωματική/ψυχική ~. ~ του δημόσιου βίου/των θεσμών/του κόμματος από αναχρονιστικά στοιχεία. [< αρχ. ἀποκάθαρσις] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ