| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5695 | αποκαλύπτω | [ἀποκαλύπτω] α-πο-κα-λύ-πτω ρ. (μτβ.) {αποκάλυ-ψε, -φθηκε (λόγ. απεκαλύφθη, μτχ. (σπάν.) αποκαλυ-φθείς, -φθείσα, -φθέν), αποκαλύπτ-οντας} 1. φανερώνω, δημοσιοποιώ κρυφά, μυστικά στοιχεία: Τα προσωπικά σας στοιχεία δεν ~ονται σε τρίτους (πβ. γνωστο-, κοινο-ποιώ). Όπως ~φθηκε (= έγινε γνωστό) από έρευνα ... Δεν ~ει λεπτομέρειες/τα μελλοντικά του σχέδια/την ηλικία της/τις προθέσεις του (πβ. μαρτυρώ, προδίδω). Δεν μας ~ψε τον πραγματικό λόγο της αποχώρησής του (πβ. εκμυστηρεύομαι. ΑΝΤ. αποσιωπώ). ~φθηκε η απάτη/ο ένοχος (πβ. ξεσκεπάζω. ΑΝΤ. κουκουλώνω, θάβω, συγκαλύπτω). ~φθηκε ότι έχουν γίνει παρανομίες. ~οντας την αλήθεια.|| (ΙΑΤΡ.) Η εξέταση ~ψε (= έδειξε) μεταστάσεις. ΑΝΤ. αποκρύπτω, καλύπτω (8) 2. εμφανίζω, παρουσιάζω, φέρνω στο φως κάτι κρυμμένο: Οι ανασκαφές ~ψαν αρχαία πόλη/επιγραφές. ~φθηκαν μυκηναϊκοί τάφοι. ~φθέντα μνημεία.|| Ο δήμαρχος ~ψε την προτομή (= έκανε τα αποκαλυπτήρια).|| Ρούχα που ~ουν, αντί να καλύπτουν. Μετά τη στροφή μπροστά μας ~εται η θάλασσα καταγάλανη. ● Παθ.: αποκαλύπτομαι 1. ΘΕΟΛ. (για τον Θεό) φανερώνομαι στους ανθρώπους: Ο Κύριος ~φθηκε στους προφήτες.|| Ο ~φθείς λόγος του Θεού. Η ~φθείσα αλήθεια/γνώση. 2. (μτφ.-προφ.) αναγνωρίζω την αξία κάποιου, εκφράζω θαυμασμό: ~ μπροστά στις γνώσεις του! Πβ. βγάζω το καπέλο, υποκλίνομαι. 3. ΣΤΡΑΤ. (ως παράγγελμα) βγάζω το πηλήκιο ως ένδειξη σεβασμού ή σε επιθεώρηση: ~φθείτε! ΑΝΤ. καλυφθείτε! [< μτγν. ἀποκαλύπτομαι] [< αρχ. ἀποκαλύπτω, γαλλ. révéler, αγγλ. reveal] | |
| 5696 | αποκάλυψη | [ἀποκάλυψη] α-πο-κά-λυ-ψη ουσ. (θηλ.) 1. φανέρωση, γνωστοποίηση κρυφών, μυστικών στοιχείων: απίστευτες/αποκλειστικές/δημόσιες/σοβαρές/συγκλονιστικές/συνταρακτικές ~ύψεις. ~ παραβάσεων/παράνομων δραστηριοτήτων/προσωπικών δεδομένων/των πτυχών μιας ιστορίας. ~ της αλήθειας/της απάτης/της ταυτότητας (ενός προσώπου)/του δολοφόνου/του περιεχομένου μιας συνομιλίας (πβ. δημοσιοποίηση, κοινοποίηση). Γαϊτανάκι/καταιγισμός/κύμα/μπαράζ/πλήθος/σωρεία/χιονοστιβάδα/χορός ~ύψεων. Αποτροπή/παρεμπόδιση των ~ύψεων. Στον απόηχο των ~ύψεων (για το σκάνδαλο). Έκανε/προέβη σε/προχώρησε σε ~ύψεις. ~-βόμβα/σοκ για ... Μετά τις πρόσφατες ~ύψεις ... Νέες ~ύψεις είδαν το/ήρθαν στο φως της δημοσιότητας. Σάλο προκάλεσε η ~ (της εφημερίδας) ότι .../για τη δράση του κυκλώματος. ΑΝΤ. απόκρυψη (1) 2. εμφάνιση, παρουσίαση: ~ των ερειπίων (αρχαίας πόλης)/του μνημείου. Βλ. ανακάλυψη.|| Τελετή ~ης προτομής (= αποκαλυπτήρια).|| (ΓΕΩΛ.) ~ κοιτάσματος/πετρώματος (στην επιφάνεια της Γης).|| (ΙΑΤΡ.) (Χειρουργική) ~ αγγείων/αρτηρίας/φλέβας. ~ της οδοντίνης/του πολφού. 3. (εμφατ., για κάτι εντυπωσιακό) ευχάριστη έκπληξη: η ~ της βραδιάς/της χρονιάς/του αιώνα! Ο νέος ηθοποιός είναι μεγάλη ~. 4. ΘΕΟΛ. η φανέρωση του θελήματος του Θεού στον άνθρωπο μέσα από ενορατικές εμπειρίες ή γεγονότα· ειδικότ. (με κεφαλ. το αρχικό Α) ονομασία του τελευταίου βιβλίου της Καινής Διαθήκης που αποδίδεται στον Ευαγγελιστή Ιωάννη και έχει εσχατολογικό-προφητικό περιεχόμενο: θεία/θεϊκή ~. ~ του Αγίου Πνεύματος/του Κυρίου (πβ. επιφάνεια). Αλήθεια/γνώση/σοφία εξ ~ύψεως.|| H ~ του Ιωάννη/του Ιωάννου. Το νησί της ~ης (: η Πάτμος). Το θηρίο/τέρας της ~ης/~ύψεως (και μτφ.-υβριστ.).|| (μτφ.) Μετά τον σεισμό ακολούθησαν εικόνες/σκηνές ~ης (= βιβλικής καταστροφής). [< μτγν. ἀποκάλυψις, γαλλ.-αγγλ. apocalypse, γαλλ. révélation] | |
| 5697 | αποκαλώ | [ἀποκαλῶ] α-πο-κα-λώ ρ. (μτβ.) {αποκαλ-είς ... | αποκάλ-εσα, -ούμαι, αποκλή-θηκε (προφ.) αποκαλ-έστηκε, (λόγ.) απεκλή-θη, αποκλη-θεί, αποκαλ-ώντας} (λόγ.): αποδίδω χαρακτηρισμό σε κάποιον ή κάτι, ονομάζω: Mια κοινωνία που θέλει να ~είται πολιτισμένη πρέπει … (= αυτοαποκαλείται, λέγεται, χαρακτηρίζεται). Τον ~εσε ψεύτη. ~ώντας με προδότη. Ιαπωνία, η χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου, όπως κοινώς/συνήθως ~είται. Βλ. προσ-αγορεύω, -φωνώ. ● Μτχ.: αποκαλούμενος , η, ο: Οι οπαδοί της θεωρίας, οι ~οι και ... (γραφειοκρ.) Το Υπουργείο ... ~ο εφεξής "Αναθέτουσα Αρχή". (ειρων.) Οι ~οι (= δήθεν/λεγόμενοι) "φίλοι" του, τον πρόδωσαν. Πβ. επονομαζόμενος. [< αρχ. ἀποκαλῶ] | |
| 5698 | αποκάνω | [ἀποκάνω] α-πο-κά-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {απόκα-μα (σπανιότ. απόκα-να, λόγ. απέκαμα), αποκά-μει (κ. αποκά-νει), αποκαμω-μένος} (λαϊκό) 1. εξαντλούμαι απο την κούραση: ~μα από τις δουλειές (= ξεθεώθηκα, ψόφησα). ~με να τρέχει. Ο πυρετός την ~νε. ΣΥΝ. αποσταίνω 2. φτάνω σε κάποιο αποτέλεσμα: Τι ~μες τελικά με το θέμα ...; Βλ. απογίνομαι. ● Μτχ.: αποκαμωμένος , η, ο: κουρασμένος, εξαντλημένος σωματικά ή ψυχικά: ~η από τα βάσανα/τις στενοχώριες/τις ταλαιπωρίες. [< μεσν. αποκάνω, αρχ. ἀποκάμνω] | |
| 5699 | αποκαρδιώνω | [ἀποκαρδιώνω] α-πο-καρ-δι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {αποκαρδίω-σε, -σει, -θηκα, -θεί, -μένος} (λόγ.): κάνω κάποιον να χάσει το θάρρος του, να απογοητευτεί εντελώς: Η ήττα της ομάδας ~σε τους παίκτες. ~θηκαν από τις συνεχείς αποτυχίες (= τους κόπηκαν τα φτερά). Αισθάνεται ~μένος. Πβ. απελπίζω, αποθαρρύνω, πτοώ. ΑΝΤ. εγκαρδιώνω, εμψυχώνω (1) [< γαλλ. écœurer] | |
| 5700 | αποκαρδίωση | [ἀποκαρδίωση] α-πο-καρ-δί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το αποτέλεσμα του αποκαρδιώνω. Πβ. απογοήτευση, αποθάρρυνση. ΑΝΤ. εγκαρδίωση, εμψύχωση (1) | |
| 5701 | αποκαρδιωτικός | , ή, ό [ἀποκαρδιωτικός] α-πο-καρ-δι-ω-τι-κός επίθ.: που προκαλεί αποκαρδίωση: ~ός: απολογισμός. ~ή: εικόνα/εμφάνιση (παικτών)/κατάσταση. ~ό: θέαμα/κλίμα. Πβ. απογοητευτ-, αποθαρρυντ-ικός. ΑΝΤ. εγκαρδιωτικός, εμψυχωτικός ● επίρρ.: αποκαρδιωτικά [< γαλλ. écœurant] | |
| 5702 | αποκαταστάθηκα | βλ. αποκαθιστώ | |
| 5703 | αποκατάσταση | [ἀποκατάσταση] α-πο-κα-τά-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. επαναφορά σε λειτουργία· επισκευή, επιδιόρθωση: άμεση/επείγουσα/σταδιακή/ταχεία ~. ~ της βλάβης/της επικοινωνίας/της κυκλοφορίας/του προβλήματος (πβ. αντιμετώπιση, επίλυση)/της σύνδεσης. Δαπάνες/έργα/κόστος ~ης των ζημιών.|| (συνήθ. για χώρο, κτίσμα, έργο τέχνης) Αρχιτεκτονική/περιβαλλοντική/τεχνική ~ (πβ. ανακατασκευή, αναμόρφωση, ανάπλαση). ~ δρόμου/υγρότοπου/χωματερών. ~ εικόνας (πβ. συντήρηση)/μνημείου/Μονής (πβ. αναπαλαίωση, αναστήλωση). Βλ. βιο~. 2. επαναφορά στην αρχική ομαλή ή συνήθη κατάσταση: (ΙΑΤΡ.) καρδιο-αναπνευστική/κινητική/μυϊκή/μυοσκελετική/νευρολογική/ουρολογική/φυσική/ψυχιατρική/ψυχική ~. ~ κακώσεων/παθήσεων. Φυσική ιατρική και ~. Πλήρης ~ της υγείας. ~ μαθησιακών δυσκολιών. ~ αναπήρων. Χειρουργική ~ μαστού (με ενθέματα σιλικόνης). Πβ. θεραπεία.|| (συνεκδ.) Αισθητικές/οδοντικές (π.χ. γέφυρες, στεφάνες)/πλαστικές ~άσεις.|| (ΦΙΛΟΛ.) ~ του κειμένου/χειρογράφου (ενν. στην πιθανολογούμενη πρώτη μορφή).|| (μτφ.) ~ της αλήθειας/της δημοκρατίας/της ειρήνης/του κύρους/της μνήμης (των αγωνιστών)/της τάξης/της φήμης (κάποιου). ~ στην εξουσία (= επάνοδος). Ζητά την ~ του ονόματός/της τιμής του. 3. (μτφ.) υλική ή κοινωνική εξασφάλιση: ηθική/στεγαστική ~. ~ των περιουσιών. ~ των θυμάτων της καταστροφής (πβ. αποζημίωση). ~ των ακτημόνων/σεισμόπληκτων.|| Εργασιακή ~ συμβασιούχων. Δυνατότητες/προοπτικές επαγγελματικής ~ης. Πβ. τακτοποίηση.|| ~ της κόρης του (= γάμος, παντρειά). [< 1, 2: αρχ. ἀποκατάστασις, γαλλ. restauration, rétablissement, rehabilitation 2: αγγλ. rehabilitation] | |
| 5704 | αποκαταστατικός | , ή, ό [ἀποκαταστατικός] α-πο-κα-τα-στα-τι-κός επίθ.: που έχει ως σκοπό την αποκατάσταση: (ΝΟΜ.) ~ή: νομοθεσία. Διατάξεις με αμιγώς ~ό χαρακτήρα.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: θεραπεία. ~ά: μέσα. ● ΣΥΜΠΛ.: αποκαταστατική δικαιοσύνη & επανορθωτική δικαιοσύνη : ΝΟΜ. διαδικασία με την οποία τα εμπλεκόμενα σε μία υπόθεση μέρη αποφασίζουν από κοινού για τον τρόπο επίλυσης της διαφοράς, συνήθ. με κάποιας μορφής διαμεσολάβηση. [< μτγν. ἀποκαταστατικός, γαλλ. réparateur, αγγλ. restorative] | |
| 5705 | αποκατεστημένος | , η, ο [ἀποκατεστημένος] α-πο-κα-τε-στη-μέ-νος επίθ. & (προφ.) αποκαταστημένος 1. εξασφαλισμένος επαγγελματικά, με σταθερή δουλειά και ικανοποιητικό μισθό: οικονομικά ~. Πβ. τακτοποιημένος. 2. που έχει επανέλθει στην αρχική, κανονική του μορφή: ~η: όψη (κτιρίου). ~ο: αγγείο (από θραύσματα· πβ. συγκολλημένο)/μνημείο (πβ. αναστηλωμένο)/νεοκλασικό (πβ. αναπαλαιωμένο)/οίκημα. Χώρος πλήρως ~ (πβ. ανακαινισμένος). Πβ. επισκευασμένος.|| ~η: κόπια (της ταινίας). ~ο: βίντεο.|| (ΦΙΛΟΛ.) ~ο: χειρόγραφο. 3. παντρεμένος. ● βλ. αποκαθιστώ | |
| 5706 | αποκατέστησα | βλ. αποκαθιστώ | |
| 5707 | αποκάτω | [ἀποκάτω] α-πο-κά-τω επίρρ. & από κάτω: κάτω από: (συνήθ. πλεοναστ. αντί του κάτω) ~ απ' την καρέκλα. Χώθηκε ~ απ' τις κουβέρτες. Στο τραπέζι ~. Αυτοί που κάθονται ~ (: στον κάτω όροφο, κάτω από εμάς).|| (προφ.) Πόσους έχεις ~ σου (: πόσους έχεις στη δικαιοδοσία σου);|| (προφ.-ως επίθ.) Ο ~ δρόμος. Πβ. παρακάτω. ΑΝΤ. αποπάνω (1) ● Ουσ.: αποκάτω (ο/η): ένοικος διαμερίσματος του κάτω ορόφου. ● ΦΡ.: βρίσκομαι/είμαι/νιώθω αποκάτω: είμαι/νιώθω αδικημένος: ~ μονίμως/πάντα (στην) ~ (= ριγμένος)., με παίρνει από κάτω/αποκάτω βλ. κάτω [< μεσν. αποκάτω] | |
| 5710 | αποκεντροποίηση | [ἀποκεντροποίηση] α-πο-κε-ντρο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): αποκέντρωση: ενέργειες (διοικητικής/χρηματοοικονομικής) ~ης. Μέτρα για την (πλήρη/σταδιακή) ~ της παραγωγής. Βλ. -ποίηση. | |
| 5711 | απόκεντρος | , η, ο [ἀπόκεντρος] α-πό-κε-ντρος επίθ.: που βρίσκεται έξω από το κέντρο μιας περιοχής, περιφερειακός: ~η: θέση. Διαμέρισμα σε ~ο σημείο της πόλης (ΑΝΤ. κομβικό, πολυσύχναστο). Ενίσχυση των ~ων περιφερειών (πβ. δυσπρόσιτος). ~α, μακρινά μέρη (πβ. απόμερα). ΑΝΤ. κεντρικός (1) ● επίρρ.: απόκεντρα ● ΣΥΜΠΛ.: κέντρο απόκεντρο βλ. κέντρο [< μτγν. ἀπόκεντρος] | |
| 5712 | αποκεντρώνω | [ἀποκεντρώνω] α-πο-κε-ντρώ-νω ρ. (μτβ.) {αποκέντρω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, αποκεντρών-οντας, αποκεντρω-μένος}: (συνήθ. με αναφορά στην Tοπική Αυτοδιοίκηση) μεταφέρω αρμοδιότητες από το κέντρο στην περιφέρεια. ● Μτχ.: αποκεντρωμένος , η, ο: ~ος: θεσμός.~η: Διοίκηση. ~η: διαχείριση (αποβλήτων)/δράση/συνεργασία. ~οι: οργανισμοί (της Ευρωπαϊκής Ένωσης). ~ες: μονάδες (Υγείας και Πρόνοιας)/Υπηρεσίες. ~α: όργανα. Πβ. αποκεντρωτικός. [< γαλλ. décentraliser] | |
| 5714 | αποκεντρωτικός | , ή, ό [ἀποκεντρωτικός] α-πο-κε-ντρω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αποκέντρωση: ~ή: διοίκηση (πβ. συμμετοχική)/πολιτική. ~ό: σύστημα οργάνωσης. ~οί: θεσμοί. Πβ. αποκεντρωμένος. ΑΝΤ. συγκεντρωτικός (2) ● επίρρ.: αποκεντρωτικά | |
| 5715 | αποκεφαλίζω | [ἀποκεφαλίζω] α-πο-κε-φα-λί-ζω ρ. (μτβ.) {αποκεφάλι-σε, -στηκε κ. -σθηκε, -σμένος} ΣΥΝ. καρατομώ 1. (κυρ. παλαιότ., ως ποινή κατάδικου) κόβω το κεφάλι: ~σαν τους αιχμαλώτους. ~σμένα: πτώματα. 2. (μτφ.) καταργώ, συνήθ. με απαξιωτικό τρόπο, την ηγεσία υπηρεσίας, οργάνωσης: Ο υπουργός ~στηκε λόγω του σκανδάλου. Πβ. αποπέμπω, εκδιώκω, ξηλώνω. [< 1: μτγν. ἀποκεφαλίζω 2: γαλλ. décapiter] | |
| 5716 | αποκεφαλισμός | [ἀποκεφαλισμός] α-πο-κε-φα-λι-σμός ουσ. (αρσ.) & αποκεφάλιση (η) ΣΥΝ. καρατόμηση 1. (κυρ. παλαιότ., ως ποινή κατάδικου) θανάτωση με κόψιμο του κεφαλιού: δημόσιος ~. ~οί αιχμαλώτων/ομήρων. Εκτέλεση/θάνατος/τιμωρία διά ~ού/με ~ό. Βλ. ακρωτηριασμός, απαγχονισμός, γκιλοτίνα, ικρίωμα.|| ~ του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή. ~οί μαρτύρων. 2. (μτφ.) αιφνιδιαστική και συνήθ. ταπεινωτική απομάκρυνση ηγετικού στελέχους από αξίωμα ή θέση: ~ του αρχηγού/του διευθυντή/της ηγεσίας. Μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου/την εκλογική ήττα άρχισαν οι ~οί. Πβ. αποπομπή, εκδίωξη, ξήλωμα, παύση. Βλ. -ισμός. [< 1: μτγν. ἀποκεφαλισμός, γαλλ. décapitation] | |
| 5717 | αποκήρυξη | [ἀποκήρυξη] α-πο-κή-ρυ-ξη ουσ. (θηλ.) 1. δημόσια άρνηση ή αποδοκιμασία μιας θέσης ή ενός προσώπου: ~ μιας ιδεολογίας (πβ. απάρνηση)/της συνθήκης. Δήλωση ~ης και καταδίκης του πολέμου. Έκκληση/συμφωνία για ~ της βίας.|| (ΝΟΜ.) ~ ευθυνών (πβ. αποποίηση). (παλαιότ.) ~ τέκνου (πβ. αποκλήρωση, προσβολή της πατρότητας). 2. ΕΚΚΛΗΣ. αφορισμός, αναθεματισμός. [< μτγν. ἀποκήρυξις, γαλλ. désaveu] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ