Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [6640-6660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5718αποκηρύσσω[ἀποκηρύσσω] α-πο-κη-ρύσ-σω ρ. (μτβ.) {αποκήρυ-ξε, -χθηκε κ. -χτηκε, -γμένος, αποκηρύσσ-οντας} 1. εκφράζω δημόσια την αποδοκιμασία μου για θέση ή πρόσωπo: ~ μια ιδεολογία (πβ. απαρνιέμαι). ~ τη βία/την τρομοκρατία (πβ. καταδικάζω). ~γμένα: έργα/ποιήματα (: που απορρίφθηκαν από τον ίδιο τον δημιουργό). ΑΝΤ. επιδοκιμάζω.|| (ΝΟΜ.) ~ξαν τις ευθύνες τους (= τις αποποιήθηκαν). (παλαιότ.) ~ξε το παιδί του (= το αποκλήρωσε). 2. ΕΚΚΛΗΣ. αφορίζω, αναθεματίζω: ~χθηκε ως αιρετικός. Πβ. απόβλητος, αποσυνάγωγος. [< αρχ. ἀποκηρύσσω, γαλλ. désavouer]
5719αποκλεισμός[ἀποκλεισμός] α-πο-κλει-σμός ουσ. (αρσ.) 1. απαγόρευση εισόδου, εξόδου, διέλευσης, διακοπή της επικοινωνίας με τον έξω κόσμο: δίωρος/συμβολικός ~ της κυκλοφορίας από τους αγρότες (πβ. μπλόκο). ~ του λιμένα/της πρεσβείας από τους διαδηλωτές. ~ της περιοχής από τους αστυνομικούς (βλ. περικύκλωση). Πβ. κλείσιμο, μπλοκάρισμα.|| ~ των ορεινών χωριών από την κακοκαιρία.|| Γεωγραφικός ~ του νησιού. Βλ. άγονη γραμμή.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αναδυόμενων παραθύρων. 2. στέρηση του δικαιώματος συμμετοχής, εξαίρεση: αδικαιολόγητος/αυθαίρετος ~. Οικονομικός (πβ. εμπάργκο)/πολιτικός/σχολικός/τεχνολογικός/ψηφιακός ~. ~ υποψηφίου από τις εξετάσεις (πβ. κόψιμο).|| (ΑΘΛ.) Οριστικός/προσωρινός ~ από τους αγώνες. Του επιβλήθηκε ~ ενός χρόνου για χρήση αναβολικών (: ως ποινή). ~ της ομάδας από τον τελικό (: λόγω ήττας). 3. ΣΤΡΑΤ. (σε περίοδο πολέμου) παρεμπόδιση από εχθρική δύναμη της επικοινωνίας μιας περιοχής με άλλες, ώστε να μην υπάρχει δυνατότητα ανεφοδιασμού: αεροπορικός/ηπειρωτικός/θαλάσσιος/ναυτικός/στρατιωτικός/χερσαίος ~. ~ των λιμανιών/της πόλης. ~ από τον στόλο/στρατό. ~ από αέρος/θαλάσσης/ξηράς. Τα πλοία (δι)έσπασαν τον ~ό. Πβ. πολιορκία. 4. απόρριψη πιθανότητας: ~ του ενδεχόμενου να παραιτηθεί. ~ κάθε σκέψης για ανακωχή.|| ~ ευθύνης για ζημίες. 5. ΙΑΤΡ. διαταραχή των διεγέρσεων που προκαλούν τις συστολές της καρδιάς· απόφραξη, αναισθησία μιας περιοχής: καρδιακός/κολποκοιλιακός ~.|| Παρασπονδυλικός ~. ~ νεύρων. ● ΣΥΜΠΛ.: αμοιβαίος αποκλεισμός: ΠΛΗΡΟΦ. συνθήκη που εμποδίζει την παράλληλη εκτέλεση κρίσιμων τμημάτων δύο διεργασιών: ~ ~ με χρήση λογισμικού. [< αγγλ. mutual exclusion] , ανταγωνιστικός αποκλεισμός: ΟΙΚΟΛ. αδυναμία συνύπαρξης επ’ αόριστον δύο ειδών στην ίδια οικοθέση λόγω περιορισμένων πόρων, με αποτέλεσμα τον αφανισμό ή την απομάκρυνσή τους. || (ΒΙΟΧ.). ~ ~ παθογόνων μικροοργανισμών. [< αγγλ. competitive exclusion] , εμπορικός αποκλεισμός: ΟΙΚΟΝ. διακοπή των εμπορικών συναλλαγών μιας ή περισσότερων χωρών με άλλη, κυρ. για πολιτικούς λόγους: ~ ~ (κατά) της .../μεταφορών (Διεθνούς δικτύου). Ήρθη (εντελώς) ο ~ ~. Αποφασίστηκε/επιβλήθηκε ~ ~ στις εισαγωγές προϊόντων από ... Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή/ο ΟΗΕ απείλησε την ... με ~ό ~ό. Πβ. μποϊκοτάζ. ΣΥΝ. εμπάργκο (1), κοινωνικός αποκλεισμός & κοινωνική απομόνωση : περιθωριοποίηση ευαίσθητων κοινωνικά ομάδων: ~ ~ μεταναστών/τοξικομανών/τσιγγάνων/ψυχικά άρρωστων. Άτομα που υφίστανται ~ό ~ό. Βλ. γκετοποίηση. ΑΝΤ. ενσωμάτωση, κοινωνική ένταξη [< μτγν. ἀποκλεισμός, γαλλ.-αγγλ. exclusion 3: γαλλ. blocus 5: αγγλ. block]
5720αποκλειστικός, ή, ό [ἀποκλειστικός] α-πο-κλει-στι-κός επίθ. 1. που ανήκει σε έναν και μόνο ή σε μικρή ομάδα του συνόλου· που έχει ή αποτελεί ειδικό προνόμιο κυρ. εμπορίας ή εκμετάλλευσης: ~ή: άδεια λειτουργίας/(εργασιακή) απασχόληση/κυριότητα (πβ. πλήρης)/προσφορά/συμφωνία/συνεργασία/σχέση/χορηγία/χρήση. ~ό: δικαίωμα/συμβόλαιο. ~ές: συμβάσεις. ~ά: καθήκοντα. Έχω την ~ή (βλ. ειδική, ιδιαίτερη) αρμοδιότητα/ευθύνη του ... (πβ. απόλυτη).|| (ΕΜΠΟΡ.) ~ός: διανομέας/δικαιούχος/εισαγωγέας/προμηθευτής. ~ή: διάθεση (προϊόντος). ~οί: δικαιούχοι. Πβ. μοναδικός. 2. ΔΗΜΟΣΙΟΓΡ. που προβάλλεται από ένα μόνο μέσο ενημέρωσης ως δημοσιογραφική επιτυχία: ~ή: συνέντευξη. ~ό: βίντεο/ντοκουμέντο/ρεπορτάζ. ~ές: δηλώσεις/ειδήσεις/εικόνες/φωτογραφίες. Ο σταθμός διατηρεί/εξασφάλισε τα ~ά δικαιώματα μετάδοσης των αγώνων. Σύμφωνα με εμπιστευτικές και ~ές πληροφορίες ...|| (ως ουσ.) Σούπερ ~ό (πβ. αποκλειστικότητα)! ● επίρρ.: αποκλειστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Το θέμα αφορά ~ εμένα και κανέναν άλλον. Πβ. μόνο. ● ΣΥΜΠΛ.: αποκλειστική αδελφή/νοσοκόμα & (προφ.) αποκλειστική {σπάν. αποκλειστικός νοσοκόμος}: που αναλαμβάνει επ' αμοιβή την φροντίδα ενός και μόνο ασθενή, συνήθ. που δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί: Βάζω/παίρνω ~., αποκλειστική οικονομική ζώνη βλ. οικονομικός, αποκλειστικός αντιπρόσωπος βλ. αντιπρόσωπος, αποκλειστικός θηλασμός βλ. θηλασμός ● ΦΡ.: απλώς και μόνο/αποκλειστικά και μόνο/μόνο και μόνο βλ. μόνο [< γαλλ. exclusif]
5721αποκλειστικότητα[ἀποκλειστικότητα] α-πο-κλει-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. αποκλειστικό δικαίωμα, συνήθ. εμπορίας ή εκμετάλλευσης: πλήρης ~. ~ συνεργασίας. ~ (πνευματικών/συγγραφικών) δικαιωμάτων (= κοπιράιτ). Άδεια/παροχή/συμβόλαιο ~ας. Η εταιρεία απέκτησε/εξασφάλισε/έχει/πήρε την ~ της εισαγωγής/πώλησης των προϊόντων του εργοστασίου. Πβ. μονοπώλιο, προνόμιο.|| (ειδικότ.) Του το ξεκαθάρισε ότι θέλει ~ (βλ. μονογαμική σχέση). 2. ΔΗΜΟΣΙΟΓΡ. θέμα που παρουσιάζεται από ένα μόνο κανάλι, ραδιοφωνικό σταθμό ή έντυπο, συνήθ. ως αποκάλυψη: μουσικές ~ες και συνεντεύξεις. Η είδηση-βόμβα ήταν άλλη μια ~ του σταθμού (πβ. λαβράκι). Έχουμε εξασφαλίσει την ~ του βίντεο (= αποκλειστική μετάδοση). Δείτε τα συγκλονιστικά στιγμιότυπα σε παγκόσμια ~! Βλ. -ότητα. ● ΦΡ.: σε/(λόγ.) κατ' αποκλειστικότητα: με αποκλειστικό τρόπο: διάθεση/διανομή ~ ~ (= αποκλειστικά και μόνο) από τα καταστήματά μας. Υπηρεσίες που έχουν ανατεθεί ~ ~ στην .../προσφέρονται ~ ~ από την ... [< γαλλ. exclusivité]
5722αποκλείω[ἀποκλείω] α-πο-κλεί-ω ρ. (μτβ.) {απέκλεισα (προφ.) απόκλει-σα, αποκλεί-σει, αποκλεί-στηκα (λόγ.) -σθηκα, αποκλει-στεί, -σμένος, αποκλεί-οντας} 1. εμποδίζω την είσοδο, την έξοδο, τη διέλευση, διακόπτω την επικοινωνία περιοχών: Αστυνομικές δυνάμεις ~σαν τη Βουλή. Διαμαρτυρόμενοι αγρότες έχουν ~σει με τρακτέρ την εθνική οδό (πβ. κλείνω)/την κυκλοφορία. Πβ. μπλοκάρω.|| Το χωριό ~στηκε από τα χιόνια. Παρέμειναν ~σμένοι για ώρες στα αυτοκίνητά τους. Πόλη ~σμένη από τη θάλασσα (: χωρίς πρόσβαση). ~σμένοι: δρόμοι/κάτοικοι.|| (ΣΤΡΑΤ., σε περίοδο πολέμου:) Ο στόλος ~σε το λιμάνι (: έκοψε τον ανεφοδιασμό). 2. δεν συμπεριλαμβάνω, εξαιρώ· στερώ τη δυνατότητα συμμετοχής, απορρίπτω: Έχει ~σει τα γλυκά από τη διατροφή του (πβ. κόβω). Υποψήφιοι που θα ~στούν από τα ψηφοδέλτια (πβ. αφήνω απέξω, εξαιρώ, θέτω εκτός).|| (ΑΘΛ.) Ο αθλητής ~στηκε λόγω .../για πειθαρχικό παράπτωμα. Η ομάδα ~στηκε από τον τελικό/στα προκριματικά (: λόγω ήττας).|| Κοινωνικά ~σμένος (= απομονωμένος, περιθωριοποιημένος). Άτομα με κινητικά προβλήματα ~σμένα από την αγορά εργασίας. 3. θεωρώ απίθανο, ανέφικτο: Τα στοιχεία παρατίθενται κατά τρόπο που ~ει οποιαδήποτε αμφισβήτησή τους. Έχει ~σει κάθε ενδεχόμενο συνεργασίας (πβ. απορρίπτω). ~σαν εκ των προτέρων/κατηγορηματικά/ρητά κάθε σχετική συζήτηση.|| (+ δεν) Δεν το ~ (καθόλου) να έρθει. Ο πρωθυπουργός δεν ~σε πιθανό ανασχηματισμό. Το ένα δεν ~ει το άλλο (πβ. ακυρώνω, αναιρώ). ● ΣΥΜΠΛ.: αρχή του αποκλειόμενου τρίτου ή μέσου: ΦΙΛΟΣ. αξίωμα σύμφωνα με το οποίο μεταξύ δύο αντιφατικών προτάσεων ή εννοιών η μία είναι αληθής και η άλλη ψευδής χωρίς να υπάρχει τρίτη εκδοχή. ● ΦΡ.: αποκλείεται να ...: είναι αδύνατον, δεν υπάρχει περίπτωση να ...: ~ ~ αλλάξει γνώμη/μην το είδε/πέφτω έξω/συμβαίνει κάτι τέτοιο.|| ~ ~ του πω τέτοιο πράγμα (= δεν γίνεται, δεν πρέπει)!, αποκλείεται!: (εμφατ., ως απάντηση) για δήλωση κατηγορηματικής άρνησης: - Θα τους ξαναμιλήσεις; - ~ (= σε καμία περίπτωση, με τίποτα)! ~, σου λέω!, δεν αποκλείεται να: είναι πιθανό: ~ έρθει (= ίσως έρθει). - Μήπως έχει γίνει λάθος; - (Τίποτα) δεν αποκλείεται. [< αρχ. ἀποκλείω, γαλλ. exclure]
5723αποκλήθηκεβλ. αποκαλώ
5724απόκληρος[ἀπόκληρος] α-πό-κλη-ρος ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. (για πρόσ.) που βρίσκεται σε κατάσταση οικονομικής και κοινωνικής εξαθλίωσης: Οι ~οι της ζωής/κοινωνίας (= αδικημένοι, παρίες, ΑΝΤ. οι προνομιούχοι)/της τύχης. Άπορος/άστεγος και ~. Πβ. απόβλητος, περιθωριοποιημένος. Βλ. φουκαράς. 2. (σπανιότ.) αποκληρωμένος. [< 2: αρχ. ἀπόκληρος]
5725αποκληρώνω[ἀποκληρώνω] α-πο-κλη-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {αποκλήρω-σε, αποκληρώ-θηκε, -μένος, αποκληρών-οντας} : ΝΟΜ. στερώ από κάποιον, ως διαθέτης, το κληρονομικό του δικαίωμα: ~σε το παιδί του (: με διαθήκη). Πβ. αποκηρύσσω. [< αρχ. ἀποκληρῶ, μεσν. αποκληρώνω]
5726αποκλήρωση[ἀποκλήρωση] α-πο-κλή-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποκληρώνω: ολική (ή μερική)/ρητή (ή σιωπηρή) ~. ~ παιδιού (από τον πατέρα του). ~ γονέα/συζύγου (από τον διαθέτη). ~ για λόγους προνοίας (: όταν ο μεριδιούχος είναι καταχρεωμένος ή ζει άσωτο βίο). Πβ. αποκήρυξη. [< μεσν. αποκλήρωσις]
5727αποκλιμακώνω[ἀποκλιμακώνω] α-πο-κλι-μα-κώ-νω ρ. (μτβ.) {αποκλιμάκω-σε, -θηκε}: μειώνω βαθμιαία την ένταση, αμβλύνω: Οι εξελίξεις αντί να ~ουν, υποδαυλίζουν την κρίση. ~θηκαν οι εξωτερικές πιέσεις/οι πολεμικές επιχειρήσεις. ΑΝΤ. εντείνω.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ονται (= πέφτουν) τα επιτόκια/οι τιμές. Μέτρα για να ~θεί (= ελαττωθεί) ο πληθωρισμός. ΑΝΤ. κλιμακώνω (1) [< αγγλ. de-escalate, 1964]
5728αποκλιμάκωση[ἀποκλιμάκωση] α-πο-κλι-μά-κω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποκλιμακώνω: βαθμιαία/σταδιακή ~ της βίας/έντασης/κρίσης. Μέτρα για την ~ (της ανεργίας). Πβ. άμβλυνση, μετριασμός. Βλ. ύφεση.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ των δαπανών/του ελλείμματος/των επιτοκίων/των τιμών/του χρέους. Πολιτική ~ης του πληθωρισμού. Πβ. μείωση. ΑΝΤ. κλιμάκωση [< αγγλ. de-escalation, 1965]
5729αποκλίνω[ἀποκλίνω] α-πο-κλί-νω ρ. (αμτβ.) {απέκλι-νε (σπάν.) απόκλινε, αποκλί-νει, αποκλίν-ων, -ουσα, -ον, -οντας} : βγαίνω από την πορεία μου, εκτρέπομαι: (ΦΥΣ.) Κινούμενο σώμα που ~ει από την τροχιά του.|| (συνήθ. μτφ.) ~ από το θέμα/το πρόγραμμά μου (πβ. ξεφεύγω). (λόγ. + γεν.) ~νε των αρχικών στοχεύσεων. Πβ. λοξοδρομώ, παρεκκλίνω.|| Απόψεις που ~ουν (= διαφέρουν, διαφοροποιούνται) από την επίσημη γραμμή/μεταξύ τους. Πβ. απέχω, διίσταμαι. ΑΝΤ. συγκλίνω (2) [< αρχ. ἀποκλίνω, γαλλ. dévier, diverger]
5730αποκλίνων, ουσα, ον [ἀποκλίνων] α-πο-κλί-νων επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) που αποκλίνει ή έρχεται σε αντίθεση με κάτι άλλο: ~ουσα: περίπτωση. ~ουσες: τιμές. Μέτρα ~οντα από τον κανονισμό.|| ~ουσες: απόψεις (πβ. διαφορετικές, διιστάμενες). ~οντα: συμφέροντα.|| (ως ουσ.) Το ~ον και το ασυνήθιστο/το παράξενο. 2. που παίρνει πλάγια κλίση· που εκτρέπεται από την πορεία του: ~ουσα: δέσμη (ακτίνων). ~ον: ακροφύσιο/κάτοπτρο.|| (ΙΑΤΡ.) ~ων: στραβισμός.|| (ΟΠΤ.) ~ων: φακός (: που προκαλεί απόκλιση των ακτίνων του φωτός). 3. ΜΑΘ. που δεν έχει πεπερασμένο όριο: ~ουσα: ακολουθία/σειρά. ● ΣΥΜΠΛ.: αποκλίνουσα σκέψη/νόηση: ΨΥΧΟΛ. που χαρακτηρίζεται από ευρηματικότητα και δημιουργικότητα: Ανάπτυξη της ~ας ~ης στους μαθητές. Βλ. συγκλίνουσα σκέψη/νόηση., αποκλίνουσα/παρεκκλίνουσα συμπεριφορά: ΨΥΧΟΛ. που είναι αντίθετη ή διαφορετική σε σχέση με τα κοινωνικώς αποδεκτά πρότυπα. [< αρχ. ἀποκλίνων, γαλλ. déviant, divergent, αγγλ. deviant]
5731απόκλιση[ἀπόκλιση] α-πό-κλι-ση ουσ. (θηλ.) 1. εκτροπή από την αρχική κατεύθυνση· κατ' επέκτ. διαφοροποίηση, συνήθ. από ό,τι θεωρείται γενικά αποδεκτό: ~ ενός σώματος από την τροχιά του. Το πλοίο παρουσίασε ~ από την κανονική του πορεία.|| ~ από τις ιδρυτικές αρχές/τις νομοθετικές διατάξεις/τον στόχο/το χρονοδιάγραμμα. ~ από την πεπατημένη/το φυσιολογικό. Γλωσσικές/κοινωνικές/σεξουαλικές ~ίσεις (= παρεκκλίσεις).|| Εφημερίδα αριστερών/δεξιών ~ίσεων (= προτιμήσεων, τάσεων).|| (αντιπαράθεση, διαφωνία:) Iδεολογικές ~ίσεις (= διαφορές). Ουσιαστικές/σοβαρές ~ίσεις μεταξύ των δύο κρατών στα θέματα της άμυνας (ΑΝΤ. ευθυγράμμιση). Διαπιστώθηκε ~ απόψεων/θέσεων (πβ. διάσταση). ΑΝΤ. σύγκλιση (2) 2. διαφορά μιας τιμής από την καθορισμένη ή αναμενόμενη: μεγάλη/μέγιστη επιτρεπτή/μέση/μικρή/σημαντική/σταθερή/φυσιολογική ~.|| (ΟΙΚΟΔ.-ΑΡΧΙΤ.) ~ μηδέν/της τάξεως των 0,4 mm. ~ της επιφάνειας του δαπέδου. ~ από τις ισχύουσες προδιαγραφές.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ίσεις αποδοτικότητας/πωλήσεων. Ο προϋπολογισμός εμφάνισε/παρουσίασε ~ ... ευρώ/... %. Καταγράφονται ~ίσεις στην τιμή πώλησης της βενζίνης. 3. ΝΑΥΤ. (σε πυξίδα) η γωνία μεταξύ μαγνητικού και πραγματικού βορρά: ανατολική/δυτική ~. Αριστερή/δεξιά ~. ~ σε μοίρες. 4. ΑΣΤΡΟΝ. ουρανογραφική συντεταγμένη για τον προσδιορισμό της θέσης σημείου στην ουράνια σφαίρα· το αντίστοιχο του γεωγραφικού πλάτους: ~ αστέρος. Βλ. ορθή αναφορά. 5. ΜΑΘ. η ιδιότητα ακολουθίας ή σειράς να μη συγκλίνει σε όριο. ● ΣΥΜΠΛ.: μαγνητική απόκλιση: ΦΥΣ. η γωνία που σχηματίζει ο μαγνητικός άξονας με τον άξονα περιστροφής της Γης. [< γαλλ. déclinaison magnétique] , τυπική απόκλιση (συντομ. σ ή s(d)): ΣΤΑΤΙΣΤ. μέτρο της διασποράς των τιμών από τον μέσο όρο: ~ ~ των τιμών ενός δείγματος. Βλ. διακύμανση. [< αγγλ. standard deviation] [< μτγν. ἀπόκλισις, γαλλ. déviation 4: γαλλ. déclinaison]
5732αποκόβωβλ. αποκόπτω
5733αποκοιμιέμαι[ἀποκοιμιέμαι] α-πο-κοι-μιέ-μαι ρ. (αμτβ.) {αποκοιμ-ήθηκα, -ηθεί, -ισμένος} & αποκοιμάμαι: με παίρνει ο ύπνος: Είχε ~ηθεί ακούγοντας μουσική. ~ήθηκε πάνω στο βιβλίο/στο τιμόνι. Τον βρήκαμε ~ισμένο στην πολυθρόνα του. [< μτγν. ἀποκοιμοῦμαι]
5734αποκοιμίζω[ἀποκοιμίζω] α-πο-κοι-μί-ζω ρ. (μτβ.) {αποκοίμι-σα, -σει, -σμένος, αποκοιμίζ-οντας} 1. (μτφ.) αμβλύνω την κριτική ικανότητα κάποιου, αποχαυνώνω: Εκπομπές/προγράμματα που ~ουν την κοινή γνώμη/τον κόσμο/τους θεατές. Πβ. αποβλακώνω, ναρκώνω. 2. (κυρ. για βρέφος ή νήπιο) κάνω να το πάρει ο ύπνος, να κοιμηθεί και κατ' επέκτ. προκαλώ νύστα, υπνηλία: Η μητέρα ~σε το μωρό (πβ. νανουρίζω).|| Ο δυνατός ήλιος ~ει. Ο λόγος του μας ~σε (: βαρεθήκαμε). Πβ. κοιμίζω. ΑΝΤ. αφυπνίζω (2), ξυπνώ (1) [< μτγν. ἀποκοιμίζω]
5735αποκοίμιση[ἀποκοίμιση] α-πο-κοί-μι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) το να καθίσταται κάποιος πνευματικά αδρανής: ~ του εκλογικού σώματος/των μαζών/των συνειδήσεων/του τηλεοπτικού κοινού. Πβ. αποβλάκωση, αποχαύνωση, νάρκωση. 2. το πέρασμα στην κατάσταση του ύπνου: H ~ στο τιμόνι μπορεί να αποβεί μοιραία.
5737αποκόλληση[ἀποκόλληση] α-πο-κόλ-λη-ση ουσ. (θηλ.) 1. απόσπαση σώματος ή υλικού από άλλο, με το οποίο ήταν ενωμένο ή κολλημένο: ~ βράχου. Συγκόλληση και ~ ηλεκτρονικών εξαρτημάτων (βλ. αποσύνδεση). Αποφλοιώσεις/ρηγματώσεις και ~ήσεις. ~ κομματιών επιχρίσματος (από οροφές/τοίχους). ~ και συντήρηση τοιχογραφιών (= αποτοίχιση). Bλ. επικόλληση.|| (ΙΑΤΡ.) ~ του νυχιού (από το δέρμα)/των ούλων (από τα δόντια)/(του) υαλώδους. Διαδικασία ~ης σιαμαίων. Πβ. ξεκόλλημα. ΑΝΤ. κόλληση 2. (μτφ.) αποδέσμευση: ~ από το παρελθόν. ΑΝΤ. προσκόλληση (1) ● ΣΥΜΠΛ.: αποκόλληση (του) αμφιβληστροειδούς: ΙΑΤΡ. διαχωρισμός του αμφιβληστροειδούς από τον χοριοειδή χιτώνα που μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια της όρασης. [< γαλλ. décollement de la rétine] , αποκόλληση πλακούντα: ΙΑΤΡ. αποχωρισμός τμήματος του πλακούντα από το τοίχωμα της μήτρας: πρόωρη ~ ~. Βλ. απόπτωση. [< γαλλ. décollement]
5738αποκολλητικό[ἀποκολλητικό] α-πο-κολ-λη-τι-κό ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. χημικό προϊόν που εφαρμόζεται στην επιφάνεια καλουπιού για να διευκολύνει την αφαίρεσή του: ~ σκυροδέματος. [< γαλλ. agent de décollage]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.