| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5739 | αποκολλώ | [ἀποκολλῶ] α-πο-κολ-λώ ρ. (μτβ.) {αποκολλ-άς ... | αποκόλλ-ησα, -ώμαι, (-άσαι, -άται ...), -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} (λόγ.) ΣΥΝ. ξεκολλώ: διαχωρίζω ένα σώμα από άλλο με το οποίο ήταν ενωμένο ή/και κολλημένο: Ρυμουλκό ~ησε το προσαραγμένο (στα αβαθή) πλοίο. ~ήστε την ταινία από τη συσκευασία. ~ήθηκε τεράστιο παγόβουνο (= αποκόπηκε). Οι πλάκες έχουν ~ηθεί (από την υγρασία) και έχουν πέσει. ~ημένες: ψηφίδες (βλ. επικολλημένες). Πβ. αποσπώ, αποχωρίζω.|| (ΙΑΤΡ.) Ο πλακούντας ~ήθηκε από το τοίχωμα της μήτρας. ~ημένος: αμφιβληστροειδής. [< μτγν. ἀποκολλῶ] | |
| 5740 | αποκομιδή | [ἀποκομιδή] α-πο-κο-μι-δή ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. συλλογή, μεταφορά και απόθεση κυρ. άχρηστων υλικών σε ειδικούς χώρους: μηχανική ~. ~ σκουπιδιών. ~ και διαχείριση των τοξικών αποβλήτων. Κάδοι ~ής μπάζων (πβ. κοντέινερ). Βλ. ανα-, δια-κομιδή. 2. (καταχρ.) συγκέντρωση, αποκόμιση: ~ κερδών. ● ΦΡ.: αποκομιδή και διάθεση απορριμμάτων βλ. απορρίμματα [< 1: μτγν. ἀποκομιδή ‘μεταφορά, αποστολή’] | |
| 5741 | αποκομίζω | [ἀποκομίζω] α-πο-κο-μί-ζω ρ. (μτβ.) {αποκόμι-σα (λόγ.) απεκόμι-σα, αποκομί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, αποκομίζ-οντας} (λόγ.): κερδίζω, αποκτώ, εξασφαλίζω: ~ (οικονομικά) οφέλη/χρήματα. Πβ. εξοικονομώ, προσπορίζομαι. Βλ. συν~.|| (μτφ.) ~ γνώσεις/εμπειρίες. Η αίσθηση/εκτίμηση/εντύπωση που ~σε (= διαμόρφωσε, σχημάτισε) ήταν ... [< αρχ. ἀποκομίζω, γαλλ. récolter, rapporter] | |
| 5742 | αποκόμιση | [ἀποκόμιση] α-πο-κό-μι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εξασφάλιση, απόκτηση: ~ κερδών.|| (μτφ.) ~ γνώσεων/εμπειριών (βλ. συλλογή). ~ συμπερασμάτων (πβ. εξαγωγή). | |
| 5743 | απόκομμα | [ἀπόκομμα] α-πό-κομ-μα ουσ. (ουδ.) {αποκόμμ-ατα}: κομμάτι που έχει αποκοπεί συνήθ. από έντυπο δελτίο, εφημερίδα ή περιοδικό: ~ εισιτηρίου/επιταγής/κατάθεσης/λογαριασμού/πληρωμής (πβ. απόδειξη). ~ από το βιβλιάριο υγείας.|| ~ατα άρθρων/δημοσιευμάτων/επιφυλλίδων. Αρχείο/λεύκωμα ~άτων.|| Ηλεκτρονικά ~ατα (Τύπου). ● ΣΥΜΠΛ.: γραφείο αποκομμάτων (παλαιότ.): επιχείρηση που συγκεντρώνει αποκόμματα διαφόρων δημοσιευμάτων στον Τύπο για λογαριασμό των πελατών της. [< αγγλ. clipping bureau, 1910] [< μτγν. ἀπόκομμα, γαλλ. coupon] | |
| 5744 | αποκομματικοποίηση | [ἀποκομματικοποίηση] α-πο-κομ-μα-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): άρση του κομματισμού, διασφάλιση της ανεξάρτητης λειτουργίας των θεσμών πέρα από κομματικά συμφέροντα: ~ της δημόσιας διοίκησης/του κράτους/της παιδείας. Βλ. αξιοκρατία. ΑΝΤ. κομματικοποίηση | |
| 5745 | αποκομμένος | , η, ο [ἀποκομμένος] α-πο-κομ-μέ-νος επίθ. 1. (για πρόσ.) απομονωμένος: ~ από τους ανθρώπους/το περιβάλλον (πβ. αποξενωμένος). Ζει ~ (= αποτραβηγμένος) από τον κόσμο/την πραγματικότητα. 2. αποκλεισμένος εξαιτίας φυσικών ή τεχνητών εμποδίων: Οδικά δίκτυα/χωριά ~α λόγω της χιονόπτωσης. 3. ανεξάρτητος, χωριστός: Συμβάντα που εξετάζονται ~α από τα αίτια που τα προκάλεσαν. 4. που έχει αποσπαστεί από το σώμα στο οποίο ανήκει: ~α: δέντρα. ● επίρρ.: αποκομμένα [< μεσν. αποκομμένος 'αποτιμημένος'] | |
| 5746 | αποκονίωση | [ἀποκονίωση] α-πο-κο-νί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): απομάκρυνση της σκόνης από τον αέρα: ~ απαερίων/σιλό. Φίλτρα ~ης. [< γαλλ. dépoussiérage, 1908] | |
| 5747 | απόκοντα | [ἀπόκοντα] α-πό-κο-ντα επίρρ. (λαϊκό): από κοντά: Πήγε κι αυτός ~. | |
| 5748 | αποκοπή | [ἀποκοπή] α-πο-κο-πή ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. απομάκρυνση, αφαίρεση τμήματος από το σώμα στο οποίο ανήκει: ~ δαχτύλου/μέλους. Μαρασμός και ~ φύλλων. Φωτογραφικό χαρτί με άκρο ~ής. Πβ. κοπή, κόψιμο.|| (ΜΑΘ.) ~ δεκαδικών ψηφίων. Σφάλμα ~ής (: γίνεται όταν μια πιο σύνθετη μαθηματική έκφραση αντικαθίσταται από μία απλούστερη). Βλ. στρογγυλοποίηση.|| (ΠΛΗΡΟΦ., εντολή απόσπασης επιλεγμένου τμήματος από την αρχική του θέση:) ~ αρχείου/κειμένου/στηλών. Κάνω (κλικ στο κουμπί) "~". Πβ. κατ. Βλ. αντι-, δια-γραφή, επικόλληση. 2. διακοπή, σταμάτημα· απομάκρυνση, απομόνωση: ~ της επικοινωνίας (περιοχών)/της κυκλοφορίας.|| (Βίαιη/πλήρης) ~ του ανθρώπου από το φυσικό του περιβάλλον. ~ από την κοινωνία/την παράδοση/το παρελθόν/την πραγματικότητα/τις ρίζες.|| (ΗΛΕΚΤΡ.-ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) ~ φορτίου (βλ. διακοπή ρεύματος). Φίλτρα ~ής (θορύβου/συχνοτήτων). 3. ΟΙΚΟΝ. αφαίρεση, περικοπή: (για μετοχές) ~ δικαιώματος (: παύει να ισχύει)/μερίσματος. Υποχρεωτικές/χρηματικές ~ές (π.χ. από τον μισθό για ασφαλιστικό ταμείο, αποζημίωση, αποπληρωμή δανείου· πβ. παρακράτηση). 4. ΓΡΑΜΜ. σίγηση του τελικού φωνήεντος μίας λέξης πριν από το αρχικό σύμφωνο της επόμενης: Η πρόθεση "από" παθαίνει ~ (απ' το). Βλ. αφαίρεση, έκθλιψη. ● ΦΡ.: κατ' αποκοπή(ν): με προσδιορισμό εκ των προτέρων της αμοιβής για ένα έργο ή της τιμής για μια ποσότητα αγαθών: ~ ~ τίμημα. Εργασία/πληρωμή ~ ~. Καταβολή ~ ~ ποσού ΦΠΑ. Μηνιαία, περιοδική ή ~ ~ αποζημίωση.|| (μτφ.) Παίρνω κάτι ~ ~ (: ασχολούμαι αποκλειστικά μαζί του). [< αρχ. ἀποκοπή, αγγλ. cut 4: μτγν. ἀποκοπή] | |
| 5749 | αποκόπτω | [ἀποκόπτω] α-πο-κό-πτω ρ. (μτβ.) {απέκο-ψα, αποκό-ψει, αποκό-πηκα, αποκο-πεί, -μμένος, αποκόπτ-οντας} (επίσ.) & (λαϊκό) αποκόβω 1. αφαιρώ τμήμα από το σώμα στο οποίο ανήκει, κόβω: Με τον σεισμό το ακρωτήρι ~πηκε (= αποχωρίστηκε) από τη στεριά. Δεκάδες κλαδιά ~πηκαν από τα δέντρα. Έτοιμο να ~πεί παγόβουνο στην Ανταρκτική. 2. διακόπτω, σταματώ· απομακρύνω κάποιον, κάτι από κάπου, τον απομονώνω: Ο δρόμος (ανεφοδιασμού)/η επικοινωνία ~πηκε.|| Οι ανισόπεδοι κόμβοι ~ουν την πόλη από τη θάλασσα. Έχει ~πεί από τις δραστηριότητές του/το κοινωνικό σώμα/το παρελθόν του/την πραγματικότητα/τους φίλους του. 3. ΟΙΚΟΝ. αφαιρώ, περικόπτω: Η εισφορά/το ποσό/ο φόρος ~εται από τον μισθό (πβ. παρακρατώ). Το μέρισμα θα ~πεί και θα διανεμηθεί. Αναμένεται να ~πεί το δικαίωμα στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου (: να πάψει να ισχύει). 4. (σπάν., στον τ. αποκόβω) απογαλακτίζω. ● Παθ.: αποκόπτεται: ΓΡΑΜΜ. (για φωνήεν στο τέλος λέξης πριν από το αρχικό σύμφωνο άλλης) παθαίνει αποκοπή. [< αρχ. ἀποκόπτω] | |
| 5750 | αποκορύφωμα | [ἀποκορύφωμα] α-πο-κο-ρύ-φω-μα ουσ. (ουδ.): το ύψιστο σημείο, το ανώτατο όριο: το ~ της προσπάθειας (πβ. έπακρο). Το ~ της βραδιάς (πβ. κλου, χάιλαϊτ). Η γιορτή αποτέλεσε το ~ μιας σειράς εκδηλώσεων. (Βρισκόταν/είχε φτάσει) στο ~ της δόξας/σταδιοδρομίας του (πβ. απόγειο, ζενίθ, κολοφώνας, μεσουράνημα, πικ).|| (αρνητ. συνυποδ.) Το ~ της απάτης/του παραλογισμού (= το άκρον άωτον). ΣΥΝ. αποκορύφωση (1) | |
| 5751 | αποκορυφώνω | [ἀποκορυφώνω] α-πο-κο-ρυ-φώ-νω ρ. (μτβ.) {αποκορύφω-σε | -θηκε, -θεί, -μένος, κυρ. μεσοπαθ.} (λόγ.): οδηγώ στο αποκορύφωμα: ~θηκε το γλέντι. Την ημέρα που θα ~θούν οι εορτασμοί ... ΣΥΝ. κορυφώνω (1) ● Μτχ.: αποκορυφωμένος , η, ο: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. που έχει υποστεί αποκορύφωση: (μερικώς/ολικώς) ~α γαλακτοκομικά προϊόντα. Πβ. αποβουτυρωμένος. [< μτγν. ἀποκορυφῶ] | |
| 5752 | αποκορύφωση | [ἀποκορύφωση] α-πο-κο-ρύ-φω-ση ουσ. (θηλ.) 1. αποκορύφωμα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αφαίρεση της κρέμας του γάλακτος κατά την επεξεργασία του, ώστε να είναι χαμηλό σε λιπαρά. Πβ. αποβουτύρωση. Βλ. κορυφολόγος. [< μεσν. αποκορύφωσις 'συγκέντρωση'] | |
| 5753 | απόκοσμος | , η, ο [ἀπόκοσμος] α-πό-κο-σμος επίθ. 1. που μοιάζει να προέρχεται από άλλο κόσμο, με αποτέλεσμα να προκαλεί μεταφυσική εμπειρία: ~η: ατμόσφαιρα/ηρεμία/ομορφιά/μουσική/σιωπή/φωνή. ~ο: μέρος/φως. ~ες: δυνάμεις/εικόνες/μορφές. ~α: πλάσματα. Ανατριχιαστικό/τρομακτικό και ~ο θέαμα. Το βλέμμα του έχει κάτι το σκοτεινό και ~ο. Πβ. αλλόκοτος, αφύσικος, μυστηριώδης, παράξενος. 2. (για πρόσ.) ακοινώνητος, αντικοινωνικός. Πβ. απόμακρος, μοναχικός. ΑΝΤ. κοσμικός (2) ● επίρρ.: απόκοσμα | |
| 5754 | αποκοτιά | [ἀποκοτιά] α-πο-κο-τιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): παράτολμη συμπεριφορά, υπερβολικό θάρρος και συνεκδ. η αντίστοιχη πράξη: νεανική ~. Πβ. απερισκεψία.|| Πλήρωσε την ~ του. Κάνει ~ιές. [< μεσν. αποκοτιά] | |
| 5755 | απόκοτος | , η, ο [ἀπόκοτος] α-πό-κο-τος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): παράτολμος, ριψοκίνδυνος. Πβ. απερίσκεπτος. [< μεσν. απόκοτος] | |
| 5756 | αποκούμπι | [ἀποκούμπι] α-πο-κού-μπι ουσ. (ουδ.) (προφ.): βοήθεια, στήριγμα, καταφύγιο: ~ στις δύσκολες στιγμές. Βρήκε ~ και θαλπωρή στη γυναίκα του. Ο ξενώνας αποτελεί ~ για τους άπορους. Δεν έχω ανάγκη από ~ια. Πβ. αντιστύλι. [< μεσν. αποκουμπώ] | |
| 5757 | αποκρατικοποίηση | [ἀποκρατικοποίηση] α-πο-κρα-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. ιδιωτικοποίηση: Διυπουργική Επιτροπή/πρόγραμμα ~ήσεων. ΑΝΤ. εθνικοποίηση (1), κρατικοποίηση [< γαλλ. dénationalisation, περ. 1950] | |
| 5758 | αποκρατικοποιώ | [ἀποκρατικοποιῶ] α-πο-κρα-τι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {αποκρατικοποι-εί ... | αποκρατικοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} : ιδιωτικοποιώ. ΑΝΤ. εθνικοποιώ (1), κρατικοποιώ [< γαλλ. dénationaliser, 1918] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ