| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 5780 | απόκρυφος | , η, ο [ἀπόκρυφος] α-πό-κρυ-φος επίθ. 1. που σχετίζεται με τον αποκρυφισμό, υπερφυσικός, μαγικός: ~ος: κόσμος/συμβολισμός. ~η: γνώση/φιλοσοφία. ~ες: δοξασίες. Οι ~οι νόμοι της φύσης. Οι ~ες επιστήμες (: μαγεία, μαντεία, αλχημεία, αστρολογία). Σκοτεινές και ~ες δυνάμεις. Πβ. αποκρυφιστικός.|| (ως ουσ.) Το άγνωστο και το ~ο. 2. κρυφός και κατ' επέκτ. άγνωστος: ~η: επιθυμία. ~ες: σκέψεις (= ενδόμυχες)/φαντασιώσεις. ~α: μυστικά/στοιχεία. Ο ~ βίος του ... Αποκάλυψη των ~ων πτυχών της υπόθεσης. Πβ. κρυμμένος, μυστικός. 3. ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τα Απόκρυφα (βιβλία): ~η: Γραμματεία. ~α: κείμενα. ● Ουσ.: απόκρυφα (τα): κρυφά σημεία, κρυφές λεπτομέρειες: Ήρθαν στο φως τα ~ της σχέσης τους. ● ΣΥΜΠΛ.: απόκρυφα σημεία (του σώματος) & απόκρυφα μέρη: (ευφημ.) τα γεννητικά όργανα. Πβ. αχαμνά., Απόκρυφα Ευαγγέλια/βιβλία βλ. ευαγγέλιο [< 1: γαλλ. occulte 2: αρχ. ἀπόκρυφος 3: μτγν. ~, γαλλ. apocryphe, αγγλ. Apocrypha] | |
| 5781 | απόκρυψη | [ἀπόκρυψη] α-πό-κρυ-ψη ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια του αποκρύπτω, κρύψιμο, αποσιώπηση: ~ της αλήθειας (πβ. συγκάλυψη)/εισοδημάτων (ΑΝΤ. δήλωση)/πληροφοριών. Αλλοίωση/παραποίηση ή ~ γεγονότων.|| (ΝΟΜ.) ~ εγκληματία/κρατουμένου. Βλ. υπόθαλψη.|| Τεχνολογία ~ης.|| ~ του Κρόνου από τη Σελήνη (βλ. έκλειψη). ΑΝΤ. αποκάλυψη (1) 2. ΤΗΛΕΠ. ρύθμιση με την οποία δεν εμφανίζεται ο τηλεφωνικός αριθμός στην οθόνη κινητού ή σταθερού τηλεφώνου κατά την κλήση: (Ενεργοποιημένη) Υπηρεσία ~ης. Παίρνω/τηλεφωνώ από ~. Βλ. αναγνώριση (εισερχόμενης) κλήσης. 3. ΠΛΗΡΟΦ. εντολή για τη μη εμφάνιση δεδομένων ή εφαρμογών στην επιφάνεια εργασίας ηλεκτρονικού υπολογιστή: αυτόματη ~. ~ της γραμμής εργασιών/εργαλείων/παραθύρου. ● ΦΡ.: κάλυψη και απόκρυψη βλ. κάλυψη [< αρχ. ἀπόκρυψις ‘εξαφάνιση’, γαλλ. dissimulation, recel, αγγλ. hiding] | |
| 5782 | αποκτάω | βλ. αποκτώ | |
| 5783 | απόκτημα | [ἀπόκτημα] α-πό-κτη-μα ουσ. (ουδ.) {αποκτήμ-ατα, -άτων} & (λαϊκό) απόχτημα: ό,τι σημαντικό αποκτά κάποιος: πολύτιμο ~. Νέα/υλικά ~ατα (πβ. αγαθά). Έκθεση/παρουσίαση των ~άτων του μουσείου. Το καινούργιο/τελευταίο μου ~ είναι ...|| (για πρόσ.) Ο νέος συνάδελφος αποτελεί ~ για τη Σχολή ... Το νέο μεταγραφικό ~ της ομάδας (: για πολύ σπουδαίο παίκτη). [< μεσν. απόκτημα] | |
| 5784 | αποκτηνώνω | [ἀποκτηνώνω] α-πο-κτη-νώ-νω ρ. (μτβ.) {αποκτήνω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος}: κάνω κάποιον να χάσει κάθε αίσθημα ανθρωπιάς, καλλιεργώντας του βίαια ένστικτα: Οι πόλεμοι ~ουν και εξαγριώνουν τον άνθρωπο. Συνήθειες που τείνουν να ~σουν ηθικά/πνευματικά τους νέους. Κοινωνία που έχει ~θεί από την κερδοσκοπία. ~μένος: όχλος. Πβ. εκβαρβαρίζω, εξαχρειώνω. ΑΝΤ. εξανθρωπίζω [< μτγν. ἀποκτηνοῦμαι] | |
| 5785 | αποκτήνωση | [ἀποκτήνωση] α-πο-κτή-νω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διαδικασία που οδηγεί στην απώλεια των χαρακτηριστικών του ανθρώπου, της ανθρωπιάς και το αποτέλεσμά της: πνευματική ~. Πβ. εκβαρβαρισμός, εξαχρείωση. ΑΝΤ. ανθρωπινότητα. [< μεσν. αποκτήνωσις] | |
| 5786 | απόκτηση | [ἀπόκτηση] α-πό-κτη-ση ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) απόχτηση: το να αποκτά κάποιος κάτι: ~ άδειας (οδήγησης)/ακινήτου/αυτοκινήτου/ειδικότητας/κωδικού πρόσβασης/μετοχών (εταιρείας)/πτυχίου/χρημάτων. ~ γνώσεων/εµπειρίας/υπηκοότητας. Τεκμήριο ~ης περιουσιακών στοιχείων. Πρόγραμμα ~ης εργασιακής εμπειρίας ανέργων. Κατάρτιση για ~ επαγγελματικών προσόντων/δεξιοτήτων. (ΟΙΚΟΝ.-ΛΟΓΙΣΤ.) Ενδοκοινοτικές ~ήσεις.|| (για πρόσ.) ~ οικογένειας/παιδιών (πβ. γέννηση). Την ~ του ... ανακοίνωσε η ομάδα (βλ. μεταγραφή). [< μτγν. ἀπόκτησις 'απώλεια', γαλλ. acquisition, obtention] | |
| 5787 | αποκτώ | [ἀποκτῶ] α-πο-κτώ ρ. (μτβ.) {αποκτ-άς ... | απέκτησε κ. απόκτ-ησε, -ήσει, -άται κ. -ιέται, -ήθηκε (λόγ. μτχ. αποκτη-θείς, -θείσα, -θέν), -ηθεί, -ημένος, -ώντας} & αποκτάω & (λαϊκό) αποχτώ 1. γίνομαι κάτοχος υλικού ή άλλου αγαθού: ~ησαν δικό τους σπίτι (= αγόρασαν). Το νοσοκομείο ~ησε μονάδα τεχνητού νεφρού. Ο σταθμός ~ησε ιστοσελίδα. Ο όμιλος ~ησε την πλειοψηφία των μετοχών της εταιρείας. Κέρδη/περιουσίες που ~ήθηκαν νόμιμα.|| ~ αυτοπεποίθηση/βιώματα/γνώσεις/δεξιότητες/δόξα/προϋπηρεσία/φήμη (πβ. αποκομίζω). ~ αντίληψη/εικόνα της κατάστασης. ~ την ελληνική υπηκοότητα. ~ησε (= κέρδισε) την εμπιστοσύνη/τη συμπάθεια των συναδέλφων του. Το θέμα ~ά ενδιαφέρον. Η ζωή μου ~ησε νόημα από τη στιγμή που ... Το ακίνητο ~ησε (= πήρε) αξία. (λόγ.) ~θείσα: πείρα (βλ. νεοαποκτηθείς). ~ώντας εμπειρία.|| (για πρόσ.) Η ομάδα κατάφερε να ~ήσει τον διεθνή αμυντικό (: για μεταγραφή παίκτη). Η εταιρεία ~ησε ένα νέο μέλος. Βλ. ξαν~. 2. κάνω, δημιουργώ: Παντρεύτηκε και ~ησε οικογένεια. Το ζευγάρι ~ησε απόγονο/δίδυμα/παιδί (πβ. γεννώ).|| ~ εχθρούς/φίλους. ● ΦΡ.: αποκτά/εξασφαλίζει/λαμβάνει/παίρνει δημοσιότητα βλ. δημοσιότητα [< μεσν. αποχτώ] | |
| 5788 | αποκύημα | [ἀποκύημα] α-πο-κύ-η-μα ουσ. (ουδ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): δημιούργημα, κατασκεύασμα, προϊόν. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αποκύημα/γέννημα της φαντασίας: καθετί που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αλλά το έχει φανταστεί ή επινοήσει κάποιος: Τα όσα ισχυρίζεται δεν είναι παρά ~ της (νοσηρής) ~ του. Βλ. φαντασίωση. [< μτγν. ἀποκύημα 'τοκετός, καρπός'] | |
| 5789 | αποκωδικοποίηση | [ἀποκωδικοποίηση] α-πο-κω-δι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): αναγνώριση και ερμηνεία κωδικοποιημένου μηνύματος, σήματος: (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δεδομένων/εντολής/ήχου/μηνυμάτων (μέσω προγράμματος). Κάρτα/λογισμικό/συσκευή/σύστημα ~ης.|| (ΒΙΟΛ.) ~ και χαρτογράφηση του ανθρώπινου γονιδιώματος/DNA. Πβ. ανάγνωση.|| (μτφ.) ~ εννοιών (πβ. κατανόηση). ΣΥΝ. αποκρυπτογράφηση (1) [< αγγλ. decoding, 1920, γαλλ. décodage, 1959] | |
| 5790 | αποκωδικοποιητής | [ἀποκωδικοποιητής] α-πο-κω-δι-κο-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.): ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. συσκευή αποκωδικοποίησης συνήθ. συμπιεσμένου ηλεκτρικού ή ραδιοηλεκτρικού σήματος και ειδικότ. κρυπτογραφημένων τηλεοπτικών εκπομπών: αναλογικός/δορυφορικός/ενσωματωμένος/ψηφιακός ~. ~ καλωδιακής/συνδρομητικής τηλεόρασης. Παρακολούθηση προγραμμάτων με τη βοήθεια ~ή.|| ~ εντολών (: που διασπά την εντολή στα επιµέρους συστατικά της, προκειµένου να γίνει η ανάκληση των κατάλληλων δεδοµένων από τη µνήµη).|| (μτφ.) Οι μαθητές ως ~ές της γνώσης. [< αγγλ. decoder, 1920, γαλλ. décodeur, περ. 1968] | |
| 5791 | αποκωδικοποιώ | [ἀποκωδικοποιῶ] α-πο-κω-δι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {αποκωδικοποι-είς ... | αποκωδικοποί-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} 1. μετατρέπω κωδικοποιημένο μήνυμα, σήμα σε κατανοητή μορφή: (ΠΛΗΡΟΦ.) Ειδικό ηλεκτρονικό κύκλωμα που ~εί τα σήματα του τελετέξτ. ~ημένο: αρχείο. ~ημένες: πληροφορίες. Πβ. διαβάζω, σπάω. || (ΒΙΟΛ.) ~ήθηκε το ανθρώπινο γονιδίωμα. ΣΥΝ. αποκρυπτογραφώ (1) 2. (μτφ.) κατανοώ κάτι δύσκολο: ~ το νόημα του κειμένου. [< αγγλ. decode, γαλλ. décoder, 1959] | |
| 5792 | απολαβή | [ἀπολαβή] α-πο-λα-βή ουσ. (θηλ.) 1. κέρδος, όφελος: δικαίωμα ~ής μερίσματος. Δεν αποβλέπει σε οικονομική, αλλά ηθική ~ (= ωφέλεια). 2. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. ποσοστό ενίσχυσης ενός σήματος λόγω της κατευθυντικότητας της κεραίας: ~ ισχύος/τάσης. Έλεγχος/ρύθμιση ~ής. Ενισχυτής με (καλή/μικρή/υψηλή) ~. ● απολαβές (οι): μισθός και επιδόματα εργαζομένου: ακαθάριστες/ετήσιες/ικανοποιητικές/μηνιαίες/οικονομικές/πρόσθετες/υψηλές/χρηματικές ~. Αύξηση/μείωση των ~ών. Άδεια άνευ ~ών. ~ που ανέρχονται σε ... ευρώ. Πβ. αμοιβή. ΣΥΝ. αποδοχές [< μεσν. απολαβή - παλαιότ. ορθογρ. απολαυή] | |
| 5793 | απολαμβάνω | [ἀπολαμβάνω] α-πο-λαμ-βά-νω ρ. (μτβ.) {απόλαυ-σα (λόγ. απήλαυσα), απολαύ-σει, απολαμβάν-οντας} & απολαβαίνω 1. βιώνω αίσθημα μεγάλης ευχαρίστησης και ικανοποίησης: ~ τις διακοπές/τη δουλειά μου/την ελευθερία μου/τη θάλασσα/τη θέα/τον καφέ μου/την παρέα/τις χαρές της ζωής. ~ να μαγειρεύω. ~σαμε μια όμορφη βραδιά. Περάσαμε ωραία, το ~σα! ~οντας το ηλιοβασίλεμα. Πβ. ευχαριστιέμαι, χαίρομαι.|| Θα κοπιάσεις τώρα, για να ~σεις μετά (πβ. κερδίζω, ωφελούμαι). 2. (καταχρ.) (+γεν./αιτ.) απολαύω: ~ την εκτίμηση του κόσμου/οφέλη. ~ προνομίων/τιμών. ~ει της αγάπης του κόσμου/της προτίμησης του κοινού. ΣΥΝ. χαίρω (2) ● ΦΡ.: απολαμβάνει την εμπιστοσύνη (κάποιου) βλ. εμπιστοσύνη [< μεσν. απολαμβάνω] | |
| 5794 | απολάσπωση | [ἀπολάσπωση] α-πο-λά-σπω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. διύλιση των αιωρούμενων στερεών συστατικών από τον μούστο ή το κρασί: στατική ~. ~ του γλεύκους (πριν την αλκοολική ζύμωση). Βλ. διαύγαση, κολλάρισμα. [< γαλλ. débourbage] | |
| 5795 | απολαύσει, απόλαυσα | βλ. απολαμβάνω | |
| 5796 | απόλαυση | [ἀπόλαυση] α-πό-λαυ-ση ουσ. (θηλ.): ευχαρίστηση, ικανοποίηση και (συνεκδ. συνήθ. στον πληθ.) καθετί που προκαλεί το αντίστοιχο συναίσθημα: ακουστική/γευστική/μουσική/πνευματική ~. Πβ. πανδαισία. Στιγμές ~ης και χαλάρωσης. Πβ. ευφροσύνη, τέρψη.|| Γλυκιά/σοκολατένια ~ (: για γλυκό). Γαστρονομικές/εφήμερες/καθημερινές/σαρκικές/υλικές ~αύσεις. Ζωή γεμάτη ~αύσεις. Πάθη/πειρασμοί και ~αύσεις.|| (για πρόσ.) Είναι σκέτη ~ να τη βλέπεις να χορεύει! Βλ. μικροαπολαύσεις. [< αρχ. ἀπόλαυσις] | |
| 5797 | απολαυστικός | , ή, ό [ἀπολαυστικός] α-πο-λαυ-στι-κός επίθ.: που προκαλεί απόλαυση, ευχαρίστηση: ~ή: εμπειρία/κωμωδία. ~ό: θέαμα/ταξίδι. ~ές: διακοπές/στιγμές. Πβ. ευχάριστος.|| ~ός: καφές. ~ές: συνταγές. Νόστιμο και ~ό γεύμα.|| (για πρόσ.) Είναι πραγματικά ~, όταν διηγείται ιστορίες. [< αρχ. ἀπολαυστικός] | |
| 5798 | απολαύω | [ἀπολαύω] α-πο-λαύ-ω ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ., γ' πρόσ.} (+ γεν.) (απαιτ. λεξιλόγ.): γίνομαι αποδέκτης προνομίων, θετικής ανταπόκρισης, ειδικής μεταχείρισης: ~ει δικαιωμάτων. ~ει της εκτίμησης/της εμπιστοσύνης του λαού. ΣΥΝ. απολαμβάνω (2), χαίρω (2) [< αρχ. ἀπολαύω ‘έχω ωφέλεια, επωφελούμαι’] | |
| 5799 | απολείπει | [ἀπολείπει] α-πο-λεί-πει ρ. (αμτβ.) {απολεί-ψει, απέλι-πε, συνήθ. με την άρνηση "δεν"} (λόγ.-λογοτ.): λείπει, απουσιάζει: Δεν (τους) ~ η αισιοδοξία. Ποτέ δεν τους ~πε το θάρρος.|| (ΝΟΜ.) Εκπροσώπηση των κατηγορουμένων που ~ονται από τους κυρίους δικηγόρους (= εγκαταλείπονται). ● ΦΡ.: Νοέμβρη οργώματα κι ελιές/από το θέρος ως τις ελιές, δεν απολείπουν οι δουλειές (παροιμ.): οι αγροτικές εργασίες δεν σταματούν ποτέ. [< αρχ. ἀπολείπω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ