Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [6680-6700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
5759απόκρημνος, η, ο [ἀπόκρημνος] α-πό-κρη-μνος επίθ. (λόγ.): που είναι δύσκολο να τον προσεγγίσει, να τον διαβεί κάποιος: ~ος: γκρεμός/δρόμος. ~η: κορυφή/παραλία/τοποθεσία. ~ο: βουνό. ~ες: ακτές/πλαγιές (= απότομες)/χαράδρες. ~α: βράχια. Ορεινά και ~α μέρη. Πβ. δύσβατος, κρημνώδης.|| (ως ουσ.) Το ~ο της περιοχής. [< αρχ. ἀπόκρημνος]
5760Αποκριά[Ἀποκριά] Α-πο-κριά ουσ. (θηλ.) {Αποκριών (λόγ.) Απόκρεων, συνήθ. στον πληθ.} & Απόκρια & (λόγ.) Απόκρεω {άκλ.} (σπανιότ. με μικρό α): το διάστημα των τριών εβδομάδων του Τριωδίου και ειδικότ. η τελευταία Κυριακή πριν από την Καθαρά Δευτέρα και την έναρξη της νηστείας της Σαρακοστής· κατ' επέκτ. οι εορτασμοί με μεταμφιέσεις και καρναβαλικές εκδηλώσεις κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου: παραδοσιακή ~. Το (τελευταίο) σαββατοκύριακο/τριήμερο της ~άς/των ~ών. Τι θα ντυθείς τις Απόκριες (πβ. καρναβάλι);|| (ευχετ.) Καλή ~! ● ΣΥΜΠΛ.: Κυριακή της Αποκριάς & (λόγ.) της/των Απόκρεω: ΕΚΚΛΗΣ. η Κυριακή της δεύτερης εβδομάδας του Τριωδίου. Πβ. Κρεατινή., Μικρή Αποκριά 1. ανήμερα του Αποστόλου Φιλίππου (14 Νοεμβρίου), την επομένη της οποίας ξεκινά η νηστεία των σαράντα ημερών για τα Χριστούγεννα. 2. η Κυριακή της Αποκριάς. [< μεσν. Aποκριά, Απόκρεως]
5761αποκριάτικος, η, ο [ἀποκριάτικος] α-πο-κρι-ά-τι-κος επίθ.: που έχει σχέση με την Αποκριά: ~ος: χορός. ~η: αμφίεση/παρέλαση. ~ο: γλέντι/ξεφάντωμα/πάρτι. ~ες: μάσκες/στολές. ~α: άρματα/έθιμα/είδη/κοστούμια. Σε ~ους ρυθμούς. Πβ. καρναβαλικός. Βλ. -ιάτικος. ● Ουσ.: αποκριάτικα (τα) 1. ενν. ρούχα, αξεσουάρ, στολίδια: σερπαντίνες, κομφετί και ~. 2. ΛΑΟΓΡ. ενν. τραγούδια με σκωπτικό περιεχόμενο. ● επίρρ.: αποκριάτικα
5762αποκρινής, ής, ές [ἀποκρινής] α-πο-κρι-νής επίθ.: ΦΥΣΙΟΛ. που απεκκρίνει: ~ής: αδένας. ~ής: μεταπλασία. ~ές: καρκίνωμα. ~ή: κύτταρα. [< αγγλ. apocrine, 1926]
5763αποκρίνομαι[ἀποκρίνομαι] α-πο-κρί-νο-μαι ρ. (μτβ.) {αποκρί-θηκε, -θεί (μτχ. -θείς, -θείσα, -θέν), αποκριν-όμενος} (λόγ.) 1. απαντώ: ~ αρνητικά/θετικά/σωστά σε ερώτημα (ΑΝΤ. ρωτώ). Φωνάζω, μα δεν ~εται κανείς! Του ~θηκε εκνευρισμένος.|| (σε αφήγηση) Τον ρώτησε και εκείνος του ~θηκε «...». 2. ανταποκρίνομαι: Ο οργανισμός του δεν ~εται (= δεν αντιδρά) στη θεραπεία/στα φάρμακα. Δεν ~θηκε στο αίτημα/στις εκκλήσεις για ...|| Ο κινητήρας δεν ~εται. Το μόντεμ/το πρόγραμμα/το σύστημα (δεν) ~εται κανονικά. [< 1: αρχ. ἀποκρίνομαι 2: γαλλ. répondre, αγγλ. respond]
5764απόκριση[ἀπόκριση] α-πό-κρι-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. απάντηση: Δεν πήρε καμιά ~. Βλ. ερωτ~. 2. ανταπόκριση, αντίδραση: άμεση ~ (σε αίτημα).|| (ΙΑΤΡ.) Πρωτο-/δευτερο-γενής ανοσοβιολογική ~.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Βηματική/γραμμική/δυναμική/κρουστική/φασματική ~. ~ πλάτους. ~ του κινητήρα (στο γκάζι)/του τιμονιού/των φρένων. Σεισμική ~ κατασκευών/κτιρίων (πβ. αντισεισμική συμπεριφορά). Ταχεία ~ οθόνης. Καμπύλη/ταχύτητα/χρόνος ~ης. Ασύρματη τεχνολογία με γρήγορη ~. ● ΣΥΜΠΛ.: απόκριση συχνότητας βλ. συχνότητα [< 1: αρχ ἀπόκρισις 2: γαλλ. réponse, αγγλ. response]
5765αποκρισιμότητα[ἀποκρισιμότητα] α-πο-κρι-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ανταποκρισιμότητα.
5766απόκρουση[ἀπόκρουση] α-πό-κρου-ση ουσ. (θηλ.) 1. απώθηση εχθρικής κίνησης: ~ των εισβολέων/της επίθεσης. Πβ. αναχαίτιση, εξουδετέρωση. 2. ΑΘΛ. (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) σταμάτημα της μπάλας πριν καταλήξει στα δίχτυα ή περάσει στο χώρο της άμυνας: διπλή ~. Θεαματική ~ με κεφαλιά. ~ πέναλτι. ~ σε κόρνερ/σουτ. 3. (μτφ.) αντίκρουση ή απόρριψη: ~ επιχειρημάτων/ισχυρισμών/κατηγοριών. (ΝΟΜ.) ~ αγωγής. Πβ. αναίρεση, ανασκευή, ανατροπή, κατάρριψη.|| ~ του αιτήματος/της πρότασης/της συνεργασίας. Πβ. άρνηση. ΑΝΤ. αποδοχή (1) [< μεσν. απόκρουσις, αγγλ. repulse]
5767αποκρουστικός, ή, ό [ἀποκρουστικός] α-πο-κρου-στι-κός επίθ.: που προκαλεί απέχθεια, αποστροφή, αποτροπιασμό: ~ή: εικόνα/εμφάνιση/μορφή. ~ό: έγκλημα/θέαμα. ~ές: σκηνές. Πβ. αποτρόπαιος, ειδεχθής, φρικτός.|| (για πρόσ.) ~ στην όψη. Πβ. αηδιαστ-, απωθητ-ικός, απαίσιος. ΑΝΤ. ελκυστικός ● επίρρ.: αποκρουστικά [< μτγν. ἀποκρουστικός, γαλλ. répulsif]
5768αποκρούω[ἀποκρούω] α-πο-κρού-ω ρ. (μτβ.) {απέκρου-σε κ. απόκρου-σε, αποκρού-σει, -στηκε, -στεί, -οντας} 1. απωθώ εχθρική κίνηση: ~ τον κίνδυνο (πβ. αποσοβώ). Ο στρατός ~σε την επιδρομή. Οι στρατιωτικές δυνάμεις ~στηκαν (= αναχαιτίστηκαν) και υποχώρησαν άτακτα. 2. (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) κάνω απόκρουση της μπάλας: Ο τερματοφύλακας ~σε το πέναλτι/πλασέ. Η κεφαλιά ~στηκε πάνω στη γραμμή (ενν. του τέρματος). Πβ. κοντράρω. 3. (μτφ.) αντικρούω ή απορρίπτω, αρνούμαι: ~σε τους ισχυρισμούς/τις κατηγορίες των αντιπάλων του. Πβ. ανασκευάζω, ανατρέπω, καταρρίπτω.|| ~σε τον έρωτά/τις προτάσεις του. ΑΝΤ. αποδέχομαι (2) [< αρχ. ἀποκρούω 3: γαλλ. repousser]
5769αποκρύβωβλ. αποκρύπτω
5770αποκρυπτογράφηση[ἀποκρυπτογράφηση] α-πο-κρυ-πτο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. αποκωδικοποίηση 1. ερμηνεία ενός κώδικα συμβόλων άγνωστης γλώσσας ή κρυπτογραφήματος: (ΓΛΩΣΣ.) ~ της Γραμμικής Β/ιερογλυφικών. Προσπάθεια ~ης της Γραμμικής Α/του δίσκου της Φαιστού.|| ~ παπύρων/χειρογράφων.|| (ΒΙΟΛ.) ~ του ανθρώπινου γονιδιώματος/γενετικού κώδικα/DΝΑ. ΣΥΝ. ανάγνωση (3) 2. ΠΛΗΡΟΦ. ανάκτηση ενός αρχικού µηνύµατος από την κρυπτογραφηµένη µορφή του: ~ αρχείου/δεδομένων/εγγράφου. Αλγόριθμος/κλειδί/πρόγραμμα/συνάρτηση ~ης. Βλ. υποκλοπή. ΣΥΝ. σπάσιμο (6) 3. (μτφ.) διαδικασία κατανόησης ενός βαθύτερου, δύσκολου νοήματος: ~ της έκθεσης (του ΔΝΤ)/του προϋπολογισμού. [< γαλλ. décryptement, 1929, αγγλ. decipherment, decrypting, 1936]
5771αποκρυπτογραφώ[ἀποκρυπτογραφῶ] α-πο-κρυ-πτο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {αποκρυπτογραφ-είς ... | αποκρυπτογράφ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} ΣΥΝ. αποκωδικοποιώ 1. ερμηνεύω κώδικα συμβόλων άγνωστης γλώσσας ή κρυπτογράφημά του: Ο M. Ventris ~ησε τη γραμμική (γραφή) Β. Ο δίσκος της Φαιστού δεν έχει ακόμη ~ηθεί. ~ημένες: πληροφορίες.|| (ΒΙΟΛ.) ~ήθηκε το DNA. 2. ΠΛΗΡΟΦ. ανακτώ το αρχικό μήνυμα από την κρυπτογραφημένη μορφή του: Αρχεία που είναι δύσκολο να ~ηθούν. ΣΥΝ. σπάω & σπάζω (7) ΑΝΤ. κρυπτογραφώ 3. (μτφ.) κατανοώ το βαθύτερο νόημα, ερμηνεύω: Προσπαθώ να ~ήσω τις πράξεις/τη συμπεριφορά του, αλλά μάταια! Επιχειρούν να ~ήσουν τα μυστικά του εγκεφάλου/Σύμπαντος. [< γαλλ. décrypter, 1929, αγγλ. decipher, decrypt, 1946]
5772αποκρύπτω[ἀποκρύπτω] α-πο-κρύ-πτω ρ. (μτβ.) {απέκρυψα κ. απόκρυψα, αποκρύ-φθηκε κ. -φτηκε (λόγ. απεκρύβη, μτχ. αποκρυ-βείς, -βείσα, -βέν), -φθεί κ. -φτεί (λόγ. -βεί), -μμένος, αποκρύπτ-οντας} & αποκρύβω: δεν αφήνω κάτι να φανερωθεί ή να δημοσιοποιηθεί: ~ τα αισθήματά μου (: τα κρατώ κρυφά. ΑΝΤ. εκδηλώνω)/την αλήθεια/τα εισοδήματά μου (: δεν τα δηλώνω, πβ. φοροδιαφεύγω)/πληροφορίες/την πραγματικότητα. Κατηγορείται ότι ~ψε στοιχεία της υπόθεσης (πβ. συγκαλύπτω). Προσπαθούν να ~ψουν (= αποσιωπήσουν) ότι ... Το γεγονός ~φθηκε, για να μην προκαλέσει την αντίδραση της κοινής γνώμης. ~βόμενα: στοιχεία. ~βείσα: φορολογητέα ύλη. ~βέντα: έσοδα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Γραμμές εργαλείων που εμφανίζονται ή ~ονται (από την επιφάνεια εργασίας). Πβ. κρύβω. ΑΝΤ. αποκαλύπτω (1) [< αρχ. ἀποκρύπτω, γαλλ. cacher, αγγλ. hide]
5773αποκρυστάλλωμα[ἀποκρυστάλλωμα] α-πο-κρυ-στάλ-λω-μα ουσ. (ουδ.): οτιδήποτε έχει πάρει τελική μορφή, έχει σχηματιστεί οριστικά: Το έργο της αποτελεί/συνιστά ~ γνώσης/εμπειρίας/σκέψης (πβ. απόσταγμα). Αποκορύφωμα και ~ (πβ. απόληξη) της όλης του δραστηριότητας υπήρξε η ... Πβ. αποκρυστάλλωση.
5774αποκρυσταλλώνω[ἀποκρυσταλλώνω] α-πο-κρυ-σταλ-λώ-νω ρ. (μτβ.) {αποκρυστάλλω-σα, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος, αποκρυσταλλών-οντας} 1. (μτφ.) σχηματίζω πλήρη και σαφή άποψη για κάτι, παγιώνω: ~ τις θέσεις/ιδέες/σκέψεις μου (πάνω σ' ένα ζήτημα). Η εμπειρία ~εται σταδιακά (μέσα από την πράξη). Τα πορίσματα της έρευνάς του ~θηκαν σε μια μελέτη. ~οντας μια πρώτη εικόνα για ... ~μένο: ύφος. ~μένοι: στόχοι. ~μένες: αξίες/αρχές. Πβ. διαμορφώνω, οριστικο-, σταθερο-, συγκεκριμενο-ποιώ. 2. (σπάν.) μετατρέπω σε κρύσταλλο: Στοιχεία που ~ονται κάτω από υψηλή πίεση. [< μεσν. αποκρυσταλλώ, γαλλ. cristalliser]
5775αποκρυστάλλωση[ἀποκρυστάλλωση] α-πο-κρυ-στάλ-λω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) διαμόρφωση πλήρους και σαφούς άποψης, παγίωση· συνεκδ. αποκρυστάλλωμα: ~ θέσεων/ενός προσωπικού ύφους γραφής. ~ και αποσαφήνιση της πολιτικής γραμμής (ενός κόμματος). Πβ. οριστικο-, σταθερο-, συγκεκριμενο-ποίηση, σχηματισμός.|| (συνήθ. στον πληθ.) ~ώσεις σχημάτων και μορφών. 2. (σπάν.) απόκτηση κρυσταλλικής μορφής: ~ μελιού (= κρυστάλλωση). [< μεσν. αποκρυστάλλωσις, γαλλ. cristallisation]
5777αποκρυφιστής[ἀποκρυφιστής] α-πο-κρυ-φι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. αποκρυφίστρια}: οπαδός του αποκρυφισμού. Πβ. μυστικιστής. [< γαλλ. occultiste]
5778αποκρυφιστικός, ή, ό [ἀποκρυφιστικός] α-πο-κρυ-φι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον αποκρυφισμό: ~ός: διαλογισμός. ~ή: διδασκαλία. ~ές: οργανώσεις/τελετές. ~ά: σύμβολα. Βλ. μυστηριακός. ΣΥΝ. απόκρυφος (1), μυστικιστικός
5779αποκρυφολογία[ἀποκρυφολογία] α-πο-κρυ-φο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): αποκρυφισμός. Βλ. -λογία. [< γαλλ. occultisme]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.